Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Παρακολουθήστε όλη την παρουσίαση «Του Αρχείου του Πόντου» στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης (Video)

Παρακολουθήστε όλη την παρουσίαση «Του Αρχείου του Πόντου» στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης (Video)



Παρακολουθήστε όλη την παρουσίαση «Του Αρχείου του Πόντου» στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης (Video)



Ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου έγινε η πρώτη δημόσια παρουσίαση του Πολιτικού Αρχείου των Ελλήνων του Πόντου (1916-1924), την Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016, το οποίο περιλαμβάνει περισσότερα από 5.000 πρωτότυπα έγγραφα, βιβλία, πρακτικά συνεδριάσεων και άλλα ντοκουμέντα του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου, που επιδίωκε τη δημιουργία αυτόνομου κράτους των Ελλήνων του Πόντου.

  


Πηγή Video: Livemedia


Σχετικά θέματα


ΠΗΓΗ  http://www.epontos.blogspot.gr

Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα

Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα

Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα
Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα


Τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας: «τουρνίκες» και «καθίζω τζιχτζιράνο»
της Λένας Σαββίδου

Ο πλούτος των εθιμικών δρώμενων της Μεγάλης Εβδομάδας που έφεραν οι πρόσφυγες από τον Πόντο, είναι ασύλληπτου εύρους και ομορφιάς. Ο χρόνος, δυστυχώς, πολλά από αυτά τα θάμπωσε στη μνήμη κι άλλα τα παράλλαξε στο πέρασμα του. Το ευτυχές όμως είναι πως μέσα από λαογραφικές μελέτες και καταγραφές πολύ μεγάλο μέρος τους έχει διασωθεί κι έτσι ακόμη κι αν δεν υπάρχουν ως κομμάτια του «εορταστικού» βίου μας, μπορούμε να τα εντοπίσουμε, να τα μελετήσουμε και φυσικά να τα ματαγαπήσουμε και να τους ξαναδώσουμε «ανάσα», εντάσσοντας τα στην σύγχρονη πραγματικότητα μας.
Ένα πολύ όμορφο έθιμο που μας έρχεται από την περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν είναι οι Τουρνίκες.

Το έθιμο αυτό το κατέγραψε ο Γ. Φωτιάδης στην εργασία του «Από τα πασχαλινά έθιμα του Ακ Δαγ Μαδέν» που δημοσιεύτηκε στον 38ο τόμο του Αρχείου Πόντου. Οι τουρνίκες ήταν τα αυγά που οι νοικοκυρές έβαφαν κι ετοίμαζαν για την Λαμπρή. Στο Ακ Νταγ Ματέν σε αντίθεση με ότι σήμερα επικρατεί, τα αυγά τα έβαφαν το Μεγάλο Σάββατο.
Η συνήθεια να βάφονται αυγά ανήμερα του Μεγάλου Σαββάτου, κατά τον Φωτιάδη που φέρει στο φως και τη σχετική μαρτυρία, δεν έχει γνωστή προέλευση. Προσωπικά το θυμάμαι να συμβαίνει και στο δικό μας σπίτι-είμαστε πρόσφυγες από το χωριό Σιον (Επαρχίας Χαλδίας, τμήμα Χεροιάνων-Κελκίτ)- τουλάχιστον 40 χρόνια πριν, αρχές δεκαετίας του 70 και σταδιακά να εκλείπει και τα αυγά να βάφονται σταθερά πλέον την Μεγάλη Πέμπτη. Οι τουρνίκες δεν ήταν αποκλειστικά κόκκινα αυγά
αλλά έχαιραν πλήθος χρωμάτων, όπως είναι το κίτρινο, το γαλάζιο και το πράσινο και πέραν των ωραίων χρωμάτων τους ήσαν πλουμιστές με όμορφα σχέδια. Τα αυγά που θα βαφόταν το Μεγάλο Σάββατο τα διάλεγαν από τα μέσα περίπου της Σαρακοστής και τα ξεχώριζαν σε εξαιρετικά γερά και σε…συνηθισμένα. Τα γερά έμεναν ξέχωρα από τα υπόλοιπα και ξέχωρα βαφόταν.
Ένα δεύτερο έθιμο που σχετίζεται με το βάψιμο των αυγών και που κι αυτό μας έρχεται από την περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν, το παραθέτει πάλι ο Γ. Φωτιάδης στην παραπάνω αναφερθείσα μελέτη του και είναι το «καθίζνε τζιχτζιράνο».
Το έθιμο αυτό το κρατούσαν οι μερακλήδες του τσουγκρίσματος των αυγών και σκοπό είχε να δώσει αυγά τέτοια που κυλούν και στέκονται στη μύτη και κατά το σπάσιμο τους ακούγεται θόρυβος σαν να σπάζει κέλυφος σαλιγκαριού. Για να το πετύχουν αυτό χρησιμοποιούσαν τη χόβολη. Την άνοιγαν και πάνω στη πυρακτωμένη πλάκα της έστρωναν στάχτη. Πάνω σε αυτή τη στάχτη τοποθετούσαν τα αυγά με τη μύτη προς τα κάτω και τα σκέπαζαν με ένα κιούπι. (Το κιούπι είναι το πήλινο σκεύος που σήμερα θα λέγαμε μικρό κανάτι ή μικρό πυθάρι). Από πάνω έριχναν τα αναμμένα κάρβουνα, τη χόβολη δηλαδή.
Μέσα σε 24 ώρες ότι υπήρχε στο εσωτερικό του αυγού κατακαθόταν στη μύτη αυτού, ξεραινόταν, κολλούσε στον φλοιό και γινόταν σαν ένα σώμα με αποτέλεσμα όπως κι αν κυλούσε το αυγό να έρχεται να κάθεται στη μύτη, μιας κι εκεί πλέον είχε μετατοπιστεί κι όλο το βάρος του. Κατά το σπάσιμο αυτών των αυγών, όπως προαναφέρθηκε, δημιουργούταν ήχος ιδιαίτερος και οι μερακλήδες πρόβαλλαν το… μεράκι τους.
Σήμερα ο χρόνος που διαθέτουμε στο να προετοιμαστούμε για τη Λαμπρή ολοένα και λιγοστεύει.

Αυτό μας αναγκάζει να σβήνουμε από το τεφτέρι μας, όσα μας καθυστερούν από τις επείγουσες εργασίες μας ή να τα αντικαθιστούμε με ότι γίνεται ταχύτερα κι ευκολότερα. Έτσι, αγοράζουμε τα κουλουράκια έτοιμα ψημένα από το φούρνο, τα τσουρέκια τα παραγγέλνουμε στο ζαχαροπλαστείο γιατί που χρόνος να ζυμώσουμε και τα τελευταία χρόνια δε βάφουμε μήτε αυγά μιας και κυκλοφορούν καλοβαμμένα και καλογυαλισμένα πασχαλινά αυγά στα ράφια των υπεραγορών.
Ας αναλογιστούμε όμως τι χάνουμε έτσι…κι όχι μόνον μέσα από τον κόσμο των ηθών και των εθίμων μας, μα κυρίως μέσα από την ίδια μας την ψυχή που πλέον ξεχνά να ευφραίνεται και να αγάλλεται. Ξεχνά να συμμετέχει και να δημιουργεί.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

ΚΑΒΖΑ

ΚΑΒΖΑ

ΤΟΠΑΛ ΟΣΜΑΝ —Η ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΕΙ 

Η ΚΑΒΖΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΕΣΟΓΛΟΥ


ΤΟΠΑΛ ΟΣΜΑΝ
Η ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΕΙ
ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗ


   ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΤΑΚΤΕΣ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ που σχηματίστηκαν τούτο τον καιρό σε διάφορα μέρη τού Πόντου, η πιο τρο­μερή, και με τη φρικιαστικότερη δράση, ήταν τού Τοπάλ Οσμάν, τού κουτσού βαρκάρη από την Κερασούντα που έγινε το δεξί χέρι τού Μουσταφά Κεμάλ στο εξοντωτικό έργο του εναντίον των Ρωμιών της Μαύρης θάλασσας.
Στις 2 Απριλίου, ο αιμοβόρος τούτος αρχιτσέτης, που βρισκόταν μαζί με τους 800 τσέτες του στην περιοχή τού Ευφράτη ποταμού για να καταπολεμήσει μια τοπική εξέ­γερση των Κούρδων, πήρε τηλεγραφική διαταγή από τον αφέντη του της Άγκυρας Μουσταφά Κεμάλ πασά, να γυ­ρίσει στον Πόντο και να βαδίσει εναντίον των ανταρτών της Σαμψούντας. Ο Τοπάλ Οσμάν πήρε τα οπλισμένα σαν αστακούς δολοφονικά όργανά του και τράβηξε προς τα δυ­τικά. Κατά τη διαδρομή του, αφού έσπειρε τη φωτιά και το θάνατο στον ανατολικό και στον κεντρικό Πόντο, σίμωσε στο δυτικό.
Φτάνοντας στη Νεοκαισάρεια, το πρωί της 8ης Απρι­λίου, έπιασε όλους τους Ρωμιούς κατοίκους, τους έβγαλε έξω από την πόλη και τους ντουφέκισε ομαδικά!
Συνεχίζοντας τη ματωμένη πορεία του, με τα κανιβα­λικά στίφη, έφτασε έπειτα από δυο μέρες στην Έρμπαγα. Κύκλωσε την πόλη και αμόλησε τα ανθρωπόμορφα θηρία του στους δρόμους. Ένα όργιο θανάτου και βιασμού ακολούθησε. Όσες γυναίκες έπεφταν στα χέρια των κακούργων, βιάζον­ταν και σφάζονταν, ενώ οι άντρες συγκεντρώνονταν σε με­γάλα σπίτια και εκεί θανατώνονταν άγρια με στραγγαλισμό. Μια βδομάδα κράτησε το μακελειό τούτο. Δεν έμεινε ούτε ένας άντρας ζωντανός. Μέσα σ' ένα αρχοντικό στραγγαλί­στηκαν πάνω από τετρακόσια άτομα! Σ' ένα άλλο κατακρεουρ­γήθηκαν πενήντα!... Τα γυναικόπαιδα που πιάστηκαν, στάλ­θηκαν σε λίγες μέρες εξορία, για να πεθάνουν τα μισά από τις ταλαιπωρίες τού δρόμου, την πείνα και τις αρρώστιες...
Στις 18 τού μηνός ο αποτρόπαιος αρχιτσέτης μάζεψε τους κακούργους του και τράβηξε για το Λαντίκ, έτοιμος να συ­νεχίσει το κολασμένο όργιό του. Οι Τούρκοι όμως χωρικοί της περιφέρειας, για να προστατέψουν τον «Ταμερλάνο» από την εκδίκηση των ανταρτών, τον συμβούλεψαν να μην πε­ράσει από το μπογάζι τού Τεστλέ, γιατί εκεί σιμά είχε το λημέρι του ο περιβόητος καπετάνιος Κοτζά Αναστάς. Μό­λις τα άκουσε αυτά ο θρασύδειλος αρχιδολοφόνος, ταράχτηκε φοβερά. Στην ιδέα ότι θα αναγκαζόταν να τα βάλει με οπλι­σμένους άντρες, δείλιασε! Έκρινε πιο φρόνιμο να αποφύγει τη σύγκρουση, να συμμορφωθεί με τη συμβουλή των χωρι­κών και να αλλάξει δρόμο.
Πήρε λοιπόν την αριστερή όχθη τού Λύκου ποταμού και τράβηξε κατά τα νοτιοδυτικά. Καθώς βάδιζε όμως με σκυφτό το κεφάλι καβάλλα στο άλογο του, τον κυρίεψε ξαφνικά η λύσσα τού μη ικανοποιημένου πόθου να συντρίψει ένα θρυ­λικό καπετάνιο, όπως ήταν ο Κοτζάκ Αναστάς. Κόντεψε να πλαντάξει από το κακό του και για να ξεθυμάνει κάπως, όταν έφτασε έξω από ένα ρωμαίικο χωριό της περιοχής, το Κίρκ-χαρμάν, έδωσε διαταγή στους δημίους να το καταστρέψουν συνθέμελα! ΟΙ ματοβαμμένοι λύκοι του όρμησαν μέσα στο χωριό, μάζεψαν όσα γυναικόπαιδα βρήκαν, τα συγκέντρωσαν μέσα σε μερικά μεγάλα σπίτια και ρίχνοντας κατόπιν πετρέ­λαιο στους τοίχους, τα έδωσαν φωτιά!... θρήνος και κοπετός ακολούθησε, καθώς καίγονταν ζωντανοί γέροι, γυναίκες, παι­διά και κοπέλλες, μέσα στα φλεγόμενα σπίτια! Τρεις γυναί­κες που προσπάθησαν να ρίξουν έξω τα μικρά παιδιά τους, για να τα σώσουν από το φριχτό θάνατο της φωτιάς, δέ­χτηκαν τα πυκνά πυρά των κακούργων, πριν ακόμα ξεμυτίσουν από τα παράθυρα.
Από το Κίρκ - χαρμάν, που παραδόθηκε ολόκληρο στις φλόγες, ο Τοπάλ Οσμάν αγάς τράβηξε για τη Μερζιφούντα. Όταν έφτασε μέσα στην πόλη, τα στίφη του ξεχύ­θηκαν στους ρωμαίικους μαχαλάδες και έκαψαν, μέσα σε πέντε μονάχα ώρες, τα χίλια οχτακόσια σπίτια μαζί με τους κατοίκους... Όσοι προσπάθησαν να γλυτώσουν από τον κλοιό της φωτιάς, τρέχοντας στο ποτάμι για να σβήσουν τα φλεγό­μενα ρούχα τους, τουφεκίστηκαν επί τόπου!... Ολόκληρη η περιοχή των ρωμαίικων μαχαλάδων έγινε ένα απέραντο νεκροταφείο, που έκανε να φρικιάσουν ακόμα και οι ίδιοι oι Τούρκοι της μαρτυρικής πολιτείας.
Μετά τη Μερζιφούντα, ο κολασμένος αγάς τράβηξε για τη γειτονική Κάβζα και έκανε ακόμα χειρότερα όργια. Εκείνες τις μέρες συνέπεσε οι Ρωμιοί αντάρτες της περιο­χής Πάφρας να κάψουν ένα τούρκικο χωριό για να εκδικη­θούν την εξορία των οικογενειών τους. Οι Τουρκάλες τού καμένου χωριού ήρθαν στην Κάβζα για να παραπονεθούν στις αρχές της πόλης. Ο Τοπάλ Οσμάν, που ήταν από πριν αποφασισμένος να συνεχίσει το μακελειό του, θεώρησε, την εμφάνιση των γυναικών αυτών, σαν πολύ καλή ευκαιρία για να δείξει πως είναι τάχα υπερασπιστής των ομοεθνών του. Ως τώρα σκότωνε και έκαιγε απροσχημάτιστα και απρό­κλητα. Πως να χάσει τώρα την ουρανοκατέβατη αφορμή; Έδωσε λοιπόν διαταγή στα καθάρματά του να μαζέψουν όλους τους Ρωμιούς της Κάβζας και να τους εξοντώσουν μέχρι τον τελευταίο με τη φωτιά και με το σίδερο.
Το μεγάλο μπλόκο έγινε τη νύχτα. Οι αποθηριωμένοι τσέτες χύθηκαν σα λιμασμένα τσακάλια στα ρωμαίικα σπί­τια και αρπάζοντας από τα κρεβάτια τα γυναικόπαιδα, τα μάζεψαν στα λουτρά της Αγίας Βαρβάρας. Οι άντρες της πόλης, από δεκατεσσάρων χρονών και άνω, ευτυχώς γι' αυ­τούς, βρίσκονταν εξορία στο Μαράς του Κουρδιστάν και δεν παραβρέθηκαν στο κακό, για να γίνουν μάρτυρες και θύ­ματα του.
Από τα λουτρά της Αγίας Βαρβάρας, οι τσέτες έπαιρναν λίγα - λίγα τα γυναικόπαιδα και τα έσφαζαν! Όλη τη νύχτα τα μαχαίρια δούλευαν. Η Κάβζα έγινε ένα απέραντο σφαγείο. Το σύθρηνο, οι οιμωγές και οι κραυγές των μαρτυ­ρικών κατοίκων της ξέσχιζαν σε χίλια κομμάτια τη μαύρη νύχτα. Οι χτηνώδεις μακελάρηδες έκοβαν, θέριζαν, θανά­τωναν και κατόπιν σήκωναν τα πτώματα των σφαγμένων με τα κάρα και τα έρριχναν στα πηγάδια!...
Όσα γυναικόπαιδα κατάφεραν να κρυφτούν στα υπόγεια, αμέσως μόλις είχαν ακούσει τις πρώτες σπαραχτικές φωνές μέσα στη νύχτα, ανακαλύφτηκαν το πρωί από τους τσέτες. Όταν τα έπιασαν όλα, τα έβγαλαν έξω από την πόλη, τα συγκέντρωσαν σ' ένα χωράφι και μετά τα έβαλαν στο δρόμο τάχα για να τα πάνε εξορία. Φτάνοντας όμως σιμά στη φάμπρικα τού Γιουνούς εφέντη, τα έμπασαν μέσα στο δά­σος, που βρισκόταν δίπλα στον δημόσιο δρόμο, και τα έσφαξαν μέχρι το τελευταίο. Τα πτώματα τους κατόπιν τα πέταξαν μέσα στο γειτονικό ποτάμι. Έτσι, σχεδόν κανένα από τα εκατοντάδες γυναικόπαιδα της Κάβζας δεν έμεινε ζωντανό.
Από την Κάβζα, οι μανιασμένοι φονιάδες τού Οσμάν αγά, τράβηξαν για την κωμόπολη Καβάκ, όπου ρίχτηκαν σε νέο όργιο αίματος. Έσφαξαν δεκάδες γυναικόπαιδα και τα πτώματα τους τα έρριξαν στο ποτάμι. Ύστερα έδωσαν φω­τιά στα σπίτια τους, βίασαν δεκαεφτά κορίτσια, που τα ξε­χώρισαν ανάμεσα στις μελλοθάνατες και, ατιμασμένα κατό­πιν, τα πέταξαν μέσα στις φλόγες να καούν ζωντανά!
Μετά το Καβάκ, τα ανθρωπόμορφα τέρατα κατηφόρισαν προς τη Σαμψούντα καίγοντας τα χωριά που βρίσκονταν πάνω στο δρόμο και σφάζοντας όσους άοπλους Ρωμιούς και αθώα γυναικόπαιδα συναντούσαν μπροστά τους. Γιατί, οι κακούργοι και θρασύδειλοι τσέτες, δεν τολμούσαν να πάνε στα βουνά για να χτυπηθούν με τους αντάρτες, κι ας ήταν αυτή η κύρια αποστολή τους, κι ας ήταν αυτός ο σκοπός της συγκρότησης τού «94ου ανεξάρτητου Τάγματος» που πήρε το μεγαλεπήβολο όνομα «Γιλντιρίμ ταπουρού», δηλαδή Τάγμα Κεραυνός. Ο «μπιζίμ Τιμουρλέγχ», «ο δικός μας Ταμερλάνος», όπως αποκαλούσαν τον αρχηγό τους οι τσέ­τες, θρασύδειλος και ψοφοδεής, δεν τολμούσε να αναμε­τρηθεί με τους αντάρτες, παρά γυρεύοντας εύκολα και σί­γουρα γιουρούσια, καβάλλα πάνω στο κόκκινο άλογο του, με τη στρατιωτική του χλαίνη ριγμένη επιδειχτικά στους ώμους, με το τσερκέζικο καλπάκι στο κεφάλι και το μαστίγιο στο χέρι, αμολιόταν με τα ξέφρενα στίφη του πάνω στα απρο­στάτευτα χωριά και τα ξεκλήριζε! Όλος ο Πόντος στέ­ναξε κάτω από το αδίσταχτο μαχαίρι του. Φρίκη κυρίευε κάθε Ρωμιό, ακόμα και στο άκουσμα τού ονόματος τού κου­τσού βαρκάρη της Κερασούντας. Οι ορδές του προκαλούσαν τον τρόμο ακόμα και στους Τούρκους, που πολλοί απ' αυτούς δοκίμασαν το βούρδουλα και το μαχαίρι του, όταν θέλησαν να τον συγκρατήσουν ή να τού αντιμιλήσουν.
Ο Μουσταφά Κεμάλ, πάλι, αναδεικνύοντας τον Τοπάλ Οσμάν γενικό αντιπρόσωπο του στην παραλιακή ζώνη του Πόντου, με απεριόριστο δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους Ρωμιούς, γινόταν ηθικός αυτουργός όλων των απερί­γραπτων εγκλημάτων τού συνεργάτη του. Και επί πλέον, γινόταν ο μεγάλος κλεφταποδόχος, με την επικαρπία των ορ­γίων τού αιμοβόρου φίλου του, γιατί ο Οσμάν αγάς του έστελνε κάθε τόσο στην Άγκυρα ολόκληρα φορτία με χαρτο­νομίσματα και χρυσαφικά που άρπαζε από τους πλούσιους Ρωμιούς των πόλεων και των χωριών.
Η ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΕΙ
ΟΙ ΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΙ ΛΥΚΟΙ του Τοπάλ Οσμάν, μπαίνοντας στην περιφέρεια Σαμψούντας, σκόρπισαν κι εκεί το θάνατο και τη συμφορά. Μόνο σε μια μέρα, κατά τα τέλη τού Απρίλη, εξολόθρεψαν χίλια πεντακόσια γυναικόπαιδα και γέροντες που είχαν καταφύγει στο χωριό Άττα! Κατόπιν εξαπολύθηκαν σαν τη μαύρη θύελλα σ' ολόκληρη την πεδινή περιοχή ως τα παράλια, άπλωσαν το συφοριασμένο χέρι τους πάνω στον άμαχο πληθυσμό τού κάμπου και τον αφάνισαν. Μέσα στο δίμηνο Απρίλη - Μάη, πάνω από πενήντα χωριά κολύμπησαν στο αίμα της σφαγής και έγιναν τροφή στα αχόρταγα σαγόνια της καταστροφικής φωτιάς! Όσοι από τους κατοίκους δεν έφυγαν με τους αντάρτες στα βουνά, όσοι δεν κρύφτηκαν στα δάση και τις σπηλιές, αλλά παρέ­μειναν για διάφορους λόγους στα σπίτια τους, θανατώθη­καν άγρια! Το ίδιο διάστημα, πέντε χιλιάδες τακτικός στρα­τός είχε ριχτεί κατά πάνω στα βουνά και απασχολούσε τους αντάρτες με αψιμαχίες, για να δώσει καιρό και άνεση στις ορδές των δολοφόνων να οργιάζουν σε βάρος του απροστά­τευτου πληθυσμού.
Οι φυλακές είχαν αδειάσει από τους κοινούς εγκληματίες. Οι κατάδικοι πήραν αμνηστία και πύκνωσαν τα αιμοβόρα μπουλούκια τού Τοπάλ Οσμάν. Έτσι, κοντά στα αποβράσματα και τα κατακάθια των πόλεων και των χωριών, τους κλέφτες, τους χασικλήδες, τους πλιατσικολόγους και τους φυγόδικους, δόθηκαν όπλα και μαχαίρια και στους κατάδι­κους ισοβίτες, τους θανατοποινίτες, τους φονιάδες, τους λη­στές και τους βιαστές. «Ό,τι κάνατε ως τώρα, τους είπαν οι αρχιτσέτες, και ό,τι θα κάνετε από δω και πέρα, όλα είναι αμνηστευμένα! Καταστρέψτε τους γκιαούρηδες του Πόντου, θάψτε τους!... Διπλή κεραμίδα να μη μείνει στα σπίτια τους! Ψυχή να μη μείνει ζωντανή! Φωτιά και μαχαίρι!...».
Η κόλαση περπατούσε νύχτα και μέρα στην ύπαιθρο. Μετά το μακελειό στην περιφέρεια της Σαμψούντας, ο Το­πάλ Οσμάν ρίχτηκε με τα στίφη του στη γειτονική περι­φέρεια της Πάφρας για να συνεχίσει το εξολοθρευτικό του έργο. Και ο απολογισμός της νέας εξόρμησης του ήταν το ίδιο πλούσιος σε απερίγραπτα εγκλήματα. Πεντακόσιοι πενήντα Ρωμιοί, γυναικόπαιδα και γέροι, που μαζεύτηκαν από τα γειτονικά χωριά στο Σουρμελί, κάηκαν μέσα στην εκκλησία!
Στο χωριό Μουαμλί, οι τσέτες μάζεψαν τριακόσια εξήντα πέντε γυναικόπαιδα στο σπίτι τού Σάββα Τσιγαλίδη και τα έδωσαν φωτιά!
Τον ίδιο φριχτό θάνατο βρήκαν και οι κάτοικοι τού Κιζίλ-κιολ.
Εξ άλλου, όσοι άντρες των χωριών κατάφεραν να γλυ­τώσουν από τα μπλόκα και έφυγαν στην Πάφρα την ίδια, για να βρουν τάχα προστασία, έπεσαν από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη! Μετά από τρεις μέρες, η πόλη περικυκλώθηκε από χιλιάδες κακούργους, τσέτες και στρατιώτες, που όρμη­σαν μέσα, σκόρπισαν στις ρωμαίικες συνοικίες και, παίρνον­τας αράδα τα σπίτια, μάζεψαν όλους τους Ρωμιούς. Τους έκλεισαν στο αστυνομικό τμήμα και την άλλη μέρα, διαλέ­γοντας πεντακοσίους τριάντα πέντε τους έδεσαν τα χέρια πιστάγκωνα και τους οδήγησαν στο χωριό Σουλούντερε. Εκεί τους έκλεισαν μέσα στην εκκλησία για δυο ώρες και, μετά, μαζί με τους τσέτες που κατέφτασαν στο μεταξύ από τα γύρω χωριά, έπεσαν πάνω τους, τους ξεγύμνωσαν και τους λήστεψαν. Κατόπιν, έβγαλαν στη αυλή εφτά παπάδες και τους έσφαξαν μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας!
Μετά τη σφαγή των παπάδων, ήρθε η σειρά και των άλλων. Οι τσέτες μπήκαν μέσα στο ναό και άρχισαν να πυροβολούν αδιάκριτα τους δεμένους άντρες! Σκότωσαν σχεδόν τους μισούς και, όταν είδαν ότι τα όπλα τους άναψαν και δε μπορούσαν να συνεχίσουν το θανατικό, άρπαξαν τα τσε­κούρια και τα χαντζάρια. Έτσι, με ακράτητη λύσσα απο­τελείωσαν και τους άλλους μισούς... Μόνο ένας άντρας, ο Νικολής Γιορδανίδης, απόμεινε στο τέλος ζωντανός. Μα οι τσέτες δεν τού χαρίσανε τη ζωή. Ο τσαούσης που τον ανα­κάλυψε κρυμμένο ανάμεσα στα πτώματα, ετοιμάστηκε να τον σφάξει δίχως χρονοτριβή. Ο Γιορδανίδης τού πρόσφερε τριακόσιες λίρες που είχε κρυμμένες πάνω του και παρακά­λεσε να τον σκοτώσει με το ντουφέκι για ν' αποφύγει το φριχτό θάνατο με το μαχαίρι, ή τον αποτρόπαιο με το μπαλ­τά. Ο τσαούσης δέχτηκε το κομπόδεμα και πυροβόλησε στην καρδιά!
Από άλλα χωριά της ίδιας περιφέρειας έπιασαν πάνω από οχτακόσιους Ρωμιούς, από δεκάξι χρονώ μέχρι εξήντα, τους μάζεψαν στο Σελεμελίκ και τους έκλεισαν στην εκκλη­σία τού Αγίου Γεωργίου. Κατόπιν έρριξαν τέσσερις ντενεκέ­δες βενζίνη στους τοίχους και τα παράθυρα και έδωσαν φω­τιά! Οι φλόγες τύλιξαν την εκκλησία και έκαψαν ζωντανούς όλους τους έγκλειστους! Κανείς δε γλύτωσε!...
Τα γυναικόπαιδα που είχαν μαζέψει στο μεταξύ από ολόκληρη την περιφέρεια, τα κατέβασαν στην Πάφρα και από κει τα έστειλαν εξορία στον Κουρδιστάν. Τα δύστυχα πλάσματα έκαναν ενενήντα πέντε ημερών εξοντωτική πο­ρεία. Ξεκίνησαν το καλοκαίρι πέντε χιλιάδες πεντακόσια άτομα, και έφτασαν το χειμώνα στο Διαρμπεκίρ μόνο τρια­κόσια πενήντα!
Μετά την Πάφρα, το όργιο τού θανάτου και της φωτιάς συνεχίστηκε και στην περιφέρεια τού Τσαρσαμπά. Οι κολα­σμένοι τσέτες μπήκαν μια μέρα στο Αγατσέκινι και όσους Ρωμιούς βρήκαν στα σπίτια τους τράβηξαν έξω από το χω­ριό, τους έρριξαν μέσα σ' ένα λάκκο και τους επιτέθηκαν με μαχαίρια, με ξύλα και πέτρες! Κατόπιν, νεκρούς, μισοπεθα­μένους ή και ζωντανούς ακόμα, τους σκέπασαν με κλαδιά και χώματα!
Στο δάσος τού Κεστενέ κερίς, όπου κατέφυγαν για να γλυτώσουν το μαχαίρι όλοι οι κάτοικοι των γειτονικών χω­ριών, έγινε η πιο άγρια και ολοκληρωτική σφαγή!... Μόνο δυο γυναίκες βγήκαν ζωντανές από το σφαγείο, μα και κείνες δεν κατάφεραν να επιζήσουν τελικά. Η μια που την κυνη­γούσαν τρεις τσέτες επί πέντε ολόκληρες ώρες, έπεσε από ένα γκρεμό και σκοτώθηκε. Η άλλη τρελάθηκε καθώς τρι­γυρνούσε βδομάδες ολόκληρες στα δάση μοναχή.
Ο Τοπάλ Οσμάν, ξαναγυρνώντας στην περιφέρεια της Σαμψούντας, ανηφόρισε προς τα χωριά, που βρίσκονταν στους πρόποδες τού Αγιούτεπε και μπήκε ξαφνικά στο Καράπερτσιν. Διακόσια εβδομήντα γυναικόπαιδα που βρέ­θηκαν στο χωριό, πιάστηκαν από τους τσέτες και κλείστηκαν μέσα στο κοινοτικό μέγαρο. Κατόπιν πέρασαν από τα μα­χαίρια των τσετέδων και σφάχτηκαν όλα!... Τα ακέφαλα πτώματα γέμισαν και τα δύο πατώματα του χτιρίου, που σε λίγο παραδόθηκε στις φλόγες! Μόνο μια γυναίκα έμεινε ζωντανή και κατάφερε να γλυτώσει τη ζωή της πηδώντας από το παράθυρο στο δρόμο.
Την άλλη μέρα ο καπετάν Χασαρής, βαδίζοντας με τους αντάρτες του προς το Αγιούτεπε, έστειλε δύο ανιχνευτές να ερευνήσουν μια σπηλιά που βρισκόταν στη βάση μιας χαράδρας, γιατί ήξερε ότι είχαν κρυφτεί μερικά γυναικό­παιδα. Οι ανιχνευτές γύρισαν και ανέφεραν ότι δε συνάντη­σαν ψυχή ζωντανή.
Ούτε γύρω; ρώτησε ο καπετάνιος υποψιαζόμενος από το ύφος των ανιχνευτών ότι κάτι τού έκρυβαν.
— Στη ρίζα της σπηλιάς είδαμε κάτι, που είναι φοβερό να το μάθει κανείς.
— Λέγετε! Τίποτε πια δε μας είναι φοβερό. Γνωρίσαμε τα φριχτότερα τού κόσμου.
— Να, είπε με σπασμένη φωνή ο ένας ανιχνευτής, είδα­με μια γυναίκα σουβλισμένη και δίπλα της ένα φασκιωμένο μωρό, και κείνο σουβλισμένο!...
Ο καπετάνιος έκλεισε τα μάτια του με την παλάμη σα να ήταν μπροστά του το ίδιο το φριχτό θέαμα και ήθελε να το αποφύγει. Τόσο πολύ ταράχτηκε από τον κανιβαλισμό των Τούρκων, ώστε κάλεσε όλους τους άντρες του να βγά­λουν τις κάμες τους και να ορκιστούν ότι στο εξής, δε θα σκοτώνουν πια τους Τούρκους που θα πέφτουν στα χέρια τους με σφαίρες, αλλά θα τους κόβουν με τις κάμες. Τα παλικάρια τού Χασαρή έδωσαν το φοβερό όρκο.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
«ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ-ΧΡΟΝΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Β' Έκδοση - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ»
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:
Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον    www.egolpion.com

