Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

Βρουμούσι σαν του σκαντζόγρουνου



Μούρθι κ έκατσι σμαμ...Δε φταν απ βρουμούσι σαν του σκαντζόγρουνου , κείνου του έρμου του στόμα τ δε σταμάτσι ούτι λιφτό.... 
- Τι νι κρατάς τ ντάμα ααα , σίγουρρ είνι....
- Πέτα του ιφτά ααα....
- Κσιρί σ όφκειασι , κανένα εκσ δεν πέρασι....
Ου Σουκράτς , τουν τσινέ τ τρόχζι.... 
Σκώθκι , έφκι....
- Μπρεεεε ντικινές άθραπους , οπ πάει , τι ανακατουσούρα τούτους παναήα μ....!

Ανοικσ....κιρός



Ανοικσ....κιρός απ νοικουκύρσις τα κσιπαστρέβναν ούλα. Γιουργίτσα αρχίνσι π του προυί να σμαζών του σπιτ...
Εβγαλι όκσου τς βιλέντζις , τς φλουκάτις κι ούλα τα παρτσάλια , τ άβαλι στου γιαλάκκ π του πχαδδ , να τα πλενν...
Πήει κι στ αμπάρρ , αρχίνσι να του συγκιριάζζ...
Τράει δγυιο κούτις μπαμπάτσκις , γιουμάτις μι κασσιέτις , μουκρόφουνα , καλώδγια , φουτουγραφίης απ κατ κσιζάπουτις , κι ένα σουρό ζντράνια....Ου κανακάρρ τς ου Γιαννάκους , δγυιο μέτρα μαντράχαλους , η ώρα έντικα κι κόμα κμάταν....! Παέν τουν κσιπνάει.....
- Αηντι σήκου , φτανν τόσου....έλα στ αμπάρρ , να δγιούμι τι χράζισι κι τα ζντράνια , κείνα τα μπουκλούκια απ δεν τα χράζισι , 
α τα δώκου στου γύφτου....σήμιρα , ταχιά , α ματαπιράσσ....!
Αη καλό μ κι έχου ένα σουρό δλειες , άηντι κι να σας μαηρέπσου.....!


ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ
ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑ ΕΓΡΑΨΕ Ο
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΘΡΑΚΙΩΤΗΣ(THRAKIOTS)

Τηλιφουνάει Καλλιόππ τ Μαργιώ :



Τηλιφουνάει Καλλιόππ τ Μαργιώ :
- Τι φκειάνς Καλλιόπα μ....?
- Τίπτα...να γράφου μήνυμα τ άντρα μ , πότι δα νάρθ , να τ ιτοιμάσσ μάννα μ να μπαμπαλικώσσ , ούλου νισκός έρχιτι απ τ δλεια τ....
Α σ' έπιρνα γω...μι πρόλαβις......άντι έλα , α που τς μάννα μ να μας φκειάσσ καφέ...άντι φκειάσι γλίβρα...σι καρτιράου....
Παένν Καλιόππ , η Μαργιώ μι τα πουδάργια χαβδουμένα , κάθουνταν όκσου , κατ πτ μουργιά κι τέτχιουνι ικεί μι του νταλαβέρρ....
- Κόμα γραφςς...? τς λιέει....
- Σκέφκα να γράπσου κι τ αδιρφού μ , να μην αστουχίσσ να μ φέρρ τσιγάρα....
Εκατσι Μαργιώ , να κι μάννα τς Καλλιόπας , φερν τς καφέδις.....
- Τι φκειανς Κυρά Πουστόλινα....?
- Τι να φκειάνου καλό μ , να βράζου φασούλια , γιάλλους μπαηλτζμένους δα ναρθ....κ ύστρα ιρέβου κι να σιδιρώσου , δγυο κουπάνις παρτσάλια......Εφκει Πουστόλινα....
- Πουλί τυχιρή είσι Μαργιώ μ , μάννα σ φκειαν ούλα τα χουσμέτχια , μένα καημένν πέθανι ,κόμα σκουλιό πάηνα.....
Αααα Καλλιόπα μ , συ κόμα νέα είσι.....
Εφκει Καλλιόπα κι νούνζι : - Ακούς ικεί , η αχαήριφττ , δγυο χρόνια λο μιγάλλ είνι....κι γω είμι η μουκρή....!

