Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ

ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ

  
Τελείωσα το διθέσιο εξατάξιο δημοτικό σχολείο του χωριού.
Διάβαζα πάνω στα δέντρα, κάτω στο χώμα και το χειμώνα στο τραπέζι της κουζίνας.
Δεν είχα δραστηριότητες παρά μόνο παιχνίδι.
Δεν είχα κατοικίδιο αλλά ένα σωρό γατάκια που μπαινόβγαιναν στην αποθήκη, έτρωγαν ποντίκια, κλωτσιές και γάλα από τις αγελάδες κάθε μέρα.
Είχα το αγαπημένο μου μοσχαράκι το οποίο το άλλαζα κάθε χρόνο γιατί εκείνο της προηγούμενης χρονιάς το έτρωγε το μαχαίρι.
Είχα σκύλο χωρίς λουρί και δασκάλους και δασκάλες που μοίραζαν σφαλιάρες.
Η βίτσα φτιαγμένη από ξύλο κρανιάς την οποία την πρωτοδοκίμαζε ο ερασιτέχνης κατασκευαστής(μαθητής).


ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ
  
Χιόνιζε πάρα πολύ στο χωριό όταν ήμουν μικρός. Όταν ερχόταν πολύ χιόνι, ο ουρανός γινόταν ένα αραγές συμπυκνωμένο γκρίζο, που κατέβαινε χαμηλά λες κι ήταν ταβάνι. Τα σύννεφα ήταν βαριά, πρησμένα. Και κάποια στιγμή ξεκινούσε να χιονίζει. Βαρύ, αργό, ατελείωτο χιόνι. Η ομορφιά από τις νιφάδες που έπεφταν, ο τρόμος από τον αποκλεισμό που ερχόταν, κι όλο αυτό το απροσμέτρητο άηχο κάλλος, στοιβάζονταν παντού. Όσο περνούσε η ώρα το χιόνι κυμάτιζε στους απέναντι λόφους, και παγωμένοι θύσανοι κατακάθονταν παντού. Τα βαριά μεγάλα σύννεφα συνέχιζαν να κατεβάζουν χιόνι, μέχρι που κάλυπταν τα πάντα. Έμοιαζαν τότε όλα άχρονα. Καμιά εχθρότητα, δεν μπορούσε να νικήσει μια τέτοια ομορφιά κι ο τρόμος του αποκλεισμού που ερχόταν δεν είχε να κάνει με την δυνατότητα μετακίνησης αλλά με κάτι πολύ πιο βαθύ. Το χιόνι θα έμενε εκεί για μέρες μέχρι να λιώσει μόνο του. Οι λίγοι εκχιονιστήρες της ΜΟΜΑ, καθάριζαν τον κεντρικό δρόμο, κανένας δεν ξόδευε ούτε πετρέλαιο ούτε εργατοώρες για να ξεχιονίσει τα γύρω χωριά. Για κάποιο παράξενο λόγο επίσης κανένας δεν είχε μια τέτοια απαίτηση. Ο αποκλεισμός από το χιόνι ήταν καταχωρημένος στα αυτονόητα της ζωής τους. Όταν δεν έμενε τίποτα που να μαυρίζει, ούτε δέντρο ούτε στέγη, ήταν πολύ εύκολο να παγιδέψεις κάθε είδος πουλιού. Αλλά με τέτοιο χιόνι τα μόνα πουλιά που ερχόταν ήταν οι τσίχλες. Σκορπίζαμε τότε λίγο σιτάρι σε μια άκρη της αυλής. Το χιόνι, ήταν λευκό βαθύ και απάτητο. Σε λίγο ακουγόταν τα απαλό μεταξένιο φτερούγισμα των μικρών φτερών από τις τσίχλες που ερχόταν. Τα μάτια τους ήταν μαύρα διάφανα και λαμπερά. Τα νύχια τους ήταν σκληρά, σκούρα και σφιγμένα. Το βάδισμά τους ήταν ασταθές, και τίναζαν το κεφάλι τους δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να διακρίνουν τον εχθρό παραξενεμένα από την τόσο εύκολη λεία. Δεν ήξεραν ότι ο εχθρός ήταν η ξύλινη σκάφη που τα παγίδευε όταν πια είχαν σιγουρευτεί ότι όλα πήγαιναν καλά και είχαν αρχίσει να τσιμπολογάνε το σιτάρι. Σε λίγο ο παππούς έστριβε το λαρύγγι στα παγιδευμένα πουλιά. Στιγμιαία το κορμί τους συσπώνταν, κι ύστερα σχεδόν αμέσως τα σφιγμένα νύχια των ποδιών τους χαλάρωναν, και τα πουλάκια έμοιαζαν να μικραίνουν απότομα μέσα στην σκοτεινή δίνη των φτερών τους. Το κεφάλι τους μαζεύονταν προς τα μέσα λες κι ήταν χελώνες που προσπαθούσαν να μπουν στο καβούκι τους, αλλά τα μάτια τους συνέχιζαν να κοιτάζουν ανοιχτά, θολώνοντας σταδιακά καθώς εδραιωνόταν το αμετάκλητο του θανάτου. Στη συνέχεια τα ξεπουπούλιαζε με ζεματιστό νερό και τα έψηνε. Είναι σκληρό, το ξέρω. Ωστόσο διατηρώ ακόμα, όχι τη γευστική ανάμνηση, αλλά μια αίσθηση ηδονικής θαλπωρής, μέσα σε ένα δωμάτιο μικρό και ζεστό, όπου ακουγόταν το βουητό του βοριά, και κυριαρχούσε η εκρηκτική γλυκύτητα του ψημένου κρέατος. Αυτή του είδους η τροφή, ήταν ταυτόχρονα κι ένα μάθημα που αφορούσε τη σκληρότητα της ζωής που όσοι μεγαλώσαμε σε αγροτικές περιοχές το παίρναμε από πολύ νωρίς.
TAXIDIOTHS

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ. Πράγματα παλιά ξεχασμένα...

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ.
Πράγματα παλιά ξεχασμένα...


Πράγματα και σκεύη παλιά που θα μας ταξιδέψουν σε περασμένες δεκαετίες, σε θολές αλλά όχι ξεχασμένες αναμνήσεις και σε μαγικά παιδικά όνειρα, γιατί "δε φταίω εγώ που μεγαλώνω, φταίει η ζωή που 'ναι μικρή!"
Να πούμε κάτι γι’ αυτά τα πράγματα που παν να ξεχαστούν, και να γεμίσω παράλληλα καμιά άδεια ώρα, από εκείνες τις ατέλειωτες του άπραγου συνταξιούχου. Και να κάνουμε κι έτσι ας πούμε κι ένα αλλιώτικο μνημόσυνο για τη χαμένη εκείνη εποχή της νιότης μας, και για εκείνους όλους τους μακαρίτες που χρησιμοποίησαν αυτά τα άγνωστα σήμερα εργαλεία και σύνεργα και προσπάθησαν να διευκολύνουν τις δουλειές και γενικά τη ζωή τους.
Έτσι μου’ρχονται στο μυαλό και λέω εκείνα τα ταπεινά αλλά τόσο απαραίτητα πράγματα, εκείνα τα σκεύη και εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν σε παλιότερες εποχές και εξυπηρέτησαν τα νοικοκυριά και γενικά τις αγροτικές εργασίες, και που σιγά-σιγά έφυγαν απ’ τη ζωή μας, ξεχασμένα σε κάποια απόμερη γωνιά κάποιας αποθήκης, η τά φαγε το χώμα σε μια χωματερή.
Και είναι αρκετά αυτά τα εργαλεία και τα σκεύη τα πολύτιμα, που μού’ ρχονται ένα- ένα στο μυαλό και που θα καταπιαστώ μ’ αυτά, όπως τα θυμάμαι και να τα ξαναθυμηθούν οι παλιότεροι, και να τα μάθουν και οι νέοι, που δεν τα γνώρισαν ποτέ.
Θα τα περιγράψω όσο γίνεται καλύτερα και με όσες λεπτομέρειες θυμάμαι.
Και θα ξεκινήσω κάνοντας την αρχή με το πρώτο και καλύτερο που αντικρίζαμε ξυπνώντας κάθε πρωί κι έρχεται πάντα στο μυαλό μου, εκείνο το τενεκεδένιο ωραίο δοχείο, που το έφτιαχναν οι ντόπιοι ντενεκετζίδες...τον νιπτήρα.


      
ΒΡΥΣΑΚΙ

Ο νιπτήρας

Μαστορεμένο κατασκεύασμα, με καπάκι από πάνω, κολλημένο με καλάϊ έτσι που να ανοιγοκλείνει με ασφάλεια, για να μην μπορεί να μπει η σκόνη και τα διάφορα «μαμούνια». Σε σχήμα κορμού δέντρου σχισμένου στη μέση σε όρθια στάση, με το πίσω μέρος ίσιο για να κρεμιέται στον τοίχο και το μπροστινό μέρος του καμπυλωτό. Σ’ αυτό το καμπυλωτό τμήμα του είχε κολλημένη την μπρούντζινη βρυσούλα. Αυτός ήταν ένας συνηθισμένος νιπτήρας.
Αυτός λοιπόν ο τσίγκινος νιπτήρας, ήταν μονίμως κρεμασμένος στην κουζίνα πάνω από τον νεροχύτη, που απ’ ότι θυμάμαι, ήταν συνήθως τσιμεντένιος. Δίπλα συνήθως στο νιπτήρα, κρεμασμένος από ένα μικρό καρφί, ήτανε πάντα ένας μικρός καθρέφτης, για το ξύρισμα των μεγάλων, και για να γυαλιζόμαστε εμείς οι μικρότεροι, και να φτιάχνουμε τον καρέ.
Ο απαραίτητος αυτός νιπτήρας, που εξυπηρετούσε όλο το σπίτι, όσο ήτανε καινούργιος όλα ήταν μια χαρά. Έλα όμως, που απ’ τη πολυκαιρία και τη σκουριά, η από κάποιες τούμπες κατά το γέμισμα τρύπαγε, και έπρεπε να κάνει μια βόλτα για κόλλημα, γιατί οι αλχημείες που κάνανε οι νοικοκυρές με ζυμάρια, ξυλαράκια και άλλα τέτοια τερτίπια σπάνια πιάναν.
Ο νιπτήρας φιλοξενήθηκε στα περισσότερα σπίτια, για πάρα πολλά χρόνια, μέχρι που μπήκαν οι βρύσες στα σπίτια στο χωριό, αρχές δεκαετίας του 70, οπότε βγήκε κι αυτός σε αχρηστία. Κρεμάστηκε όμως για τα καλά απ’ το καρφί της μνήμης μου, και μένει εκεί για πάντα.




Το φανάρι
Οι άνθρωποι όχι πριν και πολλά χρόνια στη παιδική μας εποχή, είχαν πρόβλημα με τη διατήρηση των τροφίμων. Έτσι για να διατηρηθούν και να παραμείνουν περισσότερο χρόνο, έπρεπε να είναι σε μέρος σίγουρο και προστατευμένο απ’τα έντομα και τα διάφορα «ζουζούνια» και σε μέρος όσο το δυνατόν πιο δροσερό.
Και δύο τέτοια μέρη, πολύτιμα και απαραίτητα σε κάθε σπίτι εκείνη την εποχή ήταν:
Η σήτα η το λεγόμενο αλλιώς φανάρι, και αργότερα το απαραίτητο σε κάθε σπίτι ψυγείο πάγου.
Ήταν ένα τετράγωνο κατασκεύασμα, σαν ένα μεγάλο λαδοφάναρο εκείνης της εποχής, φτιαγμένο με μεταλλικό ελαφρό σκελετό (τσίγκινο) που γύρω - γύρω καλυπτόταν από σήτα.
Μπροστά είχε πόρτα και μέσα δύο ράφια για να ακουμπούν τα διάφορα τρόφιμα.
Το κρεμούσαν σε κάποιο δροσερό μέρος του σπιτιού, στο πιο δροσερό που υπήρχε και συνήθως καλά αεριζόμενο, φροντίζοντας πάντα να μην έχουν πρόσβαση οι γάτες, οι οποίες συχνά προσπαθούσαν να το φτάσουν.


     

Το ψυγείο
Αργότερα, εκεί στα τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έκαναν την εμφάνισή τους στα νοικοκυριά, τα πρώτα ψυγεία πάγου, που γνώρισαν μεγάλες δόξες και τιμές σε κάθε σπίτι.
Αυτό ήταν ένα ξύλινο ορθογώνιο κουτί, επενδυμένο εσωτερικά με τσίγκο.
Είχε δύο πόρτες, μια πάνω και μια μπροστά, και στηριζόταν σε τέσσερα πόδια.
Το πάνω μέρος άνοιγε και είχε μια σιδερένια μικρή δεξαμενή με καπάκι από πάνω, που κατέληγε εξωτερικά σε μια κάνουλα. Εκεί σ’ αυτή τη δεξαμενή, ρίχναν το νερό με τη ποτίστρα για να παγώνει και έτσι είχαν πάντα κρύο. Λίγο πιο μπροστά απ’ τη δεξαμενή έμπαινε ο πάγος, τυλιγμένος με μια λινάτσα για να λιώνει όσο το δυνατόν αργότερα.
Στο κάτω μέρος, ανοίγοντας τη μπροστινή πόρτα, υπήρχαν ράφια όπου τοποθετούσαν τα τρόφιμα και τα ποτά. Τα νερά που έτρεχαν προς τα κάτω, πάγωναν τις επιφάνειες (από τσίγκο) του ψυγείου κι έτσι διατηρούνταν κρύα τα φαγητά.
Κάτω - κάτω υπήρχε ο συλλέκτης των νερών, ένα συρτάρι ας πούμε, όπου έτρεχαν τα νερά από τον πάγο που έλιωνε και οι νοικοκυρές το άδειαζαν όταν γέμιζε, για να μη πλημμυρίσει όλο το σπίτι.
Κάθε μέρα το πρωί, έρχονταν ο πάγος.
Στη σειρά όλοι εκείνη την ώρα, έδιναν τη παραγγελία.
Ένα τέταρτο ή μισή κολόνα, που έκοβε με ένα πριόνι, κι ένα σιδερένιο μυτερό εργαλείο.
Κι εμείς τα παιδιά τρέχαμε να βουτήξουν κάποιο κομμάτι που έφευγε από το κόψιμο, και και φώναζαν οι μανάδες.