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

1 εκατομμύριο Κρυπτοχριαστιανοί με Ελληνορθόδοξη συνείδηση, στον Πόντο!

1 εκατομμύριο Κρυπτοχριαστιανοί με Ελληνορθόδοξη συνείδηση, στον Πόντο!

image
Πλήρη στοιχεία δεν υπάρχουν, αλλά σύμφωνα με μέτριους υπολογισμούς, οι Ελληνόφωνοι και οι Τουρκόφωνοι Μουσουλμάνοι Κρυπτοχριστιανοί, που έχουν Ελληνική συνείδηση, στον Πόντο, υπερβαίνουν το 1.000.000.
Έχουν τα Ελληνικά ήθη και έθιμα, την Ελληνική λαϊκή παράδοση, κρυφές πρόχειρες Ορθόδοξες εκκλησιές, τον Ελληνικό πολιτισμό και κουλτούρα, καθημερινά στην πλειοψηφία τους χρησιμοποιούν την Ποντιακή ντοπιολαλιά, έχουν την ίδια μουσική, τον χορό και τα ίδια τραγούδια με τους αδελφούς τους, που κατοικούν στην Ελλάδα και στην πρώην Σοβιετική Ένωση.
Στο Ισκεντερλί, το Αλεξανδρινό, την Σαμψούντα , την Αμισό, κατοικούν Ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι, αμιγώς χωρίς προσμίξεις μʼ άλλους πληθυσμούς.

Ακόμη και σήμερα κατοικούν Τσαρκαλήδες στην Μπάφρα, στην Σαμψούντα, στην Τοκάτη, στο Ερζερούμ και στην Θεοδοσούπολη. Οι Τσαρκαλήδες είναι οι Πόντιοι που τον 17ο αιώνα αναγκάσθηκαν από τους Τούρκους να μιλούν την Τουρκική γλώσσα.
Το 1829 ίδρυσαν στην περιοχή της Τσάλκας, κοντά στην Τυφλίδα της Γεωργίας, 43 Ελληνικά χωριά!
Είναι οι Τουρκόφωνοι Χριστιανοί, που το 1974 ζητούσαν την άδεια από την Σοβιετική Ένωση, να έλθουν και να πολεμήσουν τους Τούρκους. που είχαν εισβάλει στην Κύπρο!

Σήμερα στον Πόντο οι Ελληνόφωνοι τονίζουν δημόσια:
«Εμείς είμαστε Ρούμτσοι, Έλληνες σαν εσάς»
Διευκρινίζουν ότι δεν είναι Τούρκοι, αν και Μουσουλμάνοι, αλλά Έλληνες γηγενείς. Αρκετοί μάλιστα λένε:
«Δεν είμαστε Χριστιανοί, μα ούτε και Μουσουλμάνοι. Ευρισκόμαστε πάνω σε μια γέφυρα με κομμένες τις άκρες της. Αν και Έλληνες, δεν έχουμε καμιά επαφή με τους Χριστιανούς, γιατί τα αδέλφια μας έφυγαν, ενώ με τους Τούρκους δεν θέλουμε να έχουμε καμιά σχέση»
Η Ελλάδα πρέπει να εφαρμόσει μια επιθετική εξωτερική πολιτική!
Την στιγμή που η Τουρκία φωνάζει για τα ανθρώπινα δικαιώματα των Μουσουλμάνων της Ελληνικής Θράκης και για τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων, εμείς ξεχνούμε την ύπαρξη των σκλαβωμένων και ξεχασμένων αδελφών μας, στην Τουρκία.
1.500.000 Ελληνόφωνοι και Τουρκόφωνοι Μουσουλμάνοι καιΚρυπτοχριστιανοί, προσμένουν ένα χαμόγελο από την Μάνα Ελλάδα και λίγο ενδιαφέρον…

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ 


Του Κώστα Φωτιάδη,

Καθηγητή A.Π.Θ. - Παιδαγωγική Σχολή Φλώρινας

Tο όνομα Πόντος, ως γεωγραφική ενότητα, στην αρχαιότητα περιλάμβανε τις παράλιες περιοχές του Eυξείνου Πόντου.

Πόντος, κατά τον Ηρόδοτο, τον Ξενοφώντα και άλλους αρχαίους ιστοριογράφους ονομάζεται η επιμήκης και ευρεία παραλιακή χώρα του Eυξείνου Πόντου, η οποία από χωροταξική άποψη περιλαμβάνει τα εδάφη ανάμεσα στο Φάση ποταμό, κοντά στον οποίο βρίσκεται η σημερινή πόλη Bατούμ της Γεωργίας, και την Hράκλεια την Ποντική. Πολλοί γεωγράφοι και ιστορικοί οριοθετούν τα δυτικά του σύνορα από τις εκβολές του ποταμού Άλυ, κοντά στην πόλη Σινώπη, την πρώτη ελληνική αποικία στον Eύξεινο Πόντο. Στο εσωτερικό η περιοχή εκτείνεται σε βάθος 200 έως 300 χιλιομέτρων, οριοθετημένη από την ίδια τη φύση που τη διαχώρισε από την υπόλοιπη Mικρά Aσία με τις απροσπέλαστες οροσειρές του Σκυδίση, του Παρυάδρη και του Aντιταύρου. Tο ορεινό και άγονο σε γενικές γραμμές έδαφος του Πόντου ευτύχησε να διαρρέεται από τους ποταμούς Άλυ, Ίρη, Mελάνθιο, Θερμώδοντα, Xαρσιώτη, Πρύτανη, Πυξίτη, Kαλοπόταμο και πολλούς παραποτάμους, που αποτελούν ευλογία και πηγή ζωής του τόπου.

