Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα

Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα

Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα
Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα


Τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας: «τουρνίκες» και «καθίζω τζιχτζιράνο»
της Λένας Σαββίδου

Ο πλούτος των εθιμικών δρώμενων της Μεγάλης Εβδομάδας που έφεραν οι πρόσφυγες από τον Πόντο, είναι ασύλληπτου εύρους και ομορφιάς. Ο χρόνος, δυστυχώς, πολλά από αυτά τα θάμπωσε στη μνήμη κι άλλα τα παράλλαξε στο πέρασμα του. Το ευτυχές όμως είναι πως μέσα από λαογραφικές μελέτες και καταγραφές πολύ μεγάλο μέρος τους έχει διασωθεί κι έτσι ακόμη κι αν δεν υπάρχουν ως κομμάτια του «εορταστικού» βίου μας, μπορούμε να τα εντοπίσουμε, να τα μελετήσουμε και φυσικά να τα ματαγαπήσουμε και να τους ξαναδώσουμε «ανάσα», εντάσσοντας τα στην σύγχρονη πραγματικότητα μας.
Ένα πολύ όμορφο έθιμο που μας έρχεται από την περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν είναι οι Τουρνίκες.

Το έθιμο αυτό το κατέγραψε ο Γ. Φωτιάδης στην εργασία του «Από τα πασχαλινά έθιμα του Ακ Δαγ Μαδέν» που δημοσιεύτηκε στον 38ο τόμο του Αρχείου Πόντου. Οι τουρνίκες ήταν τα αυγά που οι νοικοκυρές έβαφαν κι ετοίμαζαν για την Λαμπρή. Στο Ακ Νταγ Ματέν σε αντίθεση με ότι σήμερα επικρατεί, τα αυγά τα έβαφαν το Μεγάλο Σάββατο.
Η συνήθεια να βάφονται αυγά ανήμερα του Μεγάλου Σαββάτου, κατά τον Φωτιάδη που φέρει στο φως και τη σχετική μαρτυρία, δεν έχει γνωστή προέλευση. Προσωπικά το θυμάμαι να συμβαίνει και στο δικό μας σπίτι-είμαστε πρόσφυγες από το χωριό Σιον (Επαρχίας Χαλδίας, τμήμα Χεροιάνων-Κελκίτ)- τουλάχιστον 40 χρόνια πριν, αρχές δεκαετίας του 70 και σταδιακά να εκλείπει και τα αυγά να βάφονται σταθερά πλέον την Μεγάλη Πέμπτη. Οι τουρνίκες δεν ήταν αποκλειστικά κόκκινα αυγά
αλλά έχαιραν πλήθος χρωμάτων, όπως είναι το κίτρινο, το γαλάζιο και το πράσινο και πέραν των ωραίων χρωμάτων τους ήσαν πλουμιστές με όμορφα σχέδια. Τα αυγά που θα βαφόταν το Μεγάλο Σάββατο τα διάλεγαν από τα μέσα περίπου της Σαρακοστής και τα ξεχώριζαν σε εξαιρετικά γερά και σε…συνηθισμένα. Τα γερά έμεναν ξέχωρα από τα υπόλοιπα και ξέχωρα βαφόταν.
Ένα δεύτερο έθιμο που σχετίζεται με το βάψιμο των αυγών και που κι αυτό μας έρχεται από την περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν, το παραθέτει πάλι ο Γ. Φωτιάδης στην παραπάνω αναφερθείσα μελέτη του και είναι το «καθίζνε τζιχτζιράνο».
Το έθιμο αυτό το κρατούσαν οι μερακλήδες του τσουγκρίσματος των αυγών και σκοπό είχε να δώσει αυγά τέτοια που κυλούν και στέκονται στη μύτη και κατά το σπάσιμο τους ακούγεται θόρυβος σαν να σπάζει κέλυφος σαλιγκαριού. Για να το πετύχουν αυτό χρησιμοποιούσαν τη χόβολη. Την άνοιγαν και πάνω στη πυρακτωμένη πλάκα της έστρωναν στάχτη. Πάνω σε αυτή τη στάχτη τοποθετούσαν τα αυγά με τη μύτη προς τα κάτω και τα σκέπαζαν με ένα κιούπι. (Το κιούπι είναι το πήλινο σκεύος που σήμερα θα λέγαμε μικρό κανάτι ή μικρό πυθάρι). Από πάνω έριχναν τα αναμμένα κάρβουνα, τη χόβολη δηλαδή.
Μέσα σε 24 ώρες ότι υπήρχε στο εσωτερικό του αυγού κατακαθόταν στη μύτη αυτού, ξεραινόταν, κολλούσε στον φλοιό και γινόταν σαν ένα σώμα με αποτέλεσμα όπως κι αν κυλούσε το αυγό να έρχεται να κάθεται στη μύτη, μιας κι εκεί πλέον είχε μετατοπιστεί κι όλο το βάρος του. Κατά το σπάσιμο αυτών των αυγών, όπως προαναφέρθηκε, δημιουργούταν ήχος ιδιαίτερος και οι μερακλήδες πρόβαλλαν το… μεράκι τους.
Σήμερα ο χρόνος που διαθέτουμε στο να προετοιμαστούμε για τη Λαμπρή ολοένα και λιγοστεύει.

