Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Το κοτζ: Ένα παιδικό ποντιακό παιχνίδι

Το κοτζ: Ένα παιδικό ποντιακό παιχνίδι

paidia_481548402.jpg
Το κοτζ ήταν ένα ξύλο σαν μικρή σφήνα. Τα παιδιά άνοιγαν ένα μικρό λάκκο στο χώμα και το έβαζαν μέσα.
Όλα τους έβρισκαν και κρατούσαν από ένα ραβδί στο χέρι. Στο λάκκο με το κοτζ πήγαινε και καθόταν η μάνα του παιχνιδιού με ραβδί στο χέρι επίσης.
Στόχος της να εμποδίσει τα υπόλοιπα παιδιά να βγάλουν το κοτζ από τη θέση του.

Τα παιδιά είχαν τον αντίθετο στόχο να καταφέρουν μόνο με το ραβδί τους και χωρίς να αγγίξουν το κοτζ να το πάρουν από την τρύπα του και να το πάνε μακρύτερα, χωρίς όμως η μάνα να τους αγγίξει με το ραβδί της ή να καταφέρει να το ξαναβάλει μέσα στο μικρό λάκκο.

Όποιον κλέφτη του κοτζ η μάνα κατάφερνε να αγγίξει με το ραβδί της γινόταν μάνα στη θέση της και το παιχνίδι ξεκινούσε από την αρχή.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ


Η ποντιακή κουζίνα.
Γράφει η Αρχοντούλα Κωνσταντινίδου*



Η ποντιακή κουζίνα
Γράφει η Αρχοντούλα Κωνσταντινίδου*


Η ποντιακή παραδοσιακή κουζίνα είναι ιδιαίτερα υγιεινή και αποτελείται, κυρίως, από προϊόντα της αγροτικής και της κτηνοτροφικής παραγωγής. Σε καθημερινή βάση καταναλώνονται ψωμί, δημητριακά και γαλακτοκομικά προϊόντα, ενώ το κρέας καταναλώνεται σπανιότερα, τόσο το λευκό όσο και το κόκκινο.
Στις παράλιες περιοχές του Πόντου συνηθίζονταν και τα ψάρια, όπως τα χαψία, το καλκάνι και οι σαρδέλες. Ιδιαίτερα αγαπητά είναι τα προϊόντα ζύμης, όπως τα κατμέρια, τα πισία, τα γιοχάδας (ψημένα φύλλα ζύμης), οι πίτες, αλμυρές και γλυκές.

Τα πιο συχνά κύρια πιάτα της ποντιακής κουζίνας είναι τα εξής: Το ταναμένον ή τανωμένον η σουρβά ή σουβρά (σούπα με κόκκους από αλεσμένο σιτάρι), το κρέας γιαχνί με πατάτες και κρεμμύδια, η μακαρίνα (σπιτικά μακαρόνια) περιχυμένα με μια γενναία δόση βουτύρου, το ιμάμ μπαϊλντί και οι παραγεμιστές μελιτζάνες με κιμά και ρύζι (το ρύζι λεγόταν και πριντς), οι γεμιστές πιπεριές με ρύζι ή πληγούρι, τα κιντέας ή κιντέατα (οι τσουκνίδες), τα φασόλια με τα γουλία (μαύρα λάχανα), η πορανή (φύλλα ζύμης με γιαούρτι και σκόρδο), τα κοχλίδεα (σαλιγκάρια), τα φάβατα (κουκιά με λάδι, κρεμμύδι και άνηθο), το χαβίτσ’ ή αλλιώς μαλέζ’ (αλεύρι ανακατεμένο με χτυπημένα αβγά και ψημένο σε τηγάνι. Λεγόταν χαβίτσ’, εφόσον παρασκευαζόταν από φούρνικο καλαμποκίσιο αλεύρι, και μαλέζ’, εφόσον παρασκευαζόταν από φούρνικο σιταρίσιο αλεύρι) και τα βραστάρια (είδος σούπας με βραστό κρέας).
Τα γλυκά δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα. Τα πιο γνωστά είναι τα τσιριχτά (λουκουμάδες που τους πασπαλίζουν με ζάχαρη ή τους περιχύνουν με μέλι), ο παζλαμάς (φύλλο ζύμης φτιαγμένο από καλαμποκίσιο αλεύρι μέσα στο τηγάνι ή πάνω σε πυροστιά, περιχυμένο συνήθως με μέλι), ο πουρμάς (πίτα με γλυκιά γέμιση από σταφίδες και ξηρούς καρπούς, την οποία σιρόπιαζαν), τα ωτία (αρτοποιήματα με γλυκιά γεύση σε σχήμα αυτιού) και το νισαστόν (κρέμα από αλεύρι, αβγά, γάλα και βούτυρο).
Οι Πόντιοι τηρούσαν ευλαβικά όλες τις νηστείες. Το «μαντζίρισμαν», η κατάλυση, δηλαδή, της νηστείας (από το μαντζίρα=γιαούρτι) δήλωνε αδύναμη χριστιανική συνείδηση και το κατέκριναν όλοι, γι’ αυτό και λέγονταν οι σχετικές φράσεις: «Άμον Τούρκος και προτεστάνος ‘κ’ εκρατέθεν κι εμαντζίρτσεν». Φράσεις και παροιμίες με φαγητά υπάρχουν πολλές στην ποντιακή διάλεκτο. Για να εκφραστεί το μεγαλείο της μητρικής αγάπης έλεγαν: «Η τσούνα ασσό εκουταβίασε, μαλέζ’ ‘κ’ εχόρτασεν» (=Από τότε που απέκτησε κουταβάκια η σκύλα, δεν χόρτασε το μαλέζ’) ή για να πουν πως κάποιος ήταν νωθρός έλεγαν: «Άμον άναλον χαβίτσ’, τάτ’ ‘κι έεις». (=Σαν ανάλατο χαβίτσ’, ουσία δεν έχεις). Θεωρούταν ντροπή να έρθει κάποιος στο σπίτι και να μην τον φιλέψουν ή να μην τον περιποιηθούν. Η φιλοξενία ήταν αυθόρμητη και δεδομένη. Ακόμη και αν κάποιος περνούσε απ’ έξω την ώρα που γευμάτιζαν, του φώναζαν «έλα φα» ή «ελάτε τρώγομε», αν ήταν πολλοί.
Πολλοί ηλικιωμένοι, πλέον, θυμούνται πως σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν δεν υπήρχε τακτική συγκοινωνία από τα χωριά τους προς το Κιλκίς και πολλές φορές αναγκάζονταν να πηγαινοέρχονται ακόμη και πεζοί, οι οικοδέσποινες που τους έβλεπαν, τους πρόσφεραν αυθόρμητα φαγητό ή τους φώναζαν για να τους φιλέψουν: «Ε, καλόν παιδίν! Έλα φα!» Το φαγητό τις περισσότερες φορές ήταν φτωχικό, η προθυμία, όμως, και η γενναιοδωρία του απλού κόσμου περίσσευε.
Οι καλοί τρόποι και το ποντιακό πρωτόκολλο επέβαλαν να επιμένουν στον καλεσμένο ή σε όποιον ερχόταν την ώρα που γευμάτιζαν να φάει μαζί τους, έστω και με το ζόρι, γι’ αυτό έλεγαν και τη σχετική φράση: «Ο χορτασμένον σεράντα βούκας τρώει». Ήθελαν έτσι να τον κάνουν να νιώσει ευπρόσδεκτος και να αποβάλει τον ενδεχόμενο δισταγμό ή τη συστολή, που πιθανόν είχε. Αν ο φιλοξενούμενος επρόκειτο να διανύσει δρόμο ή να συνεχίσει το ταξίδι του, τον κατευόδωναν δίνοντάς του τα απαραίτητα εφόδια για τον δρόμο, που ονομάζονταν «αζούχ’».