Η λάμπα
Για όσους απορούν κι αναρωτιούνται τι είναι αυτά τα δυό παράξενα αντικείμενα της φωτογραφίας, και για τους μη γνωρίζοντες: Λοιπόν αυτά τα αντικείμενα είναι δυό παροπλισμένες πλέον λάμπες πετρελαίου, από εκείνες που κάποτε ήταν γνωστές και απαραίτητες σε κάθε σπίτι. Κι έζησαν μεγαλεία σε εποχές παλιότερες πριν να τις παραμερίσει η πρόοδος και ο ηλεκτρισμός, τότε που ήταν απαραίτητες σε γλέντια και ξενύχτια και σε νυχτέρια ατέλειωτα. Αυτή η λάμπα ήταν η μόνη πηγή φωτός τη νύχτα πριν έρθει το ρεύμα στα χωριά, και μ’ αυτήν φέγγαμε στα σκοτάδια, μ’ αυτήν διαβάζαμε και συντροφιά μ’ αυτήν με κατεβασμένο το φυτίλι και τη φλόγα χαμηλωμένη για να μην καίει πολύ πετρέλαιο, έπλεκε η γιαγιά καθισμένη κοντά στη σόμπα η στο τζάκι πουλόβερ.
Άμα τη μελετήσεις καλά μια τέτοια λάμπα, δεν είναι απλό κατασκεύασμα, είναι ένα τέλειο φωτιστικό σώμα και αρκετά πολύπλοκο. Διαθέτει το κάτω μέρος, το δοχείο μέσα στο οποίο μπαίνει το καθαρό (φωτιστικό) πετρέλαιο, και τη Μηχανή που βιδώνει πάνω σ’ αυτό το δοχείο, και που περνάει ενδιάμεσα μέσα από μια σχισμή το βαμβακερό φιτίλι το οποίο μ’ ένα ρεγουλατόρο ροδέλα, το ανεβάζεις και το κατεβάζεις, ανάλογα με το πόσο φωτεινή θέλεις να είναι η φλόγα. Βέβαια υπήρχε πάντα μια αρχή. Δεν μπορούσες να σηκώσεις αυτό το φυτίλι πολύ, γιατί ζεσταίνονταν με τη φλόγα το λαμπογιάλι που ήταν και το λεπτό σημείο της λάμπας, και μπορούσε εύκολα να σπάσει και να τρέχεις στον μπακάλη να πάρεις άλλο. Και άμα τύχαινε - που πάντα σχεδόν τύχαινε να’ ναι νύχτα - άντε να βρεις.
Η μικρή η λάμπα διέθετε και καθρέπτη, ένα στρόγγυλο και γυαλιστερό κομμάτι από τσίγκο, στηριγμένο σε ένα χοντρό σύρμα περίτεχνα στραβωμένο, το οποίο έπιανε και συγκρατούσε μια λεπτή μεταλλική ταινία που αγκάλιαζε τη λάμπα, για να κρεμιέται στο τοίχο. Η μεγάλη η λάμπα η μπρούτζινη, δεν διέθετε καθρέπτη, ούτε κρεμιόνταν στο τοίχο. Αυτή ήταν ας πούμε κάπως πιο επίσημη, του σαλονιού.
Στην λάμπα συνέβαιναν με το πέρα-δώθε και αρκετά «ατυχήματα» από το σπάσιμο και την υποχρεωτική αντικατάσταση, μέχρι το ξεκόλλημα της μηχανής, που είχαν βρει όμως τρόπο να την ξανακολλάνε. Η βλάβη όμως που θεωρούνταν σοβαρή, ήταν αυτή που παρουσίαζε ο μηχανισμός της να σηκώσει ή να κατεβάσει το φυτίλι και εκεί ήταν που έπρεπε να πάρεις άλλον, γιατί γιατριά δεν υπήρχε.
Για να λειτουργήσει η λάμπα καλά και να έχει καλή απόδοση σε φώς, έπρεπε το λαμπογυάλι να είναι καθαρό, και κάθε μέρα η νοικοκυρά το έπλενε με σαπουνάδα, και όταν δεν ήταν πολύ μουτζουρωμένο, το καθάριζε μ’ ένα πανί που έβαζε μέσα, και το γύριζε γύρω – γύρω μ’ ένα ξύλο. Πάντως από ότι θυμάμαι, τα λαμπογυάλια ράγιζαν πολλές φορές ξαφνικά και η λάμπα κάπνιζε και μαύριζε ολόκληρο το γυαλί, οπότε, ούτε έφεγγε και το πετρέλαιο καίγονταν τζάμπα.


  

Το καρβουνοσίδερο
Τούτα δω το λοιπόν τα καρβουνοσίδερα σιδερώματος υπήρχαν σε όλα σχεδόν τα σπίτια στα χωριά. Τώρα αν ήταν εισαγόμενα και σε τι καταστήματα δηλαδή πουλιόταν μη με ρωτήσετε δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα ότι αυτά τα παλιά σίδερα για σιδέρωμα των ρούχων, έμοιαζαν με μυτερά κουτιά, όπου μέσα τοποθετούσαν αναμμένα κάρβουνα. Ήταν κατασκευασμένα από χοντρό μέταλλο και η χειρολαβή τους ήταν από ξύλο για να μην καίει τα χέρια αυτού που το χρησιμοποιούσε.
Ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη: το κάτω και το πάνω.
Το κάτω ήταν βαθουλό και μέσα έμπαιναν τα κάρβουνα.
Το πάνω ήταν λεπτό και χρησίμευε σαν καπάκι για να κλείνει το σίδερο.
Επίσης υπήρχε ένας πύρος στο κάτω μέρος που ασφάλιζε με το σύρτη στο πάνω μέρος.
Τα κάρβουνα για το σίδερο τα έπαιρναν από το τζάκι ή την σόμπα το Χειμώνα, το καλοκαίρι δε φρόντιζαν να ανάβουν τη γωνιά ή το μαγκάλι, από όπου γέμιζαν το σίδερο με αναμμένα κάρβουνα.
Η κάθε νοικοκυρά, που ήθελε να σιδερώσει, πρώτα ετοίμαζε τα κάρβουνα, κι έπειτα όλα τα’ άλλα. Έπρεπε όμως κατά το σιδέρωμα, να προσέχει τις στάχτες, που έβγαιναν από τις τρύπες και να μην κάνει απότομες κινήσεις, ιδίως όταν σιδέρωνε λευκά. Πολλές φορές, μετά από πολύωρο σιδέρωμα, τα κάρβουνα έσβηναν μέσα στο σίδερο. Κι όταν η θερμοκρασία του σίδερου άρχιζε να πέφτει, η νοικοκυρά έβγαινε στο πεζούλι της εισόδου και κουνούσε το σίδερο σαν κούνια δεξιά αριστερά για να αναζωπυρωθούν τα κάρβουνα. Το οξυγόνο εισχωρούσε από τις τρύπες που υπήρχαν στο σίδερο, τα ασπρισμένα κάρβουνα κοκκίνιζαν και άρχιζε πάλι το σιδέρωμα.
Με τον ερχομό του ηλεκτρικού μπήκαν σιγά σιγά στα νοικοκυριά και τα ηλεκτρικά σίδερα.
Την εποχή αυτή το καλύτερο δώρο για τους νεόνυμφους ήταν ένα ηλεκτρικό σίδερο και ήταν η μεγάλη χαρά της νεόνυμφης νοικοκυράς, αυτή η πρώτη συσκευή στην υπηρεσία της, που εγκαινίαζε μια νέα εποχή, την εποχή του ηλεκτρικού ρεύματος, που έφερε τόσες ανέσεις και ευκολίες στα νοικοκυριά συν το χρόνο. Βέβαια οι σιδερώστρες, αυτές οι φορητές που ξέρουμε, ήταν είδη πολυτελείας και μπήκαν πολύ αργότερα στα νοικοκυριά. Οι περισσότερες γυναίκες στο χωριό στρώναν μια παλιά κουβέρτα και ένα σεντόνι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, κι έκαναν τη δουλειά τους.
Παρ’ όλο όμως που το ηλεκτρικό σίδερο, με την πάροδο του χρόνου, έγινε προσιτό σε όλους, παρέμεινε όμως σε χρήση από μερικούς επαγγελματίες εμποροράφτες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70 το σίδερο με τα κάρβουνα.


Σκάφη. Το “πλυντήριο” της γιαγιάς. Ξύλινη ή από λαμαρίνα. Μέσα, διάφορα βοηθητικά εργαλεία. Μπουγάδα με το χέρι και πράσινο ή άσπρο σαπούνι (δεν υπήρχαν άλλα απορρυπαντικά). Από τις σκληρότερες δουλειές της νοικοκυράς που δεν είχε “δούλες” (έτσι έλεγαν τις οικιακές βοηθούς) ούτε “παραδουλεύτρες”. Συχνά η σκάφη χρησίμευε και ως μπανιέρα, μιά και τα περισσότερα σπίτια δεν διέθεταν τις σημερινές λουτρικές εγκαταστάσεις και το μπάνιο δεν ήταν και καθημερινή συνήθεια. Κάθε Σάββατο και αν… 




Αιγινήτικο κανάτι. 
Εναλλακτικός τρόπος ψύξης του νερού. Πριν ακόμη την εμφάνιση του ψυγείου πάγου (αλλά και μετά) ήταν σε χρήση το Αιγινήτικο κανάτι, για να δίνει δροσερό νερό. Η μέθοδος βασίζεται στην αρχή της φυσικής, ότι όταν ένα υγρό εξατμίζεται, απορροφά θερμότητα. Τα κανάτια ήταν από πορώδες υλικό (πηλό) που επέτρεπε μιά μικρή ποσότητα νερού να βγαίνει στην εξωτερική επιφάνεια του κανατιού. Ετσι, το κανάτι “ίδρωνε” και το τοποθετούσαν σε σημεία με ρεύμα αέρα (συνήθως στα πρεβάζια των παραθύρων). Ο αέρας προκαλούσε εξάτμιση και η εξάτμιση έριχνε τη θερμοκρασία στο εσωτερικό του και το νερό απλώς δρόσιζε κάπως, ώστε να πίνεται.




Γκαζιέρες και καμινέτα. 

Το μαγείρεμα γινόταν με γκαζιέρες που έκαιγαν πετρέλαιο ή βενζίνη (σπανιότερα). Ηταν πολύπλοκα εργαλεία που οι νοικοκυρές ήταν απόλυτα εξοικειωμένες μαζί τους. Τρομπάριζαν αέρα μέσα στο δοχείο του καυσίμου, ώστε αυτό να ανεβαίνει στον καυστήρα. Συχνά βούλωναν και υπήρχαν ειδικά βελονάκια για το ξεβούλωμά τους. Υπήρχαν και οι φουφούδες, μιά κατασκευή παρόμοια με το μαγκάλι, αλλά με σχάρα, για να τοποθετείται η κατσαρόλα. Ο καφές ή τα αφεψήματα ψήνονταν στα καμινέτα που έκαιγαν μπλε οινόπνευμα. Το γκαζάκι δεν υπήρχε τότε και μόνο τα σχετικά πλούσια νοικοκυριά είχαν σύνδεση με το φωταέριο. Πολυτέλεια ήταν και οι στόφες, οι κουζίνες με ξύλα που διέθεταν και φούρνο. Τα φουρνιστά τα έστελναν στο γειτονικό φούρνο που δούλευε σε φοβερούς ρυθμούς τις Κυριακές, που ο κόσμος έτρωγε κρέας ψητό, με μακαρόνια, κριθαράκι ή πατάτες.

Μαγκάλι. 
Η θέρμανση του φτωχού…Μη φανταστείτε πως το μέσο σπίτι διέθετε κεντρική θέρμανση. Βέβαια και στα σημερινά που τη διαθέτουν, διακοσμητική είναι, αφού το πετρέλαιο έχει γίνει χρυσάφι! Πάντως η θέρμανση με μαγκάλι ήταν φτηνή, αλλά χωρίς μεγάλη εμβέλεια. Στη μέση του δωματίου έμπαινε το μαγκάλι με τα ξυλοκάρβουνα για αρχή και τον “πυρήνα” (μιά σκόνη από τα κουκούτσια της ελιάς). Δημιουργούσε χόβολη μέσα στην οποία έψηναν καφέ και επάνω από το μαγκάλι έψηναν κανά κοψίδι ή φέτες ψωμί. Συχνά τα “αχώνευτα” ξυλοκάρβουνα καίγονταν ελλιπώς, με αποτέλεσμα την έκλυση CO (μονοξειδίου του άνθρακα) που σκότωνε ολόκληρες οικογένειες! Βέβαια υπήρχαν και οι ξυλόσομπες, οι σόμπες με κάρβουνα, καθώς και οι σόμπες πετρελαίου, αργότερα αυτές. Κεντρική θέρμανση διέθεταν τα πλουσιόσπιτα, αλλά καύσιμη ύλη ήταν το ξύλο ή το κάρβουνο και κάποιος (συνήθως το υπηρετικό προσωπικό) έπρεπε να κατεβαίνει κάθε τόσο στο υπόγειο, να τροφοδοτεί τη φωτιά. Υπήρχαν κι άλλες διαφορές στις ευκολίες, αλλά δεν έχει νόημα να μιλάμε π.χ. για ηλεκτρονικά και μέσα διασκέδασης, γιατί αυτά ήταν πολυτέλειες!

Χειρόμυλος


Ο χειρόμυλος, τα παλιά χρόνια, ήταν δείγμα νοικοκυροσύνης! Τα σπίτια που είχαν και χειρόμυλο, μαζί με άλλες απαραίτητες συσκευές, όπως ο αργαλειός, είχαν «το καθετί» τους, ό,τι χρειάζονταν για την ένδυση και την καθημερινή διατροφή της οικογένειας.
Ο χειρόμυλος αποτελείται από δύο στρογγυλές επίπεδες πέτρες, η μία πάνω στην άλλη. Η κάτω πέτρα έχει ένα σίδερο στη μέση. Το σίδερο αυτό ενώνει τις δύο πέτρες, καθώς περνάει από την κάτω πέτρα στην πάνω, ενώ στην άκρη της πάνω πέτρας υπάρχει μια χειρολαβή, την οποία κρατάει η νοικοκυρά για να γυρίζει το μύλο.
Από την τρύπα στην πάνω πέτρα, οι νοικοκυρές έριχναν λίγο – λίγο τον καρπό, ο οποίος με τις στροφές της πέτρας κομματιαζόταν και έπεφτε έξω από τις πέτρες, έτοιμος πια για χρήση. Ο χειροκίνητος μύλος προοριζόταν για οικιακή χρήση. Φανταστείτε τον κόπο και τον χρόνο που θα χρειαζόταν να καταβάλλει μια νοικοκυρά για να αλέσει μεγάλες ποσότητες καρπών;

Η ΑΝΕΜΗ ΚΑΙ Η ΣΒΙΓΑ

Δύο απαραίτητα όργανα της παραδοσιακής υφαντικής τέχνης ήταν η ανέμη και η σβίγα. Η ανέμη ήταν ένα ξύλινο εργαλείο, στο οποίο τέντωναν τις κούκλες του νήματος για να τις τυλίξουν σε κουβάρι ή σε μασούρι. Η ανέμη περιστρεφόταν ξετυλίγοντας το νήμα. Η σβίγα είναι κι αυτή ξύλινο εργαλείο που αποτελείται από μια ρόδα που περιστρέφεται με χερούλι. Το νήμα ξετυλίγεται από την ανέμη και τυλίγεται στο καρούλι της σβίγας.