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ
ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑ ΕΓΡΑΨΕ Ο
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΘΡΑΚΙΩΤΗΣ(THRAKIOTS)

Σκώθκι Δήμους κατσ τέσσιρις ώρα


Σκώθκι Δήμους κατσ τέσσιρις ώρα να πάει στου χαλέ να κατρισσ . Μπόμπης τουν κσίπνισι απ αλιχτούσι....
Τράει όκσου απ τν αμπάρα δγυο μαντραχαλάδις απ χούγιαζαν κι τσακώνουνταν...
Παέν κουντά τς , γλεπ , γειτόνν ήταν , τύφλα στου μιθίσσ...
-Ηρμα ααα.....κσιέρτι τι ώρα είνι....? Κόσμους κμάτι ααα.....
- Ηρμα του σκλι σ μπαρμπα Δήμου....τήρα τι μ έφκειασι...μι παρλάτσι τα μπουτσινάργια μ....
- Καλά σας όκανι....αη γκριμστείτι που δω , άντι κι κατρίθκα.....


ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ
ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑ ΕΓΡΑΨΕ Ο
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΘΡΑΚΙΩΤΗΣ(THRAKIOTS)

Πούλσι Δημητρός του βαμπάκκ



Πούλσι Δημητρός του βαμπάκκ , είχι κι λίγις παράδις σν άκρα , νιε μα πάλλ δεν έφταναν να παρρ τ αμάκσ απ ούθιλι...
Φόρσι τα καλά τ ,πίει σν αντιπρουσουπεία ... Εκατσι ζ μπουλιθρόνα , άπλουσι τς ακσάλις τ , αρχέτι ου Πουλητής , χουργιανός τ κι τ λιέει :
-Μπρε μπρε του Δημητρόοοοοοό...τι φκειανς...?
- Αμπέ γω καλά είμι , τσέπα μ να μπουρούσι να είνι λίου πχιο γιουμάττ....
- Απίκασα.....ιρέβς να παρς αμάκσσ κι δε σ ψτάναν παράδις.....καφιτσκάκκ α πχιούμι....?
- Παράνγγλι έναν.....
- Ακσι Δημητρό , τς παράδις απ ωχς κι τ αμάκσσ απ γιρέβς....α του βρούμι του κουλάη....!
Α σ φκειάσου τ δοσσ ικατόνπινήντα Ιβρώ του μήνα για δγυιο χρουνάκια , να μη ζουρίζισι.....
Πήρι του τέσσιρα ιπί τέσσιρα Δημητρός ύστρα που δγυιο μέρις κι παέν στου χουράφφ...
Φαντα γυρνούσι του μισμέρρ σ σπίττ , βάρσι μνια γιλάδα στου δρόμου...τσακίσκι προυφυλαχτήρας , 
στράβουσι κι λίου του φτιρό... Του παένν σν αντιπρουσουπεία , του γλεππ ου Θανάης ( χουργιανός τ...)
- Που του πατκάνσις ααα....?
-Μνια γιλάδα βάρσα στου δρόμου....πουλί σιαπσάλα τζιάναμ...!
-Μι ούλου του θάρρους....κι συ πουλί σιαπσάλς είσι αμπε Δημητρό , σιαπού χάζιβις ααα....?
-Πθινά.....τήρα του καλά κι πεζ μ , τι παράδις ιρέβτι να του φκειάστι....
- Αντάσσ....ένα χιλιάρκου ζημνιά έφκειασις....!
Καρακώθκι Δημητρός....!
- Φκειάστι του...πότι α ρθου να του πάρου...
- Σήμιρα Τρίττ....την Πεμπττ α είνι έτμου.....!
Εφκι Δημητρός , θμήθκι απ τουν είπι σιαπσάλ...κι παραμιλούσι : 
- Δίκιου εχχ , σαντέ σιαπσάλδις πέφτναν απσλά σ τς αγιλάδις.....!

