Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Ήθη και Έθιμα του Πόντου

Ήθη και Έθιμα του Πόντου

Ο ΓΑΜΟΣ

Οι γονείς του αγοριού συζητούσαν και έλεγαν ότι θα παντρέψουν το γιο τους. Θα πήγαιναν να ζητήσουν από τους γονείς του κοριτσιού το κορίτσι τους. Συζητούσαν και έλεγαν, θα πάμε στο σπίτι να την ζητήσουμε. Όριζαν την ημέρα που θα πάνε. Στέλνανε είδηση ότι θα πάνε να τη ζητήσουνε και έπαιρναν μαζί τους κάποιο συγγενή. Πηγαίνανε στο σπίτι συνήθως βράδυ. Ο μπαμπάς και η μαμά της νύφης ήταν ενημερωμένοι ότι θα πάνε να ζητήσουν την κόρη τους. Ξεκινούσε η συζήτηση και έλεγαν αν το παιδί ήταν εργατικό, καλό κ.λ.π. Στο τέλος αν αποφάσιζαν να την δώσουν περίμεναν να έρθει η μέρα για να συναντηθούν με τους γονείς του αγοριού. Κανόνιζαν την ημέρα του γάμου και έλεγαν: "Δικό σας είναι το κορίτσι από τούτη την ώρα". Κάνανε ετοιμασίες για τον γάμο και η πεθερά έπαιρνε την νύφη και πήγαιναν στο μαγαζί να ψωνίσουν.

Από την Τετάρτη μέχρι την Παρασκευή δυο παλικάρια με λύρες, με ένα μπουκάλι ούζο και ένα ποτήρι ή με κεριά έβγαιναν και καλούσαν όλο το χωριό στο γάμο. Τους συγγενείς τους καλούσαν μ' ένα μαντίλι, με κάλτσες, με πετσέτες κ.λ.π.
Το Σάββατο το πρωί έστρωναν τραπέζια και έπαιρναν πιάτα και μαχαιροπίρουνα από τους συγγενείς και τους γείτονες. Το απόγευμα αρχινούσε το γλέντι. Πηγαίνανε να πάρουν τον κουμπάρο κρατώντας δυο κότες ή μια πίτα. Εκεί χόρευαν, γλεντούσαν και μετά γύριζαν στο σπίτι του γαμπρού .

Κατά της 9 με 10 το βράδυ ξεκινούσε το ξύρισμα του γαμπρού. Έπαιρνε η μητέρα του γαμπρού μια πετσέτα, τον σταύρωνε και έριχνε την πετσέτα στον ώμο του κουρέα. Έβαζαν ένα ταψί, ο γαμπρός πατούσε μέσα στο ταψί και ο κουρέας τον ξύριζε. Άντρες και γυναίκες με σταυρωτά άσπρα μαντίλια χόρευαν μπροστά του και έριχναν χρήματα σε μια πιατέλα. Όταν τελείωνε το γύρισμα ο λυριτζής έπαιζε και τραγουδούσε το τραγούδι:

"Ρασχία ντο συρίζεται, ποτάμε ντο βογάτε
α έρτε το μικρόν τ'αρνί και απ 'εσάς φογάτε.
Ομάτε και ματόφρυδα και μάτε άμον ελαίας
ερούξα και αραέβατα σι πούλι τα φωλέας".


To γλέντι συνεχιζόταν μέχρι το πρωί και ξανάρχιζε μετά την πρωινή λειτουργία της Κυριακής. Από το μεσημέρι οι καλεσμένοι δώριζαν στο γαμπρό και στον κουμπάρο. Υπήρχε ένας τελάλης που φώναζε: "Ο Παύλος δώρισε στον γαμπρό 100 δρχ. και στον κουμπάρο 50 δρχ., η Μαρία δώρισε στον γαμπρό ένα πουκάμισο και στον κουμπάρο κάλτσες" κ.ά. Μετά το δώρισμα συνεχιζότανε το γλέντι μέχρι την ώρα της στέψης.