Ρόκα, Αδράχτι, Σφοντύλι


Το γνέσιμο γινόταν με τρία κλωστικά εργαλεία: Τη ρόκα, το αδράχτι και το σφοντύλι.
Η ρόκα. Ήταν ένα απλό εργαλείο με το οποίο οι γιαγιάδες μας έφτιαχναν το νήμα για το ρουχισμό του σπιτιού, που δεν άλλαξε στη μορφή του και δεν εγκαταλείφθηκε για χιλιετίες, παρά μόνο πριν από πενήντα χρόνια.
Πάνω στη ρόκα στερέωναν τις τουλούπες για να τις γνέσουν.
Μια ξύλινη διχάλα με συνολικό μήκος γύρω στους ογδόντα πόντους ήταν στην απλούστερη μορφή της η ρόκα. Οι μερακλήδες όμως έφτιαχναν περίτεχνες ρόκες από ελατάκια, λυγιές και άλλα ξύλα, που γύριζαν εύκολα. Διάλεγαν λοιπόν το ξύλο, ίσαμε δυο-τρία δάχτυλα χοντρό και το έκοβαν σε ένα σταυρό. Τα πραχάλια, τα κλωνάρια δηλαδή που εκφύονταν από το σταυρό, τα γύριζαν με προσοχή σε σχήμα κύκλου και με διάμετρο γύρω στους τριάντα πόντους για να μπαίνει εκεί η «τουλούπα», το ξασμένο μαλλί με άλλα λόγια.
Οι ροκάδες, δηλαδή αυτοί που έφτιαχναν ρόκες, αλλά και μαγκούρες για τους γέρους και ζέβλες και κρικέλια για τα αλέτρια, τα ξύλα τα ζέσταιναν στη φωτιά για να μαλακώσουν. Στη συνέχεια τα γύριζαν προσεκτικά και με υπομονή και τα έδεναν εκεί που έπρεπε με σύρμα για να «κάτσουν». Για κάμποσες μέρες τα ξύλα αυτά, όπως τα είχαν γυρίσει, τα άφηναν δεμένα για να μη φύγουν από τα σκαριά τους και τα σουλούπια τους. Μετά τα έλυναν και τα γυρίσματα έμεναν στη θέση τους. Επάνω στο στέλεχος έφτιαχναν διάφορα σκαλίσματα – κεντίδια. Χάραζαν το όνομά τους, ολόκληρο ή τα αρχικά, τη χρονολογία κ.ά..
Είναι επίσης γνωστό και το δημοτικό τραγούδι που μιλάει για τη ρόκα.
«Πάρε Μαριώ μ` τη ρόκα σου, Ωχ, κι έλα τη φράχτη-φράχτη Βάσανα πω` χει η αγάπη! Πάρε, Μαριώ μ` τη ρόκα σου Ωχ, κι εγώ τον ταμπουρά μου Βάσανα πω `χει η καρδιά μου.»
Το αδράχτι, ήταν κατασκευασμένο από ξύλο και έμοιαζε με λαμπάδα. Στο επάνω άκρο είχε ένα λεπτό άγκιστρο, για να αγκιστρώνεται το νήμα και στο κάτω μέρος προσαρμοζόταν το σφοντύλι.
Το σφοντύλι ήταν ένα στρογγυλό και πλακουδερό ξύλο με διάμετρο γύρω στους έξι πόντους,που με το βάρος του έδινε τη δυνατότητα στο αδράχτι να γυρίζει γρήγορα και να στρίβει το μαλλί.

Το γουδί.

Υπήρχε ξύλινο αλλά και μπρούτζινο. Το μπρούτζινο στα πιτσιρίκια άρεσε να το χρησιμοποιούν σαν καμπάνα, μιας και το μεταλλικό κράμα της κατασκευής του, παρόμοιο με της καμπάνας είχε αρκετά μελωδικό ήχο. Άλλωστε τα ακούσματα εκείνης της εποχής ήταν τα φυσικά και μόνο ακούσματα, χωρίς άλλες πηγές μουσικών ήχων. Όταν η νοικοκυρά ήθελε να τρίψει μαστίχα, κανέλα ή καρύδια, τα παιδιά ήταν πάντα πρόθυμα να τη βοηθήσουν, κατακτυπώντας το γουδί.


Σοφράς


Πολλές φορές ο σοφράς, ένα κυκλικό τραπέζι 30 εκατοστά ύψους, χρησίμευε για τραπέζι φαγητού στα μικρά παιδιά της οικογένειας. Η πιο συνηθισμένη όμως χρήση του ήταν η παρασκευή του ψωμιού κατά το ζύμωμα, και στην συνέχεια το κρέμασμα του από ένα καρφί στον τοίχο ώστε να διατηρείται σχετικά καθαρός για το πλάσιμο του ψωμιού.

Παρασύρα(Σκούπα)


Χαράς το πράμα, θα μου πεις… Έλα όμως που εκείνα τα χρόνια, ούτε ηλεκτρικές σκούπες υπήρχανε αλλά ούτε και ρεύμα. Δυο ειδών ήταν οι παρασύρες, δηλαδή οι σκούπες. Οι «καλές» για το σπίτι και οι «κακές» για το στάβλο ή το κοτέτσι. Άλλη ήταν και η παρασύρα για την αυλή. Πιο παλιά δεν έβαζαν και ξύλο και οι γυναίκες έσκυβαν για να σκουπίσουν, μετά «εκσυγχρονίστηκαν» και αυτές για να μην … κοψομεσιάζεται η γυναίκα!
Τις παρασύρες τις έφτιαχναν από χόρτα που έβρισκαν στα ποτάμια και τα ρυάκια τις βρούλιες ή ρούλιες ή βούρλες. Το χόρτο ήτανε κίτρινου χρώματος παρά το γεγονός ότι ανά περιοχή έχει διαφορετικό όνομα. Η γιαγιά μου πάντως μας τ'έλεγε βρούλιες ή ρούλιες.
Έπαιρναν λοιπόν τις βρούλιες τις έκαναν δεματάκια, τις κοπανίζανε με την κοπανίδα, τις γύριζαν και τις έπλεκαν.
Κόσκινο


Ένα από τα απαραίτητα εργαλεία περασμένων δεκαετιών για να καθαρίζει η νοικοκυρά το σιτάρι και το κριθάρι. Μετά βέβαια ακολουθούσε το καθάρισμα με το χέρι…
Άλλο παρόμοιο εργαλείο ήταν η κνισάρα με ψιλή ή χοντρή σίτα. Η χρήση της ήτανε για να κοσκινίζουμε το αλεύρι και να το διαχωρίσουμε από το πίτουρο.


Κόφα (Κοφίνι)


Το κοφίνι ήτανε ένα εργαλείο απαραίτητο τόσο στις φάμπρικες όσο και στο τρύγο. Το παραδοσιακό κόφινι πλεκότανε πολύ σπάνια από βίτσες από λυγιά (=λυγαριά), είτε, το συνηθισμένο, από σφάκες (σφάκα είναι η πικροδάφνη εξαιτίας της πικρής της γεύσης). Κάθε κλαδί σφάκας, 1 μέχρι 1,5 μέτρα μακρύ, σχιζότανε σε δυο μισά, και πλεκότανε το κοφίνι.


Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

ΠΑΛΙΑ ΟΙΚΙΑΚΑ ΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ.

ΠΑΛΙΑ ΟΙΚΙΑΚΑ ΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ.Παλιά οικιακά σκεύη του χωριού.





Η Γκαζόλαμπα

Τώρα, θα απορήσουν πολλοί, και με το δίκιο τους και μπορεί να αναρωτηθούν τι είναι αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία, αλλά όσοι μένουν με την απορία θα είναι σίγουρα κάτω από 50
Το επίκαιρο αντικείμενο του θέματος, αυτή η «Γκαζόλαμπα» μάλλον τούς είναι άγνωστη, εκτός κι’ αν την είδαν κρεμασμένη σε κάποιο καρφί στο πατρικό τους σπίτι και στην ερώτησή «τι το θέλουμε αυτό;» πήραν την απάντηση: «άστην εκεί,μπορεί να χρειαστεί άμα κοπεί του ρεύμα» και εκεί έμεινε η απορία τους.

Για τους μη γνωρίζοντες λοιπόν αυτό το παράξενο γυάλινο αντικείμενο είναι μια συνταξιούχος πλέον Γκαζόλαμπα, από εκείνες τις πάλαι ποτέ γνωστές και απαραίτητης συσκευές σε κάθε σπίτι.

Έτσι από το ράφι του σπιτιού μας κοιτάζει με απορία, αναπολώντας σίγουρα τα μεγαλεία και τις στιγμές που έζησε πριν να την παραμερίσει η πρόοδος. Τότε που ήταν απαραίτητη σε γλέντια και ξενύχτια σε αρραβώνες και γάμους σε προξενιά και νυχτέρια, και σε στιγμές μεγαλείου που έζησε ως μάρτυρας με υψωμένη τη φλόγα στα νυχτερινά γεννητούρια και στο «αφαλόκομμα» και με χαμηλωμένη τη φλόγα και ακόμα και σβηστή, στην πρώτη και σε πολλές επόμενες νύχτες στα νιόπαντρα ζευγάρια.

Η Γκαζόλαμπα ήταν η μόνη πηγή φωτός κατά τη νύχτα στο χωριό, και μ’ αυτήν φεγγόμασταν τη νύχτα, μ’ αυτήν διαβάζαμε και συντροφιά μ’ αυτήν με κατεβασμένο το φιτίλι και τη φλόγα χαμηλωμένη-να μη κάψει πολύ πετρέλαιο-μέχρι να μας πάρει ο ύπνος. Τότε κοιμόμασταν από τις 10 και όχι μόλις τελειώσει το Survivor ή το The Voice!

Η Γκαζόλαμπα μας συντρόφεψε χρόνια και χρόνια, αφού ήταν η μοναδική πηγή φωτισμού. Μ' αυτήν διαβάζαμε τις νύχτες, γράφαμε τα μαθήματά μας, κι’ αυτή την Γκαζόλαμπα βρίσκαμε να μας περιμένει χαμηλωμένη στο τραπέζι δίπλα στο σκεπασμένο πιάτο με το φαγητό, όταν αργούσαμε να γυρίσουμε σπίτι.

Δεν μπορούσες βέβαια να σηκώσεις το φιτίλι πολύ και να υπερθερμάνεις με τη φλόγα το λαμπογυάλι γιατί αυτό το λαμπογυάλι ήταν το ευαίσθητο σημείο της Γκαζόλαμπας. Ήταν το μόνο που μπορούσε εύκολα να σπάσει και τρέχα στον μπακάλη να πάρεις άλλο, και όσες φορές έσπαγε πως τύχαινε πάντα νάναι νύχτα και άντε να βρεις. Έτσι σε παρόμοιες δύσκολες περιπτώσεις, καταφεύγαμε στα γκαζοκάντηλα και κεριά και αν δεν υπήρχε λόγος σοβαρός να κυκλοφορήσουμε εντός και ιδίως «εκτός» σε στάβλους ή προς «ανάγκην» περιοριζόμασταν στο σκοτάδι μέχρι να ξημερώσει. Σημειωτέον η τουαλέτα βρισκόταν έξω από το σπίτι. Την επισκεπτόσουν ακόμα και με -10 βαθμούς. "Ανεπανάληπτα" χρόνια.

Βέβαια η εναλλακτική λύση ήταν η δεύτερη Γκαζόλαμπα που πάντα υπήρχε στα περισσότερα σπίτια, αλλά το λαμπογυάλι, πάντα ήταν το κατεξοχήν αντικείμενο που το χειρίζονταν και το καθάριζαν με πολλή προσοχή. Στην Γκαζόλαμπα συνέβαιναν και «ατυχήματα» από το σπάσιμο και την ολική απώλεια, μέχρι το ξεκόλλημα της «μηχανής».

Βέβαια για να λειτουργήσει η Γκαζόλαμπα και να αποδώσει τη μέγιστη δυνατότητά της έπρεπε το λαμπογυάλι να είναι καθαρό, και κάθε μέρα το έπλεναν με σαπουνάδα, και όταν ήταν πολύ μουντζουρωμένο, το καθάριζαν με ένα πανί που έβαζαν μέσα, και το στριφογύριζαν μέχρι να γίνει λαμπίκος.

Υπήρχε όμως και ένα μοναδικό «μέτρο ασφαλείας» θα το έλεγα για το λαμπογυάλι, και δεν ήταν τίποτα άλλο, από ένα πιαστράκι που το έβαζαν στην πάνω μεριά του λαμπόγυαλου, ένα πιαστράκι απ’ αυτά που συγκρατούν οι γυναίκες τα μαλλιά τους, και τόβαζαν για να εμποδίσει την ξαφνική υπερθέρμανση και να αποφύγει το μοιραίο σπάσιμο.

Δεν είναι γνωστή η Γκαζόλαμπα στους νεότερους, αλλά αυτή η ταπεινή λάμπα, σημάδεψε μια εποχή, αφού δεν υπήρχε τα χρόνια εκείνα τίποτα άλλο για να μπορείς να βλέπεις, να διαβάζεις, να κεντάς, να πλέκεις, να κάνεις τις δουλειές στο σπίτι τη νύχτα, να σε συντροφεύει στα ξενύχτια και στα νυχτέρια.

Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να γράψεις και να διαβάσεις, ακόμα και να δεις.

Και από όσο θυμάμαι, στο Δημοτικό, με την Γκαζόλαμπα διάβαζα, και μ’ αυτήν έγραφα. Μέχρι που πριν από 50 περίπου χρόνια, ήρθε το ρεύμα στο χωριό και οι λάμπες κρεμάστηκαν στο καρφί γιά πάντα.

Το λες, αναμνήσεις; Το λες, καλές εποχές; Το λες, δύσκολες εποχές; Όπως κι αν το πεις, οι θύμησες άλλοτε σε πληγώνουν και άλλοτε σου θυμίζουν αμείλικτα, το πως και από που ξεκίνησες!

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ-ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ



Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ πριν το 1970Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ πριν το 1970


Παιδική Ζωή

Τα παιδικά και νεανικά χρόνια των αρχών του 20ου αιώνα στο χωριό μας ήταν χρόνια στέρησης, ανέχειας και δουλειάς αλλά και χρόνια ξένοιαστα ευτυχισμένα και χαρούμενα.
Ο σκληρός αγώνας για επιβίωση μπορεί να δυσκόλευε τη ζωή αλλά έδινε νόημα στην ύπαρξη. Το μικρό έδινε χαρά και το λίγο ικανοποίηση.
Έσφυζαν οι δρόμοι και οι αλάνες από τις χαρούμενες φωνές των παιδιών.
Πρωί – πρωί με το ταγάρι στην πλάτη και τη σφεντόνα στην τσέπη έτρεχαν για το σχολείο.
Τα ρούχα τους δημιούργημα της νοικοκυράς – μάνας φτωχικά, αλλά πάντοτε καθαρά.
Πολλές φορές ήταν μπαλωμένα τα «ντρίλινα» κοντά παντελονάκια με τα ριγέ πουκαμισάκια ή τις πουκαμίσες, οι ζακέτες και τα γιλέκα ήταν πλεγμένα με τις βελόνες.
Τα παπούτσια τους – αν είχαν – ήταν φτιαγμένα από τον τσαγκάρη με σκληρό δέρμα για να αντέχουν τις κακουχίες.