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ
ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑ ΕΓΡΑΨΕ Ο
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΘΡΑΚΙΩΤΗΣ(THRAKIOTS)

Φαώθκι Θουδουράκς



Φαώθκι Θουδουράκς να τ πάρρ πατέρα τ πουδήλατου....
- Ουλλ έχναν...μένα δε α μι παρςς....?
- Κόμα τα σκόρδα δεν τα πούλσαμι...μι τι α σ πάρου ααα....?
Μνια μέρα έρχιτι Θουδουράκς π του σκουλιό , μεσ σν αβλή τς σ ένα φουρτηγό , φόρτουναν τα σκόρδα.....Του γιόμσαν , βγαν φουρτηγατζής ένα μάτσου χιλιάρκα , κι μέτραει....
- Δώδικα , δικατρία, δικατρία κι μσο.....Αη σι καλή μιργιά Πασκάλλ...! Τράει τσ παράδις Θουδουράκς....
- Πότι α μ του πάρςς....?
- Ταχιά α πάμι στην Κουμουτίνια , α στου πάρου , μ έφαης τα τζιγιέργια....! 
Τν άλλ τ μέρα , σάββατου , τα πιδγιά δεν είχαν σκουλιό , Θουδουράκς σκώθκι που τ νύχτα....! Πατέρα τ τάηζι τα πράματα....
- Πατέρααα....σ παένουμι....? Τέκα να ταήσου κι τς κότις κι α παένουμι....
Πήαν , πήρι Θουδουράκς του πουδήλατου , λιέει τουν πατέρα τ : 
- Πάνι συ μι του λιουφουρίου , γω δα νάρθου μι του πουδήλατου..... 
Εφκι Θουδουράκς μι του πουδήλατου , καμνιά βλα πιτχιέτι ένα παλιόσκλου στου δρόμου , 
τζιαλντούμικσι καρδίτσα τ Θουδουράκ , μπήκι σι ένα χουράφφ , έπισι , καταματώθκαν τα γόνατα τ , βάρσι κι στου τσιακάττ......
Αρχέταν ένα Τρακτέρ μι πλατφόρμα , βάναν του πουδήλατου απσλά , ανιβαίνν κι Θουδουράκς κι παέναν στου χουργιό... 
Τουν γλεππ μάννα τ .....
- Του πουδήλατου να του χιέσου , δε μι νιαζζ , αμ συ αγόρι μ....τσιντσιάνσις τα πουδαράκια σ του κιφάλλ σ.....
κάτσι να καπσαλίσου λίου μαλλί να ζ βάλου ζ γιαράδις.....α σκουτουθεί παναήα μ.....!

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ
ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑ ΕΓΡΑΨΕ Ο
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΘΡΑΚΙΩΤΗΣ(THRAKIOTS)

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ

ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ

  
Τελείωσα το διθέσιο εξατάξιο δημοτικό σχολείο του χωριού.
Διάβαζα πάνω στα δέντρα, κάτω στο χώμα και το χειμώνα στο τραπέζι της κουζίνας.
Δεν είχα δραστηριότητες παρά μόνο παιχνίδι.
Δεν είχα κατοικίδιο αλλά ένα σωρό γατάκια που μπαινόβγαιναν στην αποθήκη, έτρωγαν ποντίκια, κλωτσιές και γάλα από τις αγελάδες κάθε μέρα.
Είχα το αγαπημένο μου μοσχαράκι το οποίο το άλλαζα κάθε χρόνο γιατί εκείνο της προηγούμενης χρονιάς το έτρωγε το μαχαίρι.
Είχα σκύλο χωρίς λουρί και δασκάλους και δασκάλες που μοίραζαν σφαλιάρες.
Η βίτσα φτιαγμένη από ξύλο κρανιάς την οποία την πρωτοδοκίμαζε ο ερασιτέχνης κατασκευαστής(μαθητής).


ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ
  
Χιόνιζε πάρα πολύ στο χωριό όταν ήμουν μικρός. Όταν ερχόταν πολύ χιόνι, ο ουρανός γινόταν ένα αραγές συμπυκνωμένο γκρίζο, που κατέβαινε χαμηλά λες κι ήταν ταβάνι. Τα σύννεφα ήταν βαριά, πρησμένα. Και κάποια στιγμή ξεκινούσε να χιονίζει. Βαρύ, αργό, ατελείωτο χιόνι. Η ομορφιά από τις νιφάδες που έπεφταν, ο τρόμος από τον αποκλεισμό που ερχόταν, κι όλο αυτό το απροσμέτρητο άηχο κάλλος, στοιβάζονταν παντού. Όσο περνούσε η ώρα το χιόνι κυμάτιζε στους απέναντι λόφους, και παγωμένοι θύσανοι κατακάθονταν παντού. Τα βαριά μεγάλα σύννεφα συνέχιζαν να κατεβάζουν χιόνι, μέχρι που κάλυπταν τα πάντα. Έμοιαζαν τότε όλα άχρονα. Καμιά εχθρότητα, δεν μπορούσε να νικήσει μια τέτοια ομορφιά κι ο τρόμος του αποκλεισμού που ερχόταν δεν είχε να κάνει με την δυνατότητα μετακίνησης αλλά με κάτι πολύ πιο βαθύ. Το χιόνι θα έμενε εκεί για μέρες μέχρι να λιώσει μόνο του. Οι λίγοι εκχιονιστήρες της ΜΟΜΑ, καθάριζαν τον κεντρικό δρόμο, κανένας δεν ξόδευε ούτε πετρέλαιο ούτε εργατοώρες για να ξεχιονίσει τα γύρω χωριά. Για κάποιο παράξενο λόγο επίσης κανένας δεν είχε μια τέτοια απαίτηση. Ο αποκλεισμός από το χιόνι ήταν καταχωρημένος στα αυτονόητα της ζωής τους. Όταν δεν έμενε τίποτα που να μαυρίζει, ούτε δέντρο ούτε στέγη, ήταν πολύ εύκολο να παγιδέψεις κάθε είδος πουλιού. Αλλά με τέτοιο χιόνι τα μόνα πουλιά που ερχόταν ήταν οι τσίχλες. Σκορπίζαμε τότε λίγο σιτάρι σε μια άκρη της αυλής. Το χιόνι, ήταν λευκό βαθύ και απάτητο. Σε λίγο ακουγόταν τα απαλό μεταξένιο φτερούγισμα των μικρών φτερών από τις τσίχλες που ερχόταν. Τα μάτια τους ήταν μαύρα διάφανα και λαμπερά. Τα νύχια τους ήταν σκληρά, σκούρα και σφιγμένα. Το βάδισμά τους ήταν ασταθές, και τίναζαν το κεφάλι τους δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να διακρίνουν τον εχθρό παραξενεμένα από την τόσο εύκολη λεία. Δεν ήξεραν ότι ο εχθρός ήταν η ξύλινη σκάφη που τα παγίδευε όταν πια είχαν σιγουρευτεί ότι όλα πήγαιναν καλά και είχαν αρχίσει να τσιμπολογάνε το σιτάρι. Σε λίγο ο παππούς έστριβε το λαρύγγι στα παγιδευμένα πουλιά. Στιγμιαία το κορμί τους συσπώνταν, κι ύστερα σχεδόν αμέσως τα σφιγμένα νύχια των ποδιών τους χαλάρωναν, και τα πουλάκια έμοιαζαν να μικραίνουν απότομα μέσα στην σκοτεινή δίνη των φτερών τους. Το κεφάλι τους μαζεύονταν προς τα μέσα λες κι ήταν χελώνες που προσπαθούσαν να μπουν στο καβούκι τους, αλλά τα μάτια τους συνέχιζαν να κοιτάζουν ανοιχτά, θολώνοντας σταδιακά καθώς εδραιωνόταν το αμετάκλητο του θανάτου. Στη συνέχεια τα ξεπουπούλιαζε με ζεματιστό νερό και τα έψηνε. Είναι σκληρό, το ξέρω. Ωστόσο διατηρώ ακόμα, όχι τη γευστική ανάμνηση, αλλά μια αίσθηση ηδονικής θαλπωρής, μέσα σε ένα δωμάτιο μικρό και ζεστό, όπου ακουγόταν το βουητό του βοριά, και κυριαρχούσε η εκρηκτική γλυκύτητα του ψημένου κρέατος. Αυτή του είδους η τροφή, ήταν ταυτόχρονα κι ένα μάθημα που αφορούσε τη σκληρότητα της ζωής που όσοι μεγαλώσαμε σε αγροτικές περιοχές το παίρναμε από πολύ νωρίς.
TAXIDIOTHS