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η γυναίκα και το θερίον. Ένα υπέροχο Ποντιακό παραμύθι!

\pigadi_160826925.jpg



1


Η γυναίκα και το θερίον.

Ένα υπέροχο Ποντιακό παραμύθι!


Είνας Ματσουκάτες πολλά εσύρνεν με την γυναίκαν άτ’. Κακέσα και τζετρεφίλτσα γαρή έτον. Με την ταβήν εσκούσαν και με την ταβήν εκεϊσαν.


Έπουγαλέφτεν ερίφ’ς και επαίρνεν την απόφασιν να γλυτών’ άσ’ ατό το βάσανον. Έναν ημέραν άμον πάντα επαίρεν την κρεπήν και επήγεν ‘ς σ’ όρμάν σα ξύλα. Επεμάκρυνεν πολλά α σο χωρίον. Σ’ ναν τρανόν πελίτ κεκά ειδεν έναν βαθύν κουΐν πολλά βαθύν.


— Αγούτο, ενούντσεν, θα εν’ η σωτηρία μ’...


Έκοψεν κάμποσα τρανά κλαδία και εσκέπασεν το στόμαν τη κουί. Έσυρεν απάν κι άλλα μικρά φυλλωμένα κλαδόπα και τζίκουτα κι’ αέτς πα τηδέν κ εφαίνουτον. Άσ’ ατό κ’ υστερνά ετοίμασεν δύο σαλακά ξύλα. Τα έναν εθέκεν ‘ς ση κουΐ το γιάν και τ’ άλλο πλάν κεκά κ’ εκλώστεν κ’ έπήγεν ‘ς σο σπίτ ’ν άτ’.


Τ’ άλλο την ημέραν επαίρεν την γυναίκαν άτ’ να πάγνε ‘ς ορμάν να κατηβάζ’νε εντάμαν τα ξύλα ντο ετοίμασεν.


Άμον ντ’ εσούμωσαν ‘ς εκείνο το μέρος, ατός αμάν εφορτώθεν τ’ έναν το σαλάκ και είπεν την γαρήν άτ’ να φορτούται τ’ άλλο. Ατό έτον! Αμόν ντ’ έσούμωσεν η καρή ‘ς σο φόρτωμαν επάτεσεν απάν’ ‘ς σα κλαδία και ερούξεν ‘ς σο κουίν κι’ άπό πάν’ άτς το σαλάκ τά ξύλα.


Ο Ματσουκάτες ήσυχα ήσυχα εκλώστεν κ’ έπήγεν ‘ς σο σπίτ’ν άτ.

Όλεν την νύχταν «ομμάτ’ ‘κ επόρεσεν να φέρ’ απάν». Ενούντσεν, επενούντσεν, εγροίξεν ντο εποίκεν τρανόν αμαρτίαν έτον. Σα ξημερώματα εσκώθεν κ’ επήγεν ‘ς σ’ ορμάν. Έφτασεν ‘ς σο κουίν κεκά. Έλυσεν το σκοινίν’ άτ’ και εκρέμασεν ατό απέσ’ ‘ς σο κουΐν και εκούιξεν:

— Σουμέλα, πιάσον την άκραν τη σκοινί, δέσον ατό ‘ς σα μέσα σ’... Εγώ θα σύρω και θα εβγάλωσεν απάν... χωρίς εσέναν ‘κ επορώ να ζώ!… έλεγεν και ελάιζεν το σκοινίν. Όνταν εγροίξεν ντο από φκά επιάστεν το σκοινίν ερχίνεσεν να σύρ’. Έσυρεν, έσυρεν και αναχά παρά τερεί να εβγαίν’ ασό κουΐν με το σκοινίν έναν θερίον!….

Έπήγεν ν’ φίν’ το σκοινίν’ το θερίον εκούϊξεν:

— Μη αφήν’τς με… κι θα τρώγω σε και δούλος εις σα γίνουμαι.