Στο μεταξύ ο κουμπάρος με κάποιους φίλους του και με τα όργανα πήγαιναν να πάρουν την νύφη. Αν η νύφη ήταν μακριά πήγαιναν με αλογόκαρα στολισμένα με μαντίλια ενώ αν ήταν κοντά πήγαιναν με τα πόδια. Όταν έβγαινε η νύφη από το σπίτι της, η μητέρα της έφερνε μια πίτα που ήταν τιγμένη σ' ένα σεντόνι, η νύφη την έσπαγε πάνω απ' το κεφάλι της και η μητέρα της τη μοίραζε στους καλεσμένους.

Αφού έπαιρναν τη νύφη, πήγαιναν στην εκκλησία όπου γινόταν η στέψη. Όταν ο παπάς έλεγε: "Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα" η νύφη πατούσε το πόδι του γαμπρού.

Μετά τη στέψη πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού χορεύοντας σ' όλο το δρόμο. Όταν έφτασαν στο σπίτι, έβαζαν στην πόρτα ένα πιάτο το οποίο η νύφη έπρεπε να σπάσει με το πόδι της. Ο κόσμος χειροκροτούσε και φώναζε: "άξια".

Μετά γινόταν το αποκαμάρωμα. Εφτά νιόπαντρα ζευγάρια και ο κουμπάρος μόνος χόρευαν γύρο από τη νύφη και τον γαμπρό κρατώντας στα χέρια τους κεριά. Ο λυράρης τραγουδούσε:

"Νύφε, τίμα τον πεθερό σ', άσον κύρη σ' καλίον,
νύφε, τίμα την πεθερά σ', άσην μάνα σ' καλίον,
νύφε, τίμα τα ντράδελφα σ', άσ' αδέλφες καλίον,
νύφε, τίμα τις συγγενούς σ', άσι συγγενούς σ' καλίον".


Έπειτα έμπαινε στο χορό και ο υπόλοιπος κόσμος και το γλέντι συνεχιζόταν.

Το βράδυ της Κυριακής ξανά καλούσαν τους συγγενείς και τους γείτονες και αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν από μία κότα. Τις μαγειρεύανε, έφτιαχναν μεζέδες και το γλέντι συνεχιζόταν το πρωί της Δευτέρα.

Μετά το γλέντι κάνανε το "νυμφίο". Επειδή ζούσαν πολλές οικογένειες μαζί χώριζαν ένα μέρος για τον γαμπρό και την νύφη και το έλεγαν "νυμφίο".

Το πρωί της Τρίτης η νύφη έπαιρνε ένα γκιούμι νερό, μια λεκάνη και πετσέτες και πήγαινε με μια κοπέλα (μπορεί να ήταν φίλη, κουνιάδα κ.λπ.) να πλένει τα πόδια των συγγενών. Άμα τους έπλενε τα πόδια, τους φορούσε κάλτσες και τους έκανε δώρα.
Έτσι τέλειωνε ο γάμος που κρατούσε τρεις μέρες και δυο νύχτες.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
"Έλα πουλί μ' ας φέβουμε και σα μακρά ας πάμε
να μην εξέρνε οι τουσμάν εγέ και συ ντ' εφτάμε".
"Εμείς είμεσε Πόντιοι, Πόντια σκύλ' παιδία,
σα μέσα μου φυλάττομε μοσαίρε και σπαθία".
"Ντο συλέον καρδίαν εχ'ς, είστε γελώ κλαινείς με
κι εγώ αγαπώ σε κι έρχομαι και συ παραμερίζ'ς με".
"Έλα πουλί μ' ας φέβουμαι και σα μακράν ας πάμε,
εκεί 'ναι τα πουλόπα μου κι ξέρομε ντ' εφτάνε".
Έλ' απ' αδάκες απ' ατού κι ας δι'ομεν τα σέρε,
να μη μας ξεχωρίζουνε εχθροί με τα μασαίρε".


ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΙΑ

Όταν το μωρό γινόταν σαράντα ημερών, ο πατέρας πήγαινε στον κουμπάρο που τους στεφάνωσε και τον ρωτούσε αν ήθελε να βαφτίσει το μωρό. Ο κουμπάρος δικαιούταν να βαφτίσει το πρώτο τους μωρό.