Τα αγόρια που δεν πήγαιναν σχολείο βοηθούσαν τον πατέρα τους στις γεωργικές δουλειές και τα κορίτσια έμεναν στο σπίτι με τη μάνα και τη γιαγιά μαθαίνοντας το νοικοκυριό.

Τις Κυριακές, τις σχόλες και το καλοκαιράκι (όταν τέλειωναν τον θερισμό) σαν μελίσσι ξεχύνονταν στους δρόμους, στις αλάνες, στα χωράφια και έπαιζαν με την ψυχή τους.

Τα παιδιά μάθαιναν το φυσικό κόσμο εξερευνώντας το χώμα, το νερό, τη λάσπη, τις πέτρες, τα δέντρα, τα λουλούδια, την άμμο. Μάθαιναν να χρησιμοποιούν τις αισθήσεις τους – ήχους, χρώματα, γεύσεις. Τα γόνατα και το κεφάλι ήταν πάντα πληγιασμένα αλλά με λίγο χώμα – ως αντισηπτικό – συνέχιζαν πάλι το παιχνίδι

Παιδικά παιχνίδια

Από έρευνες που έχουν δημοσιευθεί υπολογίζεται ότι τα παιχνίδια της προπολεμικής εποχής έφταναν περίπου τα 200! Σχεδόν άγνωστα στα σημερινά παιδιά κινδυνεύουν να χαθούν από την πυκνή ομίχλη του χρόνου.
Οι ψυχολόγοι χαρακτηρίζουν το παιδικό παιχνίδι τροφή και ανάσα ψυχής, γιατί παρέχει στο παιδί την αίσθηση της αυτάρκειας και της ασφάλειας. Και όχι μόνο. Τονώνει την αυτοπεποίθησή του, εκφράζει τα συναισθήματά του, μετράει τις αντοχές του, καταπολεμά τις φοβίες του, αναπτύσσει τη νοημοσύνη και τη φαντασία του, καλείται να προσαρμοστεί σε όρια και σε κανόνες, καλλιεργεί την υπομονή και το σεβασμό.Μαθαίνει να αυτοπειθαρχεί. Το παιδί παίζοντας συγκρούεται και υποχωρεί νικάει και χάνει, χαίρεται και λυπάται, κλαίει και γελάει.
Το παιδί παίζοντας…ΖΕΙ.
Κάνω μια προσπάθεια να καταγράψω τα παιδικά παιχνίδια αφενός για να τα θυμηθούν οι παλιότεροι, αφετέρου γιατί έχουμε μια κρυφή ελπίδα ότι κάποια στιγμή τα παιδιά θ’ αρχίσουν πάλι να τα παίζουν. Δεν υπάρχουν βέβαια αλάνες και ήσυχοι δρόμοι αλλά υπάρχουν προαύλια σχολείων και οργανωμένα γήπεδα που μπορούν οι δάσκαλοι να τα διδάξουν στα παιδιά.
Σε πολλά σχολεία της Ελλάδας έχει γίνει αυτό και έχει πετύχει απόλυτα.
Γιατί όχι και στα δικά μας σχολεία;
Τα παιχνίδια της νηπιακής ηλικίας αποσκοπούσαν στο να μάθουν τα μικρά παιδάκια τα μέρη του σώματός τους αλλά και για να τους αποσπάσουν ένα χαρούμενο γελάκι.

Ενδεικτικά καταγράφω:
•Κου πε πε
•Τσίμπι – τσίμπι το λεπτό, το παπά το σιγανό
•Πάει ο λαγός να πιει νερό στου παιδιού μου το λαιμό
•Γύρω – γύρω εκκλησούλα…
•Έχω μια σαρδελίτσα
•Γύρω – γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης, χέρια – πόδια στην αυλή, όλοι κάθονται στη γη
•Το τηλέφωνο
Φυσικά θα υπάρχουν και άλλα πολλά που ο χρόνος δυστυχώς τα έχει σβήσει από τη μνήμη μας.
Τα παιχνίδια με αυτοσχέδιες κατασκευές ήταν τα πιο όμορφα και διασκεδαστικά γιατί ήταν γεννημένα και δημιουργημένα μέσα από την παιδική φαντασία. 
Ήταν φτιαγμένα από «άχρηστα» υλικά ή οτιδήποτε έβρισκαν γύρω τους.
Πολλά απ’ αυτά έχουν τις ρίζες τους στην Αρχαία Ελλάδα.


Μερικές απ’ αυτές τις κατασκευές ήταν:
•Το ξύλινο πατίνι
•Τα αυτοκινητάκια που κατασκεύαζαν με σύρμα και καρούλια από κλωστές αντί για τροχούς
•Ο αποκριάτικος χαρταετός από εφημερίδες, καλάμια και ζυμάρι
•Η σφεντόνα για τα πουλιά και τους … τενεκέδες
•Ξύλινες κατασκευές όπως ξυλοπόδαρα, σπαθιά, όπλα και άλλα
•Η ρόδα με το στεφάνι του βαρελιού ή παλιό λάστιχο αυτοκινήτου
•Η ξύλινη σανίδα με ρουλεμάν (σημερινό skateboard)
•Η τραμπάλα, ξύλινη τάβλα με δύο μεγάλες πέτρες στο κέντρο
•Καραμούτζες – σφυρίχτρες από κουκούτσια βερίκοκου και φλογέρες από καλάμι
•Τόπι από πανιά
•Κούκλες από πανιά και νήματα
•Κούνια ξύλινη δεμένη στο πεύκο με σχοινί (αρχ. αιώρα)
•Χαρτοκατασκευές με εφημερίδες (καραβάκι, σαΐτα, τετράγωνα και άλλα)
•Η ρόδα (σ’ ένα χοντρό σύρμα έδεναν ξύλινη κουβαρίστρα ή κουτάκι κονσέρβας και το έτρεχαν).
Η ευρηματικότητα, ο αυτοσχεδιασμός και η φαντασία των παιδιών τα έκανε να επινοούν και άλλα «παιχνίδια» όπως:
•Καλαμοδρομίες με καλάμια στη θέση αλόγου
•Τσουβαλοδρομίες – αγώνες μέσα σε τσουβάλια
•Αναρριχήσεις στα δέντρα
•Ο πετροπόλεμος που φυσικά δεν ήταν παιχνίδι αλλά μια μάχη με πολλούς τραυματίες
•Το σχοινί (αρχ. διελκυστίνδα)
•Σκοποβολή με πέτρες

Χρησιμοποιούσαν ό,τι έβρισκαν στο σπίτι, στο δρόμο στα χωράφια όπως κουμπιά, πέτρες, πέταλα αλόγων, καπάκια μπουκαλιών, δεκάρες.
Αγαπούσαν πολύ τα ζώα του σπιτιού και έπαιζαν μαζί τους. Τα γαϊδουράκια ήταν τα αγαπημένα τους.
Υπήρχαν παιχνίδια που παίζονταν μόνο από κορίτσια και άλλα που παίζονταν μόνο από αγόρια.
Τα περισσότερα όμως ήταν ομαδικά«Πάμε για παιχνίδι;» 

Παιδικά παιχνίδια για κορίτσια ήταν:

•Το κουτσό
•Πετάει – πετάει
•Το δακτυλίδι
•Περνά – περνά η μέλισσα
•Βιολέτα – τσιγκολελέτα
•Δεν περνάς κυρά – Μαρία…
•Ένα λεπτό κρεμμύδι
•Το σχοινάκι
•Κούκλες – τις έραβαν, τις έντυναν, τις έλουζαν, τις χτένιζαν, τις  βάπτιζαν και τις πάντρευαν.
•Η μικρή Ελένη
Στα κοριτσάκια άρεσε να παίζουν τις νύφες, τις κουμπάρες να φτιάχνουν σπιτάκια και νοικοκυριό με διάφορα «λιλιά» (αντικείμενα σπασμένα).

Παιδικά παιχνίδια για αγόρια ήταν:

•Τα κότσια
•Η σβούρα
•Οι βόλοι (πριν τον πόλεμο χωμάτινοι – αργότερα γυάλινοι και έπαιζαν γκαζιές)
•Κλέφτες και αστυνόμοι
•«στάκαμαν» με ξύλινο όπλο
•καραγκιόζης
•μακριά γαϊδούρα 
Σχετική εικόνα

Τα ομαδικά παιχνίδια ήταν τα πιο όμορφα και διασκεδαστικά:
Σχετική εικόνα
•Το κρυφτό
•Το κυνηγητό
•Η κολοκυθιά
•Λύκε – λύκε είσαι εδώ;
•Μπίζ
•Τρίλιζα
•Πεντόβολα 
•Τα μήλα
•Η τυφλόμυγα 
•Βαρελάκια ή σκαμνάκια
•Το ξυλίκι
•Το πετάει – πετάει ο γάϊδαρος
•Τα αγάλματα 
•Το κορόιδο
•Η πινακωτή – πινακωτή
•Το αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό

Αυτά τα παιχνίδια έπαιζαν τα παιδιά της προπολεμικής και μεταπολεμικής γενιάς στο χωριό μας.
Δεν είναι πιθανώς όλα, αλλά αυτά θυμηθήκα.
Τα κατεγράψα με πολλή αγάπη και νοσταλγία για τα χρόνια και τη νιότη που έφυγε.
                                             
Προσπαθήσα να συγκεντρώσω και να διατηρήσουμε στη μνήμη μας-σας μερικά χαρακτηριστικά «στιχάκια» ή «στιχομυθίες» 
των παιδικών μας παιχνιδιών και σας τα ξαναθυμίζω με την ελπίδα και την ευχή να «γίνουμε πάλι παιδιά»

Τα στιχάκια κρυφτού – κυνηγητού
Α – μπε – μπα – μπλομ
Του  κι – θ ε – μπλομ
Α  μπε – μπα – μπλομ
Του – κι – θε – μπλομ
Μμλιμ – μπλομ

Ανέβηκα στη πιπεριά
Να κόψω ένα πιπέρι
Κι η πιπεριά εθύμωσε
Και μου ‘κάψε το χέρι

Σαν θα πας εκεί
Στη Βόρεια Αμερική
Θα δεις τον Ερμή
Να παίζει μουσική
Με το κόκκινο σκουφί (ή βρακί)
«βγαίνεις και τα φυλάς»

Ντο-ρε-μί  φασόλα – μου φυγε η σόλα
Πήγε στο Παρίσι – να παραθερίσει
Κι όταν θα γυρίσει – θα ξανακολλήσει
Στο παλιό παπούτσι – που’ χε ξεκολλήσει

Αλάτι ψιλό – αλάτι χοντρό
Έχασα τη μάνα μου – και πάω να τη βρω
Παπούτσια δεν μου πήρε – να πάω στο χορό

Πινακωτή – πινακωτή
Από το άλλο μου τ’ αυτί
Γιατί ‘ναι η μάνα μου κουφή
Απ’ το άλλο της τ’ αυτί
Μου ‘πε ο Βασιλιάς
Να μου δώσεις ένα αρνί
Διάλεξε και πάρε

Ένα λεπτό κρεμμύδι γκέο Βαγκέο
Ένα λεπτό κρεμμύδι, φράξε Βαγκέο
Και τι θε να το κάνετε, γκέο Βαγκέο (δις)
Θέλω να το παντρέψω γκέο Βαγκέο
Να το νοικοκυρέψω φράξε Βαγκέο
Και ποιόνε της δίνετε γκέο Βαγκέο (δις)
Τις δίνουμε έναν ναύτη που όλο μύγες χάφτει (δις)
Αυτόνε χάρισμά σας στα μούτρα τα δικά σας (δις)
Της δίνουμε μπακάλη που τρώει ελιές και λάδι
Κι αυτόνε χάρισμά σας στα μούτρα τα δικά σας (δις)
Της δίνουμε έναν γέρο που χρόνια τονε ξέρω
Κι αυτόνε χάρισμά σας στα μούτρα τα δικά σας
Της δίνουμε πριγκιπόπουλο με το σπαθί στο χέρι
Της δίνουμε το βασιλιά με δώδεκα κορόνες
Αυτόνε τονε θέλουμε και τον παρακαλώμε (δις)

Έτσι κλείνει το προξενιό και η ομάδα Β΄ στέλνει τη 
νύφη στην Α΄ ομάδα
Η ομάδα Α΄ αρχίζει να προκαλεί

Α΄ Σας πήραμε, σας πήραμε μια όμορφη κοπέλα
Β΄ Μας πήρατε, μας πήρατε μια παλιοκατσιβέλα
Α΄ Σας πήραμε, σας πήραμε φλουρί Κωνσταντινάτο
Β΄ Μας πήρατε μας πήρατε βαρέλι δίχως πάτο
Α΄ Σας πήραμε, σας πήραμε ένα τσουβάλι λίρες
Β΄ Μας πήρατε μας πήρατε ένα τσουβάλι ψείρες.

Στο τέλος οι συγγενείς «συμφιλιώνονται» και κάνουν έναν κύκλο γύρω από  «τη νύφη» και το «γαμπρό».
Γενιές ολόκληρες παιδιών μεγάλωσαν με τα τραγουδάκια αυτά που διασώθηκαν από στόμα σε στόμα μέσα στο χρόνο.
Τα τραγούδησαν, τα έπαιξαν τα χόρεψαν.
Η μεγάλη αγάπη των παιδιών γι’ αυτά τα κάνει κλασικά και διαχρονικά.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟΣ-ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ
ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΣΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ ΣΕΡΡΩΝ


TAXIDIOTHS


Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΧΡΟΝΩΝ

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΧΡΟΝΩΝ


Η εικόνα ίσως περιέχει: 4 άτομα, άτομα κάθονται, παιδί και νύχτα


Σχετική εικόνα

Μπάνιο στη σκάφη. 
Ναι το έζησα κι αυτό, το πρόλαβα. Τελικά πόσο χρονών είμαι; Ώρες-ώρες το σκέφτομαι και τρομάζω!

Βάρβαρες εποχές και γλυκές συνάμα.
Κάθε Σάββατο, οπωσδήποτε Σάββατο. Την Κυριακή έπρεπε να πάμε καθαροί στη εκκλησία. Ήθελα να 'ξερα αν δεν ήμασταν χριστιανοί, θα μας άφηναν να βρομίσουμε;
Το λούσιμο τις κρύες νύχτες γινόταν στην κουζίνα ή στο σαλόνι- φυσικά ένα ήταν-και το καλοκαίρι ακόμα και έξω στην αυλή του σπιτιού.