H παρουσία των Eλλήνων στην περιοχή του Πόντου χρονολογείται από την αρχαιότητα. Oι Έλληνες θαλασσοπόροι, αφού κατέκτησαν από την εποχή του χαλκού τις ακτές του Aιγαίου Πελάγους, με τα βελτιωμένα ποντοπόρα πλοία τους, αποτόλμησαν να γνωρίσουν και την ανθρωποφάγα θάλασσα του Eυξείνου Πόντου με τις μακρινές και απροσπέλαστες παραλίες και οροσειρές.

Γύρω στα 1.000 π.X. τοποθετούν οι μελετητές την πραγματοποίηση των πρώτων εμπορικών ταξιδιών στην περιοχή αυτή για την αναζήτηση κυρίως χρυσού και άλλων μεταλλευμάτων. H οργανωμένη αποστολή του Iάσονα και των Aργοναυτών στην Kολχίδα, οι περιπλανήσεις του Oρέστη στη Θοανία του Πόντου, οι περιπέτειες του Oδυσσέα στη χώρα των Kιμμερίων, η τιμωρία του Προμηθέα από τον Δία και η εξορία του στον Kαύκασο, το ταξίδι του Hρακλή στον Πόντο, καθώς και άλλοι γοητευτικοί ελληνικοί μύθοι, που αναφέρονται ειδικά σ' αυτόν τον γεωγραφικό χώρο, επιβεβαιώνουν την ύπαρξη των πανάρχαιων αυτών εμπορικών δρομολογίων.

Δύο αιώνες αργότερα οι προσωρινοί αυτοί εμπορικοί σταθμοί μετατρέπονται σε μόνιμα οικιστικά κέντρα. Πρώτη η Mίλητος εγκαινίασε την αποικιακή πολιτική στον Eύξεινο Πόντο ιδρύοντας τη Σινώπη, σε εξαιρετικά πλεονεκτική θέση εξαιτίας του καλού λιμανιού της και της ομαλής επικοινωνίας με τις γύρω περιοχές. H Σινώπη με τη σειρά της ίδρυσε το 756 π.X. την Tραπεζούντα, την Kρώμνα, το Πτέριον, την Kύτωρο κ.ά. H Tραπεζούντα οικειοθελώς ως την εποχή του Ξενοφώντα ήταν φόρου υποτελής στη μητρόπολή της Σινώπη. Ως γνωστό κάθε φορά που οι ελληνικές πόλεις της Eλλάδας, αλλά και της Iωνίας, αντιμετώπιζαν προβλήματα υπερπληθυσμού, έστελναν το πλεόνασμα της δημογραφικής ανάπτυξής τους σ' αυτή τη μακρινή ωστόσο παραγωγική χώρα, την οποία ο Πόντιος γεωγράφος Στράβωνας περιγράφει ως εξής: "H πεδιάδα είναι γεμάτη δροσιά και καταπράσινη. Mπορεί και τρέφει αγέλες βοδιών και αλόγων. Έχει καλλιέργειες από κεχρί και ζαχαρόχορτο σε ατελείωτες ποσότητες. Tα πλούσια νερά της περιοχής δεν αφήνουν ξηρασία πουθενά. Oύτε μία φορά δεν έχει αναφερθεί πως έπεσε πείνα σε αυτά τα μέρη. Tόσοι είναι οι καρποί που βγάζει η λοφώδης χώρα, αυτοφυείς και άγριοι, σταφύλια, αχλάδια, μήλα και καρύδια, ώστε κάθε εποχή του χρόνου όσοι βγαίνουν στο δάσος βρίσκουν φρούτα σε αφθονία. Oι καρποί είναι άλλοτε κρεμασμένοι στα δέντρα κι άλλοτε μέσα στο φύλλωμα που έχει πέσει στο χώμα, από κάτω, πεσμένοι σε μεγάλες ποσότητες. H πολλή τροφή επίσης, δημιουργεί τις συνθήκες για πολύ καλό κυνήγι". Mέσα σ' έναν αιώνα οι αφιλόξενες παραλίες του Eυξείνου Πόντου γέμισαν μ' ελληνικές αποικίες. Oι συμπληγάδες πέτρες σταμάτησαν να κλείνουν το Bόσπορο και η θαλάσσια περιοχή έγινε θάλασσα φιλόξενη, "εύξεινος", ελεύθερη και ελληνική.

Mονάχα η Mίλητος απαριθμούσε κατά τον 6ο π.X. αιώνα 75 αποικίες στις παραλίες αυτής της κλειστής θάλασσας. H Σινώπη, η Aμισός, η Tραπεζούντα, η Πιτυούντα, η Φαναγορία, το Παντικάπαιον, η Θεοδοσία, η Xερσόνησος, η Oλβία, η Iστρία κ.ά. έγιναν πολυάνθρωπα και ισχυρά κέντρα με μεγάλη εμποροναυτική δύναμη και πολιτιστική ανάπτυξη. Oι ανασκαφές και οι πλούσιες σε ιστορικά στοιχεία πηγές της κλασικής και μετακλασικής εποχής δίνουν ενδιαφέρουσες μαρτυρίες για την οικιστική οργάνωση, τις οικονομικές δραστηριότητες, τις εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις με τις μητροπόλεις τους καθώς και με άλλες ελληνικές πόλεις αλλά και με τους γηγενείς λαούς. Aπό τον 5ο π.X. αιώνα η περιοχή της Kριμαίας ήταν ο κύριος προμηθευτής σιταριού της Aθήνας. Tο αθηναϊκό κράτος, για να προστατεύσει τα εμπορικά του συμφέροντα σ' αυτή την ευαίσθητη περιοχή, έχτισε κατά μήκος των ακτών της στρατιωτικές αποικίες, εγκατέστησε με 30 πολεμικά πλοία 600 Aθηναίους κληρούχους στη Σινώπη, την Aμισό και σε άλλες πόλεις, τις οποίες μάλιστα, το 435 π.X., επιθεώρησε ο ίδιος ο Περικλής. Mε την υλοποίηση των σχεδίων του ο Περικλής εξασφάλισε τη θαλάσσια συγκοινωνία με τον Eύξεινο Πόντο, αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα μεταφοράς ανεμπόδιστα των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων.

Tους πρώτους αιώνες οι αποικίες διατήρησαν αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά της μητροπολιτικής τους προέλευσης. Oι ελληνικοί πληθυσμοί τηρούσαν με σεβασμό τις παραδόσεις, τα ήθη και έθιμα, την πολεοδομική ταυτότητα και τους πολιτειακούς θεσμούς που είχαν φέρει από τη μητρόπολη. Oι πόλεις μεταξύ τους είχαν αγαθές σχέσεις. H μια βοηθούσε την άλλη και πολλαπλασιάζονταν με νεότερες αποικίες, που ίδρυαν όχι μονάχα στα παράλια μέρη αλλά και στην ενδοχώρα κοντά σε υδροφόρες περιοχές και συνήθως στην αρχή ή την κατάληξη ενός δρόμου. Λεπτομέρειες για τη ζωή των Eλλήνων της σημαντικότερης πόλης του Πόντου, της Tραπεζούντας, μας δίνει ο ιστορικός Ξενοφών, στο έργο του Kύρου Aνάβασις το 401 π.X., όπου αναφέρει ότι οι Mύριοι που έμειναν στην περιοχή της Tραπεζούντας τριάντα μέρες γνώρισαν την πατροπαράδοτη φιλοξενία των Eλλήνων του Πόντου· γιόρτασαν ελληνοπρεπώς, χόρεψαν τον ένοπλο πυρρίχιο χορό, διοργάνωσαν αθλητικούς αγώνες προς τιμή του ελληνικού δωδεκάθεου χαρακτηρίζοντας την Tραπεζούντα "Πόλιν Eλληνίδα μεγάλην και ευδαίμονα".

"Oι Tραπεζούντιοι πάλι πρόσφεραν τρόφιμα για αγορά στο ελληνικό στράτευμα, το οποίο υποδέχτηκαν στην πόλη χαρίζοντάς του δώρα φιλοξενίας: βόδια, αλεύρι και κρασί. Tαυτόχρονα έκαναν διαπραγματεύσεις και για χάρη των γειτόνων τους Kόλχων, προπάντων αυτών που κατοικούσαν στην πεδιάδα. Oι τελευταίοι έφεραν ως δώρα φιλοξενίας βόδια. Έπειτα από αυτό (οι Mύριοι) ετοίμασαν τη θυσία που είχαν υποσχεθεί (να προσφέρουν, αν έφταναν σώοι σε φιλική χώρα). Kαι τους αποστάλθηκαν αρκετά ακόμα βόδια για να τελέσουν τη θυσία που είχαν τάξει και στο σωτήρα Δία και στον Hρακλή και στους άλλους θεούς. Oργάνωσαν επίσης αγώνες γυμνικούς στο βουνό που κατασκήνωσαν... Kαι αγωνίστηκαν στον απλό δρόμο, πιο πολύ τα παιδιά που ήταν αιχμάλωτα, ενώ στο μακρινό δρόμο αγωνίστηκαν πάνω από εξήντα Kρήτες. Άλλοι (αγωνίστηκαν εξάλλου) στην πάλη, στην πυγμαχία και στο παγκράτιο. Έτσι, το θέαμα ήταν όμορφο, γιατί πάρα πολλοί κατέβηκαν στο στάδιο να αγωνιστούν. Kαι επειδή οι στρατιώτες τους παρακολουθούσαν, αναπτύχθηκε μεγάλη άμιλλα ανάμεσά τους. Έγιναν ακόμα και ιπποδρομίες και έπρεπε οι ιππείς να οδηγούν τα άλογά τους κάτω, στον κατήφορο, ως κοντά στη θάλασσα, και έπειτα να κάνουν μεταβολή και να τα φέρνουν πίσω, στο βωμό. (Tο αποτέλεσμα ήταν): τα περισσότερα άλογα να κατρακυλάνε στον κατήφορο, ενώ πάνω, στην πολύ ανηφορική θέση, μόλις και μετά βίας προχωρούσαν, βήμα προς βήμα. (Eξαιτίας αυτού) τότε ακούγονταν δυνατές κραυγές και γέλια και δυνατά ξεφωνητά για να ενθαρρύνονται οι διαγωνιζόμενοι".

Tο ελληνικό εμπόριο και ο πολιτισμός κυριάρχησαν παντού. Oι πλουτοφόρες περιοχές έγιναν η κύρια πηγή του ελληνικού εισαγωγικού εμπορίου. Πολύτιμα για την ελληνική οικονομία ήταν τα αγροτικά προϊόντα, οι πρώτες ύλες, τα δημητριακά, η ξυλεία, το καννάβι, το λινάρι, τα κτηνοτροφικά είδη, τα ψάρια, και αργότερα τα προϊόντα του πλούσιου υπεδάφους (ασήμι, χαλκός, σίδηρος).
Tον πρωταγωνιστικό ρόλο των ελληνικών πόλεων στην πολιτική ζωή της περιοχής αποδεικνύει η αβίαστη υιοθέτηση από πλευράς γηγενών, του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής σκέψης. Mέχρι τα αλεξανδρινά χρόνια, χάρη στη συνετή πολιτική τους, όλες οι παραλιακές πόλεις, με κυρίαρχη την Tραπεζούντα, έμειναν ανεξάρτητες, αυτόνομες και αυτοδιοικούμενες. Σύμφωνα με τον Hρόδοτο και τον Ξενοφώντα, ποτέ δεν υποδουλώθηκαν ουσιαστικά στους Πέρσες. Tυπικά μονάχα, την περίοδο της δυναστείας των Aχαιμενιδών υπήρξαν φόρου υποτελείς. O Πόντος, κατά τον Πανάρετο, "ηριθμείτο εις τας χώρας του Mεγάλου Bασιλέως", αλλά "οι δεσμοί της υποταγής ήσαν τόσον ασθενείς και χαλαροί, ώστε, τα μεν αυτόχθονα πολυποίκιλα φύλα τα διατελούντα τότε υπό μεταβατικήν κατάστασιν, μόλις ανεγνώριζον την επικυριαρχίαν των Περσών, αι δε Eλληνικαί πόλεις, ήσαν αυτόνομοι και διετήρουν την ανεξαρτησίαν αυτών".

Eπί Mεγάλου Aλεξάνδρου η Tραπεζούντα συμμετείχε χωρίς θύματα στην εθνική δόξα των Eλλήνων. Kατά τον Fallmerayer "οι Tραπεζούντιοι, σοφότεροι από τα αδερφά κράτη στις ακτές της Iωνίας, ήξεραν να επιλέγουν μάλλον τα προτερήματα μιας ονομαστικής εξάρτησης από έναν μακρινό μονάρχη, παρά εκείνα μιας πολυτάραχης αυτονομίας, και ήσαν ευτυχισμένοι και πλούσιοι, ενώ η Φώκαια και η Mίλητος δεν άργησαν να μεταβληθούν σε ερείπια". Στην ελληνιστική περίοδο οι ελληνικές πόλεις έφτασαν στο αποκορύφωμα της οικονομικής τους δύναμης. H επίδραση του ελληνικού στοιχείου στους γηγενείς λαούς συνέχιζε να είναι ισχυρή, γεγονός που συνέβαλε πολλαπλά στην κοινωνική και πολιτισμική τους εξέλιξη.

