Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ ΣΤON ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ



ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ ΣΤON ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ

ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΑΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 



Παιδικά χρόνια, ονειρεμένα χρόνια !!!
Θα κάνω μία αναδρομή, 50 περίπου χρόνια πίσω, εκεί γύρω στο 1970, στα χρόνια των πατεράδων, παππούδων και προπαππούδων κατά περίπτωση, για την καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων, μέσα στα βαριά καιρικά φαινόμενα, σαν τα σημερινά αλλά και ακόμα χειρότερα.
Τα σπίτια ήταν μικρά, χωρίς καμία μόνωση, πλινθόκτιστα, από κιρπίτσια δηλαδή από πλίνθους από χώμα και αποξηραμένους στην ήλιο, χωρίς ψήσιμο, όπως είναι τα τούβλα. Ο σουβάς κι αυτός από λάσπη με άχυρο, που δεν αντέχει στην έκθεση στη βροχή και την υγρασία.Μέσα τα 1-2 δωμάτια με ταβάνι όχι από σανίδια, αλλά από καλάμια από σκούπες, σοβαντισμένα κι αυτά με λάσπη.


Σπίτι παλιότερης εποχής με κιρμπίτσια .
Η βασική θέρμανση ήταν η σόμπα και μάλιστα η μικρή στενόμακρη. Ως καύσιμη ύλη στα χωριά της περιοχής Ροδοπόλεως είχαν κλαδιά από δέντρα, ψιλά. Κάποιοι από τους πιο πλούσιους αγόραζαν καυσόξυλα από χωρικούς που έρχονταν με τα ΄΄αμάξια΄΄ τους (κάρα) φορτωμένα σε μεγάλο ύψος.
Μπορεί ο νους σας να πηγαίνει στα καυσόξυλα που αγοράζουμε σήμερα, κομμένα και σχισμένα στο επιθυμητό μέγεθος. Τα ξύλα που έφερναν ήταν ΄΄κουτούκια΄΄, δηλαδή ρίζες από βελανιδιές, ακανόνιστου μεγέθους και σχήματος. Οι αγοραστές έπρεπε να τα σχίσουν με το τσεκούρι ή και με διάφορους καμάδες (=σφήνες), δουλειά χρονοβόρα και πολύ κουραστική.

Η κυριότερη όμως καύσιμη ύλη για την πλειονότητα των ανθρώπων ήταν τα ΄΄καλάμια΄΄. Πολλά άτομα, κυρίως οι νεότεροι, δεν γνωρίζουν τι ήταν αυτά τα καλάμια. Ήταν ο κορμός του σκουπόχορτου, το οποίο καλλιεργούταν σχεδόν αποκλειστικά στα καμποχώρια της περιοχής. Απέραντες εκτάσεις κάλυπταν τον κάμπο, πυκνοφυτεμένα και σε ύψος 2,5-3 μέτρων, σχηματίζοντας απέραντα αδιαπέραστα δάση, όπως θα τα θεωρούσε ένας επισκέπτης που θα τα αντίκριζε για πρώτη φορά. Έκοβαν και επεξεργάζονταν, τον κορμό, τα καλάμια ύψους περίπου 2 μέτρων τα έδεναν σε δεμάτια. Τα μετέφεραν στην αυλή του σπιτιού τους και τα στοίβαζαν σχηματίζοντας πολλές μικρές καλύβες, έτσι που να καλύπτεται το εσωτερικό τους για να μην βρέχονται τα καλάμια.
Το χειμώνα, όταν το κρύο ήταν τσουχτερό, άναβαν οι σόμπες και ένα άτομο, κυρίως ο παππούς, αναλάμβανε το ρόλο του τροφοδότη. Καθισμένος δίπλα στη σόμπα έπαιρνε μια χούφτα καλάμια από ένα δεμάτι που είχε εκεί κοντά του, τα έσπαζε σε μικρά κομμάτια μήκους 40 εκατοστών περίπου και τα έχωνε μέσα στη σόμπα. Αυτά καίγονταν πολύ γρήγορα, έδιναν πολλή φλόγα αλλά λίγη θερμότητα και ως να ετοιμαστεί η άλλη ΄΄χεριά΄΄, καίγονταν. Η έλλειψη όμως ικανοποιητικής θέρμανσης υπερκαλυπτόταν από την οικογενειακή αγάπη και θαλπωρή που θέρμαινε τις καρδιές των ανθρώπων εκείνα τα χρόνια.