Για να καλέσουν τον κουμπάρο έπαιρναν μία λαμπάδα και μία πετσέτα και στέλναν τα παιδιά της οικογένειας ή συγγενικά να του πουν την ημέρα που θα γινόταν η βάφτιση. Ο κουμπάρος ψώνιζε τα βαφτιστικά του μωρού και το δώρο που θα έκανε στην μητέρα του μωρού. Δώρο ψώνιζε και η μητέρα για τον κουμπάρο.

Ένας ή δύο συγγενείς ή φίλοι πήγαιναν μ' ένα καλάθι γαρίφαλα και καλούσαν τον κόσμο δίνοντάς τους από ένα.

Ο κουμπάρος έφερνε στην εκκλησία δύο κουβάδες με ζεστό νερό για την κολυμπήθρα. Το μωρό το έφερνε στην εκκλησία κάποιος συγγενής και εκεί το έπαιρνε ο κουμπάρος αφού του έδινε λεφτά. Η μητέρα δεν πήγαινε στην εκκλησία, αλλά καθόταν στο σπίτι.

Την ώρα της βάφτισης ρίχνανε λεφτά μέσα στην κολυμπήθρα, τα οποία τα έπαιρνε πίσω αυτός που τα έριχνε.

Ο κουμπάρος έλεγε το όνομα, το οποίο δεν το ήξερε κανένας άλλος (μέχρι τότε το μωρό το φώναζαν μπέμπη-μπέμπα) και τα παιδιά έτρεχαν να πουν το όνομα στη μητέρα του μωρού. Όποιο παιδί έφτανε πρώτο του έδινε περισσότερα λεφτά απ' τα άλλα. Όταν τελείωνε η βάφτιση, σηκώνανε τον κουμπάρο ψηλά και φώναζαν "Άξιος".

Μετά δύο κορίτσια έπαιρναν το νερό της κολυμπήθρας και το έχυναν σε κάποιο καθαρό μέρος και ο κουμπάρος τα έδινε λεφτά. Αντί για μπομπονιέρες μοίραζαν στον κόσμο καραμέλες, λεφτά και μικρά σταυρουδάκια

Ο κουμπάρος πήγαινε στο σπίτι της μητέρας του μωρού και εκεί η μητέρα γονάτιζε τρεις φορές, του φιλούσε το χέρι και έπαιρνε το μωρό. Τότε ο κουμπάρος της έλεγε: "Σου παραδίνω το βαφτιστικό μου να το προσέξεις σαν τα μάτια κι απ' τη φωτιά κι από όλα τα κακά".
Ακολουθούσε το γλέντι.
Όταν ο κουμπάρος έφευγε απ' το σπίτι πήγαινε πάνω απ' τη κούνια του μωρού, το φιλούσε και του έριχνε λεφτά. Το ίδιο έκαναν και άλλοι συγγενείς.
Έτσι τέλειωνε η βάφτιση.







Στους Έλληνες του Πόντου πιο διαδεδομένος ήταν ο όρος χαρά, που υπογράμμιζε το χαρμόσυνο τούτο γεγονός. Η ιεροτελεστία του ποντιακού γάμου, η ιερότητα του συζυγικού δεσμού, η λαϊκή αντίληψη και πίστη στο ηθικό και κοινωνικό του περιεχόμενο εναρμονίζονται πλήρως με το ουσιαστικό περιεχόμενο του ορισμού του γάμου, που έδωσε ο Ερ. Μοδεστίνος: « Γάμος εστίν ανδρός και γυναικός συνάφεια και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία.»