Αυτό μας αναγκάζει να σβήνουμε από το τεφτέρι μας, όσα μας καθυστερούν από τις επείγουσες εργασίες μας ή να τα αντικαθιστούμε με ότι γίνεται ταχύτερα κι ευκολότερα. Έτσι, αγοράζουμε τα κουλουράκια έτοιμα ψημένα από το φούρνο, τα τσουρέκια τα παραγγέλνουμε στο ζαχαροπλαστείο γιατί που χρόνος να ζυμώσουμε και τα τελευταία χρόνια δε βάφουμε μήτε αυγά μιας και κυκλοφορούν καλοβαμμένα και καλογυαλισμένα πασχαλινά αυγά στα ράφια των υπεραγορών.
Ας αναλογιστούμε όμως τι χάνουμε έτσι…κι όχι μόνον μέσα από τον κόσμο των ηθών και των εθίμων μας, μα κυρίως μέσα από την ίδια μας την ψυχή που πλέον ξεχνά να ευφραίνεται και να αγάλλεται. Ξεχνά να συμμετέχει και να δημιουργεί.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Το καλαντόνερον

Το καλαντόνερον

Το πρώτο νερό της Πρωτοχρονιάς
Καλαντόνερον

























- Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς. Από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι, από όπου προμηθευόταν μια οικογένεια το πόσιμο νερό της. Τη λήψη του καλαντόνερου, προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης ή του πηγαδιού!
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, κάποιος από την οικογένεια, συνήθως ένα κορίτσι (ιδιαίτερα οι ελεύθερες κοπέλες), έπρεπε να πάει να «καλαντάζ το πεγάδ». Δηλαδή να αφήσει διάφορα δώρα στη βρύση/πηγάδι. Τοποθετούσαν διάφορα δώρα, όπως ξηρούς καρπούς (φουντούκια, καρύδια, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π.


Λέγοντας χαμηλόφωνα την παρακάτω ευχή:
Κάλαντα και καλός καιρός, άμον τ’ ανοίγω το πεγάδ να ανοίεται η τύχη μ’
και άμον το τρέχ’ το νερό να τρέχ’ και η ευλογία!

Τα ελεύθερα παλικάρια του χωριού καιροφυλακτούσαν κι όταν έφευγαν οι κοπέλες, πλησίαζαν στη βρύση κι έτρωγαν τα φρούτα. Αυτός που έτρωγε το μήλο της συγκεκριμένης κοπέλας, θα την ερωτευόταν και θα την παντρευόταν γιατί επενεργούσαν κάποιες μαγικές δυνάμεις, κατά την Ποντιακή λαϊκή δοξασία και πίστη:
Ανάθεμα π’ εκρέμιζεν το μήλον σο πεγάδιν,
το μήλον είχεν φάρμακον και το πεγάδ’ μαείας.
Μαεύ’ εμέν, μαεύ’ κι εσέν, μαεύ’ τοι δυς εντάμαν.
Η κορ’ μαεύ’ Ελλενικά, Ρωμαίικα παλικάρια…

Τα κορίτσια που παίρνανε το καλαντόνερο, μέχρι να το πάνε στο σπίτι δεν κοιτούσαν πίσω τους. Ούτε μιλούσαν σε κανέναν, για να μη πάρουν οι μάγισσες τη φωνή τους!
Από το καλαντόνερο έπινε όλη η οικογένεια από λίγο, για να πάει καλά η χρονιά. Τα δε κορίτσια έβρεχαν τα μαλλιά τους, για να μακραίνουν! Με το υπόλοιπο καλαντόνερο ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα και τα χωράφια. Οι νοικοκυρές, στα δωμάτια του σπιτιού έριχναν χούφτες από ξηρούς καρπούς, λέγοντας την παρακάτω ευχή:

Κάλαντα και καλός καιρός και ευλογημένος.
Έμπα καλόν χρονία και έβγα κακόν χρονία και τη χρόν’ με καλόν καρδίαν!


Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Τα Χριστούγεννα του Μολλά Μουσταφά στην Τραπεζούντα

Τα Χριστούγεννα του Μολλά Μουσταφά στην Τραπεζούντα

 
Μια πραγματικά συγκινητική μαρτυρία
Χριστούγεννα στην Τραπεζούντα
Δεν ήταν ούτε 30 χρόνων η Δέσποινα όταν έχασε τον Σάββα, τον άνδρα της, και έμεινε χήρα με το τρίχρονο παιδάκι της, τον Νίκο. Ο μακαρίτης ήταν καλός άνθρωπος και χρυσός νοικοκύρης. Με τις δυο λίρες (216 γρόσια) μισθό που έπαιρνε, ζούσε την γυναίκα και το παιδάκι του, χωρίς να τους στερήσει τίποτε. Οικονόμος ο ίδιος, καλή νοικοκυρούλα η γυναίκα του, τα βόλευαν μια χαρά, σε βαθμό που η γειτονιά τους παίρναγε και για πλούσιους!
Είχαν έξι χρόνια παντρεμένοι. Την βραδιά που θα γιόρταζαν την επέτειο των γάμων τους, έφεραν τον Σάββα νεκρό στο σπίτι του. Τη στιγμή που πλήρωνε τον μανάβη, για τα φρούτα που αγόρασε, γονάτισε ξαφνικά και ξεψύχησε πάνω στο δρόμο. Τρέξαν οι καλοί άνθρωποι και φέραν γιατρό. Μα ήταν περιττό. Είχε πάθει συγκοπή. Ο γιατρός δεν είχε να κάνει τίποτε. Την άλλη μέρα τον θάψανε στην Ελεούσα.
Με τα 216 γρόσια που έπαιρνε το μήνα ο Σάββας, δεν ήταν δυνατό ν’ αφήσει τίποτα κατά μέρος. Έπειτα ήταν τόσο νέος και γερός, που δεν μπορούσε να σκεφθεί τον θάνατο. Η χήρα και τ’ ορφανό μείνανε έτσι αναπάντεχα, από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς κανένα πόρο ζωής. Όταν τέλειωσαν όλες οι θλιβερές διατυπώσεις της κηδείας, και την νύχτα της ίδιας ημέρας, έφυγε από το χαροκτυπημένο σπίτι και η τελευταία πονόψυχη γειτόνισσα, η Δέσποινα έμεινε μόνη, κοντά στο παιδάκι της, που είχε αποκοιμηθεί νωρίτερα, για να σκεφθεί όλη την τραγωδία που άρχιζε, για κείνη και για το μικρό της. Και πράγματι ήταν τραγική η θέση της κακομοίρας!
Δεν είχε κανένα συγγενή, ούτε δικό της, ούτε απ’ την πλευρά του μακαρίτου, στην Τραπεζούντα όπου ζούσαν. Ορφανοί και οι δυο, άφησαν και ο ένας και η άλλη το χωριό τους, κάπου εκεί στην περιφέρεια της Αργυρουπόλεως, όταν ήταν παιδιά. Με τα χρόνια τους ξέχασαν και οι λίγοι μακρινοί συγγενείς τους, όπως δεν τους θυμούνταν κι αυτοί. Η μοίρα το θέλησε να γνωρισθούν μέσ’ στη μεγάλη πολιτεία. Αγαπήθηκαν και πάρθηκαν.
Τ’ αφεντικό του μακαρίτου, από ευσπλαγχνία, είχε αναλάβει όλα τα έξοδα της φτωχικής κηδείας και η γυναίκα του, σαν επέστρεψαν απ’ το νεκροταφείο, ξεμονάχιασε τη Δέσποινα και της έδωσε 300 γρόσια.
- Αυτά είναι απ’ τους μισθούς του σχωρεμένου. Σου τα στέλνει ο άντρας μου.
Στην πραγματικότητα ήταν ελεημοσύνη, γιατί ο μισθός εκείνου του μηνός ήταν πληρωμένος.
Η χήρα δεν βγήκε απ’ το σπίτι της, σύμφωνα με το συνήθειο του τόπου, ως την ημέρα του μνημόσυνου. Σαράντα μέρες!