Πηγάδι με τσικρίκι και γούρνα για τα ζώα.
Το νερό εκείνες τις εποχές ήταν πολύτιμο και γι’ αυτό και γινόταν και σχετική οικονομία. Για τις ανάγκες του σπιτιού σε πόσιμο νερό, μετέβαινε η μάνα μας στο πηγάδι, φορτωμένη με μια λαγήνα, στάμνα, αμολούσε το τσικρίκι (=μαγγάνι) και μετά γυρνώντας το, ανέβαζε επάνω τον γεμάτο κουβά, που στην περίπτωση αυτή ήταν δεμένος με αλυσίδα, τοποθετούσε στα χείλη της λαγήνας το χωνί και σιγά σιγά το έριχνε μέσα. Έβαζε το στούπωμα (=πώμα ) στη λαγήνα, που ήταν συνήθως από παρτσάλ(ι) (=κουρέλι) πεπιεσμένο, κρεμούσε τον κουβά στο τσικρίκ(ι) και τοποθετώντας τη λαγήνα στον ώμο ερχόταν στο σπίτι. Όταν όμως χρειαζόταν νερό για πλύσιμο ή μαγείρεμα, μετέφερε συνήθως με δύο κουβάδες, σε δυο και τρεις διαδρομές και γέμιζε το καζάνι και την μπακίρα . Πώς να μην θεωρείται λοιπόν πολύτιμο το νερό, αφού χρειαζόταν τόσος κόπος για την απόκτησή του !!!



Για τα ζώα, που στην δική μας περίπτωση ήταν ένα ζευγάρι αγελάδες, η εύρεση του πόσιμου νερού ήταν ακόμα πιο δύσκολη. Μέσα στο κρύο , στα χιόνια και στους πάγους, τα μεταφέραμε στην άκρη του χωριού, στο ποτάμι.


Γύρω στο 1970 για τις καθημερινές ανάγκες σε νερό τοποθετήσαμε μια τουλούμπα





Τα χιόνια εκείνα τα χρόνια ήταν πολλά και οι θερμοκρασίες πολύ χαμηλές. Θυμάμαι μια χρονιά που έριξε πάρα πολύ χιόνι, τόσο, που οι αυλές των σπιτιών ήταν καλυμμένες σε μεγάλο ύψος. Η πρώτη δουλειά του πατέρα μας το πρωί, όταν αντίκρισε το χιόνι, ήταν να ανοίξει μονοπάτια προς το αχούρι, όπου ήταν τα ζώα, προς την τουαλέτα που εκείνα τα χρόνια ήταν υπαίθρια αλλά και προς το δρόμο, για να υπάρχει μετακίνηση. Μάλιστα στο δρόμο που ήταν μπροστά στο σπίτι μας, με τη βοήθεια και του ανέμου, το χιόνι ήταν τόσο πολύ, που δεν φαίνονταν τα σπίτια της γειτονιάς. Για να περάσουμε από εκεί φτιάξαμε ένα τούνελ, που για μας τα παιδιά ήταν το ένα μαγικό παιχνίδι.
Το χιόνι το απολάμβαναν πρώτα τα σκυλιά. Έβλεπες να τρέχουν σαν τρελά μέσα στο χιόνι, να κυλιούνται κάτω, να γαυγίζουν και καταλάβαινες ότι ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι.