Οι Πόντιοι πάντρευαν τα παιδιά τους πολύ νωρίς, συνήθως, 20-23 χρόνων τα αγόρια και σε μικρότερη ηλικία τα κορίτσια. Αν το κορίτσι περνούσε το εικοστό έτος συνήθιζαν να τη λένε γεροντοκόρη. Πολλές φορές οι γονείς λογόδιναν την κόρη τους όταν αυτή έπαιζε με τα παιδάκια της γειτονιάς. Την τύχη της κοπέλας όριζε ο δυναμικός πατέρας, αφού η συγκατάνευσή της στο γάμο ήταν περιττή. Ούτε όμως και ο νέος μπορούσε να έχει τη δική του γνώμη για τη μελλοντική του σύζυγο. Ο λόγος του πατέρα ήταν νόμος απαράβατος. Η ψυχολογική βία δημιουργούσε ψυχολογική αντι-βία, η οποία μην μπορώντας αλλιώς να αντιδράσει, γινόταν διαλάλημα της μούσας και ταυτόχρονα μήνυμα προς τον ιερέα:

Η ψύ' την ψυν όντας κι ‘θελ
Ποπά ντο στεφανώνεις;
Δυο μαχαίρα δίστομα
Ε συ φερτς κι ανταμώνεις!

Όταν οι δυο ψυχές δεν αγαπιούνται,
Παπά πώς στεφανώνεις;
Μαχαίρια δυο δίστομα,
Φέρνεις κι ανταμώνεις!


Η συγκατάθεση των γονιών για το γάμο της κόρης τους λεγόταν λογόπαρμαν. Η πρώτη συμφωνία για την ημέρα του γάμου γινόταν στα "τελειώματα", στο "ψαλάφεμαν". Αλλά όταν πλησίαζε ο καιρός του γάμου πήγαιναν 7-8 μέρες πριν από τη στέψη, το βράδυ συνήθως, οι στενοί συγγενείς του νέου, στο σπίτι της κόρης και έπαιρναν το λόγο, δηλαδή την τελευταία διαβεβαίωση. Έλεγαν: "Εμείς λέγομε σα οχτώ απάν να εφτάμε το γάμον. Ντο λέτε κι εσείς;". Όταν συμφωνούσαν για την ημερομηνία, γινόταν το κέρασμα της νύφης, ομελέτα ή τζαμούρ με μπόλικο βούτυρο. Τότε μάλιστα κλείδωναν κι ένα λουκέτο και το έβαζαν στην τσέπη του γαμπρού. Θα το ξεκλείδωνε όταν πήγαινε να σμίξει με τη νύφη, στη νυφική παστάδα το βράδυ της Δευτέρας.

Στον Πόντο δεν υπήρχε ο αναχρονιστικός θεσμός της προίκας. Η νύφη έκανε δώρα μόνο στο γαμπρό, στα καινούρια γονικά και στους κοντινούς συγγενείς. Παρόλα αυτά συνηθιζόταν να μεταφέρουν τα πράγματα (προίκα) της νύφης πάνω σε κάρο, συνοδευόμενο από λυράρη που έπαιζε τραγούδια του γάμου, προσκαλώντας τον κόσμο (λάλεμα) στη "χαρά".

         

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

ΦΙΛΕ ΣΥΓΧΩΡΙΑΝΕ

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΙΑΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΙΑΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

ΦΙΛΕ ΣΥΓΧΩΡΙΑΝΕ


Eσύ, που είχες νηπιαγωγό την Πελαγία την Γωγώ ή την Γιαννούλα

Εσύ  που είχες δάσκαλο τον Δραβατζίκα, τον παπα-Μόσχο, τον Ντουρουντάκη, ή την Σοφία.

Εσύ  που φορούσες μπλε στολή ή καφέ στο νηπιαγωγείο,

Εσύ, που έμαθες γράμματα στο περιβόητο τολ.

Εσύ, που έπαιξες κουτσό,τσελίκα,τρι-μπαμ στην αυλή του σχολείου.

Εσύ, που έκλεινες το ρήμα λύω στον πίνακα.

Εσύ, που μάζεψες ζουμπούλια και τα έπλεξες στεφάνια σε σχολική γιορτή,

Εσύ, που απάγγειλες ποιήματα, που τραγούδησες, που συμμετείχες σε σχολικές γιορτές.

Εσύ, που καλλιέργησες στον σχολικό μπαξέ,ή φρόντισες τον κήπο σου στο σχολείο.

