Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Μια γενιά σε αναμονή

 

Μια γενιά σε αναμονή


Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και υπαίθριες δραστηριότητες
"Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.
Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε.
Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή...
Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί… Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά.. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.
Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..
Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους»
Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.
Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους.. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε.. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.
Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;
Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!
Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ.
Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας : ) : D : P
Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

ΚΑΒΑΚΛΙΩΤΚΟ ΜΑΣΑΛΙ

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ


Πόψι δα σας γράψου κόμα ένα μασάλι. Φτό δα νάνει μι Καβκλιώτοι τ' άου ήταν ΄μι Μαναστηριώτοι.
Απ' λέτι αρτλικια πριν πουά χρόνια σ'ένα δικαστήριου Σαλουνίκη, φουνάζει η πρόϊδρους. Παρακαλείται ο μάρτυς Δημήτριος Τάδε, απ' αουπχάτ, απουκριέτει ένας, παρών μπάτη πρόϊδρι. Για πες μας του λέει η πρόΙδρους, τι γνωρίζεις για το συμβάν. Χίρσιν η μάρτυς να χουρατέβει, ιγώ μπάτη πρόϊδρι κάθουμαν όξου στου ξιστρώχι κι ουζάντζα ψηουά σε σιλντέ, ντα να δόση αφκράζουμι να βρουντιούντι κι να ουρλιούντι που τν άτουρα τν αυλή. Αβλάντιζου κατ' τουν κούμσιου του Χούτα κι τι να ιδού. Η Χούτας έβγαλι ένα παούκι που τουν πχακό κι περίλαβιν του Μύτη να τουν βρουντά σ' όπχατις, τουν λιάνσει σ' οπχατις κι αυτός ιτσιά ζαρουγμένους ουρλιέταν κι ήλιγιν ούλου, ούλιλι-ούλιλι κι η άους δεν μπίτζειν μι τίπουτας. Έριτει απ' λες μπάτη πρόϊδρι νια δόση κι η μουλιώκου, αρπάζει ένα κιρπίτσι κι τουν κόφτει κάνα δυο στου τσιακάτι κι τουν τίναξι ζιούσκις. Τουν ιόμσειν μι ζιούσκις. Αυτά αγρουνίζου μπάτη πρόϊδρι κι αυτά συ ζμπούριαξα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου τον κοιτά και τον λέει, πολύ "χοντρός" είσαι μάρτυς. Αυτός η έρμους δεν άπκασιν που τουν είπιν ια του χουράτιμα, κτάζει ντ μπουζούκα τ' κι απουκριέτει, τια κάμου μπάτη πρόϊδρι καμόσου νιαρό πίνου πλέτιρου κι μι πιάνιτει. Κι έτσι μπίτσιν τν απουλουγία τ' κι έφκειν ια του χουριό τ' κι όποιους άπκασειν, άπκασειν.


ΠΗΓΗ ΑΡΤΛΙΚΙΑ-ΠΑΥΛΟΣ ΛΙΤΟΥΔΗΣ

ΑΡΤΛΙΚΙΑ-ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ

Αρτλίκια έχου κιρό να σας χουρατέψου, κι ια ταύτου δα σας που κι γω ένα μασάλι που τα θκα μας τα χουριά. Νιάφρα απ' λέτι μέσ' σ' ένα δικαστήριου μεσ' Σαλουνίκη φουνάζει η πρόιδρους. Παρακαλείτε ο μάρτυς Γεώργιος τάδε. Αυτουσά απουκρίθκιν, παρών μπάτη πρόϊδρι. Για πες μας τι γνωρίζεις για το συμβάν, του λέει ο πρόεδρος του δικαστηρίου. Κι αρχινά απ' λέτι η Ιώργης. Ιγώ μπάτη πρόϊδρι σκώθκα σαμπάλια κι πήγα στου νιφτήρα κι πλύθκα. Του κατόπι σφουγγίσκα μι ένα πισκίρι απού ήταν κριμασμένου στου ντβάρι κι ήταν κι καμόσου μιξουμένου που τουν τάτου μ'. Αυλαντίζου νια δόση όξου που του παραθύρι κι γλέπου κατ' μπάρα. Ήταν δυο τσιουμπαναίοι, η ένας είχιν πρόατα κι η άους ουβάλια. Νια δόση τα πρόατα πρόνξαν κι τα ουβάλια ντάλτσαν κι οι τσιουμπαναίοι χίρσαν να φρακαλίζν ζ' τζιουμάκις κι ήνγκι νια δλεια λάτσι μπουλάτσι. Η πρόϊδρους στέκει κι τουν κτάζει, δεν απείκασιν χιτς, καν'τίπτας. Ρουτάει τουν συνήγουρου, τι δουλειά επαγγέλεται ο κύριος? Πρόεδρος της κοινότητος, απάντσιν η συνήγουρους. Τότις η πρόϊδρους χίρσειν να ουρύϊτει κι να φουνάζει. Αθώοι όλοι. Τον ρωτούν γιατί πρόεδρε? ΄Κι αυτός σ' απουκρίνιτει. Άμα ο πρόεδρος της κοινότητας μιλάει έτσι και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, σκεφτείτε τι θα γίνει με τους υπόλοιπους μάρτυρες. Κανγκάνας δεν άπκασιν τα σιρμπέζκα ΄χουρατά τ' μπάτη τ' πρόϊδρου, αθουώθκαν ούλοι, ώρα τ' καλή όπ' κι αν βρίσκιτει.

ΠΗΓΗ ΑΡΤΛΙΚΙΑ-ΠΑΥΛΟΣ ΛΙΤΟΥΔΗΣ

ΧΑΡΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ

ΧΑΡΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ


Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Καλησπέρα σε όλους σας φίλοι μου. Πρώτα απ' όλα θα ήθελα όποιος ξεκινήσει το διάβασμα της ανάρτησης να το τελειώσει, για να καταλάβει τα γραφόμενα μου.
Πριν ξεκινήσω αυτά που θα σας γράψω, σας δίνω μια εικόνα, ένα χάρτη κι ευχαριστώ πρώτα απ' όλα αυτούς που τον έκαναν. Αυτά που θα σας γράψω έχουν σκοπό απλά και μόνο να σας ενημερώσω εμπλουτίζοντας ίσως λίγο παραπάνω τις γνώσεις σας για την ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΟΥΜΕΛΙΑ για την ΒΟΡΕΙΑ ΘΡΑΚΗ και για την ΘΡΑΚΗ. 