Αμόν ντ’ ελευθερώθεν το θερίον είπεν ατόν:

— Ευχαριστώ σε άνθρωπε!.. Εγλύτωσες με άσ’ έναν τζαναβάρ. Είνας γυναίκα άσ’ οψέ κιάν έβγαλεν την ψυ’ μ’ και να εγουρταρεύκουμ’
ασά χέρια τς ‘κ επόρνα. Ατώρα ίνταν θελ’τς εσύ θ’εφτάγω.

—Ντό Θέλω έν’ να μη πειράεις κανίναν ‘ς σον τόπο μ’. Νε ζα και νε ανθρώπ’ς.

Αέτς πα το θερίον εξέβεν ‘ς σην ανεφορίαν. Και ερχίνεσεν να καταρημάζ’ τον τόπον.Έμαθαν οι ανηφορέτ’ πως ατό το θερίον μόνον τον Ματσουκάτεν ακούει. Επήγαν επαρεκάλεσαν ατόν να έρται δέχ’ ατό.

Εσκώθεν κι’ ο Ματσουκάτες εξέβεν ‘ς αράεμαν τη θερί. Το θερίον άμον ντο είδεν ατόν από μακρά εγρίεψεν και σίτα έρται καρσί άτ’ κουίζ:

— Φύγον, γιόκσαμ θα τρώγω σε... μόνον ‘ς σον τόπο σ’ ‘κι πειράζω σε.

— Ακ’ σον, λέει κι’ ο Ματσουκάτες. Εγώ για το καλό σ’ έρθα! Εκείνε η καρή εξέβεν ασό κούιν και αραεύ’ σε! Έρθα νά λέγω σ’ άτο νά φυλάγεσαι.

— Όϊ ν’ αοϊλοί εμέν, εκούϊξεν το θερίον και αρχίνεσεν νά τρέχ’ ‘ς σο ραχίν κιάν’… ‘Α σόν φόβον άθε, π’ επάτνεν ‘κ έλεπεν... ‘ς έναν κρεμόν κεκά, ευρέθεν εύκαιρα, ερούξεν κ’ έσκοτώθεν.


Απόδοση στην Νεοελληνική:


Ένας Ματσουκάτες, πολύ βασανιζόταν από τη γυναίκα του. Ηταν κακή και πολυλογού γυναίκα. Με το μάλωμα σηκώνονταν, με το μάλωμα κοιμόντουσαν. Έφτασε στο αμήν ο άνθρωπος και πήρε την απόφαση να γλυτώσει από αυτό το βάσανο. Μια ημέρα πήγε να κόψει ξύλα και ξεμάκρυνε πολύ από το χωριό και ανακάλυψε ένα βαθύ , βαθύ πηγάδι.

-Αυτό το πηγάδι θα είναι η σωτηρία μου σκέφτηκε. Έκοψε κάμποσα μεγάλα κλαδιά και σκέπασε το στόμιο του πηγαδιού. Έβαλε και από πανω μικρά κλαδιά και έτσι τίποτε δεν φαινόταν. Μετά έφτιαξε και δυο δεμάτια που το ενα το απίθωσε πλάι στο πηγάδι, το άλλο πάνω και γύρισε και πήγε στο σπίτι του. Την άλλην την ημέρα πήρε τη γυναίκα του και πήγαν να κατεβάσουν στο σπίτι τα ξύλα που είχε απο την προηγούμενη μαζέψει. Όταν πλησίασαν σε εκείνο το μέρος αυτός φορτώθηκε το ένα δεμάτι με τα ξύλα και είπε στη γυναικα του να φορτωθεί το άλλο. Αυτό ήταν! όταν η γυναίκα του πλησίασε στο δεμάτι, πάτησε στα ξερά κλαδιά και έπεσε στο πηγάδι και από πάνω της προσγειώθηκε και η στοίβα με τα ξύλα!

Ο Ματσουκάτες ήσυχα, ήσυχα γύρισε και πήγε στο σπίτι του. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Σκέφτηκε κα ξανασκέφτηκε και κατάλαβε οτι αυτό που έκανε μεγάλη αμαρτία ήταν. Σαν ξημέρωσε πήγε στο πηγάδι, έλυσε το σκοινί και το έριξε μέσα και φώναξε:

_Σουμέλα, πιάσε την άκρη από το σχοινί, δέσε το στη μέση σου. Εγώ θα τραβήξω και θα σε βγάλω επάνω....

Χωρίς εσένα δεν μπορώ να ζω! έλεγε και κουνούσε το σχοινί.
Όταν κατάλαβε ότι από κάτω πιάστηκε το σχοινί άρχισε να τραβάει. Τραβούσε και τραβούσε και ξαφνικά βλέπει να βγαίνει απο το πηγάδι ένα θεριό! Πάει να αφήσει το σχοινί και το θεριό φωνάζει:
-Μη με αφήνεις..δεν θα σε φάω και δούλος σου θα γίνω. Όταν ελευθερώθηκε το θεριό του είπε:

- Άνθρωπε σε ευχαριστώ. Με γλύτωσες! από χθές μια γυναίκα μου έβγαλε την ψυχή και να γλυτώσω απο τα χέρια της δεν μπορούσα! Τώρα ότι ζητήσεις θα το κάνω.

Έτσι το θερίο έφυγε προς τα επάνω και άρχισε να καταρημάζει τον κόσμο που ζούσε πάνω από τον τόπο του Ματσουκάτη. Έμαθαν οι άνθρωποι εκείνου του τόπου πως το θεριό μονάχα αυτόν υπολόγιζε και πήγαν κα τον παρακάλεσαν να τους γλυτώσει από το κακό.

Σηκώθηκε και ο Ματσουκάτης και βγήκε να αναζητήσει το θεριό. Το θηρίο όταν τον είδε από μακρυά αγρίεψε και του φώναξε:

Φύγε αλλιώς θα σε φάω...μόνο στον τόπο σου δε σε πειράζω.