Εσύ, που έβλεπες τα ζουμπούλια να ανθίζουν δίπλα στο ηρώον.

Εσύ, που έκανες λαμπαδοδρομίες.

Εσύ, που μάζεψες λουλούδια για τον επιτάφιο ή τον στόλισες.

Εσύ, που πήγες τόσες εκδρομές, χάρι στον παπα-Μόσχο.

Εσύ, που έγινες ηθοποιός, χάρι στον Ντουρουντάκη.

Εσύ, που έκανες κούνια στον πλάτανο, του Αγίου- Γεωργίου.

Εσύ, που έπαιξες στο γήπεδο, στο βουνό της εκκλησιάς, ή στο μπαϊρι του Φούντογλου  

Εσύ, που δούλεψες στα χωράφια [ Μακρυναριά, Σουρτάρα, Βάλτα, Γκοτζάγκιολ].

Εσύ, που μπούρλιαζες καπνά.

Εσύ, που έπινες γκαζόζα, στου Θεοχάρη το μαγαζί

Εσύ, που έτρεχες στα πανηγύρια στο Τσιφλίκ, στη Ραντίλα στο Θοδώροβα.

Εσύ, που έβλεπες τον μαύρο καπνό του τραίνου, που έκαιγε κάρβουνο.

Εσύ, που ζούσες δίπλα στο ΚαράΟρμαν, στο Ισεμπλί.

Εσύ, που πέρασες τόσες φορές την ξύλινη ή τσιμεντένια γέφυρα του ποταμιού.

Εσύ, που πήγαινες πρωτομαγιά στη 1η ή 2η βρύση.

Εσύ, που άκουσες τον Μιχαλάκη να παίζει γκάιντα ή τον Γιάννη του Ποτός βιολί.

Εσύ, που είπες τα κάλαντα Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά.

Εσύ, που σούρβισες τους μεγαλύτερους.

Εσύ, που κράτησες και μέτρησες δεκάρες στα χέρια σου.

Εσύ, που ξεκουράστηκες ή ονειρεύτηκες κάτω από τον πλάτανο.

Εσύ, που ξεδίψασες απ το νερό των πηγαδιών.

Εσύ, που άκουγες να σφάζουν  γουρούνια τα Χριστούγεννα.

Εσύ, που χειροκρότησες τον Ολυμπιακό Παραποτάμου.

ΕΣΥ

Που τόσα έχεις να προσθέσεις σ αυτά που σου θύμησα, είσαι ένας Παραποταμίτης, 

μία Παραποταμίτισσα που έζησες, που ένοιωσες, που αγάπησες  στο χωριό που γεννήθηκες 

και τη γη που σε δέχτηκε.

Θυμήσου το πατρικό σου σπίτι, αναπόλησε ό,τι χάραξε το μυαλό και την συνείδησή σου, νοστάλγησε .

Γύρισε στο χωριό σου, αναστήλωσε το πατρικό σου σπίτι, κάνε τον χρόνο σύμμαχό σου. 

Φέρε το παρελθόν στο σήμερα, αναζήτησε τους φίλους και συμμαθητές σου.

Τίμησε το χωριό σου. Το χωριό που οι  πρόσφυγες πρόγονοί σου κατοίκησαν και οι μεταγενέστεροι το ομόρφυναν.

Ενημερώσου ,μάθε, έλα.

 

Γρηγόρης Νικηφόρου


Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Τα χαρακτηριστικά της Ποντιακής διατροφής

Τα χαρακτηριστικά της Ποντιακής διατροφής

image
Η παράδοση είναι η σοφία, που κατακτήθηκε μέσα από την πορεία του κάθε λαού στους αιώνες.
Αυτή η πολυετής πείρα και εμπειρία, την έκανε να αντέξει και να φτάσει ως τις μέρες μας, φανερώνοντας την αξία της. Μέσα από την καθημερινότητα και τα χαρακτηριστικά, της κάθε εποχής, κράτησε και διατήρησε στοιχεία που άντεξαν στον χρόνο, γιατί προήγαγαν αυθεντικές αξίες.
Δίνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στον άνθρωπο και στις αισθήσεις του, μέσα στα έθιμα της παράδοσης του κάθε τόπου, ξαναβρίσκουμε γεύσεις, αρώματα, εικόνες και ακούσματα αυθεντικά.
Από την περιοχή του Πόντου προέρχεται μια πλούσια διατροφική παράδοση, ένα μοντέλο διατροφής που πρόσφερε μακροζωία και ποιότητα ζωής στους προγόνους μας!