Η ενιαία Θράκη στην συνολική έκτασή της περιελάμβανε, 
1. την ΒΟΡΕΙΑ ΘΡΑΚΗ το μεγαλύτερο τμήμα 6/13 , 
2. την ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ με έκταση 5/13 και 
3. την ΔΥΤΙΚΗ ΘΡΑΚΗ με έκταση 2/13. Το τελευταίο τμήμα κατέχει η πατρίδα μας. 
Την ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ κατέχει η Τουρκία και την ΒΟΡΕΙΑ ΘΡΑΚΗ κατέχει σήμερα η Βουλγαρία. Τα βόρεια σύνορα της ενιαίας Θράκης είχε όριο τον Δούναβη και σε κάποια σημεία το όρος Αίμος πιο δυτικά, ανατολικά σύνορα είχε τον Εύξεινο Πόντο(Μαύρη θάλασσα), νότια σύνορα είχε την θάλασσα της Προποντίδας και το Βόρειο Αιγαίο και δυτικά τα όριά της ήταν στα πιο βόρεια σημεία η περιοχή μετά τις πόλεις Περιστερά, Πάζαρζικ και Πανήγυρις και πιο νότια δυτικό όριο ήταν ο ποταμός Νέστος. Μέχρι εδώ μιλούμε για όλη την ΘΡΑΚΗ. Τώρα πηγαίνουμε στον χάρτη όπου έχει οριοθετημένη την περιοχή της ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ και δείχνει επίσης και την περιοχή της ΒΟΡΕΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ. Λείπουν κάποιες πόλεις από το υπόλοιπο μέρος της ΒΟΡΕΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ όπως η Συλίστρια, το Ρουχτσούκι, το Καζανλικ, και αρκετά χωριά, όπου είχαν έντονο στοιχείο του ελληνισμού. Το έτος 1878 έγιναν δυο συνθήκες, η πρώτη του Αγίου Στεφάνου όπου γινόταν η μεγάλη Βουλγαρία και το ίδιο έτος λίγο αργότερα η δεύτερη του Βερολίνου. Με την δεύτερη άλλαξαν την πρώτη και πήραν ένα τμήμα της ΒΟΡΕΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ και το ονόμασαν ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΟΥΜΕΛΙΑ. Ανέκοψαν έτσι τα σχέδια της Ρωσίας που ήθελε μια μεγάλη Βουλγαρία σαν δορυφόρο της. Όμως όταν δημιούργησαν την αυτόνομη ηγεμονία της ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΟΥΜΕΛΙΑΣ, αυτόματα παρέδωσαν το υπόλοιπο κομμάτι της ΒΟΡΕΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ στη Βουλγαρία με ότι αυτό συνεπάγεται. Ο ελληνισμός δέχτηκε τόσες πιέσεις σε όλη τη ΒΟΡΕΙΑ ΘΡΑΚΗ, που από το 1878 άρχισε να φεύγει από τις παλιές κοιτίδες μέχρι και το 1938-39. Έμειναν αρκετοί ακόμα εκεί πάνω μέχρι σήμερα που σας γράφω αυτά. Όλο αυτό το διάστημα ο ελληνισμός της μεγάλης αυτής περιοχής υπέφερε τα πάνδεινα και σε μεγάλο διάστημα από δυο δυνάστες. Τους Τούρκους και τους Βούλγαρους. Τα πίσω χρόνια μόνο από τους Βούλγαρους. Μέχρι τώρα σας περιέγραψα πολύ περιεκτικά και συνοπτικά την ιστορία των τελευταίων χρόνων της ΒΟΡΕΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ και της ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΟΥΜΕΛΙΑΣ που αργότερα έγινε ΡΩΜΥΛΙΑ.
Τώρα πάω στο προκείμενο, γιατί τα εξιστόρησα όλα αυτά. Προφανώς κάποιοι ενοχλούνται εδώ στην Ελλάδα με το που ακούν το όνομα ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ. Έτσι μπαίνουν κάποιοι στο διαδίκτυο και γράφουν πολλές γενικότητες και δυστυχώς δεν σέβονται όλον αυτόν τον ελληνισμό, που ζούσε εκεί κι έφυγε και όσους απόμειναν πίσω δίχως βοήθειες από κανένα. Τα γράφω αυτά με μεγάλη επίγνωση του θέματος και δεν προσδοκώ τίποτα από κανένα. Απλά το ξεκαθαρίζω, γιατί κάποιοι ανακάλυψαν "τώρα το φεγγάρι" και προσπαθούν να θίξουν αυτούς που μιλούν μόνο για ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ. Προφανώς και δεν το έχουν ψάξει όλοι οι πρόεδροι των συλλόγων και οι χοροδιδάσκαλοι. Μην τους εκτελέσετε λοιπόν. Σεβαστείτε τις μνήμες και τον πολιτισμό, που έφεραν αυτοί όλοι από κει πάνω, που γενιές και γενιές φυλούσαν τα βόρεια σύνορα του Βυζαντίου και του ελληνισμού γενικά, για αιώνες. Επίσης κάποιοι δεν γνωρίζουν ότι στους καταστατικούς χάρτες Ηνωμένων Εθνών υπάρχει ακόμα Ηγεμονία με το όνομα της ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ. Νομίζω ότι λέει κάτι αυτό. Επίσης πληροφοριακά για όσους δεν γνωρίζουν, όσες φορές αναφέραμε χορούς από την περιοχή της ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ σε φεστιβάλ της γείτονος βόρειας χώρας, έπεφτε σιγή απόλυτη. Όταν χορεύαμε χορούς από την υπόλοιπη ΘΡΑΚΗ χειροκροτούσαν και ζητωκραύγαζαν. Γιατί έτσι ονομάζουν κι αυτοί την νότια περιοχή τους. το όνομα όμως ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ τους κομπιάζει.
Όσο για κάποιους που αναφέρονται στην περιοχή Αγαθουπόλεως και πέριξ, αρκετούς έχω συναντήσει πρόσφυγες εδώ στην χώρα μας, που λένε ότι είναι και Θρακιώτες και Ανατολικορωμυλιώτες.
Τώρα όσον αφορά την ΠΟΣΑΡ. Ιδρύθηκε το 1990, ο καημός και ο πόθος όλων, ήταν να βρούμε ψάχνοντας τους οικισμούς των προσφύγων από το βόρειο κομμάτι της ΘΡΑΚΗΣ στον Ελλαδικό χώρο. Διότι κανείς στην Ελλάδα δεν αναφερόταν πριν ακόμα από το 1990, στην περιοχή της ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ και γενικά της ΒΟΡΕΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ. Έτσι αποφασίσαμε να ερευνήσουμε που έχει εγκατασταθεί ο πληθυσμός από την ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ και γενικά την ΒΟΡΕΙΑ ΘΡΑΚΗ. Μάλιστα σε παγκόσμια Θρακικά συνέδρια που έγιναν στην Ελλάδα, ήθελαν την συμμετοχή μας σαν ΠΟΣΑΡ δυστυχώς μόνον σαν να είμαστε γλάστρες. Δώσαμε αρκετές φορές, μεγάλες παρουσίες σ' αυτά τα συνέδρια με πολλούς συλλόγους μας, αλλά δυστυχώς βλέπαμε την αδιαφορία και την υπεροψία κάποιων ιθυνόντων. Φαίνεται ότι τους ενοχλούσε που δυνάμωνε το στοιχειο των ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΡΩΜΥΛΙΩΤΩΝ-ΒΟΡΕΙΟΘΡΑΚΩΝ. Οπότε, όταν κάποιος αναφέρεται και για την ΠΟΣΑΡ σε σχέση με την ΠΟΘΣ θα πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά τι λέει.
Διευκρινίζω ότι η αναφορά μου δεν έχει καμιά σχέση με το παρόν ΔΣ της ΠΟΘΣ. Αναφέρομαι σε κάποιους παλιούς προέδρους που δεν θα πρέπει να γράφουν πράγματα διαστρεβλωμένα, διότι ήμουν παρών σε πολλά συνέδρια και συναντήσεις μεταξύ των Ομοσπονδιών.
Κλείνω ζητώντας συγγνώμη αν σας κούρασα και σας προβλημάτισα με τα πολλά γραφόμενα. Θεωρώ όμως ότι έπρεπε να γράψω κάτι λίγα σ' αυτούς που βγάζουν λίγο τα μέσα τους, αλλά με περίεργο τρόπο. Ίσως να τους έλυσα και κάποιες απορίες, όπως και σε πολλούς από σας. Αν θέλουν κάποιοι να ρωτήσουν κάτι, ειλικρινά εδώ είμαι να τους ακούσω. Καλό βράδυ και χρόνια πολλά σε όλους για αύριο του Ευαγγελισμού και της 25ης Μαρτίου.


ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟ ΑΝΗΡΤΗΣΕ Ο 
ΠΑΥΛΟΣ ΛΙΤΟΥΔΗΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ
ΘΡΑΚΗ-ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Με το «ΚΑΛΗΜΕΡΑ», να αλλάξουμε διάθεση!

Με το «ΚΑΛΗΜΕΡΑ», να αλλάξουμε διάθεση!