-Άκουσε λέει ο Ματσουκάτης, εγώ για το καλό σου ήρθα. Εκείνη η γυναίκα βγήκε από το πηγάδι και σε ψάχνει. Ήρθα να στο πω να φυλάγεσαι....
- Ωχ τι 'επαθα! Συμφορά μου! φώναξε το θηρίο κα άρχισε να τρέχει προς την πλαγιά..
Από τον φόβο του δεν έβλεπε που πήγαινε και κοντά στον γκρεμό παράπατησε, έπεσε και σκοτώθηκε.


Το διαβάσαμε στον Πολιτιστικό σύλλογος Νίψας-Έβρου


Τμήμα σύνταξης


Pontos-News.Gr


2





Άρκον, Ο Λύκον Κι’ Αλέπον..
Έναν ημέραν άρκον, ο λύκον κι’ άλεπόν εποίκαν συμφωνίαν, να πάνε εντάμαν σ’ αβ και ήνταν ευρίκ’νε εντάμαν να τρώγν’ άτο άμον καλά αδέλφα.
Αρ’ εξέβαν σο ραχίν, έτρεξαν αδά, έτρεξαν εκεί, ενεγκάσταν και σην βραδήν απάν’ επίασαν έναν ελαφόπον.
Άρκον ετέρεσεν, αν μοιράζ’ άτο, ατός πεινασμένος θ’ απομέν’. Ενούντσεν, επενούντσεν κι’ επεκεί εποίκεν την διαβολοσύναν άτ’.
— Εξέρετε, παιδία, ντό εν’; είπεν τ’ άλλτς τοι συντρόφ’ς άτ” Εγώ λέω τ’ ελαφόπον είνας μοναχόν άσ’ σοι τρείς έμουν να τρώει άτο, ποίος εν’ μειζέτερος. Εσείς πα ντό λέτε;
Αλεπόν πα κι ο λύκον ντο να εφτάνε! Εποίκαν ατό καπούλ.
— Αιτέ όγλουμ λύκον, πε μίαν εσύ πόσων χρονών είσαι, είπεν
άρκον.

Ο λύκον πα εσέγκεν το κηφάλ’ν ατ’ ανάμεσα σ’ έμπρ τα ποδάρια τ’, ενούντσεν ολίγον κι επεκεί είπεν:
— Εγώ ση Προφήτα τή Δαβίδ τον καιρόν ακόμαν εβύζανα, έλεε με η σχωρεμέντσα η μάνα μ’. Αρ’ ποίστε εσείς την λογαρίαν κ’ ευράτ’ ατά.
— Ατώρα πε κι’ εσύ δαβολίτσον, αλεπέ τ’ έσά τα χρόνια, άμαν τέρεν, ψέμματα ‘κι θα λές, είπεν τον αλεπόν όρκον.
Άλεπόν πα ατότε εσκώθεν είπεν άτς:
-Να έχω ούλά τα κρίματα ντ’ εποίκετε και τα χαταλόπα μ’ πα να μη χαίρουμαι, αν λέω ψέμματα. Εγώ, ο κύρη μ’ ο σχωρεμένον έλεε με:

—μάναν ‘κ έγνώρτσα ο χιλάκλερον— ση κατακλυσμού τον καιρόν, όντας εσέβαμε σην Κιβωτόν τη Νώε, έμνε δίχρονος. Εγώ εγλύτωσα, άμαν η μακαρίτσα η μάνα μ’ ‘κ επόρεσεν. Σην βραδήν απάν έτον. Κάπ’ επήεν σην γειτονίαν ‘ς σο δάνος και επιάστεν σην καλατζήν και ους να κλώσκεται οπίσ’ η Κιβωτός εκλειδώθεν, κι’ έκείνε η άχαρος επέμνεν εξ’ και εφουρκίεν. Όπως και να εν’, μίαν άσ’ σον λύκον τρανός είμαι χωρίς άλλο. Άρκον ατότε ετέρεσεν, η δουλεία αν κλώσκεται σα διαβολοσύνας ατος πεινασμένος θ’ απομέν’. Εϊνας ο δάβολον ους τον Προφήτην Δαβίδ ‘κ εστάθεν. Κι’ άλλος πα το σολούχ’ν ατ’ τάαχ σον κατακλυσμόν επήρεν.

— Ε, είπεν άτς, εγώ πα ατώρα σον Τρυγομηνάν απές θα γομώνω τα τρία. Άμαν σα τέσσερα να μη προφτάνω, αν αγούτο τ’ ελαφόπον ούλεν άμον το στέκ κι τρώγ’ άτο εγώ μοναχόν!.. Και χαμάν έσκωσεν τα τατά τ’ έναν τον είνας εδέκεν κι’ έναν τον άλλον και άπλωσεν άτς ‘ς σην γήν. Κι’ εκάτσεν κα μαναχός και εγουρζούλαεν τ’ έλαφόπον.