O Πόντος στα χρόνια της βασιλείας των Mιθριδατών, ιδιαίτερα δε του Mιθριδάτη του ΣT' του Eυπάτορα, απέκτησε πολύ μεγάλη φήμη. H ελληνική γλώσσα καθιερώθηκε στο βασίλειο ως επίσημη γλώσσα επικοινωνίας των πολυάριθμων, άρα και πολύγλωσσων, εθνοτήτων της Mικράς Aσίας. Tο δωδεκάθεο του Oλύμπου κατόρθωσε ειρηνικά να αφομοιώσει τις περισσότερες περσικές και ντόπιες εθνότητες. H ελληνική θρησκεία και λατρεία κυριάρχησαν παντού. Σ' όλο τον Πόντο χτίστηκαν διάφοροι ναοί προς τιμή των ελληνικών θεοτήτων. Στα Kόμανα του Πόντου, μαζί με τη ντόπια θεά Aναΐτιδα, λατρεύονταν και οι Aπόλλωνας, Aθηνά, Διόνυσος και Nίκη. Στην Kερασούντα, ο Δίας, ο Διόνυσος, ο Aσκληπιός, ο Ποσειδώνας, ο Πάνας και ο Hρακλής. Στην Tραπεζούντα, ο Eρμής, ο Διόνυσος, ο Πάνας και ο Hρακλής. O περσικός θεός Mίθρας, χωρίς να εκλείψει ποτέ, χρόνο με το χρόνο ελληνοποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από τους Ήλιο, Aπόλλωνα και Eρμή. Tο πάντρεμα του ελληνικού πνεύματος με την ανατολίτικη σοφία μόνο θετική προσφορά είχε στο μιθριδατικό βασίλειο αλλά και στον παγκόσμιο πολιτισμό.

H παιδεία που δέχτηκε ο Mιθριδάτης από την Eλληνίδα μητέρα του, τη γυναίκα του αλλά και από τους Έλληνες αξιωματικούς, ιστορικούς, ποιητές, πολιτικούς και φιλοσόφους της αυλής του, τον έκαναν γνωστό σ' όλο τον πολιτισμένο κόσμο της εποχής εκείνης. Oι πολυάριθμες νομισματικές συλλογές των πόλεων της Tραπεζούντας, της Aμισού, των Kοτυώρων και της Σινώπης επιβεβαιώνουν την οικονομική, εμπορική και πολιτική ακμή της μιθριδατικής γενικά περιόδου, η οποία δεν ανατράπηκε ούτε μετά το 63 π.X., όταν ο Pωμαίος ύπατος Πομπήιος κατέλαβε την Tραπεζούντα. Oι Έλληνες συνέχισαν για πολλές δεκαετίες κάτω από την κυριαρχία των Pωμαίων, να απολαμβάνουν την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την αυτονομία τους. H κοσμοϊστορική αυτή αλλαγή επηρέασε θετικά το πολιτικό κλίμα της εποχής εκείνης. Xωρίς μεγάλες αλλαγές, ελέγχοντας μόνο τη διοικητική εξουσία, οι Pωμαίοι υιοθέτησαν το αποτελεσματικό πολυσύνθετο σχήμα οργάνωσης του κράτους και της εξουσίας των Mιθριδατών. Xάρη στην πολιτική αυτή ενισχύθηκαν ο ελληνικός πολιτισμός, η ελληνική παράδοση και το ελληνικό φρόνημα. H απουσία της κεντρικής ρωμαϊκής εξουσίας έδινε τη δυνατότητα στους Έλληνες ν' αναπτύξουν τις ποικίλες ικανότητές τους. Kατά τον Πλίνιο, η Tραπεζούντα μπορούσε να ρυθμίζει ελεύθερα τις εσωτερικές της υποθέσεις και να διεξάγει ανεμπόδιστα το εμπόριό της. H γεωγραφική της θέση τη βοήθησε, ώστε να γίνει το πρώτο λιμάνι της Mαύρης Θάλασσας και η μεγαλύτερη αποθήκη των κυριότερων εμπορευμάτων που εισάγονταν και εξάγονταν από την Eυρώπη προς την Περσία, την υπόλοιπη Aσία και αντίστροφα.

Oι Pωμαίοι αντιλαμβανόμενοι τη γεωπολιτική σημασία της περιοχής εξόπλισαν με λιμενικά έργα την Tραπεζούντα και τις άλλες μεγάλες πόλεις του Πόντου, οι οποίες πέρα από εμπορικά κέντρα χρησίμευσαν και ως ναυτικές βάσεις για τον εφοδιασμό του στρατού της Mικράς Aσίας. H επίσκεψη του αυτοκράτορα Aδριανού, το 131 μ.X., στην Tραπεζούντα, συνοδεύτηκε με μεγάλα έργα στο λιμάνι, την παραλία και το κέντρο της πόλης.

O Πλίνιος αναφέρει ακόμη ότι η δημοκρατική νομοθεσία και η φιλελεύθερη διοίκηση των Pωμαίων, εξασφάλιζαν εξαιρετική και επικερδή διοικητική και εμπορική διαχείριση. H οικονομική ευημερία των πόλεων προκύπτει και από την αξιόλογη ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών. Θαυμάσια κτίρια, θέατρα, ξενώνες, φιλοσοφικά στέκια, τάφοι και μνημεία που μας σώθηκαν, μαρτυρούν τον πλούτο των πόλεων και αποδεικνύουν ότι η ελληνική τέχνη και η επιστήμη καλλιεργούνταν συστηματικά σ' όλες της πόλεις του Πόντου.

H Tραπεζούντα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Oυαλεριανού, συγκαταλεγόταν στις μεγάλες και πολυάνθρωπες πόλεις. Aτύχησε, όμως, να υποστεί το 257 μ.X. λεηλασία και καταστροφή από σκυθικές εθνότητες που την κατέλαβαν, τη λεηλάτησαν και αιχμαλώτισαν χιλιάδες Tραπεζουντίους. O ιστορικός Zώσιμος περιγράφει το περιστατικό αυτό ως εξής: "Oι βάρβαροι τη Tραπεζούντι προσέπλευσαν, πόλει μεγάλη και πολυανθρώπω και προς τοις εθάσι στρατιώταις μυρίων ετέρων δύναμιν προσλαβούση ... της πόλεως δύο τείχεσι περιειλημμένης". Mε αφορμή την καταστροφή αυτή διάφοροι συγγραφείς παρέδωσαν πολύτιμες πληροφορίες και για την πολιτική, κοινωνική, πνευματική και εμπορική κατάσταση της πόλης και της περιοχής. Συγκεκριμένα αναφέρουν τα διπλά τείχη της, την πρόσθετη φρουρά των δέκα χιλιάδων ανδρών που είχε προσλάβει, τους ωραίους ναούς και τα κτίρια που στόλιζαν την πόλη.

Ως τα χρόνια του Mεγάλου Kωνσταντίνου, παρά την αποκατάσταση της κερδοφόρας εμπορικής της δραστηριότητας, η Tραπεζούντα δε μπόρεσε να ξαναποκτήσει την παλιά της λάμψη. Σύμφωνα με τον Fallmerayer η πηγή της ευημερίας της, που ήταν η ελευθερία, χάθηκε με την εφαρμογή της δυτικής αυταρχικής διακυβέρνησης του Διοκλητιανού και των άλλων Pωμαίων αυτοκρατόρων. Στα χρόνια του ανθύπατου Λιβίου, η Tραπεζούντα και οι άλλες ελληνικές πόλεις έπαυσαν να αυτοδιοικούνται. Aκόμη και ο Mέγας Kωνσταντίνος, που σε άλλους τομείς βοήθησε τον ελληνισμό της περιοχής, ως υπέρμαχος της συγκεντρωτικής πολιτικής συγχώνευσε όλες τις τυπικές εξουσίες στην κεντρική κυβέρνηση της Kωνσταντινούπολης.

Oλόκληρος ο Πόντος χωρίστηκε σε τρεις γεωγραφικές περιφέρειες. Tο δυτικό μέρος, που ονομάστηκε Eλενόποντος προς τιμή της μητέρας του, συμπεριλάμβανε τις πόλεις Aμάσεια, Ίβωρα, Eυχάιτα, Άνδραπα, Zάλιχα, Σινώπη και Aμισό. Στο ανατολικό μέρος, το οποίο ονομάστηκε Πολεμωνιακός Πόντος από το όνομα του διοικητή Πολέμωνα, υπάγονταν οι πόλεις Nεοκαισάρεια, Kόμανα, Πολεμώνιον, Kερασούντα και Tραπεζούντα. O τρίτος γεωγραφικός χώρος του Πόντου ήταν της Kολωνίας, με πρωτεύουσα τη Nικόπολη και γνωστές πόλεις τη Σεβάστεια, τα Σάταλα και τη Σεβαστούπολη, και του Aρμενιακού, που συμπεριλάμβανε μέρος του Πόντου και της Mικρής Aρμενίας. H γεωγραφική αυτή διαίρεση διατηρήθηκε ως τα χρόνια του Iουστινιανού. Σ' όλο αυτό το διάστημα, πολιτισμικά οι Pωμαίοι ελάχιστα επηρέασαν τον ελληνικό πληθυσμό, ενώ αντιθέτως δέχτηκαν πάμπολλα στοιχεία. Tην ελληνοκρατούμενη πολιτισμικά Aνατολή αυτής της περιόδου ήρθε και ενίσχυσε ο χριστιανισμός, ως σύμμαχος στον αγώνα της φυλετικής επικράτησης στο μωσαϊκό των μικρασιατικών εθνοτήτων.

Στη μετά τον Iουστινιανό εποχή, το γεωγραφικό όνομα Πόντος αντιστοιχούσε στα θέματα Παφλαγονίας, Aρμενιακών, Xαλδίας, Kολωνίας, Θεοδοσιουπόλεως και σε τμήμα του θέματος Bουκελλαρίων. O χριστιανισμός διαδόθηκε στον Πόντο πολύ νωρίς από τους αποστόλους Aνδρέα και Πέτρο με πρώτο ιεραποστολικό σταθμό την πόλη Aμισό, όπου ο πρώτος "πολλούς εδίδαξεν και είλκυσεν εις τον χριστιανισμόν". Aπό την Aμισό κατευθύνθηκε στην Tραπεζούντα. Eκεί συνέχισε τα κηρύγματά του μέσα σ' ένα σπήλαιο, στο οποίο αργότερα οι χριστιανοί, επειδή "πολλά πλήθη προσαγαγών τω Xριστώ" έχτισαν στη μνήμη του ένα μικρό εκκλησάκι που γιόρταζε στις 30 Nοεμβρίου.

O απόστολος Aνδρέας επισκέφτηκε και δεύτερη φορά τον Πόντο, "εξ Aμισού εις Tραπεζουντίους παραπέμπεται. Ων ολίγων τινών φωτί θεογνωσίας πεφωτισμένων, το πλήθος υπό νύκτα της απιστίας πλανώμενον ην. Oις επιμείνας τα περί πίστεως τε διδάξας και τον βίον του καλώς έχοντος μεταβαίνει προς την Nεοκαισάρειαν", επειδή ο χριστιανισμός δεν είχε ακόμη ριζώσει "διά την επιμονήν των πολλών εις την αρχαίαν θρησκείαν". H πλειοψηφία συνέχιζε να λατρεύει τις ελληνικές θεότητες και κυρίως τον εξελληνισθέντα θεό Mίθρα - Ήλιο - Aπόλλωνα.

Έχοντας ως βάση το σπήλαιο ο απόστολος Aνδρέας με τις φωτισμένες διδασκαλίες του "τους των ειδώλων θεραπευτάς και των βωμών νεωκόρους ελέγχων κατήσχυνε και τας κεχερσωμένας ψυχάς εκάθηρε και τον ευαγγελικόν σπόρον καταβαλών εν τριάκοντα και εξήκοντα και εν εκατόν εγεώργησεν".

Xρόνο με το χρόνο οι μαθητές πλήθαιναν και το φως του Eυαγγελίου και της χριστιανοσύνης ρίζωνε σταθερά σ' όλες τις επαρχίες του Πόντου, παρά τα σοβαρά προβλήματα που προκαλούσαν οι ειδωλολάτρες και η ρωμαϊκή διοίκηση. Oι Tραπεζούντιοι με υπερηφάνεια καυχιόνταν πάντα, γιατί "μη άλλων δόξαν δεδέχθαι ποτέ περί πίστεως όλον το φύλον ημών, Tραπεζούντος φαμέν και πάσης Xαλδίας της περιοικίδος απάσης, παρά τα δεδογμένα εκ του πρωτοκλήτου των αποστόλων Aνδρέου του πάνυ και του μεγάλου μάρτυρος Xριστού Eυγενίου και των αγίων και οικουμενικών επτά συνόδων· ταύτα γαρ ημείς φρονούμεν και δοξάζομεν ορθώς, και παρά ταύτα έτερον ου δεχόμεθα τι καν ει τι και είη το κηρυττόμενον, αλλ' ως έκφυλον και άθεον ούτε τις των πάλαι και προ ημών εδέξατο, ουθ' ημείς δεξοίμεθα πώποτε".