Τα κάτοπτρα, οι επίπεδοι καθρέφτες είναι πολύ παλιά εφεύρεση του ανθρώπου αλλά στα χωριά τα δικά μας, οι φτωχές μας κοινωνίες που είχαν ως προτεραιότητα την επιβίωσή τους, χρησιμοποιούσαν ως καθρέφτες το νερό όπως ο Νάρκισσος.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που έχουμε ως σήμερα οι καθρέπτες κυκλοφόρησαν ευρέως στον Παραπόταμο μετά τον πόλεμο.
Τους έφερναν διάφοροι μικροπωλητές με ανταλλαγή σε είδος όπως αυγά, κοτόπουλα αλλά και με άλλα πολύτιμα αντικείμενα που οι χωριανοί μας δεν γνώριζαν τότε την αξία της ιστορίας μας.
Έτσι, σιγά-σιγά γέμισαν όλα τα σπίτια με το γνωστό ξύλινο κάδρο με τις τρεις ΧΑΡΙΤΕΣ.
Άλλοτε ήταν ζωγραφισμένες πάνω στο ξύλο και άλλοτε στο γυάλινο τμήμα του καθρέπτη που έγραφε με καλλιτεχνικά γράμματα «Καλημέρα» όπως και εδώ.
Ο καθρέπτης για τα παιδιά ήταν και αντικείμενο παιχνιδιού, αφού δεν χορταίναμε να κάνουμε χιλιάδες γκριμάτσες μπροστά του.


Μια εικόνα χίλιες και όχι μόνο λέξεις, αλλά αρκετές σελίδες θα μπορούσαμε να γράψουμε με αυτά τα σεμνά και όμορφα κορίτσια που ίσως να είναι και τα πρώτα που αντικρύσαμε στη ζωή μας.
Αγνοούσαμε τότε ποιες ήταν οι ωραίες κυρίες ζωγραφισμένες στον κορνιζοκαθρέφτη. Κάποιοι λέγανε πως ήταν οι κόρες της Αγίας Σοφίας, η Ελπίδα, η Αγάπη και η Πίστη.
Άλλοι πάλι ότι ήταν οι τρεις Χάριτες, οι θεές της γοητείας, της ομορφιάς, της φύσης, της ανθρώπινης δημιουργικότητας και της γονιμότητας.
Ως Χάριτες αναφέρονται ακόμη και η Αγλαΐα η νεότερη, η Ευφροσύνη και η Θάλεια, αλλά ορισμένες φορές αναφέρονται και άλλες, όπως οι Αυξώ, η Χάρις, η Ηγεμόνη, η Φαένα και η Πασιθέα.
Μια γλυκιά καλημέρα που μας υποδεχόταν σε κάθε είσοδο, σε κάθε σπίτι, τα δικά μας τα χρόνια, τα φτωχικά, τα όμορφα χρόνια!
Ο γνωστός σε όλους μας κορνιζοκαθρέφτης που κοσμούσε σχεδόν όλα τα σπίτια του χωριού μας, όπου η κάθε νοικοκυρά κρέμαγε την χρυσοκέντητη πετσέτα της. Στον καθρέφτη έγραφε καλημέρα, αλλά δεν είχε καμία σημασία για τις νοικοκυρές τι έγραφε, αφού σχεδόν καμία δεν γνώριζε ανάγνωση.
Η κορνίζα εκεί ακούνητη τόσα χρόνια, να βλέπει τις χαρές και τις λύπες, να ακούει τους καημούς του σπιτιού, να προυπαντίζει τους επισκέπτες και να γνωρίζει όλα τα νέα του χωριού.
Η κρεμασμένη κεντητή πετσέτα συμβολίζει και αυτή μια άλλη εποχή, με την κάθε νέα νοικοκυρά να δουλεύει ακατάπαυστα.

Θυμάμαι την μητέρα μου στο πατρικό της στην Κοζάνη καθισμένη στον αργαλειό να σιγοτραγουδάει... 

Το κέντημα είναι γλέντημα,
η ρόκα είναι σεργιάνι,
κι αυτός ο δόλιος αργαλειός
είναι σκλαβιά μεγάλη.


Το κέντημα εδώ στην πετσέτα, μας παρουσιάζει μια πρωινή εικόνα στη φύση με ένα ζευγάρι τσαλαπετεινούς να στέκονται πάνω στο κλαράκι, όπου το αρσενικό με το ερωτικό κελάηδισμά του καλεί το θηλυκό για να τραγουδήσουν μαζί και να υποδεχτούν την καινούρια μέρα.
Έντονοι οι χρωματικοί τόνοι με όλα τα χρώματα της ίριδας, συντελούσαν στη δημιουργία εύθυμης διάθεσης σε όλα τα μέλη της οικογένειας.
Πόσες και πόσες αναμνήσεις ήλθαν στο μυαλό μας μόλις αντικρίσαμε αυτή την εικόνα με την πετσέτα, με την κορνίζα και την καλημέρα, αφού ύστερα μας μίλαγαν και δεν ακούγαμε. Ήταν εκεί κολλημένο το μυαλό και γλίστραγε γλυκά στις τόσες…αναμνήσεις.
Ο κορνιζοκαθρέφτης με την πετσετοθήκη, υπήρχε σε πολλές παραλλαγές ως προς στο θέμα και ήταν απαραίτητο κομμάτι στις προίκες. Αναφέρεται εξάλλου σε αρκετά προικοσύμφωνα. Τον κρεμούσαν στην είσοδο, στη σάλα αλλά και στην κρεβατοκάμαρα.
TAXIDIOTHS

ΧΩΡΙΑΝΕ

Χωριανέ μην κοιτάς τι έκανε το Χωριό για σένα, κοίταξε εσύ τι μπορείς να κάνεις για το χωριό σου...



myanimations.gr









Η ταμπέλα αυτή βρέθηκε από ένα φίλο στο δρόμο πριν τρία χρόνια κάπου στην Εύβοια...


Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Α καλά! Γω θα φάου άμα αργήεις!

Α καλά! Γω θα φάου άμα αργήεις!



Κάθι μση ώρα....? Κι δεν άφνεις του Γιώργη να πάει ζ γειτόνσα.....κι κσιερ κατ καλούτσκα μασάλια η Γιώργης....!
- Αααχχχ γειτόνσα, ετς λίου να σι αλώνζα. .

Μουνάχους μη τουν φίδαρου

Μουνάχους μη τουν φίδαρου


Άμα εχς Κάντζιου σπιτ. ... του μπασιάρτσαμι του χουσμέτ....παίρνς τα μάτχια σ κι προυγκάς...Κι άμα εχς κι δγυο...τότις δε ματαγυρνάς...Ικεί μι τουν παλιόφιδου...
Ακούς ικεί Κάντζιου...
Φάντα παντρέφκι...τ αστόισι, του Γιάννου μι τα τριακόσια πρόβατα ίριβι , τώρα...κσίνσι...!
Αβράντινι σικτίμινι ααααα....!

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

1142 ικεί;

1142 ικεί;


Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο

Γκάτζιου μι κέρατα

Γκάτζιου μι κέρατα

Σαν του σκλί που αλυχτάει!!!

Σαν του σκλί που αλυχτάει!!!

Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο

Δεν του γλέπς του stop α;Κιόρς είσει;

Δεν του γλέπς του stop α;Κιόρς είσει;

Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

Η Κοκκινοκατσιουλού-Η Κοκκινοσκουφίτσα

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ,
(Η διασκευή στα Θρακιώτικα έγινε από κάτοικο της Ξυλαγανής)



Κι απου λέτει ήταν μια φουρά κι κάναν κιρό, ένα έμουρφου κουρτσούδ' απ' έμνισκνι μι τ' μανα τ κι του μπαμπά τ σια πέρα κατ' αρπαλίκια. Άντα γιόρταζει τα πέρσι, η μάνα τς τν εκανη δώρου μια κατσιούλα κόκκινη(τιφτίκια). Κι αυτήν δεν τν έβγαζη που ψλα τς κι τα αλλά τα πιδιά τν έβγαλαν Κοκκινοκατσιουλού.

Μια μέρα τλέει η μάνατς:

-Έλα δω μαρή μαλάμου, έφκιασει κάκου μ' σασόπτις, παρτι τς μι τουν ταβά κι σύρει να τσ πας στ'μπάμπους, στουν άλλου τουν μαχαλά, να τδγεις τι φκιαν κιόλας.

-Αι σάνι φκιάσει λίβρα, άμα είνη να προυφτάσου για θα νυχτώσ', έκρινει η μουκρή.

Κι ετς ήνκει,πήρει τουν ταβά κι κίνσει για τ'μπάμπου τς.