Μετάφραση

Μια μέρα η αρκούδα, ο λύκος και η αλεπού έκαναν συμφωνία να πάνε μαζί να βρούνε φαγητό και ότι βρουν να το μοιραστούν σαν καλά αδέλφια.
Βγήκαν στο βουνό, έτρεξαν από εδώ, έτρεξαν από εκεί, κουράστηκαν και κοντά στο βραδάκι πιάσαν ένα ελαφάκι
Η αρκούδα σκέφτηκε πως αν το μοιραζόταν τελικά αυτή θα έμενε πεινασμένη. Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε και έκανε την πονηριά της.
-Ξέρετε κάτι παιδιά; λέει στους συντρόφους του, «εγώ λέω το ελαφάκι ένας από εμάς να το φάει. Και προτείνω να το φάει ο μεγαλύτερος. Εσείς τι λέτε;
Τι να κάνει η αλεπού κα ο λύκος, αναγκαστικά συμφώνησαν.
- Άιντε Λύκο για πες εσύ πόσο χρονών είσαι, είπε η αρκούδα.
Ο λύκος έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια, σκέφτηκε λιγάκι και έπειτα είπε:
-Εγώ στον καιρό του Προφήτη Δαβίδ ακόμη βύζαινα, έλεγε η συγχωρεμένη η μάνα μου. Κάντε λοιπόν εσείς το λογαριασμό.
-Τώρα πες κι εσύ διαβολάκι, αλεπού, τα δικά σου τα χρόνια, αλλά κοίτα, ψέματα δεν θα πεις. Ορκίστηκε η αλεπού και σηκώθηκε και είπε αυτά:
-Να έχω όλα τα αμαρτήματα που κάνατε και τα παιδάκια μου να μην χαρώ αν πω ψέματα. Εγώ, ο πατέρας μου ο συγχωρεμένος μου έλεγε μάνα δεν γνώρισα ο καημένος -στον καιρό του κατακλυσμού, όταν ανεβήκαμε στην κιβωτό του Νώε, ήμουν δίχρονος. Εγώ γλύτωσα αλλά η μάνα μου δεν μπόρεσε. Στο βράδυ πάνω ήταν... Κάπου πήγε στη γειτονιά και έπιασε την κουβέντα και μέχρι να γυρίσει πίσω η κιβωτός είχε κλειδωθεί κα εκείνη έμεινε απ έξω και πνίγηκε. «όπως και να έχει το πράγμα, από το λύκο πιο μεγάλη είμαι, δίχως άλλο.
Η αρκούδα τότε κατάλαβε ότι η δουλειά γυρνάει στην πονηριά και σίγουρα πεινασμένη θα έμενε, Ο ένας ο πονηρός μέχρι τον προφήτη Δαβίδ έφτασε και η άλλη μέχρι τον κατακλυσμό.
-Εγώ, τώρα μέσα στον Οκτώβρη ,τους λέει, θα κλείσω τα τρία. Αλλά στα τέσσερα να μην προφτάσω να πάω αν αυτό το ελαφάκι δεν το φάω ολομόναχος! Σηκώνεται και δίνει μια τον έναν και μια τον άλλον και τους ξαπλώνει χάμω. Και κάθησε καλός και διαλεγμένος και έφαγε το ελαφάκι.

ΠΗΓΗ : thalassa-karadeniz.mylivepage.com
http://www.pontos-news.gr/


3

Ο ΓΕΡΟΝ, Η ΓΡΑΙΑ ΚΙ Η ΝΥΦΕΝ.
ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ



Ο γέρον, η γραία και η νύφεν είναι ένα ποντιακό λαογραφικό ανέκδοτο.



Ελεύθερη απόδοση από το Pontos-News.Gr


Κάποτε ήταν ένας γέρος και μια γριά κι είχαν ένα γιό. Η γριά παραπονιόταν στο γέρο, γιατί δεν παντρεύει το γιο τους, να κάνει νύφη να την βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού για να ξεκουραστεί λίγο.
Μετά από αρκετό καιρό ο γέρος πάντρεψε το γιο τους. Κάθονταν λοιπόν, όλοι μαζί στο τραπέζι να φάνε κι η νύφη γρήγορα-γρήγορα έτρωγε και πήγαινε στο δωμάτιό της να κοιμηθεί. Έτσι η γριά σήκωνε μόνη της το τραπέζι.
Ένα βράδυ άρχισαν να τσακώνονται ο γέρος με τη γριά για το ποιος θα σηκώσει το τραπέζι.
Κατεβαίνει μετά από λίγο η νύφη νευριασμένη, (οι φωνές τους την είχαν ξυπνήσει) και τους λέει. «Τι πάθατε και μαλώνετε; Ο ένας να σηκώσει το τραπέζι και η άλλη να πλύνει τα πιάτα και «τελειώνετε» γιατί θέλω να κοιμηθώ».
Τότε ο γέρος λέει στη γριά: «Ε γριά, νύφη δεν ήθελες. Τώρα κάνε τα όλα εσύ»