Όλο αυτό τον καιρό την βασάνιζε η μοναδική σκέψη... Πώς να ζήσει το παιδάκι της, πώς να το μεγαλώσει και πώς να το μορφώσει. Όπως το ήθελε και το ονειρεύονταν ο μπαμπάς του, μα κι η ίδια. Μπορούσε βέβαια να ξενοδουλέψει, μα σε ποιόν ν’ αφήσει το μωρό; Ευτυχώς ήξερε «κέντημα», ήξερε και να πλέκει, ακόμη και να ράβει. Είχε και τη ραπτομηχανή της. Πήρε την απόφαση. Θα δούλευε σπίτι της, κοντά στο παιδί της.
Έτσι η χήρα, η Δέσποινα, δουλεύοντας 15 και 20 ώρες το μερόνυχτο, μεγάλωσε τον Νίκο της. Ήταν η χαρά, η περηφάνια και η παρηγοριά της. Δεν έλειψαν οι τύχες και οι ευκαιρίες. Ήταν όμορφη και προκομμένη η Δέσποινα. Της έγιναν πολλές προξενιές τα πρώτα χρόνια. Μάλιστα ένας χήρος, που γύρισε απ’ τη Ρωσία πολύ πλούσιος, την ζήτησε επίμονα. Μα η Δέσποινα δεν ήθελε να δώσει πατριό στο παιδί της και δεν μπορούσε να δώσει και το μικρότερο κομμάτι απ’ την καρδιά και τη ζωή της, σε άλλη ύπαρξη. Όλα τα είχε για το μονάκριβο της!


Πέρασαν δέκα χρόνια...

Η εντατική και πολύωρη δουλειά, τ’ ατέλειωτα ξενύχτια και η έλλειψη της πιο στοιχειώδους ανάπαυσης, την γεράσανε πρόωρα την Δέσποινα. Πολλές φορές της έφευγε η βελόνα απ’ το χέρι ή σταματούσε η ραπτομηχανή, γιατί το χέρι δεν είχε την δύναμη να γυρίζει τον μικρό γυαλιστερό της τροχό. Την βοηθούσε ο Νίκος σ’ αυτό, σαν βρισκόταν κοντά της. Ανησυχούσε η δύστυχη η μάνα. Έβλεπε πως δεν έβγαζε πια δουλειά όπως πρώτα. Λιγόστευαν οι «πρόσοδοι», ενώ απ’ την άλλη μεριά περίσσευαν τα έξοδα, γιατί το παιδί μεγάλωνε κι εκείνη δεν ήθελε να του στερήσει τίποτε.
Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, άρχισαν ν’ αδυνατίζουν τα μάτια της. Κάθε μήνα και χειρότερα. Έβαλε γυαλιά, μα δεν την βοηθούσαν κι αυτά, όσο έπρεπε στη λεπτή της δουλειά. Όταν ο Νίκος έγινε 16 χρονών και πήγαινε στην προτελευταία τάξη του Γυμνασίου, η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο. Η Δέσποινα δεν μπορούσε να περάσει την κλωστή στη βελόνα, ούτε και με τα γυαλιά!
Θέλησε να ξενοδουλέψει. Δούλα, πλύστρα, μα δεν την άκουγαν τα πόδια της. Την σακάτεψαν οι ρευματισμοί. Γέρασε πρόωρα!
Όταν κάποια καλή της γειτόνισσα την συμβούλεψε να βγάλει τον Νίκο απ’ το Γυμνάσιο (κι ας ήταν ο πρώτος σ’ όλα τα μαθήματα) και να τον βάλει σε δουλειά, για να τα βολέψουν, η Δέσποινα (που δεν την άκουσε ποτέ κανείς να πει κακό λόγο κανενός) της μίλησε απότομα και την έδιωξε σχεδόν απ’ το σπίτι της.
- Ακούς εκεί, να βγάλει τον Νίκο απ’ το σχολειό!


Δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατο του αντρός της...