Τα σκυλιά απολαμβάνουν το χιόνι.
Φυσικά ακόμα πιο διασκεδαστικά ήταν για εμάς τα παιδιά. Για να προστατευτούμε από το κρύο ήμασταν πολύ καλά ντυμένοι φορώντας στο κεφάλι τη μάλλινη κουκούλα και κάποιοι λίγοι τυχεροί με γάντια στα χέρια, μάλινο παντελόνι και τσουράπια τα οποία είχε πλέξει με τις σακοράφες η μάνα μας.
Συγκεντρωνόμασταν στο σπίτι μας και ριχνόμασταν σε άγριο χιονοπόλεμο. Οι κραυγές από τον πόνο της χιονόμπαλας, που την σφίγγαμε για να γίνει συμπαγές και επομένως να πονάει, ανακατευόταν με τα γέλια και τα χάχανα. Οι μύτες κατακόκκινες, τα πόδια μουσκεμένα, και τα χέρια παγωμένα, αλλά η χαρά και το γέλιο απερίγραπτα.



Χιονάνθρωπος.
Όταν μετά από πολλή ώρα επερχόταν η κόπωση, ξεκινούσε το φτιάξιμο χιονάνθρωπου. Όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά συμμετείχαν στην κατασκευή, που συνήθως γινόταν πολύ μεγάλος για να εντυπωσιάζει με το μέγεθός του. Για την διευκόλυνση της κατασκευής δινόταν στάση καθιστή. Έτσι έφτιαχναν το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια, ενώ τα μάτια , τη μύτη και το στόμα τα έβαφαν με κάρβουνο για να είναι έντονα τα χαρακτηριστικά. Λόγω του ψύχους, πάγωνε, σταθεροποιούταν και έμεινε άθικτος επί πολλές ημέρες.
Προς το βραδάκι άρχιζε κατασκευή μιας γλίστρας. Στην ανατολική πλευρά της μεγάλης αυλής μας το έδαφος ήταν κατηφορικό. Συγκεντρώναμε το χιόνι, το πατούσαμε καλά με τα πόδια, φτιάχνοντας ένα διάδρομο, πλάτους περίπου μισού μέτρου και μήκους μέχρι τον φράχτη περίπου 30 μέτρων. Πετούσαμε από πάνω νερό, οπότε με την μεγάλη πτώση της θερμοκρασίας κατά τη νύχτα πάγωνε και γινόταν μία πίστα από πάγο.
Την άλλη ημέρα το πρωί άρχιζε το παιχνίδι. Φορούσαμε τα λαστιχένια παπούτσια, τα οποία από κάτω ήταν φαγωμένα, που τα κάναμε για χιονοπέδιλα στην γλίστρα. Ένας έμπαινε πρώτος, ο οδηγός του τρένου και οι άλλοι από πίσω, όλοι καθιστοί και πιασμένοι από τη μέση του προηγούμενου. Με το σύνθημα ΄΄τούτ!!! Το τρένο φεύγει !!! Ο συρμός αρχίζει να κατεβαίνει, γλιστρώντας περίτεχνα επάνω στη γλίστρα η ταχύτητα βαίνει αυξανόμενη, οι φωνές είναι ανακατωμένες με τα γέλια και στο τέρμα κατά κανόνα, λόγω της σύγκρουσης, γίνεται η ανατροπή, χωρίς θύματα, παρά μόνον με πολλή ευχαρίστηση. Αξέχαστα παιδικά παιχνίδια μέσα στη φύση, μέσα στο χιόνι, τον πάγο, τη βροχή !!! Η παντοτινή χαρά των παιδιών !!!
Τα αχούρια, οι στάβλοι δηλαδή των ζώων ήταν συνήθως κολλητά με το σπίτι. Στο δικό μας ήταν ένα στενόμακρο, που καθώς έτρεχαν τα νερά από τα λιωμένα χιόνια, σχημάτιζαν παγοκρυστάλλους, σαν λαμπάδες μήκους μέχρι δύο μέτρων. Τις κόβαμε, τις σπάζαμε , παίρναμε κομμάτια πάγου και τα γλείφαμε, όπως περίπου γλείφουν τα παιδιά της σημερινής εποχής τις γρανίτες κατά το καλοκαίρι. Εμείς δεν είχαμε παγωτά παρά μόνον χειμερινές γρανίτες. Και όμως νομίζω ότι ήταν πολύ νόστιμες!!!