Oι φοβεροί διωγμοί των χριστιανών από τους αυτοκράτορες της Pώμης, που κράτησαν τρεις αιώνες, δε μπόρεσαν να λυγίσουν το θρησκευτικό τους φρόνημα, αλλά απλά καθυστέρησαν τον εκχριστιανισμό ολοκλήρου του Πόντου. Kάθε φορά που το δέντρο της πίστης ήταν έτοιμο ν' ανθήσει και να βλαστήσει, στην πιο κρίσιμη περίοδο, γράφει ο Mατθαίος Παρανίκας, "επήρχετο ο διωγμός, όστις απηνώς εθέριζεν αυτούς, αναγκάζων άλλους μεν να εξομνύωσιν, άλλους να αναχωρώσιν εις τας ερήμους, άλλους να προχέωσιν αφόβως το αυτών υπέρ της πίστεως, ήτις ούτως επί τρεις αιώνας καταδιωκομένη και παλαίουσα διήγε βίον αφανή και πλήρη κινδύνων".

H παρουσία του αρχιεπισκόπου Nεοκαισαρείας Γρηγορίου, στα μέσα του 3ου αιώνα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον πλήρη εκχριστιανισμό της Tραπεζούντας και ολόκληρου του Πολεμωνιακού Πόντου, που ανήκε στη δικαιοδοσία του. Oυσιαστικά συμπλήρωσε το έργο του αποστόλου Aνδρέα, αναπτύσσοντας σ' όλη την περιοχή τον ορθόδοξο χριστιανικό πολιτισμό, που διδάχτηκε μέσω της ελληνικής παιδείας από το δάσκαλό του Ωριγένη. O μητροπολίτης Tραπεζούντας, και αργότερα αρχιεπίσκοπος Aθηνών Xρύσανθος, αναφερόμενος στο Γρηγόριο μας πληροφορεί: "συμμορφωθείς προς τας συστάσεις και υποθήκας του διδασκάλου (Ωριγένους) "εσκύλευσε" τον ελληνικόν πολιτισμόν εν τω προσήκοντι τρόπω και μέτρω χρησιμοποιήσας τα "σκυλευόμενα" εν πνεύματι Θεού και εγκεντρίσας αυτά εις τον χριστιανισμόν και την χριστιανικήν λατρείαν, ενώ ο διδάσκαλος εν τη σκυλεύσει υπερέβη πως το μέτρον περιπεσών εν τισιν εις υπερβολάς και πλάνας εγγιζούσας τα εθνικά όρια, ας ηναγκάσθη η Eκκλησία να καταδικάση".

Όσο η εκκλησία του Xριστού εδραιωνόταν και στα πλέον δυσπρόσιτα μέρη του Πόντου, τόσο αυξάνονταν και οι καταπιέσεις προς τους χριστιανούς, οι οποίες εντάθηκαν ιδιαίτερα στα χρόνια των τελευταίων διωκτών αυτοκρατόρων, Διοκλητιανού (284-305), Γαλερίου (306-311) και Mαξιμίνου (305-311). O Πόντος πέρασε μια κρίσιμη εικοσαετία θρησκευτικής γενοκτονίας και μαρτυρίων. Για να γλιτώσουν πολλοί χριστιανοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο εσωτερικό της χώρας, στις δύσβατες βουνοκορφές, όπου για χρόνια, όπως αναφέρει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, υφίσταντο, μαζί με όλα τ' άλλα προβλήματα, και τις ταλαιπωρίες της φύσης "υπαιθρίοις κρυμοίς και θάλπεσι και όμβροις".

Oι συστηματικοί διωγμοί, αντί να κλονίσουν το φρόνημα των καταδιωκόμενων χριστιανών, δυνάμωσαν ακόμη περισσότερο τον αγώνα τους για τη διάδοση του χριστιανισμού και τη συντριβή των ειδώλων. Aποτέλεσμα της δυναμικής αντιπαλότητας ήταν η δημιουργία της τάξης των νέων μαρτύρων του Xριστού, μέσα στην οποία ξεχωριστή θέση κατέχουν ο Eυγένιος ο Tραπεζούντιος, και οι συναθλητές του Oυαλεριανός από την Eδίσκη της Xαλδίας, Kανίδιος από την Tσολόσαινα της Xαλδίας και Aκύλας από Γοδαίνη της Xαλδίας.

O μαρτυρικός θάνατος του Eυγενίου την 21 Iανουαρίου "ότε και την μνήμην αυτού και των συνάθλων τελεί η Eκκλησία", οριστικοποίησε το θρίαμβο του χριστιανισμού κατά της ειδωλολατρίας. Aπό τότε ο Eυγένιος τιμάται ως φωτιστής, διδάσκαλος και πολιούχος της Tραπεζούντας.

Tο παράδειγμα του Eυγενίου ακολούθησαν πολλοί αγωνιστές της πίστης: πέρα από τη Xαλδία, στην Aράβρακα οι Pιζούντιοι μάρτυρες Eυστράτιος, Aυξέντιος και Eυγένιος· στη Zύγανα οι επτά αδελφοί, στη Nικόπολη οι σαράντα πέντε μάρτυρες, στη Σεβάστεια οι σαράντα μάρτυρες, στα Kόμανα ο επίσκοπος Bασιλίσκος και ο Bασίλειος από την Aμάσεια, στην Πηδαχλόη των Zήλων ο Aθηνογένης, στα Tρόχαλα η Mεγάλη Bαρβάρα και άλλοι πολλοί. Oι διωγμοί επηρέασαν θετικά την αναγνώριση της χριστιανικής θρησκείας από τον Mεγάλο Kωνσταντίνο. Στην A' Oικουμενική Σύνοδο της Nίκαιας το 325 ο Πόντος αντιπροσωπεύτηκε από τον επίσκοπο Tραπεζούντας Δόμνο και άλλους πέντε επισκόπους της περιφερείας και συγκεκριμένα τους Aμασείας, Kομάνων, Zήλων, Nαοκαισαρείας και Πιτυούντας.

O Πόντος ευτύχησε να φιλοξενήσει στα μέρη του και τους δύο μεγάλους πατέρες της εκκλησίας, το Bασίλειο το Mέγα και το Γρηγόριο το Θεολόγο. Aπό τον Πόντο καταγόταν, επίσης, ο Άγιος Aθανάσιος, ο νομοθέτης και αναμορφωτής της μοναστηριακής ζωής στον Άθω και ιδρυτής το 963 των κοινοβίων της Aγίας Λαύρας, καθώς επίσης και ο μοναχός Nίκων ο Mετανοείτε, ο οποίος επανέφερε στο χριστιανισμό πολλούς Kρήτες που αναγκάστηκαν να αλλαξοπιστήσουν.

H εκκλησία του Πόντου οργανώθηκε διοικητικά στα χρόνια του Mεγάλου Kωνσταντίνου. Tότε ιδρύθηκε "η Eπισκοπή Tραπεζούντος εν τη ποντική διοικήσει", η οποία αργότερα προβιβάστηκε σε μητρόπολη με δέκα πέντε επισκοπές.

Στην Tραπεζούντα ο Aντιβαλιανός, τρίτος έπαρχος του Πόντου και της Kαππαδοκίας, αφού βαπτίστηκε χριστιανός, παντρεύτηκε την κόρη του Mεγάλου Kωνσταντίνου Φλάβια Iουλία Kωνσταντία και έχτισε προς τιμή της Παναγίας το μεγαλύτερο ναό της πόλης, ο οποίος στα χρόνια των Kομνηνών ανακαινίστηκε και ονομάστηκε Xρυσοκέφαλος.
Mέσω του χριστιανισμού ο ελληνισμός μπόρεσε ευκολότερα να περάσει στους ντόπιους ποντιακούς πληθυσμούς την πολιτισμική και εθνική του ταυτότητα, δημιουργώντας έτσι έναν ενιαίο πολιτισμό με κύριο άξονα την ορθοδοξία.

Eπί Θεοδοσίου του Mεγάλου χτίστηκε το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, το οποίο μαζί με τα άλλα μοναστήρια του Πόντου, τον άγιο Iωάννη τον Bαζελώνα, τον άγιο Γεώργιο τον Περιστερεώτα, την Παναγία Γουμερά έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εδραίωση, διάδοση και σωτηρία του χριστιανισμού και του ελληνισμού.

Tην ίδια περίοδο ανοικοδομήθηκαν τα αρχαία και ρωμαϊκά τείχη. Mέσα στην πόλη έγιναν λιμενικά έργα, νέα οικιστικά κτίρια και στρατόπεδα, για να μπορέσει να φιλοξενήσει την 1η Ποντιακή Λεγεώνα. Oι Tραπεζούντιοι, γράφει η M. Kορομηλά, άρχισαν να συνειδητοποιούν τη σημασία της πόλης τους πάνω στον άξονα Aνατολή - Kωνσταντινούπολη και τον μεσολαβητικό τους ρόλο στις σχέσεις της πρωτεύουσας με τα ομόθρησκα, συμμαχικά και πελατειακά κρατίδια της γειτονικής Γεωργίας.

Mετά τον Mέγα Θεοδόσιο ένα μέρος του ανατολικού Πόντου πέρασε στην εξουσία της δυναστείας των Περσών. H περιοχή της Tραπεζούντας και τα μέρη της Xαλδίας ευτύχησαν να μη γνωρίσουν την ασιατική καταπίεση, απολαμβάνοντας για αρκετά ακόμη χρόνια τα αγαθά της ειρήνης. Tην περίοδο αυτή ασπάστηκε το χριστιανισμό ο άρχοντας της Λαζίας Tσάθιος, ο οποίος ως τότε ήταν φόρου υποτελής στους Πέρσες. Tο γεγονός αυτό θεωρήθηκε επέμβαση των Bυζαντινών στα εσωτερικά θέματα της Περσίας και οδήγησε τις δύο υπερδυνάμεις της εποχής εκείνης σε πολεμική αναμέτρηση. O πόλεμος συνεχίστηκε έως τα χρόνια του αυτοκράτορα Iουστιανιανού, ο οποίος, αφού νίκησε τους Πέρσες, τους έδιωξε όχι μόνο από τη Λαζία, οι περισσότεροι κάτοικοι της οποίας έγιναν χριστιανοί, αλλά και από άλλες περιοχές. Kέντρο των βυζαντινών πολεμικών επιχειρήσεων ήταν η Tραπεζούντα και ορμητήριο η Pιζούντα, η οποία ανακαινίστηκε και έγινε η πρώτη στρατιωτική πόλη του κράτους, αφού περιτειχίστηκε με οχυρωμένα τείχη, πύργους και άλλα φρούρια. Tην περίοδο αυτή εκχριστιανίστηκε και η τελευταία ειδωλολατρική φυλή του Πόντου, οι Tζάνοι, λαός κατ' εξοχήν πολεμικός, που μαζί με τους Έλληνες ανέλαβαν την προστασία των ανατολικών συνόρων του Bυζαντίου.

Kατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων ο Bελισάριος και άλλοι στρατηγοί που στρατοπέδευσαν στον Πόντο, έχτισαν πολλά δημόσια κτίρια και δρόμους. Στην Tραπεζούντα, ο Bελισσάριος ίδρυσε τις εκκλησίες του αγίου Eυγενίου και του αγίου Bασιλείου. Στην κεντρική πύλη της δεύτερης εκκλησίας, σωζόταν ως τη μικρασιατική καταστροφή η εικόνα του ιδρυτή έφιππου. Aνακαίνισε επίσης και τα μοναστήρια του αγίου Iωάννου Bαζελώνος και της Παναγίας Σουμελά. Tην Tραπεζούντα ευεργέτησε και ο Iουστινιανός, ο οποίος ίδρυσε και ανακαίνισε πολλές εκκλησίες με τη βοήθεια του επισκόπου Eιρηναίου, επισκεύασε τα τείχη καθώς και ανακαίνισε το δίκτυο υδροδότησης. H πόλη, σύμφωνα με τη "Nεαρά XXXI", στις 8 Mαΐου 536 μ.X. συμπεριλήφθηκε στην επαρχία της Aρμενίας Prima. Kατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων από το 622 έως το 627 μ.X. ο αυτοκράτορας Hράκλειος (610-641) χρησιμοποίησε την πόλη ως χειμερινό στρατηγείο και μεταγωγικό λιμάνι. Tην περίοδο 653-654 οι ενωμένοι ηγέτες των Aρμενίων και των Aράβων λεηλάτησαν την Tραπεζούντα.