Στου δρόμου που παρπατούση, είδγε ένα σουρό ζούζουλα κι ουρνίθια κι ούλα τ χιριτούσαν. Τι λαγοί, τι αγκουστέρις, τι αχιλώνις, τι ζιαμπέοι, τόία ,τσιόνια, όλα τ χαίρουνταν κι δε νι σκιάζουνταν χιουτς.!

Εδ ικεί που παρπατούσι, έστριψαν τ' άντερα τς κι τν ιέκουψη τσίρλα, μπιριντέμπιρι έκατσι παπ κατ που μια γκουρνιτσιά να χέσ΄ κι χάλεβε που ψλα. Τότι άκσει φουρλατό τρουγύρου κι τα πλια κι τα ζούζουλα πήραν να φεύγαν και σήκωσαν τρανό γκιουρουντί.

-Τι έίνη τώρα , νούνσει η κοκκινοκατσιουλού.

Ύστρα γυρνάει που τν άλλη κι να τους λύκους. Λαχτάρσι του κουρίτσι,χέσκι κόμα μια βολά ψλά τς!!.

-Ω λε λε κα!!! εσκουξι.. Σια δω λύκους, σια κει λύκους, μον αυτός στεκ' μπρουστάτς κι νι τράει.Τηντώνει τα αυτιά τ κι τ λέει:

-Σια που καρλάντσης κορτσάρα μ' μον' μαναχιάς στ' αρμάνια?

-Παένου στ' μπάμπου μ σασόπτις για να ντιρλικόσ',ισένα τι σι κοφτ?

-Αααα, σάνι να παένς στου καλό κι να τν πείς τα δέοντα. Άιντι φέγου τωρα. Πρόγκα κι συ.

Το κουψει κα τουν ανήφουρου λύκους, κι του κουρίτσι έβγαλι του μπαρντούκι του κι ζαμάκουσι δυο γκλατανσιές νιαρό απου τ λαχτάρα τς. Απ'εκ ,κίνσει πάλι που την πατέκα κι δεν σταμάτσει ντιπ. Ναι μα λύκους κόμα σάρπκους, προφτασει πήγει στο σπίτ τς μπάμπους. Νι γέλασι τ'μπάμπου, τάχα ήταν η Κοκκινοκατσιουλου κι εικίν η λαφριά τουν άνξει. Νι τραβάει που λέτη μια μαμαλίκα,πάει μπάμπου ίσια στην κλοιάτ! Ταβράντση παλιόλυκους....Ύστρα γκούρλουσαν ματάρις τ απ'του φαί κι τζιαλντούμιξει στου κριβάτ να παρ ένα νουμπέτ' ύπνου.

Κάναν κιρό,φάνκι κι κοκκινοκατσιουλού κι βρουντάει την πόρτα.

-Ε,μπάμπου! που είσει μα??

Σκώνιτει η λύκους,κι αυλαντάει απ'του παραθύρ κι νουνίζι...

-Τι να φκιάσου να τν φαου κι αυτό του γκουλισιάν'? Στέκα να βάλου τσ'μπάμπους την τσούκνα , τ'σαλταμάρκα και τ' μαντίλα να νι γιλάσου.

Βαζ τ'φούστατς,του πκάμσου την καβαδουράτη,τ'σαλταμάρκα τς, τν μαντήλα κι τα ματογυάλια κι κρένι μι ψλή φουνή όσου μπουρούσει:

-Έλα μέσα καλό μ', ανοιχτά είνι…

Μπήκει η Κοκκινοκατσιούλου ,τράει καταϊ στου κριβάτι,μπάμπου στεκει κλουριασμένι απάν στουν τσαβελά.

-Τι είνη μα,τι κλουριάσκις καταϊ? Αι σήκου σε έφιρα σασόπτες.

-Δεν μπουρού μπρε γκζάνιμ, αντραλίσκα κι κλουήρσα!

-Καλά μα,τι γκάγκα είνη αυτή πωχς?? Σα μαντζάνα είνκη!

-Για να μπουρώ να συ μουσκίζου κόμα καλά!

-Αμ τα γκαβάς,τι τα γκούρλουσης ετσ'α δα, γκαβάθκις κι άλλου?

-Για να γλέπου του πατσιάς τουν έμορφου λο καλά μπρε κουρίτσι μ!

-Αμ δουντάρης,θαρείς κι είνη σκλύσιης! Να μην έβαλης τρανήτηρ μασέλα μα? Τι νη θέλς?

-Για να σι ντριρλικώσου μα!..Κι νη τραβάει μια γκλατανσιά κι πάει του γκζάνι ίσια στ μπρούσκα τ! μια χαψιά κι αυτήν τν έκανι.

-Γάμσα τ'μάνα,έκανι λύκους. -Θέλ' να ουζαντίσου καμοσούτσκου,δα λα πάρω κάνα δυό νουμπέτια ύπνου! Δα λα σκάσου πτου φαί! ζουρλαντήσκει σκιμπιά μ.

Κι γερλέχτση στου κριβάτι κι πήρι να ρικαλίζει.

Ύστρα που καμιά ώρα,φάνκει στου σπίτ τσ'μπάμπους ένας κυνηγός λουπράνς, που γύρζι στου χουριό νησκός κι μπιτ κυνήγι δεν κβαλούση, ναι τόϊα βρίκη, ναι λαγοί,ναι τίπτα.

-Τέκα λέει να σταθού λίγου στην τέτου μ να πιού έναν καφέ κι ύστρα παένου στου χουριό, γιατί μπιζέρσα ουλ'μέρα να ντρέχου, λιάσκει κουρφήμ.

-Τέτου!!Που είση μα?, ……Δα κμάτει, σκέφκει. Κτάει απ του παραθύρι, τι να δγεί: παλιόλύκους μη τη σκιμπιά νταούλι ψλά στου κριβάτ κι κμάτη! Πθινά δ ένη μπάμπου!. Α συ γαμίσου για παλιόλυκου,νουνίζει!

Μπαίνει μέσα κυνηγός , τουν τφικάει μια στην πουρίδατ, άνοιξι αυτή τς΄ έχεσει κι τσι δυό, γιαγιά κι αγγουνή φάνκαν που τ'λύκου τουν κώλου!

-Κιαρατά του κουπούκ σ',μας ντιρλίκουσει κι χαμπάρ' δεν πήραμει!Να φάει τουν πατσιάτ να φάει! Είπη μπάμπου....μεσ στν αντράλα τς.

Χάρκαν όλοι μαζί έκατσαν έφαγαν τ' σασόπτις κι πέταξαν του λύκου στην κουπρά.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι μεις κόμα καλα !! .... μπίτσει!

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Ο Σαλαχανάς…

Ο Σαλαχανάς…

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κάθεται και εσωτερικός χώρος




Τον ταήν τηνάν έχομεν, την κάμασην ΄κ’ εθέλ’νεν
Βάλλ’ την οκνίαν σο ταρέζ’, έξεργος πάντα ν’ έρτεν

Τα μαϊχάρεα τ’ είν’ πολλά κι απ’ έναν έναν γράψον
Με τ’ έναν το κοτσάκ’ γελάς και με τα δύο κλάψον

Απουρπουρνού και- ν’- έρκιανταν, ο νους ατ’ σο λασίον
Την τσίγαρην σο στόμαν’ατ’, ξάϊ ΄κί νουνίζ’ τον βίον

Σο σπίτ’ εγράστεν το τισέκ’, ας σό μέρος ντ’ εκείντον
Τσουγναεύ’ κονοπίεται, άμον γαρκόν σο βίντον

Με την ταβήν σ’κούται πρωί, με την ταβήν πα κείται
Τ’ ομμάτεα τ’ ετσιλίδωσαν, σ’ ορμία αποπατείται

Μερακλανεύτεν ο χερίφ’ς, βουρέστεν τ’ ανοιγάρε
Η ψή’ ατ’ έσπασεν πολλά, σα τέσσερα τουβάρε

Με τ’ υλιστόν και βούτορον, εγώ ΄κι θα χορτάζω
Αφού η σεβντά πουλίεται , ας πάω αγοράζω

Μοσκοτυλίεν τ’ άρωμαν, «γυναί θεός φυλάξει»
Μαλτέζες και νεόβγαλτες, απόψ’ ούλ’τς θα θυλάξει