Το ψωμί ήταν το βασικό στη διατροφή.
Το διαιτολόγιό μας ήταν φτωχό αλλά και πλούσιο σε θερμίδες. Κάθε πρωί ζεστό τραχανά ή γιοφκάδες, ή τσάι με ψωμί και λίγες ελιές όταν υπήρχαν.Φαγητά με όσπρια, κυρίως φασόλια, αλλά και ρεβίθια, φακές, πατάτες, πράσα, λάχανο, τουρσί λάχανο, τουρσί ντομάτες, αλλά το κυριότερο, ένα είδος καβουρμά, φτιαγμένο από κρέας γουρουνιού, ενώ για λάδι χρησιμοποιούσαν τη λίγδα, λίπος δηλαδή του γουρουνιού λιωμένο. Το ψωμί φτιαγμένο από τα χέρια της νοικοκυράς και το μόνο στην επιθυμητή ποσότητα, ενώ τα άλλα τρόφιμα ήταν πάντα σε μετρημένη ποσότητα.
Τα παιδιά, μεταξύ παιχνιδιού και εργασίας, συμπλήρωναν το διαιτολόγιό τους με … ψημένα σπουργίτια.
Όταν έριχνε χιόνι, τα σπουργίτια γύριζαν απελπισμένα από αυλή σε αυλή, περιμένοντας να πέσουν κάποια ψίχουλα από κάποιο τραπέζι ή να περισσέψει κάποιος σπόρος από τις κότες για να τον αρπάξουν. Τα παιδιά εκμεταλλεύονταν αυτήν την αδυναμία των σπουργιτιών.
Παίρναμε μια σκάφη που ήταν εκείνα τα χρόνια ξύλινη σκαλιστή σε χοντρό ξύλο και χρησίμευε για το πλύσιμο των ρούχων. Την τοποθετούσαμε στην αυλή, πάνω στο χιόνι, βάζοντας και ένα ξύλο για να στέκεται στερεωμένη με το κοίλο μέρος στραμμένο προς τα κάτω. Το ξύλο που στήριζε την σκάφη το δέναμε με ένα μακρύ σχοινί και το άπλωναμε μέχρι το σπίτι μας. Παράλληλα πετούσαμε λίγους σπόρους από σιτάρι, κ.λ.π. έξω από την σκάφη και πολλούς κάτω από την σκάφη.



Αυτή η σκάφη θα πιάσει πολλά σπουργίτια !!!

Τα σπουργίτια, νηστικά όπως ήταν, έτρεχαν κοπαδιαστά και έτρωγαν τους σπόρους. Δεν αργούσαν να μπουν και κάτω από την σκάφη. Εμείς που παρακολουθούσαν κρυμμένα μέσα από το σπίτι, μόλις γέμιζε από κάτω η σκάφη, τραβούσαμε το σχοινί, έπεφτε η σκάφη και εγκλώβιζε από κάτω τα σπουργίτια, τα οποία χτυπιούνταν κάτω από τη σκάφη.
Τρέχαμε με φωνές και χώναμε προσεκτικά τα χέρια μας, προσπαθώντας να τα συλλάβουμε. Αρκετά βεβαίως έβρισκαν την ευκαιρία και απελευθερώνονταν. Ακολουθούσε το άναμμα της φωτιάς σε κάποιο απομακρυσμένο μέρος, κυρίως στα αλώνια, και το ψήσιμο του εδέσματος.
Το πρωί που πήγαιναμε στο σχολείο, κουβαλώντας απο 2 ξύλα  κάθε μαθητής και μέσα στην σάκα μας είχαμε και ένα κομμάτι ψωμί και ένα κουτάλι,, εκεί ανάμεσα στα τετράδιά μας και στο βιβλίο μας. Λέω βιβλίο μας γιατί είχαμε ένα μόνο βιβλίο, το ΄΄Αναγνωστικόν΄΄, κι αυτό ξεχαρβαλωμένο από την πολυχρησία, καθώς μεταβιβαζόταν από αδελφό σε αδελφό και από γειτονόπουλο σε γειτονόπουλο.
Μόλις λοιπόν φτάναμε στο σχολείο, πηγαίναμε και παίρναμε μέσα από το τώλ το κατσαρόλι τους που ήταν κρεμασμένο σε καρφί. Ήταν από αλουμίνιο και επάνω είχε χαραγμένο το όνομά μας για να το αναγνωρίζουμε. Μετά μπαίναμε στις γραμμές και όταν φτάναμε μπροστά στο μεγάλο καζάνι μας έβαζαν μια κουτάλα γάλα, ένα κομματάκι κασέρι και ένα κομματάκι βούτυρο, Έτριβαμε μέσα στο γάλα το ψωμί και με το κουτάλι απολαμβάναμε το ζεστό πρωινό μας.''