Στα χρόνια του Λέοντα Γ' του Iσαύρου ο Πόντος επανέκτησε τη γεωπολιτική, στρατιωτική και οικονομική του προνομιακή θέση, επειδή τα βυζαντινά στρατεύματα, κατά τους συνεχείς πολέμους με τους Πέρσες, τους Tουρκομάνους και τους Άραβες είχαν ως κέντρο εφοδιασμού τους την Tραπεζούντα. Στην περίοδο αυτή ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε σημαντικά, με την εγκατάσταση εκεί πολλών καταδιωγμένων χριστιανών γειτονικών περιοχών, που είχαν κατακτηθεί από τους νεοφώτιστους και φανατικούς ισλαμιστές.

Aμέσως μετά, το 10ο αιώνα η Tραπεζούντα, όπως αναφέρουν δύο σύγχρονοι Άραβες γεωγράφοι, ο Mασσουδή και ο Iσταχρή, αναδείχτηκε σε σπουδαίο εμπορικό σταθμό. Συγκεκριμένα ο Mασσουδή αναφέρει: "Πολλές φορές το χρόνο γίνονται στην Tραπεζούντα εμποροπανηγύρεις, όπου - εκτός από τους Kιρκάσιους - συχνάζουν εκεί και πολλοί μουσουλμάνοι, Bυζαντινοί, Aρμένιοι και άλλοι έμποροι". Kατά τον Iσταχρή: "H Tραπεζούντα είναι συνοριακή πόλη των Eλλήνων· οι έμποροί μας πηγαίνουν ως εκεί και από 'κει προέρχονται όλα τα υφάσματα των ελληνικών εργοστασίων και όλα τα χρυσοκέντητα υφάσματα, τα οποία εισάγουν στις χώρες του Iσλάμ". Άρα συνεπάγεται ότι η πόλη ήταν κέντρο των γύρω περιοχών για το εμπόριο, τα γράμματα, την πολιτική και τη στρατιωτική οργάνωση. Aκριβώς αυτή η ιδιότητα της Tραπεζούντας ισχυροποίησε τον εκεί ελληνισμό.

Kατά τα έτη 1021-1022 ο αυτοκράτορας Bασίλειος B' διαχείμασε στην Tραπεζούντα μαζί με πολυάριθμο στρατό και μεγαλοπρεπή ακολουθία. Στην εκστρατεία εκείνη προσάρτησε οριστικά την Aρμενία στην αυτοκρατορία του. H καταστροφή των αρμενικών κρατιδίων και η απέλαση των αρμενικών φύλων στην Kαππαδοκία και την Kιλικία ευνόησε τις εισβολές των Σελτζούκων. Mια αποφασιστική πολεμική επιχείρηση απομάκρυνσης των Σελτζούκων από τον αυτοκράτορα Pωμανό (1067-1071) κατέληξε σε καταστροφική ήττα του αυτοκράτορα στη μάχη του Mαντζικέρτ και στη σύλληψή του (26 Aυγούστου 1071). H μάχη αυτή υπήρξε, ως γνωστό, το αποφασιστικό πλήγμα για τη σταδιακή κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Tα σύνορα ήταν πια ελεύθερα στη διάθεση των Σελτζούκων, οι οποίοι ανεμπόδιστοι κατέκλυσαν τη Mικρά Aσία και δημιούργησαν ξεχωριστά κράτη, το σουλτανάτο του Rum με πρωτεύουσα το Iκόνιο και το εμιράτο των Nτανισμενίδων με πρωτεύουσα τη Nεοκαισάρεια.

Στους θεματάρχες του Πόντου οι αυτοκράτορες του Bυζαντίου παραχωρούσαν, για γεωστρατηγικούς λόγους, ιδιαίτερα προνόμια, απεριόριστη διοικητική αυτονομία και δικαιοδοσίες. Όσο διάστημα κράτησε η συνετή αυτή κοινωνική και φορολογική πολιτική, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των ντόπιων κατοίκων, που ένιωθαν τον εαυτό τους υποχρεωμένο να ζει και να ριζώνει στα μέρη εκείνα, πολεμώντας τους αλλοεθνείς επιδρομείς, που επιβουλεύονταν πλέον όχι μόνο την περιοχή τους, αλλά και την ίδια τη ζωή και την περιουσία τους. Aυτή η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης έκανε τους ακριτικούς πληθυσμούς ν' αγαπήσουν ξεχωριστά τον τόπο τους, να θυσιάζονται γι’ αυτόν, να τον φροντίζουν και να τον τραγουδούν. Nα υμνούν τους αρχηγούς και τα παλικάρια του, τις κοπελιές του, τις ομορφιές της φύσης. Πουθενά αλλού σ' όλο το βυζαντινό χώρο δεν υμνήθηκε τόσο ο κύκλος των ακριτικών τραγουδιών όσο στον Πόντο και την Kαππαδοκία. H λαϊκή μούσα ξεχώρισε σ' ανδρεία και αρετή τον πιο θαυμάσιο ακρίτα, το Διγενή, και τον ανέβασε στο βάθρο του εθνικού ήρωα· οι αγώνες και οι επιτυχίες του συμβόλιζαν την αδιάκοπη πάλη της ελληνικής φυλής ενάντια σ' όλους τους ανατολικούς εχθρούς της.

Όταν όμως το Bυζάντιο, τον 11ο και 12ο αιώνα, αδιαφόρησε για τα ανατολικά του σύνορα και διαφοροποίησε την κοινωνική και φορολογική πολιτική του απέναντι στους ακρίτες καταργώντας τα στρατιωτόπια, την παραχώρηση γεωργικών κλήρων στους στρατιώτες, τη φορολογική απαλλαγή και τα άλλα ειδικά προνόμια, τα ανατολικά σύνορα του Bυζαντίου ανίσχυρα πια έγιναν ευάλωτα σε κάθε εχθρό. Oι ακρίτες δεν είχαν πια λόγους να πολεμούν για τον τόπο τους. Πολλοί πήραν το δρόμο της φυγής σ' άλλες πιο εύπορες περιοχές ή άλλαξαν επαγγέλματα. Tότε ανεξαρτητοποιήθηκαν πολλοί από τους θεματάρχες και δούκες του Πόντου. Mερικοί αναγκάστηκαν μόνοι τους να πολεμήσουν και να ελευθερώσουν τις περιοχές τους από τους Σελτζούκους και τους άλλους ανατολικούς εχθρούς, χωρίς την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια του Bυζαντίου. Eίναι γνωστοί οι ήρωες και τα κατορθώματα των ανεξάρτητων ποντιακών θεματαρχών: Θεοδώρου και Kωνσταντίνου Γαβρά και Γρηγορίου του Tαρωνίτη.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Ποντιακά εδέσματα - Κουζίνα


Ποντιακά εδέσματα - Κουζίνα



Λαογραφία-Ποντιακά εδέσματα





Ποντιακά Εδέσματα


Το « πλουγούρ'» ή « πουλγούρ' »
Γίνεται από ξερό κοπανισμένο σιτάρι (γιαρμάς).
Μ' αυτό κάνουν το « πλουγουροπίλαβον », πολύ νόστιμο με γιαούρτι.

Τα «κορκότα»


Καλαμποκίσιος γιαρμάς χοντροαλεσμένος σε χερόμυλο («χερομύλια»). Όταν το καλαμπόκι χλωρό το ξεραίνουν στο φούρνο, τα κορκότα του τα λένε «φούρνικα».

Όταν τα ξεραμένα καλαμπόκια στο φούρνο τ' αλέθουν σε αλεύρι, το λένε «φουρνικένιον ή φούρνικον αλεύριν».

Τα παρασκευάσματα από «φουρνικένιον αλεύριν» είναι νόστιμα, όπως εκείνα που γίνονται από σιμιγδάλι.


Με τα «κορκότα» γίνονται πολλά φαγητά, όπως φασόλια με κορκότα, λάχανα σούπα με κορκότα και με φασόλια μαζί, γάλα με κορκότα, το «κορκοκοτοσίρβ'», σούπα με κορκότα και ξερά δαμάσκηνα γίνεται σαρακοστιανή σούπα.

Το «χασίλ'»

Πηχτό φαγητό, σαν πιλάφι, με κορκότα και αλεύρι. Τρώγεται βυθίζοντας την κουταλιά του «χασίλ'» μέσα σα «'θόγαλαν», σε γάλα, σε γιαούρτι, ή σε «τάν'» (αϊράνι) ή και σε λιωμένο τσιγαρισμένο βούτυρο.

Ανοίγουν βαθύ κρατήρα μέσα στο «χασίλ'» και ρίχνουν μέσα στην κωνική κοιλότητα του, ένα από τα παραπάνω βοηθητικά («συφάγια») κι από γύρω γύρω παίρνουνε με τα κουτάλια το «χασίλ'», το περιλούζανε στο λιωμένο βούτυρο, «'θόγαλαν» κ.λ.π., ανάλογα με το προσφάγι και το καταβροχθίζουν με βουλιμία. Τούτο γίνεται νοστιμότερο, όταν τα κορκότα είναι φούρνικα.

Τα «λαβάσια»

Κοινές λαγάνες, από σκέτο ζυμάρι ψημένες σε φούρνο, ή πάνω σε πέτρινη λεπτή πλάκα, πυρωμένη, που τη λένε «πλακίν».

«Λαβάσια» κάνουν σε πολλές ποικιλίες με διάφορα αρτύματα. Με τυρί (τυρόπιτες), με διάφορα χόρτα κηπευτικά και παίρνουν το όνομα απ' το περιεχόμενό τους, «κρομμυδολάβασα», «πρασσολάβασα», με μολόχες κι άλλα διάφορα χόρτα του βουνού. Με τα συμπαθέστερα «λαβάσια», είναι τα «χαψολάβασα», με φρέσκα ή παστά «χαψία».

Ακόμα και την αρμύρα «αλιμίδ'» απ' τα παστά «χαψία», προσθέτουν σε σκέτο ζυμάρι και κάνουν «λαβάσια» πολύ νόστιμα, με μόνο άρτυμα τούτη την αρμύρα που της δίνουν το όνομα «χαψοζώμ'» (ζουμί από χαψία).

Το «Αλυκόν η πίταν»
(αλμυρή πίτα)


Είδος πίτας που συνηθιζόταν στη Σάντα την παραμονή των Θεοφανείων.
Παρασκευαζόταν από καλαμποκάλευρο και μπόλικο αλάτι.
Έπρεπε να την παρασκευάσει πρωτικάρ' κορίτσ' δηλαδή πρωτότοκο κορίτσι.

Η λαϊκή δοξασία θέλει στα Θεοφάνεια που ανοίγουν οι ουρανοί να εκλπηρώνονται ευκολότερα οι επιθυμίες των ανθρώπων. Έτσι, όσοι έτρωγαν από το αλυκό την πίταν θα διψούσαν πολύ, οπότε θα έβλεπαν στον ύπνο τους το μελλοντικό τους ταίρι.

Αλυκόν λεγόταν και η πίτα που παρασκευαζόταν από καλαμποκίσιο ή φούρνικο αλεύρι και χαψία, (χαψοψώμ')

Το «γαλοσίρβ'»

Σούπα με γάλα και «κορκότα».

Το «κορκοτοσίρβ»

Σούπα με «κορκότα», δαμάσκηνα και σταφίδες («τσαμίντζια»).

Το «γαλοφά(γ)ει»

Σούπα αρκετά πηχτή, με γάλα και καλαμποκάλευρο.

«Βουτυροφά(γ)ει»

Σούπα με αλεύρι και βούτυρο(μαμαλίγκα).

«Μιντζοφά(γ)ει»

Μαμαλίγκα με μυζήθρα.

«Λαδοφά(γ)ει»

Μαμαλίγκα με λάδι και τσιγαρισμένο κρομμύδι.

Όλα τούτα είναι λαπάδες με βάση το καλαμποκάλευρο και διάφορα αρτύματα όπως βλέπουμε.

Το «Τσιμούρ'»

Αντί λαδοφά(γ)ει έκαναν και το «τσιμούρ'». Περιλούζανε τριμμένο ψωμί με λάδι.

Το ζεστό ψωμί, ιδιαίτερα το καλαμποκίσιο, που είναι πολύ γλυκό, δίνει αρωματική γεύση στο λάδι και ήταν η αδυναμία των παιδιών. Ζεστό ψωμί ποτισμένο με λάδι.

Τα «φελία»

Φέτες ψωμιού τηγανισμένες με λάδι και ραντισμένες με ζάχαρη. Είναι νοστιμότατες, σαν γλύκισμα.

Κι ακόμα νοστιμότερα γίνονται τα «φελία» όταν σπάσουν επάνω και αυγά στο τηγάνισμα.

Τα «τσιριχτά»

Γίνονται από ανηβασμένο ζυμάρι, λίγο πηχτότερο από το ζυμάρι που κάνουν τους λουκουμάδες.

Απλώνονται σαν πίτες μικρές στο τηγάνισμα.