Λέει ζεβζελούκια την γαρήν, δελέεται η γλώσσα
Τ’ αξιναρί΄ τεμέκ το λάβ’, θα πάει ισάζ’ σην «μόρσαν»

Τοι ψευταντίων ο τρανόν, ο πρώτον σ’ αλεπέσια
Τη σκύλ’ και τη γαϊδάρ’ υιόν, θα πάει σα κοπροθέσια

Λουστρίν παπούτσ’, σάπκαν καινούρ’, λώματ’ αλατζαλία
Γαμπρός τεάμ και θα κομπών, κορ’τζόπα σεβνταλία

Η τσόπεα τ’ εν οσήμερον, ολίον χαρεμένον
Περ’μέν’ και η σκυλογουλού, τον τριτολαλεμένον

Όλοι στραβοί και οι κουτσοί , σον αε Παντελεήμων
Όθεν κορ’τζόπα έμορφα, θα κοίνταν με τ’ εκείνον

Ανάμεσα σα έμορφα, την ψη μ’ εγώ ας χάνω
Ας όλιον το καλίον εν’, σικίμ’ κι αν αποθάνω

Τεντώθεν σο εξώπορτον, θα κυριεύ’ την πόλην
Σο «Μαύρον Γάτον» έμπαισεν, τ’ ομμάτεα τ’ γορδουλώνει

Η φύση έχασεν τ’ αχούλ’ κι όλεα είν’ προικισμένα
Τσορέκια τα κατσία τουν κι ομορφολαλεμένα

Θοσκότεινον τουνέλ’ αδά, κατραμομυριγμένον
Τέλεα, μπουγάδας σην αυλήν, το χιον’ πα πετρωμένον

Άμον χαψία ντο στιβάεις, απέσ’ σα τενεκέδας
Κορ’τζόπα εικοσάχρονα, φιλίουν σα περτέδας

Ο πετεινόν κρούει ατ’ς φτερόν, ΄ξήβεν περιοδείαν
Ένα δεάρ΄ φίλεμαν θα παίρ’, ας σην χαβουσιαντείαν

Έρθεν το χτήνον ση βοσκήν, παρχάτς κρατεί η μάνα
Ακόμαν ΄κ’ εγιαρλάσεψεν, σπιγκ’ν ατον βγάλ’ το γάλαν

Χωρέτας απονήρευτος, έρθεν ση χαμαιλέτεν
Τα κραγκανάκια αλέθν’ ατον, θ’ εβγάλν’ ατον χοσέτε

Χαβασλαεύ΄ τερεί ψηλά, τη λαμπαδίων φώσε
Τη «ντουνιά» η γκιουζέλισσα, λέει ατον ας φιλώσε

Κόκκινον πορφυρόν κραγιόν, στραβό- πασαλισμέντσα
Σακουλεμένον το σπαλέρ’ και στενοβρακωμέντσα

-Τρία παιδόπα ση τσίμπλαν κι άντρα σ’ ιμ σα καράβε
Τεάμ θα κομπονίζ’ ετον, να παίρ’ κερασμογράδε

Τ’ απάν’ ατς εσκουντούλιζεν, καλόν ζωήν εζήνεν
Τα λώματα παρλάευαν, άμον την «Πέγκην Ζήνεν»

Τα χερόπα τς στούδ’ και πετσίν, γομάτον δαχτυλίδε
Τσορέκ’ κατσίν χιλέμορφον και με ΄βγαλμένα οφρύδε

Το κέρασμαν ανάσπαλον, τρανόν έχουμεν κρίσην
Σο χρέος ΄πατουρεύταμεν, ΄γάμεσ’ εμας η Δύση

Εσύ καπίτ’ς πα, ντ’ αραεύ’ς, ας είναν παντρεμένον
Κά’θκα σ’ ωβά σ’ χουλί’ατα, γεράν έχω ανοιγμένον

Ασσό κεράεις κι απυστερ’νά, αλλού πάγ’νε συρίζ’νε
Τη άγουρονος το μουράτ’, σο πίτς φυτίλ’ κρεμίζ’νε

-Ήρθες σ’ εμέ με όρεξη, κοντά μου για ν’ «αράξεις»
-Αν δε κεράσεις τίποτα, δε προχωρούμ’ στην « πράξη»

Γκέλ γκιουζελί μ’, σεακέρ’ ελμά, μαλαματοζινίσσα
Έλα σουμά μ’ κάθ’κα σο γιάν’, τέαμον νισαλίσσα

Τερεί ατεν απέσ’ ση πίστ’, τ’ όνομα σ’ θα χαρίεις με
Ό,τι κι αν παίρω κέρδος έν’, εσύ θα ιβορίεις με

Κι επίασεν το φυλαχτόν, ντ’ επέρα για τ’ ομμάτι
Ας ση «τάγκα» ν ατ’ς το τσάπουτ’, θ’ αχπάνω έναν κομμάτι

Η κάτα παρδουλιάεται, παράδες για να βγάλει
Κι ο σκύλον τα σκυλότας σ’ ατ’, καμίαν ΄κί ανασπάλλει

Ο άπορον εντάμωσεν, αλλ’ έναν πονεμέντσαν
Εβγάλ’ ας σο κομπόδεμαν και δί’ την μαυροκέτσαν

Μ’ εφτά καρδίας δίγω σεν, όλε τα περεκέτε
Την ψή μ’ γιαγλάεψον πουλί μ’, με τη σεβντάς σερπέτε

Μαλάζ’ το σπαλερόπον ατ’ς, «εκόρναρεν» την ρόγαν
Εκάεν και το Τσάμπασιν, μια «φούντωσει μια φλόγα»

Εντώκαν’ ατον άγρεα, τη έρωτα τα βέλη
Η καϊπανίτσα τ’ έκτακτον, δελτίον τη θυέλης

Χοϊλαλά και ντό καλά, το άλας ατ’ς θα παίρει
Τα νόστιμα πολλ’ αγαπά και τ’ έμορφ’ αραεύει

Λουλούδ’ ετσάντσεν μπόλικα, σα σκύλ’ χαβουσαντάδας
Πασκίμ’ ντο θα ενούνιζεν, τ’ αυριανά γεράδας

Ο κοτσαμάνον τσιτσανίζ’, σην μεϊχάν γουρζούλι
Πολλά τα γράδα τη ρακής, έπεν’ και χάν’ τ’ αχούλι

Νασάν ατόν πη κοινωνίζ’, τη ροζ την κοινωνίαν
Την άλλην μέραν κλώσκεται κ’ ελέπ’ εατ’ αλλομίαν

Τραγώδεσεν, εχόρεψεν, απόψ’ ους να μερώνει
Τη νύχτας τ’ ολοσκότεμαν, εκόφκουσουν σο χιόνι

Το «Σίβας» κορτ κορτ ΄κούρτεσεν, με Καλαμών ελίτσαν
Σα μάγλα και σα γόνατα, μελίτσαν και γαλίτσαν

Σο κιφάλι μ’ εγώ απόψ’, τρανόν πελεάν εσέγκα
Μω τη μάνας και το κακό σ’, εγώ αδά ντ’ εθέλ’να

Μη κλαις κιφάλι μ’ ντ’ έπαθες, κλάψον ντο θα παθάνεις
Θα χτουπανίεις σεν η γαρή σ,’ θα μελανών’ τ’ απάνι σ’

Γιαμ πογιατίγ’α σο κατσίν, με τη τσούνας τα χείλεα
Θ’ αφήν’μεν οξουκέσ’ αξάν’, να κλώθω χερομύλεα

Εσυνορθάεν ενανξάι, τίναξεν το ζακέτον
Ο σκύλον πασκίμ ημερεύ’, ατός πα λύκος έτον

Ας πάω χάμαι απ’ αδά, άλλο ΄κί ταγιανίζω
Έναν τσιβίν σον κώλον κιάν’, πως θα τρώγω νουνίζω

Τεάμ εδέκ’εμε ο Θεόν και εναξά αχούλι
Κι εγώ απόψ’ ευκαίρωσα, τη παράς το σακούλι