Τμήμα σύνταξης
Pontos-News.Gr

4

Ο ΕΥΡΙΠΟΝ ΚΑΙ Τ’ ΙΜΣΟΝ ΒΟΥΔ…

image

Ο Ευρίπον έτον τρανός μασαλτσής. Αμόν ντο εντούνεν κατ’ σο νουν ατ’ αμάν εδίνεν ατο ποδάραι και επορπάτνεν…
Η μάνα τ’ πολλά εγάπανεν ατόν και άμον ντο έργεβεν έναν ξάι να κλόσκετε α ση δουλείαν ατ’ σο σπιτ’ εστεναχωρεύκουτον πολλά.
Έναν βραδίν ο Ευρίπον ξαν έργεψεν. Η μάνα τ’ ξαν ερχίνεψεν να ερωτά…
- Καλά ατός ο ερίφς εμούν γιατί έργεψεν;
- Εσύ η γαρή γιατί ούλεν την ώραν ερωτάς, γιατί έργεψεν ο παιδάς εμουν;
- Εσύ πα ατώρα ντο λες; Πώς κι θα ερωτώ; Παιδί μ’ κι εν;
Αμάν εκείνο την ώραν που εκαλάτσεβαν, η πόρτα ενοίεν και αχά ο Ευρίπον…
- Καλησπέραν σ’ ούλτς εσούν.
- Ατό πα ντο καλησπερίαν εν; Αήκον ώραν που έρθες καλησπέραν κι λένε. Καληνύχταν λένε!
- Μάνα ξαν ερχίνεσες; Γιατί ερωτάς με;
- Εσύ ο παιδάς επαλαλώθες; Αν κι ερωτώ το παιδί μ’ γιατί έργεψεν τίναν θα ερωτώ; Οι μουσαφιράντ ούλ έρθαν σο παρακάθ και ετοιμάουνταν πα να φεύνε και εσύ πού είσαι;
- Μάνα πολλά αυτήχολος κι είσαι;
- Ας τρανήν και τ’ εσόν η θεατέρα και ατότες ας ελέπω και σεν αν κι θα γίνεσε αυτήχολος.
Ο Ευρίπον σην αρχήν εχολιάστεν με τη μάναν ατ, όμως ενούντσεν ατό καλά και είπεν απ’ απές ατ. Ατέ η ιστορία με τη μάναν πολλά εκράτεσεν, κατ πρεπ ν’ εφτάω.
Ξάι καιρόν κι εχάσεν…
- Ε μάνα και πώς να έλεγα σε ντ’ έπαθα και έργεψα.
- Και ντό έπαθες ρίζα μ’;
- Αμον ντο εξέβα ση στράταν να έρχουμε, αχά εμπροστά μ’ ευρέθεν έναν βουδ.
- Και α σο βουδ έργεψες; Ντο βουδ έτον ατό;
- Ε πώς είναι τα βούδια μάνα;
- Αρωτώ σε, τρανόν βούδ έτον, γιόξαμ μικρόν;
- Τρανόν μάνα και πολλά τρανόν!
- Και πώς εβρέθεν το βούδ νύχταν απάν ση στράτα ς;
- Ε ντο να λέω σε μάνα, κι ερώτεσά το…
- Ε καλά, και επεκεί;
- Σην αρχήν είπα. Κάτινος βουδ εν και θα έρχουνταν περν ατό. Σιντ’ επέγνα όμως, το βουδ ερχίνεσεν να τρες από οπίς ιμ. Παναϊα μ’ είπα, ατό το βουδ θα σκοτών με. Επείκα να τρέχω και ατότες το βουδ ερχίνεσεν να τρες κι’ άλλο δυνατά από οπίς ιμ…
- Καλά εσύ αμον ντο λες, το βουδ θα εσκότωνε σε!
- Κι αμ ντο λέω σε ατόσον ώραν μάνα;
Σην αρχήν κανείς α σου μουσαφιράντς τηδέν κι εγρίξεν. Όμως η νύφε εγρίξεν πού κες θα επέγνεν την ιστορίαν ο άντρας ατς, για τ’ ατό εσέβεν ση μέσεν τη καλατσής και λέει…
- Μάνα μ’ ινανεύες ατόν. Ατός αήκα παλαλά πολλά λέει. Θέατρον εφτάει!
- Εσύ πα ατώρα λάλα κατ’ είπες. Ο άντρας ισ εκόντεψεν να σκοτούτε και συ τραγοδείς το φέγγο σ΄. Ε και πώς εγλίτωσες παιδόπο μ ;
- Αν κ’ εφοούμνε μάνα ότι θα αχπαράεσαι, θα έλεγά σε πώς εγλίτωσα.
- Ούι πουλόπομ, γιάμ εντόκεν σε το βουδ;
- Και μόνον εντόκεν με μάνα; Αν έλεπες τα κέρατα τ’ πως εκαρφούταν απάν’ ιμ…
- Ούι γιαβρίμ! Ούι την μάρσαν! Το παιδί μ’ να κινδυνεύ και εγώ τηδέν να μη εξέρω, να τρέχω γουρταρεύα το. Ας εψόφενα εγώ η κακόχρονος κι εσύ τηδέν μ’ επαθάνες.
Η γραία η μάνα, η Φώνα, ερχίνεσεν ατότες να φτουλίεται και να κλέει. Εντούνεν τα σέραι ατς απάν σα γόνατα και σα ποδάρια τς και εμοιλόγανεν.
Και όσον ο Ευρίπον έλεγεν για το βούδ, ατόσον η μάνα τ εφτουλίουτον!
- Ούι την μάρσαν. Και πώς θα εσείρνα πουλόπο μ τον καϊμό σ;
Ατότες εσέβεν ση μέσεν ίνας ανεψιά…
- Καλά εσύ Ευρίπο επαλαλώθες; Θέλτς να θανατώντς τη μάνα σ; Θεία έλα σα συνκαλά σ, μ’ ινανεύς ατόν. Ατός μασαλτσής εν…
- Εσύ πα φά το σκατόν! Άλλος έτρωεν τα κερατέας και εσύ εξέρτς α σ’ εκείνον κι’ άλλο καλίον; Α σο κιφάλν ατ’ εβγάλει ατά και λέει ατά ο άχαρον;
Η γραία εστάθεν έναν ξάι κ επεκεί ενούντσεν…
- Έι παιδόπο μ, γιάμ λες ψέματα;
- Μάνα σε σεν θα έλεγα ψέματα; Αν θελτς να εξέρτς τ’ ιμσά α σ ατά που λέω, αληθινά εν’.
- Έκσες άνεψια ντο είπεν ο παιδάς. Και τ’ ιμσά αλήθινά να είναι, κανείνταν. Βουδ έτον ατό κι έτον κατούδ, για να μη εφοούτον το παιδί μ.
- Ιμσόν βούδ πώς γίνεται θεία; Εγώ καμίαν κι είδα ιμσόν βούδ. Κι αρ αν εν αέτς, γιατί κι λες τον προκομένον σ’ να δεκνίζ’ μας τα γεράδας α σα κερατέας τ’ ιμσού τη βουδί;
- Ε;
- Λέω, ας δεκνίζ’ μας τα γεράδας ατ’ α σα κέρατα τη βουδί.
- Ατό ντο λέει η εξαδέλφη σ’ Ευρίπο σ’ αχούλ σουμά εν. Δείξον μας τα γεράδας σις…
- Κι αφού η εξαδέλφη μ’ εν πολλά έξυπνος, πώς κι επορεί να εγρικά σ’ ατόσον στράτα που επείκα, ούσ να να έρχουμαι σ’ οσπίτι μ’ ότι τα γεράδας ιμ’ ελαρώθαν;
- Έι γάιδαρε με δύο κιφάλια! Ας έσνε σουμάμ ατώρα και θα εδέκνιζα σε εγώ πώς λαρούνταν τα γεράδας ις! Α σ’ ιμσόν το βουδ!!