Μη βιάζεστε, όλοι θα πάρετε συσσίτιο !!!
Όταν έλιωναν τα χιόνια, παρατηρούνταν πλημμυρικά φαινόμενα γέμιζαν από νερό τα ρέματα. Σχεδόν σε κάθε δρόμο σχηματιζόταν ένα μικρό ρέμα, συνήθως ορμητικό, που δυσκόλευε τις μετακινήσεις των κατοίκων. Έξω απο το χωριό, ήταν το ποτάμι, που εκείνη την εποχή γινότανε ορμητικό, δημιουργώντας ακόμη πιο πολλά προβλήματα στους κατοίκους. Αλλά και στις άκρες των δρόμων, παρά την επίπεδη επιφάνεια του κάμπου, δημιουργούνταν διάφορα ρυάκια.
Αυτά τα νερά χρησιμοποιούσαν τα παιδιά, για να βάλουν τις γνωστές βάρκες τους, φτιαγμένες από χαρτί που το δίπλωναν περίτεχνα. Όμως γρήγορα τα νερά παρέσυραν τη βάρκα ή τη βούλιαζαν κάτω από την ορμή τους.

Πολλά ακόμη θα μπορούσα να αναφέρω για τα κρύα, τα χιόνια, τις δυσκολίες και τις στερήσεις των ανθρώπων της παλιότερης εποχής. Θα πρέπει όμως οι νεότεροι να γνωρίσουν και οι παλιότεροι να συνειδητοποιήσουν πως οι βιοποριστικές δυσκολίες καθώς και οι δυσκολίες της καθημερινότητας δεν εξαφάνιζαν την ζεστασιά των ανθρώπινων σχέσεων, τη χαρά, το γέλιο, τη θαλπωρή και οικογενειακή τους ευτυχία. Κι αυτό αποτελεί μάθημα και οδηγό για όλους μας στους σημερινούς απρόβλεπτους και χαλεπούς καιρούς !!!




Οι περισσότερες από τις εικόνες αντλήθηκαν από το διαδίκτυο.

Χριστούγεννα στον Πόντο-Τα Ποντιακά Κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς-Δωδεκαήμερο ή Καλαντόφωτα Από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα-Οι Μωμόγεροι ή Μαμώεροι