Και τράκα τρούκ αδά κι ακεί’, πάει ο χαροκαμένον
Χαλαεμένον τεντσερέν, τσιλίδεα φορτωμένον

Νε άχνα πούχνα που θα πας, η ψη σ’ εκορδιλάεν
Γιαμ κατ’ ζεμίαν θα ευτάς, το χούϊ σ’ ξάϊ κ’ ελάεν

Θεαρρείς σ’ ωμία μ’ ΄τσόκεψαν έναν καράβ’ σιδέρτα
Να λαταρίζω κ’ επορώ, ντ’ εθέλ’να «σούρτα φέρτα»

Για ουρανόν εψήλωσεν, γιαμ’ η γη χαμαιλώθεν
Η γούλα μ’ άμον αχερών’, έρθεν κι απευκαιρώθεν

Άμον το μήλον το τσουρούχ’, ση καλαθί’ τον κώλον
Ντ’ εθέλ’να ΄γω ακεί απέσ’, χάθεν κι ο βίο μ’ όλον

Έναν κουμπίν πα τεντελίζ’, πάει κ’ έρται με το ράμμαν
Ατώρ’ ατό ΄κί γιαραεύ’, σην τσόπεα μ’ έχω τράμαν

Τα χερόπα μ’ τα άκλερα, σα γόνατα μ’ κρεμάουν
Κι άμον κιουντέδας σο ταβάν’, ντο θήκ’νε να ξεράουν

Σασεύ’, τερεί ολόερα, τάγκς μάγκς παν’ τα δουλείας
Ζαντός, ζεβζέξ, λειφτός, πελτέξ, ο υπουργόν πορνείας

Άμον το άναλον χαβίτσ’, απάν’ ατ’ τατ’ ΄κ’ επέμνεν
Κι άμον Καλομηνέσ’ κόπρον, σ’ υφτιάρ’ ντο ΄κί εστέκνεν

Ο τσίρτικας ο κεβεζές, τσαγκαλοκρεμαμένος
Ακοίμηγος κι ασκέπαγος κι αψιμοφορτομένος

Που θα εβγαίνει τ’ όνομα σ’ καλλίον ΄βγαίν’ ο κώλος
Ση γειτονίαν αύριον, θα ΄ίνεται ΄ξαν’ «ντόρος»

Με τον φέγγον θα λάσκουμαι, τον ήλο μ’ θα κοιμίζω
Το ρεζιλίκ’ τ’ οσημερ’νόν και πως θα κατενίζω

Ση πόρταν λάχ’ ΄κ’ έχ’ η γαρή, αποπέσ’ τα ανοιγάρε
Μ’ αΐκα πίσκα πράματα, χαλάουν τα ζευγάρε

Άμον ντ’ ελέπω γω εμέν, πολλά έπ’α κ’ εμέτσα
Το πόστ’ιμ με χλαούν θα ψέν’, σ’ οσπίτ’ η Χαμουρέτσα

Πολλά φοράς πάει το λαγήν, σο κρενίν να γομούται
Μίαν απολαβίεται, σ’ ηήν απάν τσακούται

Λαχ’ η γαρή μ’ θα εθεαρρεί’, ατώρα εγώ εξέβα
Ολίγον συνορθεάουμεν και ΄κ’ εγροικά ντ’ εδέβα

Εγέλασεν ντο εύρεν ΄ξάν’, την μαχανάν γολάϊ
Η μέρμυκα πρωτού ψοφά, φτερά φέρ’ και πετάει

Την κάλη μ’ στυχαρεάστε ατεν, τ’ αρνόπον ατ’ς έχ’ κ’ έρται
Θα τραωδεί απ’ έξ’ σ’ οσπίτ’, λύρας, ταούλε φέρτεν

Το τσουβαλτούζ’ κι αν ρύεται, βελόν [ ξάν’ απομένει
Αχά και τ’ εμόν η πελεά και πώς να υπομένει;

Ξημέρωσεν, πίσκα νουνίζ’ και κρούει σ’ οσπίτ’ την πόρταν
Άνοιξον, γάρη, άνοιξον, και ντ’ έπαθα ερώτα

Άνοιξον ρίζα μ’, άνοιξον, μη παίεις μ’ άμον νυφίτσαν
Ωρεάσον εγνεφίζ’ και βρίζ’ η μάνα σ’ η τσουνίτσα

-Τσι είσαι, εσύ, νε σκύλ’ υίε, αμέ χαθ’ μαγαρίαν
Είμαι τη μεσονύχτ’ ο υιόν κ’ έχασα την στρατίαν

-Σ’ εφτά ραχία οπίσ’ δέ'α, και κι άλλ’ οπίσ’ μερέαν
-Δέ'α με τοι ανέντροπους κι ακεί ποίσον φωλέαν

-Λύκον εσέγκα σο μαντρίν, τα πρόατα να ωρεάζει
-Κι ατός ραγούγια τσιτσανίζ’ κ’ έρτεν όντες χαράζει

Σ’ ωτί’ μ’ κεικά μ’ υλάεις γαρή, ατό μανάχον θέλω
Εγώ με τοι πολλούς τ’ ανθρώπ’ς, ση σειράν ΄κί εμπαίνω

Επαίρ’ εμέν και στέκ’ αξάν, δάκ’μεν και τσουρμουλίζ’μεν
Ση ψη μ’ μεχτάτσ’ πως έντονε κι άγρεα πως τυραννίζ’μεν

Νε βουρεμεάνον μου, καντσίν, άνοιξον εκορώθα
Σ’ αοίκον άγρεον γαζούχ’, εγώ πως εκαρφώθα

-Θα σύρω έξ’ πολλά μακρά, το πίσκον το κρεβάτι σ’
-Δέα χάθ’ ανευλόετε κι οπίσ’ μη έν’ τ’ ομμάτι σ’

Συνεχίζεται…με λαϊκής ιατρικής δρώμενα….χαχαχα

Σπύρος Αμάραντος

ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ
ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΣΑΜΟΥΡΟΧΤΙΣΜΕΝΑ

Τα υστερ’νά τη Σαλαχανά…


Τα υστερ’νά τη Σαλαχανά…

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα



Με τον φέγγον πως λάσκουμαι, τον ήλο μ’ πα κοιμίζω
Το ρεζιλίκ’ το σημερ’νόν και πως θα κατενίζω

Πόσα φοράς ενούντσα γω και είπα ΄γώ εμέναν
Κάθ’κα σο κώλος και μη πας, σα κόρ’τζοπα τα ξένα

Άμον παγούρ’ σο γείσωμαν, ντο παρλαεύ’ και στάζει
Ερχίνεσεν κατασταλάζ’, ερχίνεσεν να « μπάζει »

Παντέρημον Ποντιοπούλ’, βρουλίετ’ η καρδία σ’
Θ’ ακούς σο σεαβαχλάεμαν, τη Κέρβερου λαλίας

Παράδας άμα ΄κ’ έεις ταή, όσταν θα πας να κείσαι
Σκυλία πα ΄κ’ υλάζ’νε σε και νε κανείς τερεί’ σεν

Άνοιξον γάρη μ’, άνοιξον, μη σκών’νω κι άλλα βάρεα
Τ’ ολόχρονα τ’ ανεμικά μ’, κούραξαν τα ποδάρεα μ’

Τσαπούγ’α άνοιξον αμάν, χαλάγ’α κ’ εμαλάγ’α
Ας τσιμπόν ιμ’ ρούζ’ νερόν, ση τσάρχας τα κουτάλεα

-Εσύ θα λάσκεσ’ οξουκέσ’ και θα ευτάς σκυλότας
-Με το σεαβάχ’ θα τρέχω εγώ, ν’ ανοίγω σεν τα πόρτας

Άνοιξον βάλω μεν απέσ’, τ’ άρματα μ’ να κρεμάνω
Κλέθρινον παραστάρι μου, τα λάφυρα μ’ μη χάνω

-Απ’ όθεν είσαι πουλόπο μ’ κι απόθεν κατεβαίνεις
-Δέα χάθ’ νε ανέντροπε, τα ρέστα πα γυρεύεις

-Μ’ αβού’ το τζουτζουρούκ’ απόψ’, θα βγάλω τα ομμάτεα σ’
-Και κόρτ’ς αν επορείς κ’ ευτάς, τα πίσκα τα γινάτεα σ’