Ζέσταινε λοιπόν ή μάνα μας νερό στη μεγάλη κατσαρόλα ή στο καζάνι. Ύστερα, το έβαζε στον κουβά, έριχνε και λίγο κρύο να μη μας κάψει. Μέχρι να ξεκινήσει βέβαια αυτή η διαδικασία είχες παγώσει περιμένοντας. Στην καλύτερη περίπτωση το χειμώνα άναβε η ξυλόσομπα και ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα. Κάτι σαν χαμάμ από τους υδρατμούς, ας πούμε. Πρώτα σκύβαμε (έλα σκύψε, σκύψε και κλείσε τα μάτια σου καλά) και μας έλουζε με σαπούνι το κεφάλι, ρίχνοντας νερό με το κουκουμάκι ή κανένα μικρό μπολ, (νομίζω ότι τα ξέπλενε ελαφρώς, γιατί που να φτάσει το νερό).


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κάθεται και πίνακας

Αχ, αυτό το κεφάλι! Έμπαινε αυτό το αναθεματισμένο το σαπούνι στα μάτια σου και έτσουζαν επί μία ώρα!
...και στο είπα, κλείσε τα μάτια σου, η κλασική ατάκα-απάντηση.
Πού, σαμπουάν και αφρόλουτρα τότε. Δεν θα 'μαστε καλά!
Άλλοτε τσουρουφλιζόσουν από το καυτό νερό και άλλοτε πάγωνες.

Μετά, στο ίδιο νερό μπαίναμε στη σκάφη τσιτσίδι. Μας έτριβε την πλάτη πάλι με το σαπούνι και ένα σκληρό σφουγγάρι που μάλλον μας έγδερνε παρά μας καθάριζε! Τα δύσκολα σημεία ήταν τα γόνατα, οι αγκώνες και οι πατούσες που ήταν μέσα στην μαυρίλα και το γρασίδι. Μεσ' τη βρώμα ήμασταν, ειδικά το καλοκαίρι που γυρίζαμε και παίζαμε πέρα δώθε. Το σαπούνι που χρησιμοποιούσαμε, ήταν αυτό που έμενε αφού έλιωνε κατά το ήμισυ, της μπουγάδας αλλά και όταν αυτό γινόταν πολύ μικρό. Σιγά μην αγόραζαν αρωματικό σαπούνι ειδικό για το μπάνιο-όχι πως δεν υπήρχε και τότε.

Συνήθως είχαμε και θεατές την ώρα του μπάνιου, τα άλλα μέλη της οικογένειας ή και καμιά γειτόνισσα που ερχόταν για καφέ. Ήταν τόσο φυσιολογικό που δεν αντιδρούσε (νομίζω) κανείς. Μέχρι που μεγαλώναμε λίγο και κάναμε μόνοι μας μπάνιο γιατί πλέον ντρεπόμασταν. Νισάφι πιά!

Όταν αργότερα καλυτέρευσαν οικονομικά τα πράγματα, χτίσαμε χωριστά μπάνιο και βάλαμε όλοι μπανιέρες στα σπίτια μας. Εκεί να δείτε γλέντια! Γεμίζαμε την μπανιέρα μέχρι επάνω, ρίχναμε το μισό μπουκάλι αφρόλουτρο-αν όχι όλο-και το απολαμβάναμε πλατσουρίζοντας, σαν να ήμασταν μικρά παιδιά σε πισίνα. Είχαμε πλέον και τηλέφωνο στο μπάνιο! Όχι αυτό που μιλάς αλλά αυτό που έτρεχε νερό. Έτσι το λέγαμε.

Μη δώσεις του στερημένου ανέσεις, ένα τέτοιο πράμα δηλαδή. Και να, τα σαμπουάν και να, τα αφρόλουτρα και να, τα πιστολάκια στο φουλ (βάλαμε και καθρέφτη στο μπάνιο). Ξαφνικά, μετά από τόσα χρόνια αποκτήσαμε και πιτυρίδα. Έτσι στα καλά καθούμενα, και χρησιμοποιούσαμε Ultrex. Βγάζαμε τα απωθημένα μας μάλλον!

Και φτάσαμε αισίως στο σήμερα και ζητάμε και τζακούζι!
Αχάριστε άνθρωπε!



Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Και κανέναν να μην έχεις, έχεις πάντα τον αδερφό σου


Και κανέναν να μην έχεις, έχεις πάντα τον αδερφό σου  




Σχετική εικόνα  



Θα είναι εκεί όταν όλοι σε απογοητεύσουν. Ακόμα κι αν όλοι σε φτύσουν, ο αδερφός σου θα είναι εκεί. Δεν έχει καμία σημασία αν δεν τα πηγαίνατε καλά, αν καβγαδίζατε ή αν πλακωνόσασταν στο ξύλο όταν ήσασταν μικροί. Δεν έχει επίσης καμιά σημασία αν έχετε διάφορα ηλικίας και γούστων. Το αδέρφι σου είναι ο μοναδικός άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο των επτάμισι δισεκατομμυρίων που εκτός απ’ τους γονείς σου μοιράζεστε τους ίδιους δεσμούς αίματος. Όχι πως αυτό έχει απόλυτη σημασία, γιατί ακόμη και το αίμα να μη σας έδενε, σας δένουν οι αναμνήσεις. Μεγαλώσατε κάτω απ’ την ίδια στέγη, φάγατε το ίδιο φαγητό της γιαγιάς και το ίδιο χάλια φαγητό της μαμάς. Έχετε τις ίδιες καταβολές και τα ίδια βιώματα. Ακούσατε τις ίδιες κατσάδες όταν ήσασταν άτακτοι και πιθανότατα και τις ίδιες επιβραβεύσεις. Όταν φοβόσασταν τα βράδια που βροντούσε βρήκατε καταφύγιο ο ένας στον άλλο κι όταν η ερωτική απογοήτευση χτύπησε την πόρτα, στον αδερφό σου έτρεξες να τα πεις. Μπορεί να σας χωρίζουν λίγα χρόνια, μπορεί να σας χωρίζει και μια δεκαετία. Αν είναι κοντά σου σε ηλικία, θα έχετε περίπου τον ίδιο κύκλο και τις ίδιες γνωριμίες. Θα σταθεί η αφορμή για να γνωρίσεις τους φίλους του και αυτός τις φίλες σου. Αν τα χρόνια που σας χωρίζουν είναι πολλά, εκεί μπορεί να σου μάθει πώς σκέφτεται μια ολόκληρη γενιά, διαφορετική απ’ τη δική σου. Ανάλογα με την κατάσταση μπορεί να γίνει ο σωματοφύλακάς σου, ο φίλος σου, ο εξομολογητής σου κι ο συνένοχός σου στο έγκλημα. Ξέρει πώς σκέφτονται οι άντρες και θα σε συμβουλεύσει κατάλληλα. Θα σε μαλώσει όταν κάνεις πάλι τις συνηθισμένες σου βλακείες και θα απειλήσει να σπάσει τα μούτρα του μαλάκα που σε πλήγωσε. Εξαιτίας του ξέρεις το αντρικό μυαλό λίγο καλύτερα κι εξαιτίας σου έχει μάθει πώς να φέρεται σωστά στις κοπέλες που περνάνε απ’ τη ζωή του. Μπορεί πολλές φορές να βρίσκεστε στο ίδιο σπίτι και να μη μιλάτε καθόλου, να παίρνει τα πράγματά σου χωρίς να σε ρωτήσει κι αφού έχεις φάει τον κόσμο να τα βρεις να σου πετάει ένα «Α, εγώ το έχω». Να θέλεις να τον σκοτώσεις 24 ώρες το 24ωρο, αλλά και πάλι να μη θες γιατί μετά ποιον θα πειράζεις και θα ενοχλείς; Να σας λένε όλοι ότι μοιάζετε κι εσείς να σηκώνετε επιδεικτικά το φρύδι. Ακόμα κι αυτό καρμπόν έχει βγει. Θα είναι πάντα λιγάκι πιο σοβαρός από εσένα. Ίσως να μη μιλάει πολύ κι ορισμένες φορές να είναι τόσο κακόκεφος που να απαντάει σε όλα με ένα «αφού είσαι ηλίθια». Είσαι σίγουρη, όμως, πως πάνω του μπορείς να βασιστείς απόλυτα. Από όλους τους άντρες που θα περάσουν απ’ τη ζωή σου, εκείνος θα είναι ο καλύτερος κι αυτός που θα μείνει με βεβαιότητα μέχρι το τέλος. Να κάνεις πράγματα με τον αδερφό σου και να περνάτε όσο περισσότερο χρόνο μπορείτε μαζί. Έχει πολλά να σε διδάξει κι εσύ το ίδιο. Έχετε επίσης μια ζωή μπροστά σας να μάθετε ο ένας τον άλλον κι ακόμα κι αν έχετε να ιδωθείτε καιρό, αυτό δεν μπαίνει ποτέ εμπόδιο ανάμεσα στα αδέρφια. Όπως και να ‘χει, να ξέρεις πως είσαι πολύ τυχερή που είσαι κοπέλα με άντρα αδερφό. 


Συντάκτης: Κωνσταντίνα Αποστολάκη 

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη


Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ ΣΤON ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ



ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ ΣΤON ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ

ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΑΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 



Παιδικά χρόνια, ονειρεμένα χρόνια !!!
Θα κάνω μία αναδρομή, 50 περίπου χρόνια πίσω, εκεί γύρω στο 1970, στα χρόνια των πατεράδων, παππούδων και προπαππούδων κατά περίπτωση, για την καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων, μέσα στα βαριά καιρικά φαινόμενα, σαν τα σημερινά αλλά και ακόμα χειρότερα.
Τα σπίτια ήταν μικρά, χωρίς καμία μόνωση, πλινθόκτιστα, από κιρπίτσια δηλαδή από πλίνθους από χώμα και αποξηραμένους στην ήλιο, χωρίς ψήσιμο, όπως είναι τα τούβλα. Ο σουβάς κι αυτός από λάσπη με άχυρο, που δεν αντέχει στην έκθεση στη βροχή και την υγρασία.Μέσα τα 1-2 δωμάτια με ταβάνι όχι από σανίδια, αλλά από καλάμια από σκούπες, σοβαντισμένα κι αυτά με λάσπη.


Σπίτι παλιότερης εποχής με κιρμπίτσια .
Η βασική θέρμανση ήταν η σόμπα και μάλιστα η μικρή στενόμακρη. Ως καύσιμη ύλη στα χωριά της περιοχής Ροδοπόλεως είχαν κλαδιά από δέντρα, ψιλά. Κάποιοι από τους πιο πλούσιους αγόραζαν καυσόξυλα από χωρικούς που έρχονταν με τα ΄΄αμάξια΄΄ τους (κάρα) φορτωμένα σε μεγάλο ύψος.
Μπορεί ο νους σας να πηγαίνει στα καυσόξυλα που αγοράζουμε σήμερα, κομμένα και σχισμένα στο επιθυμητό μέγεθος. Τα ξύλα που έφερναν ήταν ΄΄κουτούκια΄΄, δηλαδή ρίζες από βελανιδιές, ακανόνιστου μεγέθους και σχήματος. Οι αγοραστές έπρεπε να τα σχίσουν με το τσεκούρι ή και με διάφορους καμάδες (=σφήνες), δουλειά χρονοβόρα και πολύ κουραστική.

Η κυριότερη όμως καύσιμη ύλη για την πλειονότητα των ανθρώπων ήταν τα ΄΄καλάμια΄΄. Πολλά άτομα, κυρίως οι νεότεροι, δεν γνωρίζουν τι ήταν αυτά τα καλάμια. Ήταν ο κορμός του σκουπόχορτου, το οποίο καλλιεργούταν σχεδόν αποκλειστικά στα καμποχώρια της περιοχής. Απέραντες εκτάσεις κάλυπταν τον κάμπο, πυκνοφυτεμένα και σε ύψος 2,5-3 μέτρων, σχηματίζοντας απέραντα αδιαπέραστα δάση, όπως θα τα θεωρούσε ένας επισκέπτης που θα τα αντίκριζε για πρώτη φορά. Έκοβαν και επεξεργάζονταν, τον κορμό, τα καλάμια ύψους περίπου 2 μέτρων τα έδεναν σε δεμάτια. Τα μετέφεραν στην αυλή του σπιτιού τους και τα στοίβαζαν σχηματίζοντας πολλές μικρές καλύβες, έτσι που να καλύπτεται το εσωτερικό τους για να μην βρέχονται τα καλάμια.
Το χειμώνα, όταν το κρύο ήταν τσουχτερό, άναβαν οι σόμπες και ένα άτομο, κυρίως ο παππούς, αναλάμβανε το ρόλο του τροφοδότη. Καθισμένος δίπλα στη σόμπα έπαιρνε μια χούφτα καλάμια από ένα δεμάτι που είχε εκεί κοντά του, τα έσπαζε σε μικρά κομμάτια μήκους 40 εκατοστών περίπου και τα έχωνε μέσα στη σόμπα. Αυτά καίγονταν πολύ γρήγορα, έδιναν πολλή φλόγα αλλά λίγη θερμότητα και ως να ετοιμαστεί η άλλη ΄΄χεριά΄΄, καίγονταν. Η έλλειψη όμως ικανοποιητικής θέρμανσης υπερκαλυπτόταν από την οικογενειακή αγάπη και θαλπωρή που θέρμαινε τις καρδιές των ανθρώπων εκείνα τα χρόνια.



Πηγάδι με τσικρίκι και γούρνα για τα ζώα.
Το νερό εκείνες τις εποχές ήταν πολύτιμο και γι’ αυτό και γινόταν και σχετική οικονομία. Για τις ανάγκες του σπιτιού σε πόσιμο νερό, μετέβαινε η μάνα μας στο πηγάδι, φορτωμένη με μια λαγήνα, στάμνα, αμολούσε το τσικρίκι (=μαγγάνι) και μετά γυρνώντας το, ανέβαζε επάνω τον γεμάτο κουβά, που στην περίπτωση αυτή ήταν δεμένος με αλυσίδα, τοποθετούσε στα χείλη της λαγήνας το χωνί και σιγά σιγά το έριχνε μέσα. Έβαζε το στούπωμα (=πώμα ) στη λαγήνα, που ήταν συνήθως από παρτσάλ(ι) (=κουρέλι) πεπιεσμένο, κρεμούσε τον κουβά στο τσικρίκ(ι) και τοποθετώντας τη λαγήνα στον ώμο ερχόταν στο σπίτι. Όταν όμως χρειαζόταν νερό για πλύσιμο ή μαγείρεμα, μετέφερε συνήθως με δύο κουβάδες, σε δυο και τρεις διαδρομές και γέμιζε το καζάνι και την μπακίρα . Πώς να μην θεωρείται λοιπόν πολύτιμο το νερό, αφού χρειαζόταν τόσος κόπος για την απόκτησή του !!!



Για τα ζώα, που στην δική μας περίπτωση ήταν ένα ζευγάρι αγελάδες, η εύρεση του πόσιμου νερού ήταν ακόμα πιο δύσκολη. Μέσα στο κρύο , στα χιόνια και στους πάγους, τα μεταφέραμε στην άκρη του χωριού, στο ποτάμι.