Χριστούγεννα στον Πόντο

Χριστουήμερα και καλοκαρδία
Χριστούγεννα στον Πόντο
- Την παραμονή σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και απλά συμπλήρωναν τις τελευταίες λεπτομέρειες για τη μεγάλη γιορτή. Τα κάλαντα τα έλεγαν τα παιδιά συνήθως το απόγευμα ή το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων.
Στις 4 το πρωί χτυπούσε η καμπάνα για να πάνε στη εκκλησία. Η απόλυση γινότανε με την ανατολή του ήλιου. Τα Χριστούγεννα ή τη Χριστού, ήταν η πρώτη κατά σειρά γιορτή του Δωδεκαημέρου. Η μέρα αυτή ήταν αφιερωμένη στους ανθρώπους του σπιτιού και στην οικογένεια. Όλοι θα φορούσαν καινούργια γιορτινά ρούχα και παπούτσια και θα ετοίμαζαν τα πιο καλά φαγητά.
• Στα Σούρμενα, τα κάλαντα τα έλεγαν μεγάλοι άνδρες πηγαίνοντας τη νύχτα των Χριστουγέννων στα σπίτια. Τα έσοδα που μάζευαν τα έδιναν στα σχολεία.
• Στη Νικόπολη όλοι οι άνδρες μετά την απόλυση της εκκλησίας περνούσαν από το σπίτι του ιερέα και του εύχονταν μακροβιότητα, ζητώντας την ευλογία του.
• Στη Χαλδία έλεγαν το τραγούδι «Έρθεν κι ο Χριστιεννάρτς, η τρυγόνα, έπαρ’ την χαράν σ΄ ομμάτ΄ τς» με το οποίο παρακινούσαν τη νέα να λάβει υπόψη τον γάμο, με τον ερχομό των Χριστουγέννων.

Σε πολλά μέρη έβαζαν στο τζάκι ένα κούτσουρα το «Χριστοκούρ» το οποίο άναβαν μόλις χτυπούσε η καμπάνα και θα κρατούσαν αναμμένη τη φωτιά τρεις μέρες τα «Χριστουήμερα» όπως έλεγαν τις τρεις μέρες των Χριστουγέννων. Αλλού έκαιγαν κούτσουρο από µηλιά, αλλού από αχλαδιά, κι αλλού από το κυρίαρχο δέντρο της περιοχής. Από αυτό το κούτσουρο κρατούσαν φωτιά και για τις δώδεκα ημέρες, αντικαθιστώντας το με άλλο πριν σβήσει. Πρόσεχαν να καίγεται όρθιο και να μην πέσει, γιατί πίστευαν πως θα χαλάσει το γούρι!
Για γούρι σε άλλες περιοχές, το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων έκαιγαν στην φωτιά ένα χλωρό κλαδί από απιδιά και το νέο έτος από μηλιά.
Από το βράδυ τα παιδιά της ευρείας οικογένειας, έκοβαν κλαδιά αχλαδιάς πού τα καβαλούσαν σαν άλογα, έφταναν στη πόρτα του σπιτιού και μπαίνοντας φώναζαν:
«Χριστούγεννα και κάλαντα και φώτα και καλοχρονία και καλοκαρδία και να ζήσει ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτικοί»
Μόλις έμπαιναν στο σπίτι, ο πατέρας τους έδινε φιλοδώρημα. Μετά έπαιρνε τα φανταστικά άλογα, κάρφωνε στο δήθεν στόμα τους από μια μπουκιά ψωμί και τα έβαζε κοντά στο τραπέζι, οπότε άρχιζαν το φαγητό! Όλοι συγκεντρώνονταν σε κοινό τραπέζι στη μέση του οποίου έβαζαν ένα κλαδί μηλιάς που το έφερνε το πιο μικρό παιδί, το οποίο φιλοδωρούσαν ο παππούς και η γιαγιά, πιστεύονταν ότι έφερνε ευτυχία.


Το τραπέζι της Παναγίας

Παραμονή Χριστουγέννων και στην Πατρίδα οι νοικοκυρές στόλιζαν ένα τραπέζι δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δένδρο, αφιερωμένο στην Παναγία, το λεγόμενο «Τραπέζ της Παναΐας». Στολισμένο με διάφορα γιορτινά καλούδια κι ένα εικόνισμα, δείχνοντας έτσι την εκτίμηση και τη αγάπη τους στην Μεγάλη Βοηθό τους, στις δύσκολες στιγμές.