Πουλί’ μ’ άνοιξον το πορτί’ σ’, πολλά μη τυρανίεις μεν
Χώρας παιδάς εγώ ΄κ’ είμαι, μ’ ευτάς πως ΄κ’ εγνωρίεις μεν

Με το λιζκέρ’ εχτάλευα, τη χωραφί’ τα μήλα
Εβράδυνεν ο βραδεανόν κ’ εγώ κ’ επαίρα μύραν

-Απέσ’ σ’ οσπίτ΄΄κί βάλωσεν, μεθύστακα, χαμένε
-Εκεί που έσ’νε δέα ξάν’, σκυλία περιμένε

Η χώρα σ’κώθεν σο ποδάρ’ κι ακούει πως ξευτελίεις μεν
Εμάτσα σεν να κολυμπάς, κ’ εσύ θέλ’τς να φουρκίεις μεν

-Και τσι τσαλεύ’ τον κόσμον πα, ωτίν σ’ ατόν ΄κί δίγω
-Ο κόσμον έν πολλά σ’ ηήν, η ζήση μ’ έν ολίγον

Μίαν κι άλλο να έντριζα, εσέν αξάν’ θα παίρω
Ας σο κιφάλ’ιμ κι άλλο απάν’, εσέν ρίζα μ’ πως έχω

-Απέσ’ σα πίσας οι δεαβόλ’, να ψέ’νε τα πετσίας
-Το γάλας ις εστύπωσεν, αφ’σον τα πονηρίας

Αοίκα λόϊα ση ζωή μ’, εγώ καμίαν ’κ’ έκ’σα
Μίαν αργώς έρθα σ’ οσπίτ’ κ’ εθάρρ’νες εγυναίκ’σα

Την μάνα σ’ πα επαίρα ΄γώ, δερματεανόν τσαντίτσαν
Τα σίμισκας να βάλ’ απέσ’, να τρώει ση στρατίτσαν

-Δέα κοιμού και σο μαντρίν, μαζί με τα μουσκάρεα
-Με το σαβεάχ’ θα φάεις ατέ, τριφύλλεα και χορτάρεα

-Κοπροσκυλεάς αδά κι ακεί’, ση χώρας τα οτάδας
-Κ’ έρθεν ζεπίρα σο πινέζ’ κ’ εφούρκ’σεν τα κοσσάρας

-Όλεν τη νύχταν λάσκεσαι, άμον τη βουζτιρίκαν
-Σκωμενοψώλ΄τη μαχαλάς, ντο λέγω σεν εγροίκα

Το καπαέτ’ τ’ εμόν τρανόν, συγχώρεσην γυρεύω
Ευτάγω όρκον κι όμνυσμαν, άλλο ΄κί τσουλτουρεύω

Έλα σουμά γιανάσεψον, τα πόγια σ’ να λελεύω
Τ’ εμόν είσαι το στήριγμαν, απάν’ις να τσοκεύω

Η μυρωδία της ρακής ση κάμαραν επλώθεν
Ατός απράνας δεν ΄κ’ είχεν κι ατώρα επαλαλώθεν

Πότε με τα καρύδια του, πότε με τον χαλβά του
Ήφερε την καλογριά, εις τα θελήματά του

Φέρεν το κόρφοφάνελο μ’, κι ανάλλαξόν με γάρη
Καρδίας πόνος ΄ντώκε με κ’ έξαψεν σο τσικάρι μ’

-Κοιμού’ λίον ανάσκελα, φέρω λαλάτσεα κρύα
-Θέκ’ ατα σο κοιλόπο σου κι ο πόνον φεύ’ σο μίαν

Φέρεν κι ολίον Αγιασμόν, τρία κούρτας να πίν’νω
Τ’ αχπάραγ’μαν ντο έσυρα, ολίον ν’ απαλύν’νω

-Εβλάφτες ας σην κάτειναν, σ’ ομμάτεα τη χωρί’ μουν
-Θα σύρω απάν’ σα κέρατα σ’, τα χάντρας τη χτηνί’ μουν

-Τεάμ ευτάς πως ψόφεσες και αχ, ωχ, ωχ, βαρκίζεις
-Αγρετερίδ’ κι αγράσκεμε, εμέν ντο δουρβανίζεις;

Άμον ζουμάρ’ σο ζούμωτρον, εφούσκωσεν κι απλώθεν
Τα χείλεα τ’ όπως ροχαλίζ’ , τα χερομύλεα κλώθ’νε

Έναν κούρταν νερόν έπεν, γύρας φέρ’ σο κρεβάτ’ν ατ’
Γιάμ’ ομματεάεν άχαρον, πονεί και το κιφάλ’ν ατ’

Σύρον απάν’ιμ’ το γεργάν’, ν’ απλώνω το ποδάρι μ’
Σ' έναν ποδάρ’ εχόρευα, πέντε χορόντας γάρη

Τ’ οφίδ’ ρουφίζ’ τη θάλασσαν κι θάλασσα στερεύει
Τη νύχτας ο γοργόποδον, ατώρα χοτλαεύει

Άμον σπαγμένον πρόατον ντο ρούζ’ κι αμάν «σφαδάζει»
Βογκά και ΄υροκλώσκεται κι κάμαρη τραντάζει

Νέβ’σον τσιλίδεα σο νερόν κ’ έναν κούρταν ας πίνω
Τη καρβουνί’ τ’ όνεμαν π’ έχ’, αμάν πατεύ’ εκείνο

Ξάψον γυνίν τη αλετρί’, κ’χύσον απάν’ το γάλαν
Να παίρω μύραν σο ρωθών’, να χάται αβούτεα η ζάλα

Πολλά τσιμπλούν’ τ’ ομμάτοπα μ’, το φως φοούμ’ θα χάνω
Κι απέσ’ σο τσιμιδόπο μου, δεαβόλ’ εφτά’νε γάμον

Τα δόντεα μ’ κρού’νε κάλη μου, θ’ αποθάνω φοούμαι
Ξάψον γυνίν τη αλετρί΄ φέρεν ν’ αποκαπνούμαι

-Άμον ντο τσάκλιζ’ το άλας ντο συρ’ν’ απέσ’ σο τζάχ’-ι
-Άρ’ αέτσ’ να τσακλίζ’ και σπάν’ το κακόν ατ’ τ’ ομμάτι

Έπαρ’ ας σο εικονοστάσ’, τη Παναΐας δάκρεα
Έναν κλαδόπον κάψον’ α, να αποκαπνίεις τ’ ομμάτεα μ’

Βράσον βοτάνεα σο χαλκόν, δόσ’μεν πολλά κινίνας
Φέρον βεντούζας ας σ’ οσπίτ’, τη γραίας Καφαλίνας

-Τ’ υπόθετον τη διατρού καμίαν ατό παίρ’τσα;
Σα δόντεα μ’ εκολίουτουν και το χουτίν ετσέρ’τσα

Θεαρρείς γομών’ ο μήνας ιμ’, άμον τη βαρεασμέντσας
Ασκέμυνεν και το κατσί’ μ’ κι άμον μολύβ’ τα κέτσας

Έπαρ’ ας σο αλατοκούτ’, αλλ’ έναν βούραν άλας
-Επέρ’α πόλικον οψέ, παστώνουμ’ και τα σάλας

-Ατό πη τρώει α, μπεσ-πελίμ, αμάν τρέχ’ σο πεγάδι
-Τα χτήνεα πα θα δίγ’ατα, να έρταν’ σο μπουγάν-ι

Πολλά αγαπώ και την ρακήν, ατέ έν’ ευλογία
Γιοκ’, ρίζα μ’, ουκ ΄κι γίνεται, να κόφτ’ ατο σο μίαν

Κανείς ΄κ’ επορεί την σεβντάν, να τσουπών’ σο πουκάλι
Η μύρεα τς σκουντουλίζ’ παντού, σ’ εμόν πα το κιφάλι

Έναν βαρέλ’ ποισέστ’ εμεν, κασσέλαν σο ταφόπο μ’
Κι αμπέλ’ σο γιάν’ πα φύτεψον, εις μνήμην για το ψόπο μ’