———————————————————————————————————
Μια αληθινή ιστορία
Από τον Γιάννη Χαριτάντη
Ο Γιάννης Χαριτάντης είναι Πόντιος δεύτερης γενιάς. Και οι δύο γονείς του κατάγονταν από το χωριό Βαρενού, περιοχής Κρώμνης της επαρχίας Τραπεζούντας και ήρθαν στην Ελλάδα το 1922. Ο ίδιος έζησε και μεγάλωσε στη Δράμα.
Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ζει με την οικογένεια του στην Πάτρα, όπου εργάζεται ως καθηγητής της Ηλεκτρονικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Είναι συγγραφέας επιστημονικών βιβλίων Ηλεκτρονικής.

ΠΗΓΗ  http://www.lelevose.eu/

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα σοβαρό παραμύθι στην Τραπεζούντα...


Ένα σοβαρό παραμύθι στην Τραπεζούντα...

Τον Ιανουάριο του 2006 ο Τάσος Τέλλογλου, η Σοφία Παπαϊωάννου και η δημοσιογράφος των Νέων Φακέλων Κατερίνα Λομβαρδέα ταξίδεψαν στην Τραπεζούντα και συνάντησαν τους άγνωστους μέχρι εκείνη τη στιγμή μουσουλμάνους Πόντιους.

Για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό οι Φάκελοι αποκάλυψαν μια ιστορία που έμενε άγνωστη στους περισσοτέρους Έλληνες καθ'ολη σχεδόν τη διάρκεια του 20ου αιώνα: την ιστορία των Ποντίων που άφησε πίσω της η ανταλλαγή πληθυσμών του 1922.

Με την κάμερα του Χρόνη Τσιχλάκη επισκεφθήκαμε τα αμιγώς ελληνόφωνα χωριά, συναντήσαμε τους φιλόξενους κατοίκους τους, ακούσαμε μαζί τους τη λύρα. Τα βράδια μας μίλησαν για τους χριστιανούς συμπατριώτες τους που το 1922 πήραν το δρόμο για την Ελλάδα, και για τον πολιτισμό τους που απειλείται από το κεμαλικό κράτος.

Ακόμα, στην κάμερα των Φακέλων μίλησε ο Πόντιος διανοούμενος Ομέρ Ασάν, ο οποίος πριν από 10 χρόνια δικάστηκε στην Τουρκία για το βιβλίο του «ο Πολιτισμός του Πόντου», ένα βιβλίο που έγραψε αναζητώντας τις ρίζες του. Δύο Τούρκοι ιστορικοί μας μίλησαν για την επίσημη τουρκική άποψη για τους πληθυσμούς αυτούς. Η ιστορική επιστήμη στην Τουρκία αρνείται την ύπαρξη ενός ελληνικού πολιτισμού στη Μαύρη Θάλασσα, την ώρα που και η ελληνική διπλωματία αντιμετωπίζει τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους σαν ένα εμπόδιο στις διμερείς σχέσεις.

Αλλά οι Πόντιοι στις δύο πλευρές του Αιγαίου έχουν προ πολλού ανοίξει διαύλους επικοινωνίας στο ίντερνετ και την πραγματική ζωή . Τα καλοκαίρια συναντιόνται στα «παρχάρια» (υψίπεδα) της Τραπεζούντας και το χειμώνα σε ταβερνάκια της Θεσσαλονίκης, γιατί όπως μας είχε πει ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης στην κάμερα των Φακέλων «φταίει το DNA που μας τραβάει».

Ακόμα στην ίδια εκπομπή, οι Φάκελοι παρουσίασαν για πρώτη φορά ένα ολοκληρωμένο αφιέρωμα της Σοφίας Παπαϊωάννου στους διωγμούς που υπέστησαν οι χριστιανοί Πόντιοι από το 1916 μέχρι το 1922 ακολουθώντας την πορεία των πληθυσμών που διώχτηκαν τότε και ταξίδευσαν στη Μακεδονία για να βρουν τους υπέργηρους σήμερα μάρτυρες μιας από τις πιο συγκλονιστικές ιστορίες του νεότερου ελληνισμού.





ΠΗΓΗ  http://epontos.blogspot.gr/

8 ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΟΝΤΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ


8 ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΟΝΤΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ







ΠΗΓΗ  http://epontos.blogspot.gr/

Αρχαίες λέξεις που διασώζονται στην Ποντιακή διάλεκτο


Αρχαίες λέξεις που διασώζονται στην Ποντιακή διάλεκτο



Αρχαίες λέξεις που διασώζονται στην Ποντιακή διάλεκτο

της Αρχοντούλας Κωνσταντινίδου


Η ποντιακή διάλεκτος αποτελεί μία από τις τέσσερις διαλέκτους της νέας ελληνικής γλώσσας και είναι άμεση απόγονος της ιωνικής διαλέκτου της αρχαίας ελληνικής, καθώς Ίωνες από τη Μίλητο αποίκησαν τα παράλια του Εύξεινου Πόντου ξεκινώντας από τη Σινώπη και συνεχίζοντας με τα Κοτύωρα, την Κερασούντα και την Τραπεζούντα. Υπολογίζεται, λοιπόν, πως η αρχαία ιωνική διάλεκτος πρωτοακούστηκε στα παράλια του Εύξεινου Πόντου το 785 π.Χ., όταν κατοικήθηκε η Σινώπη. Η ελληνική ταυτότητα, τουλάχιστον για την Τραπεζούντα, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Ξενοφώντα στην «Κύρου Ανάβαση», όπου περιγράφει την Τραπεζούντα ως «πόλιν ελληνίδα, οικουμένην εν τω Ευξείνω Πόντω, Σινωπέων αποικία». Η περιοχή του Πόντου αποτέλεσε το βορειοανατολικό άκρο, στο οποίο ομιλήθηκε η ελληνική γλώσσα. Και, χάρη στη γεωγραφική απόσταση του Πόντου από τη μητροπολιτική Ελλάδα, δεν επηρεάστηκε η ποντιακή από την κοινή νεοελληνική, διασώζοντας έτσι πολλούς τύπους της αρχαίας ελληνικής είτε ατόφιους είτε ελαφρά παραλλαγμένους.