Άρχισε η Δέσποινα να ξεπουλάει τα λίγα κοσμήματα που είχε. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, σταυρό. Ύστερα ένα δυο χαλιά. Τελευταία την ραπτομηχανή, που αν και της ήταν άχρηστη, δεν μπορούσε να την αποχωρισθεί. Δεν χωρίζεται κανείς ένα σύντροφο είκοσι χρόνων, τόσο εύκολα! Κάποτε σώθηκαν και τα χρήματα απ’ τη μηχανή. Πουλήθηκε και το «σαμοβάρι», για ν’ αγοραστεί το ύφασμα για τη μαθητική στολή του Νίκου.
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και το παιδί δεν είχε «στολή» σαν κι εκείνη την ομοιόμορφη που είχαν οι συμμαθητές του, κι όλα γενικά τα παιδιά του Γυμνασίου. Το ύφασμα αγοράστηκε, μα έλειπαν τα ραφτικά. Αυτό τό ξερε μόνον η Δέσποινα, μα δεν ήταν δυνατό να πικράνει το παιδί της, αφήνοντας το δίχως νέο κουστούμι τις γιορτές.
Έπρεπε με κάθε τρόπο να βρεθούν τα χρήματα. Έπρεπε να πουληθεί πάλι κάτι. Μα τι, που δεν είχε απομείνει τίποτε σχεδόν στο σπίτι;
- Τίποτε; Και το χρυσό ρολόι του μακαρίτη, με τη χρυσή καδένα;
- Α! Όλα κι όλα! Το ρολόι δεν θα το πουλούσε ποτέ! Όταν τ’ αγόρασε ο Σάββας της είχε πεί: «Αυτό θα το χαρίσω στον γιό μας, όταν θα τον αρραβωνιάσουμε!».
Πάντως έμειναν λίγες μέρες για τα Χριστούγεννα και το πράγμα δεν έπαιρνε αναβολή. Πήγε στον ράφτη. 80 γρόσια ήταν τα ραφτικά. Θα τα πλήρωνε όταν θα ‘παιρνε έτοιμο το κοστούμι. Σε τρεις μέρες έμπαινε στο σπίτι ο Νίκος χαρούμενος και περήφανος. Έτρεξε κι αγκάλιασε τη μάνα του.
- Μητερούλα μου, έκανα πρόβα, είναι έξοχο!


Παραμονή Χριστουγέννων

Όλη η Τραπεζούντα σκεπασμένη με χιόνι, που δεν έπαψε να πέφτει πυκνό. Ο Νίκος κοιμότανε ακόμη (χόρταινε ύπνο τώρα που είχαν διακοπές), όταν η Δέσποινα τυλιγμένη στο σάλι της, βγήκε απ’ το σπίτι και τράβηξε κατά την αγορά, περνώντας απ’ τα στενά σοκάκια του Αγίου Βασιλείου. Βρήκε τον Μολλά Μουσταφά τον ωρολογά στο εργαστήρι του. Στην πρόσοψη του, δίπλα στην πόρτα είχε ένα παράθυρο, όπου ήταν ακουμπισμένος από μέσα ο πάγκος της δουλειάς του. Ένα τενεκεδένιο μαγκάλι ζέσταινε όπως - όπως, το ιδιόρρυθμο εκείνο εργαστήρι.
- Καλώς την κυρα Δέσποινα! Τι κάνει το παλληκάρι σου;
Κάθησε η Δέσποινα κοντά στο μαγκάλι και ζεσταίνοντας τα παγωμένα χέρια της, λέει του Τούρκου:
- Μολλά Μουσταφά, ο μακαρίτης ο άντρας μου μούλεγε πως σ’ αγαπούσε σαν πατέρα και συ τον αγαπούσες σαν παιδί σου. Έτσι κι εγώ, όπως έμεινα έρμη με τ’ ορφανό μου, χωρίς κανένα συγγενή, ήρθα σε σένα για μια χάρη, που δεν μπορώ να την ζητήσω από κανένα Χριστιανό! Γιατί δεν θά θελα να μάθει κανείς το μυστικό μου…
- Σ’ ακούω, κυρα Δέσποινα, όπως θάκουγα την κόρη μου λέγε…
Η Δέσποινα έβγαλε απ’ τις δίπλες του ζωναριού της τ’ ρολόι με τη χρυσή του καδένα και τ’ άπλωσε του γέρου:
- Είναι τ’ ρολόι του Σάββα. Δεν θέλω να το πουλήσω. Μα έχω ανάγκη από χρήματα. Θέλω να στ’ αφήσω ενέχυρο, για μια λίρα.
Και του διηγήθηκε την ιστορία «της στολής» του Νίκου. Του είπε στο τέλος πως ήταν πρόθυμη να δώσει τον τόκο που θα ώριζε εκείνος.

Ο Μολλά Μουσταφάς την άκουσε τραβώντας το χοντρό του κομπολόι. Σηκώθηκε έπειτα, σκάλισε μέσ’ στο συρτάρι του πάγκου του και βγάζοντας 2 λίρες χρυσές, τις άπλωσε της Δέσποινας.
- Τ’ ρολόι αξίζει πολύ περισσότερα. Πάρε δυο λίρες, γιατί δεν θα χρειαστείς μόνο τα ραφτικά. Όσο για τον τόκο, να μη γίνεται λόγος. Μόνη σου το είπες. Τον Σάββα τον αγαπούσα σαν παιδί μου.
Πήρε τ’ ρολόιμε την καδένα και το κλεισε στο ίδιο συρτάρι απ’ όπου έβγαλε τις λίρες. Η Δέσποινα τον ευχαρίστησε κι ετοιμάστηκε να φύγει.
- Μια στιγμή, της λέγει ο Μολλάς. Θα σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη.
- Σ’ ακούω, Μολλά Μουσταφά.