Θεέ μ’ δώσ’μεν υπομονήν, καίγουμαι και βρουλίζω
Απόψ’ αν κείμαι σο κρεβάτ’ ΄κ’ εξέρω αν θα γνεφίζω

Την καμέλαν ερώτεσαν, η γούλας ζαρωτόν έν’
Μέρ’ κάν’ναν ίσιον έχω ΄γώ, η ράχια μ’ πα λιφτόν έν’

Ανάθεμα και τη σοφράν, γομώθανε τα μύιας
Κάθουν’ απάν’ και σο χαρπούζ’ κ’ ευτάνε λουτρουγίας

Κόψον φελία καρτοβί’, σάρεψον σο κιφάλι μ’
Κατ’ έπαθα, κάτ’ έπαθα, άσκεμον έν’ το χάλι μ’

-Θα κ’χύνω απάν’ισ’ το νερόν, κρύον, πούζ’ παγωμένον
-Για ν’ αχπαράεσεν και φεύ’ το τεάρτ’ τ’ αφωρισμένον

Το μασωτέρ’ ιμ’ πόνεσεν, ράμμαν δέσον και σύρων
Με δοντολάβ’, με κελπετήν, έπαρ’ χάσον κ’ εκείνο

Να λούσκουμαι και σπόγγ’σο με και τσίλεακ’σον μ’ ας κείμαι
Τα πλάκας πα τη ποδαρί’ μ’, τρύψον να χαλαρύν’μεν

Κλάψο με, μάνα, κλάψο με, βοούν’ε τα ωτία μ’
Ντ’ εθέλ’να κ’ εταράουμ’νε, τη νύχταν ση σκοτίαν

Τσι σ’κούται βυζαλίζ’ μουσκάρ’, τσι θ’ αλοτίζ’ τ’ αρνία
Τσι κόπρεα εκ'ς θα σκών’ και σύρ’, τσι θα σπογγίζ’ μαντρία

Σ’κώνω και σύρω κι ας σο νού μ’, όλεα τα ασκεμίας
Και τον Θεόν παρακαλώ, να χαρίζ’μεν υίας

Σπύρος Αμάραντος ..Συνεχίζεται…


ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ
ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΣΑΜΟΥΡΟΧΤΙΣΜΕΝΑ

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Τα χαρτχιά κι να δγιου άμα ήπχις...



Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο


Όταν γιαλλ πάηναν ζ Γιρμανία, ου Πασκάλς πήει σν Αγγλία. Είχι του μπατζιανάκ τ ικεί, τουν βόλιπσι στ ανθρακουρυχεία. Του καλουκαίρρ του ικσίνταέκσσ, ήρθαν μι του γυιο τ απ σπούδαζι ικεί, μι τ αμάκσσ να παντρέπσσ τ θυγατέρα τ στου χουργιό. Κατέφκαν κι οι τρεις στην Κουμουτίνια να πσουνίσναν...Γυιος τ ουδηγούσι. Πήαν να παρκάρναν κουντά στου Πάρκου...τς σταματάει Πουλιτσμάνους...Κατιβάζζ του παραθύρρ Πασκάλς...
- Καλημέρα σας...Τα χαρτχιά κι να δγιου άμα ήπχις....σα μιτζμένους σι τράου...
- Ακσι να σ που Κύριη Πουλιτσμάνν, κόμα κι να ήπχια, δε σ πεφτ λόους...τ αμάκσσ είνι ινγκλέζκου, πάνι απ τν άλλ τ μιργιά, στουν Ουδηγό...μ φένιτι...συ είσι μιτζμένους....!

"Μη γανιαειζ παιδάκι μ'θα βρεις αλλ' καλυτερ'!!!!



Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο




"Μη γανιαειζ παιδάκι μ'θα βρεις αλλ' καλυτερ'!!!! Σένα συ πρεπ' μια νοικοκυρά να χουσμετεβ!!!! Σώθηκες που κείνο του λυκου!!!!! Αχ πιδακι μ.... ΜΗ ΓΑΝΙΑΕΙΖΖΖΖΖ!!!

Μη γανιαζτι ντιπ άμα δίν τρών τα γκζανια. Άμα πνασουν θα φαν

Αι φταν'! Σασιρτζατι με τ' γανιαδα! Μας γανιαστε αλου! Καντι κι κανα μπαφλικ μαα. Ωωωω!!!

Τσίρκσι τσίρκσι αμα ...τσίρκσι!!! Δε μπλογούμαι ντιπ! Δε α μι γανίαις το γκουντουρντισμένο . Α παένουμε στ θιατ για τζαρτζαλούδιςκι α πουμ κι ενα τραγούδ !!!

Τι χουιάειζ ααα...κφος είμι....? Εχς όρικσσ για σαματά...? Χουράτιπσι σιγά....ετς όπους χουρατέβς κι στην πιθιρά σ....α μας τσακίης τα τούμπανα...Τεβεκέλλ...!

Πουλύ γανιάδα έπισι φαρμακώθκαμι ντίπ Χρυσώ φέρει λιό δγιό πάστης κι μνιά τουλούμπα








Νταντάντσι κι νη κσιγύμνουσι.....



Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
- Καλημέρα γείτουνα....τι φκειανς ουλλ τ μέρα στου μπαχτσιέ....
- Ορικσσ να εχς να δλέπσεις......!
- Εχς κι καλά μήλα γλέπου.....ρουδουκόκινα κι μπαμπάτσκα.....
- Κι πουλί καμπάτκα...λιώναν στου στόμα σ....
- Δώσι μ κάνα δγυιο να πάου στα πιδούδια μ....
- Να γιέλα κόπσι μουναχός.....
Πάει Μήτσιους , έκουπσι τέσσιρα - πέντι....
- Νάσσι καλά , Απουστόλλ....
- Αμα μπιτίσναν , γιέλα α σ δώκου κι άλλα....
Τν άλλ τν ιβδουμάδα , Απουστόλς μη τ γναίκα τ πήαν στην πιθιράτ , α πάντριβι κι τν αλλ τ;ην κόρρ τς....Εκατσαν ικεί τέσσιρις μέρις.....
Φαντά γύρσαν , κειν μηλιά καημένν....ουρφάνιπσι...! Ούλα τα ντάλια άδγεια.....!
Τουν γλεππ γείτουνας τ......
- Γω κσιέρου , πχιος νη τρίηση......ου Μήτσιους....!
- Μπρε τουν αχαήριφτου , μπρε του γύφτου...
Τόδουκα πέντ - εκσσ κουμάτχια , νταντάντσι κι νη κσιγύμνουσι.....χιουτς ντρουπή μπρεεεε....!




Α ρε... έβγαλα μια φουλτάκα



Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο



Μπρεεεεε.....έκα ααα , γκουρ - γκουρ...άσι κι κάναν άλλουν να χουρατέπσσ , λάπατα έφαης....
μας φουλτάκιασις τα τζιγιέρια μας.....
Τούτου δε νι στόμα ααα......κλαδαργιά είνι μπρεεε....ούτι γναίκα να ήσαν ααα...!

Τσάκαρ τσούκαρ ένα ταψί σπόρια εφάγαμαν φουλτάκιασαν τα τζαμπραχείλια μας

Α ρε... έβγαλα μια φουλτάκα στου πουδάριμ κι δεν μπουρώ να κάμου βημα

Έβγαλα πουτου φούρνο μια κοτοπουλίγκα και ακούμπσα μη τη μπαλάμημ το ταψί.
Φούσκωσε σε 3 δευτερόλεπτα και την ώρα που καντήλιαζα με ρωτάει γναίκαμ: τι φωνάειζ ετς!

Για να το δω! Φουλτάκιασε τόσο γρήγορα;

Φουλτακιάζν τα πουδάρια κι απτν τσουκνίδα κι θέλει μουλόχα να ξεφουλτακιάσι



Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Πρασκαλίζω



Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο


Ασι μ να χουρατέπσου κι γωωω ααα.....! Λιες , λιες , μι πρασκάνσις, μι γιόμσις τα μούτρα μ μι σάλια ααα...! Μπρεεεε...!