Γύρω στο 1970 για τις καθημερινές ανάγκες σε νερό τοποθετήσαμε μια τουλούμπα





Τα χιόνια εκείνα τα χρόνια ήταν πολλά και οι θερμοκρασίες πολύ χαμηλές. Θυμάμαι μια χρονιά που έριξε πάρα πολύ χιόνι, τόσο, που οι αυλές των σπιτιών ήταν καλυμμένες σε μεγάλο ύψος. Η πρώτη δουλειά του πατέρα μας το πρωί, όταν αντίκρισε το χιόνι, ήταν να ανοίξει μονοπάτια προς το αχούρι, όπου ήταν τα ζώα, προς την τουαλέτα που εκείνα τα χρόνια ήταν υπαίθρια αλλά και προς το δρόμο, για να υπάρχει μετακίνηση. Μάλιστα στο δρόμο που ήταν μπροστά στο σπίτι μας, με τη βοήθεια και του ανέμου, το χιόνι ήταν τόσο πολύ, που δεν φαίνονταν τα σπίτια της γειτονιάς. Για να περάσουμε από εκεί φτιάξαμε ένα τούνελ, που για μας τα παιδιά ήταν το ένα μαγικό παιχνίδι.
Το χιόνι το απολάμβαναν πρώτα τα σκυλιά. Έβλεπες να τρέχουν σαν τρελά μέσα στο χιόνι, να κυλιούνται κάτω, να γαυγίζουν και καταλάβαινες ότι ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι.



Τα σκυλιά απολαμβάνουν το χιόνι.
Φυσικά ακόμα πιο διασκεδαστικά ήταν για εμάς τα παιδιά. Για να προστατευτούμε από το κρύο ήμασταν πολύ καλά ντυμένοι φορώντας στο κεφάλι τη μάλλινη κουκούλα και κάποιοι λίγοι τυχεροί με γάντια στα χέρια, μάλινο παντελόνι και τσουράπια τα οποία είχε πλέξει με τις σακοράφες η μάνα μας.
Συγκεντρωνόμασταν στο σπίτι μας και ριχνόμασταν σε άγριο χιονοπόλεμο. Οι κραυγές από τον πόνο της χιονόμπαλας, που την σφίγγαμε για να γίνει συμπαγές και επομένως να πονάει, ανακατευόταν με τα γέλια και τα χάχανα. Οι μύτες κατακόκκινες, τα πόδια μουσκεμένα, και τα χέρια παγωμένα, αλλά η χαρά και το γέλιο απερίγραπτα.



Χιονάνθρωπος.
Όταν μετά από πολλή ώρα επερχόταν η κόπωση, ξεκινούσε το φτιάξιμο χιονάνθρωπου. Όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά συμμετείχαν στην κατασκευή, που συνήθως γινόταν πολύ μεγάλος για να εντυπωσιάζει με το μέγεθός του. Για την διευκόλυνση της κατασκευής δινόταν στάση καθιστή. Έτσι έφτιαχναν το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια, ενώ τα μάτια , τη μύτη και το στόμα τα έβαφαν με κάρβουνο για να είναι έντονα τα χαρακτηριστικά. Λόγω του ψύχους, πάγωνε, σταθεροποιούταν και έμεινε άθικτος επί πολλές ημέρες.
Προς το βραδάκι άρχιζε κατασκευή μιας γλίστρας. Στην ανατολική πλευρά της μεγάλης αυλής μας το έδαφος ήταν κατηφορικό. Συγκεντρώναμε το χιόνι, το πατούσαμε καλά με τα πόδια, φτιάχνοντας ένα διάδρομο, πλάτους περίπου μισού μέτρου και μήκους μέχρι τον φράχτη περίπου 30 μέτρων. Πετούσαμε από πάνω νερό, οπότε με την μεγάλη πτώση της θερμοκρασίας κατά τη νύχτα πάγωνε και γινόταν μία πίστα από πάγο.
Την άλλη ημέρα το πρωί άρχιζε το παιχνίδι. Φορούσαμε τα λαστιχένια παπούτσια, τα οποία από κάτω ήταν φαγωμένα, που τα κάναμε για χιονοπέδιλα στην γλίστρα. Ένας έμπαινε πρώτος, ο οδηγός του τρένου και οι άλλοι από πίσω, όλοι καθιστοί και πιασμένοι από τη μέση του προηγούμενου. Με το σύνθημα ΄΄τούτ!!! Το τρένο φεύγει !!! Ο συρμός αρχίζει να κατεβαίνει, γλιστρώντας περίτεχνα επάνω στη γλίστρα η ταχύτητα βαίνει αυξανόμενη, οι φωνές είναι ανακατωμένες με τα γέλια και στο τέρμα κατά κανόνα, λόγω της σύγκρουσης, γίνεται η ανατροπή, χωρίς θύματα, παρά μόνον με πολλή ευχαρίστηση. Αξέχαστα παιδικά παιχνίδια μέσα στη φύση, μέσα στο χιόνι, τον πάγο, τη βροχή !!! Η παντοτινή χαρά των παιδιών !!!
Τα αχούρια, οι στάβλοι δηλαδή των ζώων ήταν συνήθως κολλητά με το σπίτι. Στο δικό μας ήταν ένα στενόμακρο, που καθώς έτρεχαν τα νερά από τα λιωμένα χιόνια, σχημάτιζαν παγοκρυστάλλους, σαν λαμπάδες μήκους μέχρι δύο μέτρων. Τις κόβαμε, τις σπάζαμε , παίρναμε κομμάτια πάγου και τα γλείφαμε, όπως περίπου γλείφουν τα παιδιά της σημερινής εποχής τις γρανίτες κατά το καλοκαίρι. Εμείς δεν είχαμε παγωτά παρά μόνον χειμερινές γρανίτες. Και όμως νομίζω ότι ήταν πολύ νόστιμες!!!



Το ψωμί ήταν το βασικό στη διατροφή.
Το διαιτολόγιό μας ήταν φτωχό αλλά και πλούσιο σε θερμίδες. Κάθε πρωί ζεστό τραχανά ή γιοφκάδες, ή τσάι με ψωμί και λίγες ελιές όταν υπήρχαν.Φαγητά με όσπρια, κυρίως φασόλια, αλλά και ρεβίθια, φακές, πατάτες, πράσα, λάχανο, τουρσί λάχανο, τουρσί ντομάτες, αλλά το κυριότερο, ένα είδος καβουρμά, φτιαγμένο από κρέας γουρουνιού, ενώ για λάδι χρησιμοποιούσαν τη λίγδα, λίπος δηλαδή του γουρουνιού λιωμένο. Το ψωμί φτιαγμένο από τα χέρια της νοικοκυράς και το μόνο στην επιθυμητή ποσότητα, ενώ τα άλλα τρόφιμα ήταν πάντα σε μετρημένη ποσότητα.
Τα παιδιά, μεταξύ παιχνιδιού και εργασίας, συμπλήρωναν το διαιτολόγιό τους με … ψημένα σπουργίτια.
Όταν έριχνε χιόνι, τα σπουργίτια γύριζαν απελπισμένα από αυλή σε αυλή, περιμένοντας να πέσουν κάποια ψίχουλα από κάποιο τραπέζι ή να περισσέψει κάποιος σπόρος από τις κότες για να τον αρπάξουν. Τα παιδιά εκμεταλλεύονταν αυτήν την αδυναμία των σπουργιτιών.
Παίρναμε μια σκάφη που ήταν εκείνα τα χρόνια ξύλινη σκαλιστή σε χοντρό ξύλο και χρησίμευε για το πλύσιμο των ρούχων. Την τοποθετούσαμε στην αυλή, πάνω στο χιόνι, βάζοντας και ένα ξύλο για να στέκεται στερεωμένη με το κοίλο μέρος στραμμένο προς τα κάτω. Το ξύλο που στήριζε την σκάφη το δέναμε με ένα μακρύ σχοινί και το άπλωναμε μέχρι το σπίτι μας. Παράλληλα πετούσαμε λίγους σπόρους από σιτάρι, κ.λ.π. έξω από την σκάφη και πολλούς κάτω από την σκάφη.



Αυτή η σκάφη θα πιάσει πολλά σπουργίτια !!!

Τα σπουργίτια, νηστικά όπως ήταν, έτρεχαν κοπαδιαστά και έτρωγαν τους σπόρους. Δεν αργούσαν να μπουν και κάτω από την σκάφη. Εμείς που παρακολουθούσαν κρυμμένα μέσα από το σπίτι, μόλις γέμιζε από κάτω η σκάφη, τραβούσαμε το σχοινί, έπεφτε η σκάφη και εγκλώβιζε από κάτω τα σπουργίτια, τα οποία χτυπιούνταν κάτω από τη σκάφη.
Τρέχαμε με φωνές και χώναμε προσεκτικά τα χέρια μας, προσπαθώντας να τα συλλάβουμε. Αρκετά βεβαίως έβρισκαν την ευκαιρία και απελευθερώνονταν. Ακολουθούσε το άναμμα της φωτιάς σε κάποιο απομακρυσμένο μέρος, κυρίως στα αλώνια, και το ψήσιμο του εδέσματος.
Το πρωί που πήγαιναμε στο σχολείο, κουβαλώντας απο 2 ξύλα  κάθε μαθητής και μέσα στην σάκα μας είχαμε και ένα κομμάτι ψωμί και ένα κουτάλι,, εκεί ανάμεσα στα τετράδιά μας και στο βιβλίο μας. Λέω βιβλίο μας γιατί είχαμε ένα μόνο βιβλίο, το ΄΄Αναγνωστικόν΄΄, κι αυτό ξεχαρβαλωμένο από την πολυχρησία, καθώς μεταβιβαζόταν από αδελφό σε αδελφό και από γειτονόπουλο σε γειτονόπουλο.
Μόλις λοιπόν φτάναμε στο σχολείο, πηγαίναμε και παίρναμε μέσα από το τώλ το κατσαρόλι τους που ήταν κρεμασμένο σε καρφί. Ήταν από αλουμίνιο και επάνω είχε χαραγμένο το όνομά μας για να το αναγνωρίζουμε. Μετά μπαίναμε στις γραμμές και όταν φτάναμε μπροστά στο μεγάλο καζάνι μας έβαζαν μια κουτάλα γάλα, ένα κομματάκι κασέρι και ένα κομματάκι βούτυρο, Έτριβαμε μέσα στο γάλα το ψωμί και με το κουτάλι απολαμβάναμε το ζεστό πρωινό μας.''


Μη βιάζεστε, όλοι θα πάρετε συσσίτιο !!!
Όταν έλιωναν τα χιόνια, παρατηρούνταν πλημμυρικά φαινόμενα γέμιζαν από νερό τα ρέματα. Σχεδόν σε κάθε δρόμο σχηματιζόταν ένα μικρό ρέμα, συνήθως ορμητικό, που δυσκόλευε τις μετακινήσεις των κατοίκων. Έξω απο το χωριό, ήταν το ποτάμι, που εκείνη την εποχή γινότανε ορμητικό, δημιουργώντας ακόμη πιο πολλά προβλήματα στους κατοίκους. Αλλά και στις άκρες των δρόμων, παρά την επίπεδη επιφάνεια του κάμπου, δημιουργούνταν διάφορα ρυάκια.
Αυτά τα νερά χρησιμοποιούσαν τα παιδιά, για να βάλουν τις γνωστές βάρκες τους, φτιαγμένες από χαρτί που το δίπλωναν περίτεχνα. Όμως γρήγορα τα νερά παρέσυραν τη βάρκα ή τη βούλιαζαν κάτω από την ορμή τους.

Πολλά ακόμη θα μπορούσα να αναφέρω για τα κρύα, τα χιόνια, τις δυσκολίες και τις στερήσεις των ανθρώπων της παλιότερης εποχής. Θα πρέπει όμως οι νεότεροι να γνωρίσουν και οι παλιότεροι να συνειδητοποιήσουν πως οι βιοποριστικές δυσκολίες καθώς και οι δυσκολίες της καθημερινότητας δεν εξαφάνιζαν την ζεστασιά των ανθρώπινων σχέσεων, τη χαρά, το γέλιο, τη θαλπωρή και οικογενειακή τους ευτυχία. Κι αυτό αποτελεί μάθημα και οδηγό για όλους μας στους σημερινούς απρόβλεπτους και χαλεπούς καιρούς !!!




Οι περισσότερες από τις εικόνες αντλήθηκαν από το διαδίκτυο.

Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΤΕ...ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ '60 - '70

Η ζωή στο χωριό τότε... τις δεκαετίες '60 - '70







Η ζωή στο χωριό ήταν φτωχή και δύσκολη, χωρίς καμία πολυτέλεια, όμως οι άνθρωποι ήταν ευχαριστημένοι και δεν τους απασχολούσε αν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, αλλά φτωχοί και φτωχότεροι. Τον παλιό καιρό η ζωή στο χωριό δεν είχε καμία σχέση με αυτή της σύγχρονης εποχής.

Τα σπίτια χτισμένα με πλιθιά (λασπότουβλα) ή τσιμεντόλιθους με κεραμοσκεπές από βυζαντινά κεραμίδια και λαμαρίνες, λίγο απόμακρα το ένα από το άλλο. Οι δρόμοι γεμάτοι χώμα, λάσπη και σκόνη. Δύσκολη η βατότητα και η καθαριότητά τους. Παρόλα αυτά οι νοικοκυρές φρόντιζαν πρώτα απ΄ όλα την αυλή και το δρόμο μπροστά στο σπίτι τους.

Τα κύρια σημεία υδροδότησης, εκτός από κάποια πηγάδια, ήταν και οι χτιστές βρύσες του χωριού που δυστυχώς δεν σώζονται σήμερα (άραγε ποιόν ενοχλούσαν και τις κατέστρεψαν).

Τα νοικοκυριά ήταν συνηθισμένα χωριάτικα με έντονα τα χαρακτηριστικά του αγροτικού ορεινού χωριού. Έντονες διαφορές δεν είχαν μεταξύ τους. Δεν έβρισκες οικογένειες χωρίς οικονομικά προβλήματα ούτε σπίτια με βασικές διαφορές στην εμφάνιση, την επίπλωση, τις ευκολίες ή τα μέσα που διέθεταν.

Οι φτωχότεροι συντηρούσαν ένα νοικοκυριό που το πρόσεχαν και φρόντιζαν να ανταποκρίνεται με αξιοπρέπεια στις ανάγκες της οικογένειας και στις κοινωνικές υποχρεώσεις τους.

Οι οικογένειες τότε ήταν πολυμελείς. Μεγάλωναν κάτω από συνθήκες που τους εξασφάλιζαν μία υποφερτή διαβίωση. Για το μέλλον τους φρόντιζε η τύχη.

Το χωριό είχε ένα ή και περισσότερα καφενεία στα οποία ξημεροβραδιάζονταν όλοι οι άντρες τους μήνες που δεν είχαν γεωργικές εργασίες (το χειμώνα)

Γυναικείο πόδι δεν είχε πατήσει σε καφενείο του χωριού εκτός αν έπρεπε να ειδοποιήσει τον άντρα της για κάτι σοβαρό.