Ο Τούρκος σηκώθηκε και στάθηκε με την πλάτη μπρος στην πόρτα, με τρόπο που να μη μπορεί να την ανοίξει κανείς απ’ έξω.
- Άκου, κόρη μου! Πρώτα θέλω να μ’ ορκιστείς στην ψυχή του Σάββα, πως θα κρατήσεις μυστικό αυτό που θα σου πω. Μπορείς;
- Στην ψυχή του Σάββα; Ορκίζομαι, είπε κατηγορηματικά η Δέσποινα.
- Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου. Άκουσε τώρα. Απόψε τη νύκτα… ίσως τα μεσάνυχτα, θα στείλω σπίτι σου μια γυναίκα με το κοριτσάκι της. Πρέπει να πάνε μ’ εσένα και τον Νίκο μαζί στην εκκλησία. Είναι Χριστούγεννα και πρέπει να κοινωνήσουν…
- Δεν είν’ απ’ εδώ;
-Μη με ρωτάς! Άφησε να τελειώσω. Μετά την μετάληψη, θα τις πάρετε μαζί στο σπίτι σου. Θα φύγουν πάλι την νύχτα. Όποιος σε ρωτήσει ποιες είναι, θα πεις πως είναι γνωστές σας από το χωριό ή από κάποια άλλη πολιτεία.
- Μα, αφού ορκίστηκα, γιατί δεν μου λες ποιες είναι;
Ο Μολλά Μουσταφάς δεν απάντησε αμέσως. Άνοιξε την πόρτα, έριξε μια ματιά έξω στο δρόμο. Ξανάκλεισε και ακούμπησε και πάλι με την πλάτη στην πόρτα και μίλησε:
- Κυρα Δέσποινα. Η γυναίκα που θα σου 'ρθεί είναι η κόρη μου και το κοριτσάκι της είναι η εγγονή μου! Για να καταλάβεις πόσο είναι επικίνδυνο αυτό που θα γίνει, μάθε πως ο άντρας της, ο γαμπρός μου, είναι ο γιουζπασής ο Σελίμ, Τούρκος - Μουσουλμάνος. Μένουν στα Πλάτανα. Τις έφερα εδώ για μια βδομάδα στο σπίτι μου, για τα Χριστούγεννα.
- Θεέ μου! Ξέφυγε σαν κραυγή τρόμου, η επίκληση αυτή, απ’ το στόμα της Δέσποινας.
- Αν φοβάσαι, δεν θα έρθουν, λέει με χαμηλή φωνή ο Μολλά Μουσταφάς.
- Όχι όχι, να έρθουν! Φώναξε η Δέσποινα και τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα.

Δακρύζει και ο Μολλάς, και ξεκολλάει από την πόρτα, τραβά και κάθεται δίπλα στο μαγγάλι, χωρίς να πει τίποτε άλλο.
Σηκώνεται η Δέσποινα. Πρωτού ν’ ανοίξει την πόρτα, ρωτάει με σιγανή φωνή:
- Πώς είν’ τ’ όνομα της;
- Η κόρη μου Μαρία, η κορούλα της Άννα. Εκείνες ας κοινωνήσουν. Εγώ θα κάνω Χριστούγεννα με «τ’ αντίδωρο» που θα μου φέρουν.
Δυο ώρες απ’ τα ξημερώματα τράβηξαν για την εκκλησία η Δέσποινα με την Μαρία και την οκτάχρονη Άννα. Ο Νίκος, με την καινούργια του στολή, τους συνόδευε. Ήταν ακόμη άδεια η εκκλησία. Οι γυναίκες ανέβηκαν στον «γυναικωνίτη» και έπιασαν την πιο απόμερη σκοτεινή γωνιά. Με το τέλος της λειτουργίας κατέβηκαν, κοινωνήσαν και επέστρεψαν στο σπίτι, κρύβοντας το πρόσωπο κάτω απ’ το σάλι τους. Όπως έκανε όλος ο κόσμος το παγωμένο εκείνο πρωινό…


Πέρασαν δέκα χρόνια από κείνα τα Χριστούγεννα

Πέθανε σ’ αυτό το διάστημα ο Μολλά Μουσταφάς. Πέθανε και ο Σελίμ, ο γαμπρός του. Σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. 23 χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατο του Σάββα, η Δέσποινα έδωσε το χρυσό τ’ ρολόι με την καδένα του, στον γιό της τον Νίκο! Την ημέρα που τον στεφάνωνε με την Άννα, την εγγονή του Μολλά Μουσταφά... :)

Χριστούγεννα στον Πόντο-Τα Ποντιακά Κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς-Δωδεκαήμερο ή Καλαντόφωτα Από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα-Οι Μωμόγεροι ή Μαμώεροι

Χριστούγεννα στον Πόντο

Χριστουήμερα και καλοκαρδία
Χριστούγεννα στον Πόντο
- Την παραμονή σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και απλά συμπλήρωναν τις τελευταίες λεπτομέρειες για τη μεγάλη γιορτή. Τα κάλαντα τα έλεγαν τα παιδιά συνήθως το απόγευμα ή το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων.
Στις 4 το πρωί χτυπούσε η καμπάνα για να πάνε στη εκκλησία. Η απόλυση γινότανε με την ανατολή του ήλιου. Τα Χριστούγεννα ή τη Χριστού, ήταν η πρώτη κατά σειρά γιορτή του Δωδεκαημέρου. Η μέρα αυτή ήταν αφιερωμένη στους ανθρώπους του σπιτιού και στην οικογένεια. Όλοι θα φορούσαν καινούργια γιορτινά ρούχα και παπούτσια και θα ετοίμαζαν τα πιο καλά φαγητά.
• Στα Σούρμενα, τα κάλαντα τα έλεγαν μεγάλοι άνδρες πηγαίνοντας τη νύχτα των Χριστουγέννων στα σπίτια. Τα έσοδα που μάζευαν τα έδιναν στα σχολεία.
• Στη Νικόπολη όλοι οι άνδρες μετά την απόλυση της εκκλησίας περνούσαν από το σπίτι του ιερέα και του εύχονταν μακροβιότητα, ζητώντας την ευλογία του.
• Στη Χαλδία έλεγαν το τραγούδι «Έρθεν κι ο Χριστιεννάρτς, η τρυγόνα, έπαρ’ την χαράν σ΄ ομμάτ΄ τς» με το οποίο παρακινούσαν τη νέα να λάβει υπόψη τον γάμο, με τον ερχομό των Χριστουγέννων.