Η πλούσια βλάστηση της περιοχής, λόγω εδαφοκλιματολογικών συνθηκών, διαμόρφωσε και τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων. Ο Στράβων, γνωστός γεωγράφος της αρχαιότητας, χαρακτηρίζει την περιοχή:
«Χώρα θαυμάσια στην παραγωγή καρπών και προπάντων σιταριού, καθώς και σε κάθε είδος κτηνοτροφίας. Η πεδιάδα είναι γεμάτη δροσιά και καταπράσινη.Τα πλούσια νερά της περιοχής δεν αφήνουν ξηρασία πουθενά. Ούτε μια φορά δεν έχει αναφερθεί ότι έπεσε πείνα σε αυτά τα μέρη».

Ο Πόντος είναι μια κατεξοχήν ορεινή περιοχή, με μεγάλη επιφάνεια δασικών εκτάσεων, με πολλούς ποταμούς και συχνές βροχοπτώσεις.
  • Η διαμόρφωση του εδάφους με το μεγάλο υψόμετρο και τα πολλά παρχάρια (χλοερά οροπέδια σε ψηλά βουνά) οδήγησε στην εκτροφή μεγάλων ζώων, των βοοειδών. Οι ταύροι του Αιήτη μαρτυρούν αυτή την μακραίωνη σχέση.
  • Στο μικρό ποσοστό καλλιεργήσιμης γης καλλιεργούνταν κυρίως δημητριακά, φουντούκια (στην παραλιακή ζώνη) και οπωρικά. Μεγάλη ήταν η επάρκεια καλαμποκιού και σιταριού, κυρίως στην Τραπεζούντα, απ’ όπου γινόταν εξαγωγές. Πατρίδα της αρχαιότερης ποικιλίας σιταριού είναι η περιοχή νότια του Πόντου, απ’ όπου μέσω των Βαλκανίων έφθασε στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη.
  • Επίσης η θάλασσα του Ευξείνου Πόντου, όπου θεωρείται μια από τις πιο ιχθυοπαραγωγικές θάλασσες του κόσμου, ήταν αρκετή για την προμήθεια ψαριών.

Χαρακτηριστικά της Ποντιακής διατροφής είναι η χρήση μικρής ποσότητας κρέατος ως πηγή πρωτεϊνών, καθώς ήταν ασύμφορη η κατανάλωση του ίδιου του ζώου, σε σύγκριση με την αξιοποίηση του γάλακτος από αυτό.
Ευρεία είναι η χρήση του γάλακτος με τη μορφή όξινων γαλακτοκομικών (γιαούρτι, υλιστόν, πασκιτάν, ταν). Τα όξινα γαλακτοκομικά, με έρευνες, αποδεικνύεται ότι συμβάλλουν στην καλή υγεία και στην μακροβιότητα. Εναλλακτική μορφή πρωτεΐνης ήταν τα ψάρια και από τα πιο γνωστά ο γαύρος (τα χαψία).
Επίσης πολύ σημαντική είναι η κατανάλωση δημητριακών.Χαρακτηριστική ήταν η παρασκευή ζυμαρικών ολικής άλεσης, όπως τα κορκότα και τα πλιγούρια (σπασμένα στάρια) και τα προψημένα ζυμαρικά όπως το περέκ, το συρόν και το ιβριστόν. Τα προψημένα ζυμαρικά, τα χρησιμοποιούσαν με σκοπό να ετοιμάσουν γρήγορα  και εύκολα γεύματα. Ταυτόχρονα όμως ήταν μια ευκολοχώνευτη τροφή, με πολυάριθμες ωφέλειες στη λειτουργία του πεπτικού συστήματος.
Τέλος πλούσια πηγή βιταμινών και ιχνοστοιχείων ήταν η μεγάλη πληθώρα φρούτων, λαχανικών και άγριων χόρτων(τσουκνίδες, παπαρούνες κ.α). Η γνώση των άγριων χόρτων και η ευρύτερη χρήση τους, ήταν πολύ σημαντική στη διατροφή των Ποντίων. Μελέτες έδειξαν ότι τα άγρια χόρτα σε σύγκριση με τα καλλιεργήσιμα λαχανικά έχουν μεγαλύτερη θρεπτική αξία σε βιταμίνες, μέταλλα, φυτικές ίνες, αντιοξειδωτικά συστατικά και ωμέγα3 λιπαρά οξέα!