Στις σχέσεις του αντρόγυνου ο άντρας ήταν η κεφαλή της οικογένειας και είχε το γενικό πρόσταγμα.

Γενικά. οι σχέσεις του αντρόγυνου ήταν καλές, φιλικές και τίμιες όμως η σκληρή κουβέντα και η βλαστήμια δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Που και που έπεφτε και καμιά... Ο άντρας ήταν άντρας τότε (τρομάρα του, έτσι πίστευε, ήταν φυσιολογικό και μάλιστα όχι κατακριτέο από όλους).

Σε γενικές γραμμές η ζωή των κατοίκων ήταν ρουτίνα και η µια µέρα διαδέχονταν την άλλη ίδια και απαράλλαχτη.

Οι γυναίκες στην εργασία της γης έκαναν σχεδόν τα πάντα,από την σπορά,το τσάπισμα,έως και την συγκομιδή και μάλιστα πολλές φορές με συνεννόηση μαζευόταν και πήγαιναν ο ένας στον άλλον,τα λεγόμενα (κεσούκια) δανεικά, και ειδικά σε καλλιέργειες καπνού, καλαμποκιού, τσάπισμα, φύτεμα, από το ξημέρωμα μέχρι τη δύση του ήλιου και άλλα πολλά δυστυχώς.

Οι γυναίκες δούλευαν διπλή βάρδια µέσα και έξω από το σπίτι, και όταν δεν δούλευαν στα χωράφια έκαναν τις δουλειές του σπιτιού, το συγύρισμα, το σκύψιμο πάνω στη σκάφη, το ζύµωµα συνήθως µια φορά την εβδομάδα, το πλύσιμο, το πλέξιμο...

Έπρεπε επίσης να προσέχει τα ζώα και να τα πηγαίνει να τα δέσει στο ζεβλί (παλούκι) καθώς και να ρίχνει φαΐ στις κότες στο γουρουνάκι ή στις κατσίκες. Τι να τονίσω και τι να θυμηθώ από τις δουλείες των γυναικών του χωριού!

Απλά θα αναφέρω μερικές καθημερινές εργασίες.

Ζύμωμα και φούρνισμα ψωμιού,άρμεγμα, ντουρβάνισμα (παραγωγή βουτύρου), μαγείρεμα ,καθαριότητα σπιτιού και αυλής, γνέθανε και ετοιμάζανε τα πλεκτά τους ρούχα,φροντίδα του μπαξέ και πολλές-πολλές ακόμα δουλειές.

Το φτιάξιμο της χωριάτικης πίτας ή του σπιτικού γλυκού ήταν ακόμα ένας λόγος επίσκεψης στη γειτόνισσα για κέρασμα και για λίγο... κουτσομπολιό.

Πολλά ονόματα γυναικών στο χωριό ξεχνιόντουσαν γιατί έπαιρναν το όνοµα του άντρα. Έτσι άκουγες να λένε η Γιάννινα, η Γιώργαινα , η Φώτενα, η Χατζάβα(πήγε στα Ιεροσόλυμα) και άλλα τέτοια.

Τα αγόρια πήγαιναν στο γυμνάσιο. Αντίθετα άφηναν ελάχιστα κορίτσια να προχωρήσουν γιατί οι γονείς πίστευαν πως τα κορίτσια είναι ...για το σπίτι, για οικογένεια.

Απαραίτητο σχολείο για αυτά ήταν (με το ζόρι) το πλέξιμο και το κέντημα (η προίκα).

Να σημειώσω πως όλες οι δουλειές γινότανε χωρίς τις σημερινές ευκολίες, μιας και το ηλεκτρικό ήρθε στο χωριό στα τέλη της δεκαετίας του '60.

Νερό με τη στάμνα, μαγείρεμα και θέρμανση στη σόμπα, φωτισμός με γκαζόλαμπα, μπάνιο στη λεκάνη, ενημέρωση λίγο σπάνια κι αυτή με ραδιόφωνο.

Η ψυχαγωγία ήταν τα γλέντια σε γάμους και γιορτές στα λιτά μαγαζιά του χωριού ή στο σπίτι (όλοι βοηθούσαν και έβαζαν ένα χεράκι).

Από σινεμά, ο στρατός έφερνε 
κινηματογραφικές επιτυχίες της εποχής (ταινίες)για όλη την οικογένεια και φρόντιζε να τις δείχνει στα καφενεία του χωριού ή στον τοίχο του σχολείου τα καλοκαίρια.

Τελειώνοντας το σχολείο τα αγόρια έπαιρναν το δρόμο της αποκατάστασης είτε στη δουλειά του πατέρα είτε κοντά σε έναν τεχνίτη να μάθουν μία τέχνη. Τα κορίτσια βοηθούσαν στις δουλειές του σπιτιού και στα χωράφια.

Στο γυμνάσιο πολύ λίγα παιδιά πήγαιναν, και γιατί δεν υπήρχαν οικονομικές δυνατότητες και και γιατί δεν υπήρχε γυμνάσιο. Το πιο κοντινό βρισκόταν στα Κάτω Ποροΐα. Κάποια παιδιά μετακόμιζαν ακόμα και στη Θεσσαλονίκη για να συνεχίσουν το σχολείο.

Γι αυτό παρατηρούνταν το φαινόμενο να σπουδάζουν φτωχά παιδιά με δυσκολίες και στερήσεις, αλλά με γονείς με διαφορετικές αντιλήψεις για τη μόρφωση. Αντίθετα πολλά παιδιά που είχαν και δυνατότητες και άνεση δεν σπούδαζαν.

Στην οικογένεια η συμβολή της γυναίκας ήταν αποφασιστική. Φορτωμένη με όλα τα βάρη του νοικοκυριού, προσπαθούσε με πενιχρά μέσα να τα φέρει βόλτα. Από αυτήν περίμεναν και οι δουλειές να τελειώσουν και τα προβλήματα να λυθούν. Όλα μετρημένα και λιγοστά.

Δουλειά από νύχτα σε νύχτα. Να συγυρίσει, να προφτάσει το ζύμωμα, τη μπουγάδα, το ράψιμο, το μπάλωμα. Να βρει καιρό για πλέξιμο, κέντημα (αυτά ήταν η διασκέδασή-τα χόμπι της) και ένα σωρό άλλες δουλειές.

Όσο τα παιδιά ήταν μικρά, βοήθεια από πουθενά. Ο άνδρας, και ο καλύτερος ακόμα, δεν σηκωνόταν να βάλει ούτε ένα ποτήρι νερό. Τα περίμενε όλα στο χέρι. Θεωρούνταν μειωτικό για έναν άνδρα, "που εκπροσωπούσε το ισχυρό φύλο’’, να ασχοληθεί με δουλειές που χαρακτηρίζονταν “γυναικείες”.

Επειδή δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα τους, δεν έκανε τίποτα για να είναι σίγουρος. Αυτή η συμπεριφορά υπαγορευόταν ασφαλώς από το συναίσθημα υπεροχής απέναντι στο γυναικείο φύλο.

Το μεγάλωμα των παιδιών αποτελούσε φροντίδα αποκλειστικά της μάνας.

Ο πατέρας δεν αδιαφορούσε αλλά ούτε νοιαζόταν και πολύ. Η δουλειά που τον κρατούσε ώρες μακριά από το σπίτι, οι στεναχώριες για τα οικονομικά της οικογένειας, αλλά βασικά η νοοτροπία (που δεν άλλαξε και πολύ μέχρι σήμερα), ότι αυτό είναι δουλειά της μάνας, περιόριζαν το ρόλο του, στο να εξασφαλίζει τα μέσα για τις ανάγκες τις οικογένειας. Τον χώριζε απόσταση από τα παιδιά, αποτέλεσμα της συμπεριφοράς που θεωρούνταν πρέπουσα και ενδεδειγμένη τα χρόνια εκείνα. Δηλαδή ο πατέρας έπρεπε να είναι αυστηρός, λιγομίλητος, σοβαρός και ίσως λίγο έως πολύ σκληρός, πνίγοντας τις περισσότερες φορές τα πραγματικά του αισθήματα για να μη παραβεί την παράδοση (...του ΑΝΤΡΑ).

Αντίθετα η μάνα δεν είχε κανένα λόγο να κρύβει την αγάπη, την καλοσύνη, την ανοχή. Ο ρόλος της ήταν λεπτός και δύσκολος. Να χορτάσει όλα εκείνα τα παιδιά, που σπάνια ήταν λίγα, μοιράζοντας ότι είχε ίσα και δίκαια για να μην αδικήσει κανένα. Να τα ντύσει, να τα ποδίσει, πλέκοντας η μπαλώνοντας ρούχα και κάλτσες, να μη φαίνονται οι φτέρνες και οι αγκώνες και να ξενυχτάει στο προσκέφαλό τους όταν αρρώσταιναν, χωρίς γιατρό και φάρμακα. Όλα αυτά τα οικογενειακά βάρη και οι φροντίδες που έπεφταν στις πλάτες της, η ανέχεια που δεν την άφηνε να εξασφαλίσει στα παιδιά της με άνεση ένα πιάτο καλό φαΐ και ζεστά ρούχα, τη γερνούσαν παράκαιρα (οι σαραντάρες έμοιαζαν με γριές).

Οι άνδρες είχαν και ώρες που δεν έκαναν απολύτως τίποτα και έβρισκαν καιρό για το καφενείο.

Οι γυναίκες όπου κι αν πήγαιναν κουβαλούσαν και τη δουλειά τους. Τα χέρια τους σταματούσαν μόνο στον ύπνο. Η καθαριότητα ήταν άλλος ένα τομέας της γυναικείας δραστηριότητας, που χρειάζονταν δουλειά και κόπο.

Είχαν στη διάθεσή τους νερό που το κουβαλούσαν από τις βρύσες του χωριού με στάμνες και τενεκέδες. Έπλεναν στη σκάφη. Για σαπουνάδα χρησιμοποιούσαν σταχτόνερο (αλισίβα)... και αν υπήρχε πράσινο σαπούνι. Στη μία μεριά τοποθετούσαν ένα πανί πάνω στο οποίο έβαζαν την στάχτη και από πάνω έριχναν το ζεστό νερό, που διαλύοντας τη στάχτη γέμιζε την άλλη μεριά της λεκάνης, ενισχύοντας τη «σαπουνάδα» . Μία μπουγάδα κρατούσε πολλές ώρες χωρίς σταματημό και γινόταν κυρίως τα Σαββατοκύριακα.

Την περίοδο της εγκυμοσύνης και του τοκετού οι γυναίκες εμπιστεύονταν την τύχη τους στις μαμές που πολλές φορές παρά τις φιλότιμες προσπάθειες τους δεν τα κατάφερναν.

Δεν είχαν ούτε τα μέσα ούτε τις γνώσεις για μια δύσκολη περίπτωση. Όταν η γυναίκα έφθανε ως τη γέννα, (δεν ήταν λίγες οι φορές που από τις πολλές δουλειές και τις ταλαιπωρίες απέβαλε), μαζεύονταν μάνες, πεθερές και πρακτικές μαμές για να βοηθήσουν με την πείρα τους. Αν η γέννα ήταν δύσκολη η γυναίκα υπέφερε μερόνυχτα καμιά φορά από τους πόνους. Μερικές φορές τα παιδιά γεννιούνταν πεθαμένα, αλλά και οι γυναίκες κινδύνευαν από την αιμορραγία και οποιαδήποτε άλλη επιπλοκή. Δυστυχώς κάποιες φορές δεν τα κατάφερνε ούτε η μάνα και άλλες ούτε το παιδί.

Ο κόσμος και πιο πολύ οι μάνες είχαν στοιχειώδη μόρφωση και ελάχιστες γνώσεις. Ήταν γεμάτες δεισιδαιμονίες και προλήψεις και γίνονταν εύπιστες στις πρακτικές διαγνώσεις και τα γιατροσόφια. Πολλές φορές, ακόμα και όταν υπήρχε γιατρός, είχαν περισσότερη εμπιστοσύνη στα γιατροσόφια παρά στο γιατρό.

Η κυριότερη ασχολία των ανθρώπων ήταν η γεωργία. Κατά δεύτερο λόγο ήταν η ΄"οικιακή" κτηνοτροφία". Ένα ζευγάρι αγελάδες για το ζευγάρισμα και το γάλα τους, κανένα γουρούνι και μερικές κότες.

Η γεωργία και η κτηνοτροφία γίνονταν με τα μέσα της εποχής, τα σχεδόν πρωτόγονα, και η απόδοσή τους ήταν χαμηλή. Δούλευαν, κουράζονταν και στο τέλος τους έμενε μόνο η κούραση.

Παράλληλα με τις κύριες δουλειές όλοι σχεδόν καλλιεργούσαν κήπους (μπαξέδες), για να ενισχύσουν το νοικοκυριό και την οικονομία της οικογένειας με τη δική τους παραγωγή.

Καμιά ασφάλιση ή προστασία δεν υπήρχε πουθενά. Οι εργάτες, οι αγρότες, οι επαγγελματίες έπρεπε να φροντίσουν μόνοι τους.

Τα χρήματα τα ξόδευαν με μεγάλη οικονομία και κρατούσαν ότι περίσσευε για ώρα ανάγκης. Η αγωνία για το αύριο τους υποχρέωνε να κάνουν οικονομία σε βάρος των αναγκών και ιδιαίτερα της διατροφής τους.

Το χειμώνα τα πράγματα ήταν δύσκολα. Οι νύχτες ατέλειωτες και παγωμένες. Συγκεντρωμένη η οικογένεια στο μοναδικό δωμάτιο που ζεσταινόταν, οι γυναίκες έπλεκαν ή μπάλωναν και οι άντρες «ονειροπολούσαν» η κάπνιζαν αραχτοί στο "ντιβάνι" (ο σύγχρονος καναπές), ενώ τα παιδιά έκαναν φασαρία παίζοντας. Το ΄΄λαμπόγυαλο΄΄ το μόνο μέσο φωτισμού εκείνο τον καιρό, αγωνιζόταν να φωτίσει το δωμάτιο.

Στο "σαλόνι" σε μια γωνιά (ένα δωμάτιο ήταν όλο κι όλο το σπίτι) έκαιγε η ξυλόσομπα κι η κατσαρόλα σιγοβράζοντας ετοίμαζε το φαγητό. Οι σκιές έστηναν χορό, γύρω στους τοίχους. Μετά το φαγητό όλοι ζάρωναν κοντά στη σόμπα. Ο φωτισμός λιγοστός, η ζέστη απίστευτη (η ξυλόσομπα στο φουλ), τα παράθυρα να ιδρώνουν με την διαφορά της θερμοκρασίας μέσα και έξω. Μόνο ο αερισμός ήταν τέλειος. Απ΄ όλες τις χαραμάδες των ξύλινων παραθύρων και κάτω από την πόρτα έμπαινε αέρας και κρύο-ως συνήθως βάζανε μια κουρελού κάτω από την πόρτα. Ακολουθούσε από νωρίς ύπνος. Έτσι είχαν και οικονομία στα ξύλα και χρόνο να μεριμνούν για ... την αύξηση του πληθυσμού-βλέπετε, τηλεόραση δεν υπήρχε τότε.