Σε πολλά μέρη έβαζαν στο τζάκι ένα κούτσουρα το «Χριστοκούρ» το οποίο άναβαν μόλις χτυπούσε η καμπάνα και θα κρατούσαν αναμμένη τη φωτιά τρεις μέρες τα «Χριστουήμερα» όπως έλεγαν τις τρεις μέρες των Χριστουγέννων. Αλλού έκαιγαν κούτσουρο από µηλιά, αλλού από αχλαδιά, κι αλλού από το κυρίαρχο δέντρο της περιοχής. Από αυτό το κούτσουρο κρατούσαν φωτιά και για τις δώδεκα ημέρες, αντικαθιστώντας το με άλλο πριν σβήσει. Πρόσεχαν να καίγεται όρθιο και να μην πέσει, γιατί πίστευαν πως θα χαλάσει το γούρι!
Για γούρι σε άλλες περιοχές, το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων έκαιγαν στην φωτιά ένα χλωρό κλαδί από απιδιά και το νέο έτος από μηλιά.
Από το βράδυ τα παιδιά της ευρείας οικογένειας, έκοβαν κλαδιά αχλαδιάς πού τα καβαλούσαν σαν άλογα, έφταναν στη πόρτα του σπιτιού και μπαίνοντας φώναζαν:
«Χριστούγεννα και κάλαντα και φώτα και καλοχρονία και καλοκαρδία και να ζήσει ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτικοί»
Μόλις έμπαιναν στο σπίτι, ο πατέρας τους έδινε φιλοδώρημα. Μετά έπαιρνε τα φανταστικά άλογα, κάρφωνε στο δήθεν στόμα τους από μια μπουκιά ψωμί και τα έβαζε κοντά στο τραπέζι, οπότε άρχιζαν το φαγητό! Όλοι συγκεντρώνονταν σε κοινό τραπέζι στη μέση του οποίου έβαζαν ένα κλαδί μηλιάς που το έφερνε το πιο μικρό παιδί, το οποίο φιλοδωρούσαν ο παππούς και η γιαγιά, πιστεύονταν ότι έφερνε ευτυχία.


Το τραπέζι της Παναγίας

Παραμονή Χριστουγέννων και στην Πατρίδα οι νοικοκυρές στόλιζαν ένα τραπέζι δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δένδρο, αφιερωμένο στην Παναγία, το λεγόμενο «Τραπέζ της Παναΐας». Στολισμένο με διάφορα γιορτινά καλούδια κι ένα εικόνισμα, δείχνοντας έτσι την εκτίμηση και τη αγάπη τους στην Μεγάλη Βοηθό τους, στις δύσκολες στιγμές.

Πίτες και γλυκά

Για τα Χριστούγεννα, στον Πόντο, οι νοικοκυρές συνήθιζαν να παρασκευάζουν πίτες και γλυκά, όπως αλευροχαλβά, κατμέρια και πουρμά (ένα σιροπιαστό γλυκό που θύμιζε το σαραϊγλί). Στην Τραπεζούντα τις παραμονές των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές απαραιτήτως ζύμωναν κουλούρια για το σπίτι και τα ζώα. Επίσης ζύμωναν τα Xριστόψωμα, τα οποία περιείχαν καρύδια και όταν ψήνονταν τα περίχυναν με μέλι. Πάνω στο Xριστόψωμο κεντούσαν με αμύγδαλα τη γέννηση του Χριστού.
Στην Ινέπολη του νομού Κασταμονής, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν για τα Χριστούγεννα τα παραδοσιακά γλυκά «κετέ» και «ισλί». Στην Αμάσεια, τα βασικά γιορτινά εδέσματα ήταν το κεσκέκι, το σουμπορεγί και το τζεβιζλί τσορέκ.

Ένα σημαντικό έθιμο των Χριστουγέννων στον Πόντο ήταν και οι Μωμόγεροι.

Τα Ποντιακά Κάλαντα

 
Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς
Ποντιακά Κάλαντα
- Ο πλούτος των αποχρώσεων και διαφοροποιήσεων των Ελληνικών εθίμων, αποτυπώνεται και με τα Ποντιακά κάλαντα. Τα Ποντιακά κάλαντα αποτελούν ακόμη ένα αποδεικτικό στοιχείο της διάσωσης πολλών Βυζαντινών εθίμων, από τους Πόντιους.
Συνοδεύονταν από την πατροπαράδοτη Ποντιακή λύρα και τα έψελναν μικροί και μεγάλοι, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες. Επισκέπτονταν όλα τα σπίτια του χωριού, την παραμονή ή ανήμερα της γιορτής, κυρίως μετά τη δύση του ήλιου. Καθώς όμως τα περισσότερα χωριά του Πόντου βρίσκονταν σε ορεινές περιοχές και τα κάλαντα ψέλνονταν κατά τη χειμερινή περίοδο, οι μορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες ανάγκαζαν μικρούς και μεγάλους, να ψέλνουν τα κάλαντα και κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Οι «καλαντάδες» (ραψωδοί) εκτός από τη συνοδεία της λύρας, φρόντιζαν να φέρνουν μαζί τους και ένα στολισμένο καράβι, φτιαγμένο από χαρτόνι και λεπτό σανίδι, για να εντυπωσιάσουν τους νοικοκυραίους. Συνήθως φώτιζαν τα καραβάκια τους με κεριά, ενώ κάθε ομάδα προσπαθούσε να φτιάξει το πιο όμορφο και φανταχτερά στολισμένο καράβι, εν είδη συναγωνισμού.
Οι νοικοκυραίοι ανάλογα με την περιοχή, έδιναν στους καλαντάρηδες φρούτα, ξηρούς καρπούς (καρύδια, φουντούκια, σταφίδες), αλλά ακόμη και αυγά, βούτυρο, καβουρμά και πληγούρι
• Σε περιοχές όπως η Σάντα, που δεν είχε πολλά οπωροφόρα δέντρα, τα δώρα ήταν αποκλειστικά φρούτα.
• Στην Ορτού συνήθιζαν να βάζουν πάνω στα φρούτα και μερικές δεκάρες.
• Ένα άλλο δώρο που συνήθιζαν να δίνουν, κυρίως στην Γαράσαρη, ήταν τα “κολόθαι”, που ήταν μικρά τσουρέκια, που έμοιαζαν με γλυκό ψωμί.


ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Τα Ποντιακά Κάλαντα των Χριστουγέννων, που είναι και τα πιο διαδεδομένα, περιέχουν όλη τη ζωή του Χριστού, από τη στιγμή της Γέννησης του, μέχρι τη στιγμή της Σύλληψης του, χωρίς όμως να προχωρούν και στη Θανάτωση του. Γεγονός που θα ερχόταν σε αντίθεση με το χαρμόσυνο γεγονός των Χριστουγέννων.

ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Στα Ποντιακά Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα συναντούμε σημαντικές παραλλαγές, με σημαντικότερες αυτές της Γαράσαρης. Όλοι σχεδόν οι στίχοι είναι αφιερωμένοι στην υπό Τούρκικη κατοχή Κωνσταντινούπολη. Μεταβάλλοντας το χαρμόσυνο μήνυμα της έλευσης της νέας χρονιάς, σε θρήνο και μοιρολόι!
 

Δωδεκαήμερο ή Καλαντόφωτα

 
Από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα
Καλαντόφωτα ή Δωδεκαήμερο στον Πόντο
Τα Καλαντόφωτα ή Δωδεκαήμερο ήταν για τους Έλληνες του Πόντου μια περίοδος με πληθώρα μαγικών στοιχείων! Ήταν ημέρες (25 Δεκεμβρίου - 6 Ιανουαρίου) που ξέφευγαν από τον καθημερινό χρόνο και την κανονικότητα της ζωής και περνούσαν στον «Ιερό» χρόνο! Υπήρχε μια μαγεία στην ατμόσφαιρα, γεγονός καθόλου τυχαίο...
Τα Χριστούγεννα ή τη Χριστού, ήταν η πρώτη κατά σειρά γιορτή του Δωδεκαημέρου. Την Παραμονή των Χριστουγέννων σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και με μεγάλη χαρά ετοιμαζόντουσαν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου! Τα Καλαντόφωτα (και κυρίως τον Ιανουάριο ήταν κατάλληλες ημέρες, για να τελέσουν τα διάφορα μυστήρια (βαφτίσια, αρραβώνες, γάμους), καθώς τότε ερχόντουσαν οι ξενιτεμένοι και ήταν όλοι μαζεμένοι στο χωριό.
Καλαντάρτς και νέον έτος... κόρ' θα παίρωσε οφέτος!
Παραμονές Χριστουγέννων, μαζευόντουσαν στην πλατεία και αποφάσιζαν για το γιορτινό τραπέζι. Ο καθένας αποφάσιζε τι ζώο θα σφάξει. Άλλος έσφαζε γουρούνι, άλλος μοσχάρι, άλλος κουνέλι κλπ. Κάθε σπίτι είχε και ένα γουρούνι. Από το γουρούνι που έσφαζαν, με το κρέας έφτιαχναν «γαβουρμά» και «τσιλγάνια», όπως τα λένε στα Ποντιακά. Το λίπος του γουρουνιού το λιώνανε και το χρησιμοποιούσαν σε πίτες και φαγητά.
Σε πολλά µέρη του Πόντου, την παραµονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας «εκαλαντίαζεν τ' οσπίτ'». Σκορπίζοντας διάφορους καρπούς µέσα στο σπίτι, έλεγε: «Άµον το ρούζ'νε αούτα τα καλά, αετσ' πα να ρούζ'νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εµουν τ΄ευλοϊας και τα καλοσύνας». Την παραµονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ, στα σπίτια ήταν συγκεντρωµένα όλα τα µέλη της οικογένειας, καθώς και συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα. Το τραπέζι το έστρωνε η νύφη, κι αν δεν υπήρχε, η πρωτοκόρη και ο αρχηγός της οικογένειας έδινε φιλοδώρημα.


ΚΑΛΑΝΤΟΦΩΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Η λαϊκή πίστη περιγράφει δαιμόνια, μαγείες, δεισιδαιμονίες, μύθους, ευχές που πραγματοποιούνται, προλήψεις... Καλικάντζαρους! ΟιΚαλικάντζαροι, είναι ειδικά δαιμόνια που εμφανίζονται μόνο τα Καλαντόφωτα. Πίστευαν πάντα ότι ο Άδης είναι «ανοιχτός» αυτές τις μέρες και ότι οι ψυχές παίρνουν διάφορες μορφές. Έτσι , λοιπόν, έπρεπε να εφευρεθούν τρόποι, ώστε να κρατήσουν μακριά από κάθε σπίτι τα δαιμόνια αυτά. Ο πιο διαδομένος και... αποτελεσματικός τρόπος, σ΄ολόκληρο τον Πόντο, ήταν το καλαντοκούρ΄.
Τη παραμονή έβαζαν στο τζάκι το «Χριστοκούρ» ή αλλιώς «Καλαντοκούρ»
Επρόκειτο για κούτσουρο (από μηλιά ή αχλαδιά κυρίως) κομμένο ειδικά για τα Καλαντόφωτα. Άναβε στο τζάκι συνέχεια κατά ταΧριστουήμερα (οι 3 ημέρες των Χριστουγέννων), ιδιαίτερα όμως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Για να κρατήσουν την φωτιά καθ’ όλο το Δωδεκαήμερο, αντικαθιστούσαν το κούτσουρο, με άλλο, πριν σβήσει. Η φωτιά κρατούσε μακριά το δαιμόνιο! Ακόμα κι αν τολμούσε να πλησιάσει, η φωτιά το έκαιγε! Έτσι εξηγούσαν τους περίεργους θορύβους στο τζάκι. Αν για κάποιο λόγο έσβηνε η φωτιά, το θεωρούσαν κακό σημάδι.
Σε κάποιες περιοχές του Πόντου, «Καλαντοκούρ» ονομάζουν τη λεπτή βέργα, που τοποθετούν πάνω στη βασιλόπιτα, κυρίως τα πρωτότοκα παιδιά, λέγοντας: «Εξέβαμε ασ΄σην κακοχρονίαν, εσέβαμε σην καλοχρονίαν, υ΄είαν κι ευλο΄ίαν, δώσ΄τεν τ΄άλογον κριθάρια».