Η παραδοσιακή Ποντιακή κουζίνα χρησιμοποιεί απλά συστατικά χωρίς μεγάλη επεξεργασία και συνδυάζει με σοφία υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και λίπη. Ο οργανισμός δεν καταπονείται με πολυεπεξεργασμένες τροφές και πρωτόγνωρα συστατικά.
Η Ποντιακή διατροφή προσφέρεται ως πρόταση, ικανή να αντιπαρατεθεί στα σύγχρονα διατροφικά προβλήματα, που οδήγησαν σε προβλήματα όπως η παχυσαρκία, ο διαβήτης και άλλες ασθένειες…




Μουρατίδου Κική
Βιολόγος, Επιστήμων τροφίμων κ διατροφής MSc

Κτήμα Περέκ ~ Γεύσεις, που αναβιώνουν την παράδοση!

Κτήμα Περέκ ~ Γεύσεις, που αναβιώνουν την παράδοση!

image
Λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, σε ένα ορεινό Ποντιακό χωριό, με θέα τις βουνοκορφές του Ολύμπου και τον όμορφο Θερμαϊκό, βρίσκεται το κτήμα Περέκ!
Σε έναν καλαίσθητο πολυχώρο, διαμορφωμένο με υλικά της γύρω φύσης ξύλο, πέτρα, παλιά αντικείμενα και παραδοσιακές κατασκευές. Με τα ζαρζαβάτια του φυτεμένα στον κήπο και το εργαστήριο να παράγει το ψωμί και τα υπόλοιπα σκευάσματα, δίπλα ακριβώς στο εστιατόριο!
Το κτήμα ΠΕΡΕΚ θα το βρείτε στο χωριό Μονοπήγαδο, 30 χλμ έξω από τη Θεσσαλονίκη
Στους μοναδικούς χώρους του ΠΕΡΕΚ, έχετε την ευκαιρία να γνωρίσετε και να γευτείτε παραδοσιακές συνταγές από τον Πόντο αλλά και από την υπόλοιπη Ελλάδα, με αγνές και φρέσκες πρώτες ύλες.
Στο εργαστήρι με τον ξυλόφουρνο, η ομάδα των γυναικών παίρνει το καλό στάρι από την περιοχή, τα αυγά από τις κότες, το γάλα του χωριού και άλλες φρέσκες πρωτες ύλες και παρασκευάζει γνήσιες γεύσεις, που αναβιώνουν την παράδοση!

ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Η βιολόγος Μαίρη Μουρατίδου είναι η δημιουργός του “Περέκ”. Με σπουδές ιατρικής, είχε ασχοληθεί με την επίδραση των φυτοφαρμάκων στο γενετικό υλικό. Με καταγωγή από το Μονοπήγαδο, ονειρευόταν να επιστρέψει στο χωριό και να ασχοληθεί με την βιοκαλλιέργεια. Έτσι κι έκανε.
Στη συνέχεια μάζεψε τις γυναίκες του χωριού και από το 1999 άρχισε την ενασχόληση με την παραγωγή ψωμιού, χειροποίητων ζυμαρικών και αρτοσκευασμάτων, σε ένα χώρο μέσα στο χωριό. Όλα με προζύμι!
Η κόρη της η Κική, βιολόγος και η ίδια, έκανε μεταπτυχιακό στην “Επιστήμη τροφίμων και διατροφή” και εργασία “Η προζύμι στο παραδοσιακό ψωμί”. Όσο για τη διπλωματική της, αφορούσε τη χρήση των άγριων χόρτων στην παραδοσιακή διατροφή!