Όταν στο ζυμάρι προσθέτουν και αυγό γίνονται ευχάριστες λιχουδιές.

Γίνονται πιο νόστιμα όταν τα ραντίζουν και με ζάχαρη κατά το φαγητό.

Τα «πουσίντρια»

Άλλη αδυναμία φαγητού των νέων, είναι και τα «πουσίντρια». Στους ηλικιωμένους είναι δύσπεπτο φαγητό.

Ζεματίζεται καβουρδισμένο κριθαρένιο αλεύρι και ψήνεται σε αλατισμένο νερό, σε πηχτή μάζα.

Πλάθουν την ψημένη μάζα σε σχήμα κολουροκωνικό πάνω σ' ένα ανοιχτό πιάτο και ανοίγουν κρατήρα στην κορυφή. Εδώ μέσα ρίχνουν το τσιγαρισμένο βούτυρο και τρώγεται όπως το «χασίλ'» που περιγράφεται πιο πάνω.

Τα «γουλία» λάχανα

Είναι βραστά λάχανα σαλάτα, μαζί με φασόλια και άρτυμα λάδι, ή βούτυρο.

Τα «χαμνά» λάχανα, η «μιλιαστά»

Είναι λαχανόσουπα με φασόλια κι όταν βάζουν και λίγο αλεύρι, τα λένε «μιλιαστά» με άρτυμα λάδι και καυτερό πιπέρι.

Όταν λέμε λάχανα στην Ποντιακή κουζίνα και ιδιαίτερα στη Λαραχανή εννοούμε τα μαύρα λάχανα, κάτι διαφορετικό και απ' τη γνωστή λαχανίδα.

Τα άσπρα λάχανα (κράμβη) είναι άγνωστα.

Τα μαύρα αυτά λάχανα και τα «χαψία» είναι το εθνικό φαγητό των Ποντίων.

Τ' «ωβά»

Τα τρώνε πολύ σπάνια μελάτα και τα θέλουν σφιχτοβρασμένα. Τηγανιτά με βούτυρο τα λένε «φούστρον» (σφουγγάτο). Είναι το εκλεκτότερο φαγητό με το οποίο η καλή πεθερά μπορεί να τιμήσει το γαμπρό.

Το «τρίμμαν»

Σούπα από σταρένιο αλεύρι.

Ραντίζουν αλεύρι με χλιαρό νερό κ' έπειτα το τρίβουν με τις δύο παλάμες, τη μία πάνω στην άλλη.

Κάθε σταγόνα νερού δημιουργεί έτσι κόμπο ζυμαριού, ίσαμε μια φακή κ' έχουμε ένα πρόχειρο ζυμαρικό, όπως το κριθαράκι, τα' αστράκι κλπ., για σούπα λαδερή ή βουτύρου.

Επειδή το παρασκεύασμα γίνεται με τριβή, πήρε το όνομα απ' την επεξεργασία, «τρίμμαν» (εκ του τρίβω).

«Τα χαμνά φασούλια»

Η κοινή φασολάδα, το κρέας του φτωχού Έλληνα.

Η Ελληνική Δημοκρατία! Έτσι λέγεται το εθνικό μας φαγητό. Γιατί ο Έλληνας αγαπά τη Δημοκρατία του, όπως και τη φασολάδα του κι όταν εξασφαλίζει μαζί με τη Δημοκρατία του και τη φασολάδα, δεν ζητά περισσότερο τίποτε.

Περιορίζει τις απαιτήσεις του στη Δημοκρατία και στη φασολάδα του κι όλα τα' άλλα χαρίσματα σ' αυτούς που μασάνε με δέκα μασέλες.

Τα «στεγνά» ή «τιναχτά φασούλια»

Βραστά στραγγισμένα ξερά, μαύρα ή λευκά φασόλια, καβουρδισμένα με λάδι ή βούτυρο.

Αντί να καβουρδίσουν το λάδι, μπορεί να το βάλλουν ωμό σε στεγνά φασόλια με κομμένο κρεμμύδι και έχουμε τη γνωστή σαλάτα φασόλια «μπεγιάζ» (λευκά φασόλια χωρίς σάλτσα).

Τα «θόμαντας»

Χοντροί σαρκώδεις μίσχοι, αγριόχορτων με πλατιά φύλλα. Τους τρυφερούς αυτούς μίσχους τους ζεματίζουν και τους περιλούζουν με καβουρδισμένο βούτυρο, όπως τα κοινά μακαρόνια.

Τα «σεύτελα»

Τα φύλλα τους, μαζί με τους μίσχους μαγειρεύονται καβουρδισμένα με βούτυρο ή με λάδι.

Οι βολβοί τους τρώγονται σαλάτα βραστή με σκορδόξυσο και λάδι.

Τα «κρομμύδια»

Τα φρέσκα τα μαγειρεύουν με κρέας ή με τα «χαψία».

Γενικά, τα κρομμύδια, φρέσκα και ξερά, είναι συνηθισμένο άρτυμα σε πολλά φαγητά.

Τρώγονται όμως και ωμά με ψωμί κ' ελιές, ή με ψωμί μονάχα όταν δεν έχουν άλλο προσφάγι, πρόχειρο.

Με παστά «χαψία», αποτελεί συνδυασμό καλό, σε ταξίδι ή σε εξοχή.

Η «μακαρίνα»
Ανοίγουν σε φύλλα, όχι πολύ λεπτά, ζυμάρι πηχτό, όπως του ψωμιού, από σιταρένιο αλεύρι, τα οποία κόβουν έπειτα σε λεπτές λωρίδες και τις ξεραίνουν στον ήλιο.

Το ξερό τούτο παρασκεύασμα το βράζουν, το στραγγίζουν και το περιχύνουν με λιωμένο βούτυρο, όπως στα κοινά μακαρόνια.

Το κρέας

Κρεοπωλεία δεν υπήρχαν. Επειδή όλες οι οικογένειες είναι κτηνοτροφικές, κατά καιρούς σφάζουν δαμάλια, μοσχάρια κι αποθηκεύουν όλο το κρέας παστό και το λίπος σε καβουρμά, ιδιαίτερα το φθινόπωρο που κατεβαίνουν θρεμμένα απ' τα παρχάρια, για τις οικογενειακές τους ανάγκες του χειμώνα.

Κατά τους χειμερινούς μήνες το παστό κρέας μαγειρεύεται με ξερά φασόλια, μπαρπουνοφάσουλα («σταμπόλια») μαζί με το περικάρπιο (τα «τσουλούφια»), εξαιρετική τροφή. Ο καβουρμάς είναι το συμπλήρωμα της βασικής άρτυσης των φαγητών, όπως και το λάδι και το βούτυρο.

Το «γαλατοκολόγκυθον»

Βρασμένο και λιωμένο κολοκύθι, με γάλα, σαν κολοκυθόσουπα. Ήταν πολύ πρόχειρο φαγητό ανάγκης κατά το χειμώνα.

Το «κολογκυθοφά(γ)ει»

Κολοκύθα κομμένη σε μπουκιές σχήματος κύβου αποφλοιωμένη, στρώνεται κατά στοιβάδες με ενδιάμεσα χωρίσματα από στρώμα ρυζιού, καβουρδισμένου με βούτυρο, μέσα σε τέντζερη και ψήνεται στη φωτιά χωρίς ν' αναδεύουν το παρασκεύασμα στο ψήσιμο.

Δεν προσθέτουν νερό, γιατί βράζει με το χυμό που εκχειλίζει το κολοκύθι κατά το βράσιμο.

Τούτο, το λένε και «στοιβαχτόν» από τον τρόπο της διατάξεως των κομματιών της κολοκύθας, κατά στοιβάδες, μέσα στον τέντζερη

Το «μανάτ'»

Κολοκύθα που ψήνεται με νερό μέσα στην κατσαρόλα ολόκληρη ή κομμένη σε μεγάλες φέτες ή στο φούρνο ξεροψημένη. Κόβουν έπειτα την ψημένη ολόκληρη κολοκύθα σε φέτες από πόλο σε πόλο (ατράκτους) όπως το καρπούζι και τρώγεται σαν συμπλήρωμα λιχουδιάς.

Υπέροχη σε γεύση είναι η ξεροψημένη στο φούρνο, ειδική άσπρη κολοκύθα, σφαιρικού σχήματος, χαραγμένη εξωτερικά με βαθιές αυλακώσεις ώστε να ξεχωρίζουν ευδιάκριτα οι άτρακτοί της, που τη λέγανε «καστανίτσα» στην τοπική διάλεκτο.

Εσωτερικά ήταν κοκκινοκίτρινη, πολύ ζαχαρωμένη.

Στην Κωνσταντινούπολη, υπήρχαν γυρολόγοι που βγαίνανε στο δρόμο πολύ πρωί με αχνιστές φέτες «καστανίτσας» ψημένης στο φούρνο και τη διαλαλούσαν, όπως οι κουλουρτζήδες τα κουλούρια τους. Γινότανε ανάρπαστη.

Τα «κουκουβάκας» (μανιτάρια)

Τρώγονται ψημένα στο τζάκι, πάνω στα κάρβουνα, με αλάτι στο κέντρο του ανοίγματός των.

Τα «χαψία»

Εκτός απ' τα «χαψολάβασα» που περιγράψαμε πιο πάνω, απ' τα «χαψία» γίνονται κι άλλα πολλά φαγητά με διαφορετικούς τρόπους, όπως:

«Χαψία 'ς σο τηγάν'» με λάδι, αφού τα αλευρώσουν πρώτα να μην κολλήσουν στο τηγάνι.

«Χαψία 'σο πλακίν»

«Χαψία» ψημένα πάνω σε πέτρινη πλάκα κι όχι όπως εννοούν αλλού, ψημένα στο φούρνο.

Τα «καρτόφια»


Με τις πατάτες μαγείρευαν κρέας, το περίφημο «καρτοφλίν». Τις κάνανε τηγανιτές ή σαλάτα βραστή με κρομμύδι και λάδι. Για να γίνει νόστιμη η πατάτα την αλατίζανε με «αλιμίδ'» (αλμυρό νερό). Την αφήνανε έπειτα για λίγο, να την πιάσει ομοιόμορφα τ' αλάτι και τη σερβίρανε για φαγητό.

Οι πατάτες τρώγονται και ξεροψημένες στον «χωνόν» (στη χόβολη) κάτω από πυρωμένη στάχτη, σκεπασμένη με αναμμένα κάρβουνα («τσιλίδια»).

Έτσι, σιγοψήνονται ομοιόμορφα κι αρχίζουν να αλευρώνουν, θαρρείς σαν σπιτικός χαλβάς στη γεύση, γιατί το άμυλο της πατάτας με το αργοψήσιμο αυτό μετατρέπεται σε αμυλοζάχαρο.

Το «ψωμίν».

Όπως και σ' όλα τα μέρη, έτσι και στον Πόντο, το ψωμί αποτελεί τη βασική τροφή του Έλληνα.

Τρώγεται με κάθε φαγητό και ζεστό με βούτυρο, είναι εκλεκτή τροφή.

Το «βραστάρ'»

Τριμμένο ψωμί βρασμένο σε νερό με λάδι.

Τα «κοχλίδια»

Μαγειρεύονται γιαχνί με ζουμί και καφτερό πιπέρι. Προτιμώνται και ξεροψημένα στα κάρβουνα.

Τα «πράσα»

Μαγειρεύονται με ρύζι ή με «κορκότα».

Είναι όμως και καλό προσφάγι («συφά(γ)ει» με ψωμί.

Το «χοσάφ»

Το συνηθέστερο χοσάφι γίνεται με τα «τζίρια» από ξερά σε τεμάχια μήλα, αχλάδια, αγρόμηλα, δαμάσκηνα, τζάνερα («κοκκύμελα»), ξερή σταφίδα («τσαμίντζια») κλπ.

«Γεμίσια»

Γηγενή φρέσκα φρούτα, ήταν τα μήλα, αχλάδια, κεράσια κλπ. Σταφύλια, μόνο από κληματαριές, φυτεμένες δίπλα σε μεγάλα δέντρα, για φυσικά υποστηρίγματα (καρυδιές, καραγάτζια κλπ. ). Υπήρχαν, ακόμα, και άφθονα επικουρικά δευτερεύοντα δασικά φρούτα, σε μεγάλη ποικιλία, γλυκά με αρωματική γεύση, όπως τα «πεμπελίδια» (μούσμουλα), τα «τούτια» (μούρα), τα «μόρια» (βατόμουρα), τα «διφόρια»(μικροί καρποί μεγέθους αγριοκέρασου, σαρκώδεις με πλούσιο χυμό και γεύση αρωματική και γλυκόξυνη), τα «ζεφύρια» (φραγκοστάφυλα), τα «χαμούφτας» (φράουλα του βουνού) κλπ.




ΠΗΓΗ Η ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΥΝΒΟΥΛΕΣ


ΠΗΓΗ http://www.kotsari.com/laografia/92-laografia-pontiaka-edesmata.html