Το Φθινόπωρο με τις πρώτες βροχές μαλάκωνε η ξεραΐλα της γης, που οργώνονταν για τη σπορά. Το όργωμα γίνονταν με το αλέτρι, που το έσερναν άλογα μουλάρια ή βόδια. Ξεκινούσαν νύχτα για τα χωράφια, για να φτάσουν εκεί το ξημέρωμα κι όπως δεν είχαν ρολόγια, τις συννεφιασμένες μέρες, ξέμεναν μέχρι αργά το βράδυ. Η δουλειά κρατούσε ανάλογα με το κουράγιο τους και την αντοχή που θα έδειχναν τα ζώα. Πρόσεχαν τα ζώα περισσότερο και από τον εαυτό τους-μη πω κι απ' τα παιδιά τους. Το χάσιμο ενός ζώου ήταν οδυνηρή απώλεια για όλη την οικογένεια. Για να το αντικαταστήσουν χρεώνονταν ως το λαιμό.

Οι προχειμωνιάτικες βροχές του Οκτώβρη γέμιζαν τους δρόμους με λάσπη. Από τις στέγες των σπιτιών έτρεχαν ασταμάτητα νερά και σχημάτιζαν ποταμάκια. Η υγρασία τρύπωνε παντού απ΄ τα ανοίγματα και τις χαραμάδες. Οι προετοιμασίες για το χειμώνα συμπληρώνονταν. Τα ξύλα για τη φωτιά που είχαν κοπεί με μεγάλο κόπο με το τσεκούρι από το βουνό (ευτυχώς τότε ήταν δωρεάν και ελεύθερα) στοιβάζονταν με επιμέλεια στην ετοιμόρροπη αποθήκη με λαμαρίνες. Έκοβαν κάθε ξύλο που θα μπορούσε να καεί και να ζεστάνει. Μεσέδες (δρυς), οξιές, σκλήθρα, λεύκες κ.λπ.

Όταν έφθανε ο χειμώνας μέρες και νύχτες μπορεί να χιόνιζε ασταμάτητα. Τότε υπήρχαν οι τέσσερεις εποχές. Αν το χιόνι ήταν μαλακό δεν δημιουργούσε προβλήματα. Αν όμως φυσούσε το μάζευε και μετά το πάγωνε, η κυκλοφορία ήταν δύσκολη. Οι δουλειές ατονούσαν. Όσοι ασχολούνταν με τη γεωργία κάθονταν κλεισμένοι στα σπίτια ή στα καφενεία, περιμένοντας να ξανοίξει ο καιρός.

Αφού έσφαζαν τα γουρούνια που με κόπο και φροντίδα είχαν μεγαλώσει για τα Χριστούγεννα, η ζωή τους έβγαινε κάπως απ' τον κανονικό της ρυθμό, λόγω των εορτών. Επισκέψεις, γλέντια, φαΐ και καθισιό για τα παιδιά κυρίως για αρκετές ημέρες.

Μετά τις γιορταστικές μέρες άρχιζαν οι δυσκολίες. Τα έκτακτα έξοδα αλάφραιναν τα πορτοφόλια κι έπρεπε να σφιχτεί το ζωνάρι, για να εξισορροπηθούν τα πράγματα. Ο χειμώνας (Γενάρη - Φλεβάρη) ήταν συνήθως βαρύς με κρύα και παγωνιές.

Μετά την καλοπέραση και τα γλέντια κανένας δεν είχε όρεξη για δουλειά τις πρώτες μέρες.

Τα παιδιά ξεκινούσαν για το σχολείο, σα να πήγαιναν στην κρεμάλα. Δεκαπέντε μέρες ξένοιαστες, χωρίς διάβασμα, χωρίς γράψιμο και το φόβο του δασκάλου δημιουργούσαν άλλη διάθεση. Όλες τις γιορτές κανένας δεν άνοιγε βιβλίο ή τετράδιο. Η αντιγραφή, πέντε έξι αράδες, γραφόταν την τελευταία μέρα, ακόμα και το πρωί που ετοιμάζονταν για το σχολειό. Η τσάντα, πεταμένη κάπου απ' την παραμονή των Χριστουγέννων, ξεθάβονταν το πρωί του Αϊ Γιαννιού με το περιεχόμενό της απείραχτο και άγγιχτο.

Ξεκινούσαν για το σχολειό με χιόνια, βροχές, παγωνιά. Το ντύσιμό τους ένα σακάκι-μπουφάν και παντελόνι ούτε κοντό ούτε μακρύ λίγο κάτω απ' το γόνατο-τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα. Παλτό ελάχιστοι φορούσαν. Αν περίσσευε κανένα παλιό σακάκι από κάποιον μεγαλύτερο, τα βόλευε μια χαρά.

Έφταναν στο σχολειό "πουντιασμένα", με πόδια μουσκεμένα και μελανιασμένα χέρια.

Η αίθουσα μικρή ή μεγάλη, δεν έφτανε μια σόμπα να τη ζεστάνει.

Μ' αυτά τα "εφόδια" και βαθιά μεσάνυχτα σχετικά με τα μαθήματα, μετά τις δεκαπενθήμερες διακοπές, τα περισσότερα ετοιμάζονταν ν' αντιμετωπίσουν το δάσκαλο.

Όσα είχαν την «τύχη» να τα πιάσει η ΄΄τσιμπίδα΄΄, μετρούσαν τις βεργιές στις ξυλιασμένες τους παλάμες. Δέχονταν καρτερικά την τιμωρία, μα στα μάτια τους διάβαζες πόσο άδικο το έβρισκαν.

Που να καταλάβουν με το μικρό τους «μυαλουδάκι», πως ότι πάθαιναν ήταν για το ...καλό τους.

Σίγουρα δεν ένιωθαν πόσο σοφό ήταν ένα τέτοιο σύστημα, που τοποθετούσε τις γνώσεις στην άκρη μιας βέργας.

Το ξύλο υπήρξε για χρόνια η βάση της παιδαγωγικής και το αποτελεσματικότερο μέσο επιβολής. Η πειθώ χρειάζονταν χρόνο, διάθεση και διαφορετική νοοτροπία.

Ποιοι όμως θα ήθελαν ή θα μπορούσαν να ξεφύγουν απ' τον κανόνα, μέσα στο στείρο και απαρχαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα που υποχρεώνονταν να υπηρετήσουν;

Οι επιθεωρητές, σαν εντολοδόχοι και εκφραστές του, ήταν κέρβεροι. Άνθρωποι στενόκαρδοι και στενοκέφαλοι, δεν επέτρεπαν καινοτομίες και αλλαγές και δεν επιβράβευαν το έργο του δασκάλου, όποιο κι αν ήταν. Μπορούσε να κριθεί η δουλειά του μόνο από την απάντηση ενός μαθητή. Άλλωστε ο τρόπος και η τακτική που ακολουθούσαν οι δάσκαλοι, ήταν αποδεχτά κι από τους γονείς. Όταν, ρωτώντας καμιά φορά - πράγμα σπάνιο - πληροφορούνταν πως το παιδί τους δεν πήγαινε και τόσο καλά, παρότρυναν τον δάσκαλο να το δέρνει για να μάθει γράμματα! Πραγματικά ήταν να τα λυπάσαι εκείνα τα παιδιά. Κι όμως ήταν χαρούμενα τα παιδιά, γέμιζαν τους δρόμους και τις πλατείες-σήμερα τις μετατρέψαμε σε πάρκα, λες και όλο το χωριό δεν είναι ένα απέραντο πάρκο από μόνο του- με την παρουσία τους και τα παιγνίδια τους.

Ο χειμώνας αποτελούσε παρελθόν. Στους στεγνούς πια δρόμους δεν τα ένοιαζε και αν ακόμα τα παπούτσια ήταν τρύπια κι οι φτέρνες απ' έξω.

Την Άνοιξη ο καιρός ζέσταινε, τα χιόνια έλιωναν.

Οι άνθρωποι πετούσαν τα χειμωνιάτικα και χαίρονταν τις λιακάδες γεμάτοι αισιοδοξία.

Στα πλατάνια-υπήρχε και πλάτανος σε όλες τις πλατείες των χωριών, αλλά μας "εμπόδιζαν" απ' ό,τι φαίνεται και τα κόψαμε- και τις αυλές έβγαιναν και κάθονταν οι παππούδες. Στρίβοντας τσιγάρα αναθυμόνταν περιστατικά και ιστορίες της ζωής τους. Πόλεμοι, καταστροφές, αποκλεισμοί, πείνα, είχαν περάσει από πάνω τους και τους άφησαν πολλές πίκρες και οδυνηρές εμπειρίες.

Την απραξία του χειμώνα διαδέχονταν η κίνηση και η δραστηριότητα. Κλάδεμα, σκάψιμο, όργωμα. Η γη ξυπνούσε και ετοιμάζονταν να καρπίσει. Στα χωράφια μεγάλωναν και ωρίμαζαν τα σπαρτά.

Στο λεκανοπέδιο, στα χωράφια καλλιεργούσαν πιο πολύ καπνά, καλαμπόκι και σιτάρι, πέρα από τα κηπευτικά. Το φύτεμα και το σκάλισμα γινόταν με τσάπες, ενώ το ξεβοτάνισμα με τα χέρια.

*Σημ: Για την καλλιέργεια και όλη τη διαδικασία του καπνού έχω αναφερθεί σε παλαιότερη ανάρτηση, οπότε την παραλείπω.

Το καλοκαίρι την εποχή του θέρους όλη η οικογένεια βρίσκονταν σε συναγερμό. Η ζωή τους άλλαζε ρυθμό. Η ένταση της δουλειάς δεν άφηνε καιρό να ασχοληθούν με λεπτομέρειες. Οι δουλειές γίνονταν χονδρικά, ίσα- ίσα για να αντιμετωπίζονται οι ανάγκες που προέκυπταν. Θέριζαν μέρες ολόκληρες. Δουλειά σκληρή, ξεθεωτική, χέρια, πόδια, πλάτες, όλο το σώμα έπαιρνε μέρος σε μια χωρίς ανάσα προσπάθεια. Ο ήλιος έψηνε και τσουρούφλιζε χωρίς έλεος. Μούσκεμα στον ιδρώτα και ίσκιος πουθενά. Οι γυναίκες μαντιλοδεμένες άφηναν ακάλυπτα μόνο τα μάτια, για να μη τις κάψει ο ήλιος.

Οι καλαμιές με τα στάχυα έπεφταν κάτω απ΄ τα κοφτερά δρεπάνια και γίνονταν σωροί δίπλα σε κάθε θεριστή, που μετά τα έδεναν σε δεμάτια με στάχυα που τα μαλάκωναν με νερό και τα στοίβαζαν σε θημωνιές. Πίσω έμεναν τα κοτσάνια που αργότερα θα καίγονταν η θα παραχώνονταν στο όργωμα.

Το μεσημέρι έτρωγαν και ξεκουράζονταν. Κι είναι να απορεί κανείς, πως άντεχαν τόση δουλειά με το πρόχειρο λιτό και λιγοστό φαγητό που έτρωγαν. Οι μέρες κυλούσαν κουραστικές μέχρι να τελειώσουν όλα τα χωράφια με την αγωνία μην τους προλάβει χαλάζι, λίβας ή αρρώστια. Το αλώνισμα που ακολουθούσε είχε κι αυτό δυσκολίες και κόπο. Έπαιρναν τα δεμάτια από τις θημωνιές, τα σκόρπιζαν με τα δικράνια στο αλώνι, μετά έμπαιναν και γύριζαν γύρω- γύρω τα ζώα (άλογα η βόδια), ενώ τα παιδιά ξετρελαίνονταν ανεβασμένα πάνω τους. Έτσι ξεχώριζε το στάρι από τα στάχυα.Οι καλαμιές γίνονταν άχυρο που το μάζευαν σε μεγάλο σωρό και το λίχνιζαν σηκώνοντάς το ψηλά με το φτυάρι και το λιχνιστήρι. Όταν ξεχώριζε καθαρό το σιτάρι, έμπαινε σε σακιά και φορτώνονταν για το σπίτι. Η σοδειά τις πιο πολλές φορές δεν έφθανε να καλύψει τα έξοδα και τις ανάγκες τους και φυσικά ο κόπος τους δεν ξεπληρώνονταν με τίποτα.

Το καλαμπόκι το μάζευαν και το πήγαιναν στο σπίτι. Καλούσαν συγγενείς, γείτονες και φίλους και το ξεφλούδιζαν το βράδυ. Το ξεφλούδισμα ήταν σωστό γλέντι και περισσότερο για τους νέους. Το τραγούδι, τα γέλια, τα καλαμπούρια και τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν. Την άλλη μέρα άπλωναν το ξεφλουδισμένο καλαμπόκι στην αυλή να λιαστεί για 8 μέρες. Ύστερα μαζεύονταν πάλι όλοι και το έσπαγαν. Όταν τέλειωνε το σπάσιμο πήγαιναν όλοι παρέα στο σπίτι, όπου η νοικοκυρά είχε έτοιμο φαγητό για όλους και ακολουθούσε γλέντι.

Αφού όλα αυτά είχαν μπει σε τάξη, κι οι περισσότερες δουλειές είχαν τελειώσει, όλοι περίμεναν το πανηγύρι να πάρουν μια ανάσα. Μετακίνηση πληθυσμού λέμε, απ' το ένα χωριό στο άλλο. Τι μεγάλη χαρά για τα παιδιά αλήθεια! Το πανηγύρι μας ήταν του Αγίου Αθανασίου στις 2 Μαΐου
. Εκεί έρχονταν άνθρωποι από όλα τα γειτονικά χωριά να διασκεδάσουν, αλλά περισσότερο απ' όλα να ξεχάσουν-έστω για λίγο-τα προβλήματα και τη φτώχεια τους. Οι μερακλήδες να δείξουν τις χορευτικές τους ικανότητες και οι νεότεροι να φλερτάρουν μεταξύ τους.

Κάπως έτσι ήταν η Ζωή στο χωριό τότε....τα χρόνια εκείνα.

Τα χρόνια κύλισαν γρήγορα. Οι δυσκολίες ξεπεράστηκαν. Ήρθαν καλύτερες μέρες για όλους. Όμως η νοσταλγία και οι παιδικές αναμνήσεις σε μας τους μεγαλύτερους, στριφογυρίζουν στο μυαλό μας αργά, γλυκά και βασανιστικά. Τι θαρρείτε πως παίρνει κανείς μαζί του φεύγοντας απ' αυτό τον κόσμο; Μόνο τις καλές του αναμνήσεις. Αυτές είναι και ο Παράδεισός του.

* Ελπίζω να μη σας κούρασα, και κυρίως κάποιοι-ες να μη μελαγχολήσατε αναπολώντας τα παιδικά σας χρόνια.