Οι Μωμόγεροι ή Μαμώεροι

 
Από τον Πόντο στην Ελλάδα
Μωμόγεροι
Ένα έθιμο βγαλμένο μέσα από την Ποντιακή παράδοση, που διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου. Δηλαδή από τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων έως και τα Φώτα. Το έθιμο των «Μαμώερων» ή «Μωμόγερων» προέρχεται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν μεταμφιεσμένοι αντάρτες κατέβαιναν στα χωριά με σκοπό τη συλλογή και διάχυση πληροφοριών.
Η κορύφωση ήταν ο τελετουργικός χορός των Μωμόγερων, η αλληγορία του οποίου ανύψωνε το ηθικό των συμπατριωτών τους, αλλά και τους προετοίμαζε για τον ξεσηκωμό, χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι Τούρκοι, που επίσης συμμετείχαν στα δρώμενα, χωρίς να καταλαβαίνουν τι γινόταν!

Οι πηδηχτοί, θορυβώδεις χοροί είναι γνωστοί στον πρωτόγονο άνθρωπο σε όλα τα μέρη του κόσμου. Είναι ένα τελετουργικός χορός που προτρέπει τη γη να καρπίσει. Η μεταμφίεση των ανθρώπων σε ζώα ή κακούς δαίμονες και οι θορυβώδεις χοροί έχουν σκοπό την απομάκρυνση του κακού, την προστασία του νεαρού θεού, την καρποφορία και τη βλάστηση.
Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Μώμος, Θεός του γέλιου και της σάτιρας στην Αρχαία Ελλάδα, ο οποίος παρότρυνε τους 12 ακόλουθούς του - τους Μωμόερους - να βρουν αφορμή για να σατιρίσουν και να προκαλέσουν το γέλιο στους συγκεντρωμένους.
Κατά πολλους η λέξη μωμό(γ)ερος είναι πιθανό να προέρχεται από τη σύνθεση της λέξης γέρος με τις αρχαίες μώμος (ψόγος, μομφή) ή μίμος, μια που και οι δύο προσιδιάζουν στις σκωπτικές και μιμητικές παραστάσεις τους και θυμίζουν τους αρχαίους μίμους. Κατά άλλους το δρώμενο έχει πολεμικό χαρακτήρα και οι ομάδες χορευτών χορεύουν με τελετουργικό τρόπο, έναν ατέλειωτο πολεμικό χορό. Οι χορευτικοί θίασοι των Μωμόγερων συγκροτούν σοβαρές και πειθαρχημένες ομάδες, που χορεύουν με την καθοδήγδη του αρχηγού έναν πολεμικό χορό.


ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΥΝΟΛΙΚΑ 6 ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΚΑΙ 15 ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Με τα παραγγέλματα ο αρχηγός κατευθύνει τις κινήσεις του χορού. Με το «τιζουλούμ πακαλούμ» μπαίνουν οι χορευτές πολεμιστές στη σειρά, με το «ικεσέρ» μπαίνουν σε δυάδες με το «αρς» ξεκουράζονται με το «σέρτ» κινούνται πιο γρήγορα.
Οι 12 χορευτές συμβολίζουν τους δώδεκα μήνες του χρόνου, ενώ η νεαρή νύφη είναι σύμβολο της γονιμότητας και της βλάστησης.
Η μεταμφίεση του άνδρα σε γυναίκα συμβολίζει την εναρμόνιση των αντιθέτων αρσενικού και θηλυκού, την ένωση αυτών που φαίνονται να είναι χωρισμένα, τη θεία ένωση του άνδρα με τη γυναίκα, που πρέπει να γίνουν ένα, για να κερδίσουν υγεία και μακροβιότητα. Στο δρόμενο μπορούν να συμμετέχουν και άλλες φιγούρες (μορφές), που διαφέρουν από τόπο σε τόπο. Παντού όμως υπάρχουν η νύφη και ο διάβολος. Έτσι, το κλέψιμο της νύφης είναι κοινό σε όλους τους θιάσους και συμβολίζει, κατά πως λέγεται, την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου των εορτών οι Μωμόγεροι γυρίζουν σε παρέες στους δρόμους των χωριών, χορεύουν και τραγουδούν τα κάλαντα ή άλλους ευχετικούς στίχους, προσδοκώντας τύχη για τη νέα χρονιά. Όταν δύο παρέες μωμόγερων συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, το έθιμο των Μωμόγερων, αναβιώνει σε όλη την Ελλάδα, αλλά κυρίως σε χωριά της δυτικής Μακεδονίας, από Ποντιακούς Συλλόγους.


ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Είναι πολλά τα χωριά της δυτικής Μακεδονίας που διεκδικούν τη μεταφορά του χορού απ’ τον Πόντο στην Ελλάδα. Το σίγουρο είναι ότι το έθιμο των Μωμόγερων υπήρχε στην περιοχή του Πόντου από Αρχαιοτάτων χρόνων και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από τους πρόσφυγες του χωριού Λιβερά του Πόντου. Ως πρώτος χορευτής που αναβίωσε το έθιμο αναφέρεται ο Ταπαντζίδης Νικόλαος, με καταγωγή από τα Λιβερά του Πόντου, που μετοίκησε στο χωριό Κομνηνά Εορδαίας. Από τότε οι Μωμόγεροι των Κομνηνών θεωρούνται οι πλέον έγκυροι εκπρόσωποι του δρόμενου.
Δείτε και απολαύστε στο παρακάτω video, τους αυθεντικούς Μωμόγερους των Κομνηνών...



ΠΗΓΗ https://www.lelevose.gr