Παρατηρούμε π.χ. πως αντίθετα με τη λατινική λέξη «τσεκούρι», που χρησιμοποιείται στη νέα ελληνική, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «αξινάριν», η οποία προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «αξίνη». Επίσης, για τη λέξη κόσα, που σημαίνει το μεγάλο δρεπάνι με το οποίο θερίζει κανείς όρθιος και είναι λέξη σλαβικής προέλευσης, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «κερεντή», η οποία βγαίνει από το ρήμα «κείρω» (κουρεύω). Η ποντιακή κρατώντας τη λέξη «μακέλιν», αντί για τη λέξη κασμάς, που χρησιμοποιούμε σήμερα, διατηρεί την αρχαία ελληνική λέξη «μακέλη», κι όχι τη λέξη «κασμάς» που είναι τουρκικής προέλευσης.


Το ίδιο συμβαίνει και με τη λέξη «ρούχο». Ενώ, δηλαδή, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «λώμα», που προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «λώπη» (ένδυμα), η νεοελληνική χρησιμοποιεί τη σλαβική λέξη «ρούχο». Τέλος, για τη λέξη «τσουκνίδα», η οποία δεν είναι σίγουρο πώς προέκυψε ετυμολογικά στη νέα ελληνική, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «κνιδέα» και «κιντέα», διατηρώντας την αρχαία ελληνική ονομασία «κνίδη».


Ανάλογες σκέψεις προκαλούν και αρκετά ρήματα που διασώθηκαν στην ποντιακή, τα οποία η νέα ελληνική δεν τα κράτησε ή τα αντικατέστησε με άλλα. Π.χ. το ρήμα «κλοτσώ» αντικατέστησε το αρχαίο «λακτίζω», ενώ στην ποντιακή υπάρχει ως «λαχτίζω». Το «ριγώ», που παρέμεινε αυτούσιο στην ποντιακή από την αρχαία, στη νέα ελληνική αντικαταστάθηκε από το «κρυώνω». Ακόμη, το «κρούω» διατηρήθηκε ακέραιο στην ποντιακή, ενώ στη νέα ελληνική χρησιμοποιείται κυρίως το «χτυπάω».


Επιπλέον, τα ρήματα «φιλέω-ω» και «πονέω-ω» στη νέα ελληνική πήραν την κατάληξη «-άω-ώ», ενώ στην ποντιακή διατηρήθηκε η αρχαία κατάληξη «-έω-ώ». Το ρήμα «ικανέω-ώ» και «ικανέομαι-ούμαι», που δεν διατηρήθηκε στη νέα ελληνική, διατηρήθηκε στην ποντιακή και είναι το πολύ γνωστό μας «κανείται» (=φτάνει, είναι αρκετό). Το ίδιο συμβαίνει και με την Ευκτική Αορίστου β΄ του ρήματος «λαγχάνω», η οποία διατηρείται στην ποντιακή στο γ΄ ενικό για να εκφράζει πιθανότητα κι ευχή (π.χ. λάχ’ επορούν κι έρχουνταν), ενώ στη νέα ελληνική δεν διατηρήθηκε το ρήμα αυτό, παρά μόνο τα παράγωγά του, όπως: «λαχνός», «λαχείο», «λαχειοφόρος» κτλ.


Εκτός από πολλά ρήματα της αρχαίας ελληνικής, που διατηρήθηκαν ακέραια στην ποντιακή, υπάρχουν και αρκετά ουσιαστικά της αρχαίας που βρίσκονται εγγύτερα στην ποντιακή, απ’ ότι στη νέα ελληνική. Για παράδειγμα, η λέξη «φέγγος» (=φως στην αρχαία και φεγγάρι στην ποντιακή), καθώς και λέξεις: «ψύχος», «στέγος» «γέλος» (γέλως στην αρχαία). Εγγύτερα στην ποντιακή διάλεκτο είναι και οι λέξεις: «ωβόν» (αρχ. το ωόν, το αβγό) και «ωτίν» (αρχ. ο ους, του ωτός, το αυτί). Η διατήρηση όλων αυτών των αρχαϊκών στοιχείων στη γλώσσα των Ποντίων διατρανώνει πως η ελληνική συνείδηση παρέμεινε ακλόνητη κι επαυξημένη στον Πόντο, παρόλες τις εχθρικές επιθέσεις και τις προσπάθειες αφομοίωσης που δέχτηκε για πολλούς αιώνες από ξένους λαούς.


Πέρα, όμως, κι από αυτό, φανερώνει τον πλούτο και τη δύναμη που έχουν τα ιδιώματα της ελληνικής, τα οποία, δυστυχώς, σε προηγούμενες δεκαετίες αντιμετωπίστηκαν με περιφρόνηση και αδιαφορία, καθώς υπήρχε ο φόβος ότι οι ομιλητές τους θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες επικοινωνίας κι ένταξης στο κοινωνικό σύνολο.


Ήδη μία πρώτη επιστημονική και οργανωμένη προσπάθεια για τη διδασκαλία της Ποντιακής διαλέκτου έχει ξεκινήσει από τον Σύνδεσμο Ποντίων Εκπαιδευτικών και τα πρώτα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά κι ελπιδοφόρα για το μέλλον της ποντιακής. Ευχόμαστε κάτι ανάλογο να γίνει και για τις άλλες διαλέκτους και τα ιδιώματα της ελληνικής, γιατί το κάθε ένα από αυτά είναι πολύτιμο και η απώλεια, έστω και ενός, καθιστά την ελληνική γλώσσα φτωχότερη.

ΠΗΓΗ  http://epontos.blogspot.gr/