Η Θεσσαλονίκη γρήγορα έμαθε για τις γυναίκες από το Μονοπήγαδο, που ζυμώνουν και πωλούν παραδοσιακά προϊόντα. Έτσι, πολλοί Θεσσαλονικείς και όχι μόνο, άρχισαν να πηγαίνουν στο χωριό, για να προμηθεύεται τα προϊόντα του ΠΕΡΕΚ..
Με τα χρόνια, οι δουλειές αυξήθηκαν, και πλέον “το ΠΕΡΕΚ" μεταφέρθηκε σε λόφο, έξω από το χωριό.

Το εστιατόριο έχει τη φιλοσοφία της Ποντιακής παραδοσιακής κουζίνας. Αν θέλετε πατάτες τηγανητές, να πάτε αλλού…
Στο “ΠΕΡΕΚ” δεν μπαίνει τηγάνι! Ούτε και σχάρα!

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΤΟΥ ΠΕΡΕΚ
Όταν ανάβει ο ξυλόφουρνος, πρώτα ψήνεται το ψωμί. Ακολουθούν τα τσουρέκια και τα κουλουράκια κι όταν, τέλος, πέσει η θερμοκρασία, μπαίνουν τα φαγητά. Οι τιμές είναι μέτριες προς χαμηλές κι οι μερίδες χορταστικές.
Το πιο γνωστό και ιδιαίτερο πιάτο του ΠΕΡΕΚ είναι η…Ποντιακή πίτα Περέκ!
Η οποία γίνεται με φύλλα προψημένα στο τζάκι, στη φυσική φωτιά! Όταν την παραγγείλετε, θα ετοιμαστεί στη στιγμή στο τηγάνι. Βρέχοντας το προψημένο φύλλο και τοποθετώντας εσωτερικά την γέμιση της αρεσκείας σας… αλμυρή ή γλυκιά!

Στο ΠΕΡΕΚ μπορείτε επίσης να βρείτε αρτοσκευάσματα, σάλτσες, μαρμελάδες, τυρί κατσικίσιο, ελιές τσουβαλάτες, μέλι σουσούρας, ανθόμελο, βότανα, όσπρια, τουρσιά… και άλλα πολλά!
Τα προϊόντα μπορείτε να τα δοκιμάσετε στο μενού του εστιατορίου και μετά να τα προμηθευτείτε από το μαγαζάκι του ΠΕΡΕΚ, δίπλα από το εργαστήρι.
Αξίζει να σημειωθεί πως κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή, προϊόντα του ΠΕΡΕΚ διανέμονται φρέσκα σε διάφορα σημεία της Θεσσαλονίκης!
Το ΠΕΡΕΚ συχνά επισκέπτονται μαθητές σχολείων, προκειμένου να ενημερωθούν για την παραδοσιακή διατροφή.

ΠΩΣ ΘΑ ΦΤΑΣΕΤΕ ΣΤΟ ΠΕΡΕΚ
Μπορείτε να πάρετε τον δρόμο από Θεσσαλονίκη προς Χαλκιδική. Όταν φτάσετε στην αερογέφυρα Νέου Ρυσίου, κατευθυνθείτε προς Σουρωτή. Συνεχίστε για το Μονοπήγαδο, περνώντας το χωριό Αγιος Αντώνιος. Στην είσοδο του Μονοπήγαδου βρίσκεται το ΠΕΡΕΚ.

Η διάρκεια του ταξιδιού είναι 40′ από το κέντρο της Θεσσαλονίκης.
  • Χωριό Μονοπήγαδο - Δήμου Θέρμης
  • Τηλέφωνο: 23960.25305

ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
  • Δευτέρα έως Παρασκευή - 9:00 έως 22:00
  • Σάββατο και Κυριακή - 8:30 έως 24:00

VIDEO - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

image
image
image
image
image
image
image