Πίτες και γλυκά

Για τα Χριστούγεννα, στον Πόντο, οι νοικοκυρές συνήθιζαν να παρασκευάζουν πίτες και γλυκά, όπως αλευροχαλβά, κατμέρια και πουρμά (ένα σιροπιαστό γλυκό που θύμιζε το σαραϊγλί). Στην Τραπεζούντα τις παραμονές των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές απαραιτήτως ζύμωναν κουλούρια για το σπίτι και τα ζώα. Επίσης ζύμωναν τα Xριστόψωμα, τα οποία περιείχαν καρύδια και όταν ψήνονταν τα περίχυναν με μέλι. Πάνω στο Xριστόψωμο κεντούσαν με αμύγδαλα τη γέννηση του Χριστού.
Στην Ινέπολη του νομού Κασταμονής, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν για τα Χριστούγεννα τα παραδοσιακά γλυκά «κετέ» και «ισλί». Στην Αμάσεια, τα βασικά γιορτινά εδέσματα ήταν το κεσκέκι, το σουμπορεγί και το τζεβιζλί τσορέκ.

Ένα σημαντικό έθιμο των Χριστουγέννων στον Πόντο ήταν και οι Μωμόγεροι.

Τα Ποντιακά Κάλαντα

 
Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς
Ποντιακά Κάλαντα
- Ο πλούτος των αποχρώσεων και διαφοροποιήσεων των Ελληνικών εθίμων, αποτυπώνεται και με τα Ποντιακά κάλαντα. Τα Ποντιακά κάλαντα αποτελούν ακόμη ένα αποδεικτικό στοιχείο της διάσωσης πολλών Βυζαντινών εθίμων, από τους Πόντιους.
Συνοδεύονταν από την πατροπαράδοτη Ποντιακή λύρα και τα έψελναν μικροί και μεγάλοι, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες. Επισκέπτονταν όλα τα σπίτια του χωριού, την παραμονή ή ανήμερα της γιορτής, κυρίως μετά τη δύση του ήλιου. Καθώς όμως τα περισσότερα χωριά του Πόντου βρίσκονταν σε ορεινές περιοχές και τα κάλαντα ψέλνονταν κατά τη χειμερινή περίοδο, οι μορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες ανάγκαζαν μικρούς και μεγάλους, να ψέλνουν τα κάλαντα και κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Οι «καλαντάδες» (ραψωδοί) εκτός από τη συνοδεία της λύρας, φρόντιζαν να φέρνουν μαζί τους και ένα στολισμένο καράβι, φτιαγμένο από χαρτόνι και λεπτό σανίδι, για να εντυπωσιάσουν τους νοικοκυραίους. Συνήθως φώτιζαν τα καραβάκια τους με κεριά, ενώ κάθε ομάδα προσπαθούσε να φτιάξει το πιο όμορφο και φανταχτερά στολισμένο καράβι, εν είδη συναγωνισμού.
Οι νοικοκυραίοι ανάλογα με την περιοχή, έδιναν στους καλαντάρηδες φρούτα, ξηρούς καρπούς (καρύδια, φουντούκια, σταφίδες), αλλά ακόμη και αυγά, βούτυρο, καβουρμά και πληγούρι
• Σε περιοχές όπως η Σάντα, που δεν είχε πολλά οπωροφόρα δέντρα, τα δώρα ήταν αποκλειστικά φρούτα.
• Στην Ορτού συνήθιζαν να βάζουν πάνω στα φρούτα και μερικές δεκάρες.
• Ένα άλλο δώρο που συνήθιζαν να δίνουν, κυρίως στην Γαράσαρη, ήταν τα “κολόθαι”, που ήταν μικρά τσουρέκια, που έμοιαζαν με γλυκό ψωμί.


ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Τα Ποντιακά Κάλαντα των Χριστουγέννων, που είναι και τα πιο διαδεδομένα, περιέχουν όλη τη ζωή του Χριστού, από τη στιγμή της Γέννησης του, μέχρι τη στιγμή της Σύλληψης του, χωρίς όμως να προχωρούν και στη Θανάτωση του. Γεγονός που θα ερχόταν σε αντίθεση με το χαρμόσυνο γεγονός των Χριστουγέννων.

ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Στα Ποντιακά Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα συναντούμε σημαντικές παραλλαγές, με σημαντικότερες αυτές της Γαράσαρης. Όλοι σχεδόν οι στίχοι είναι αφιερωμένοι στην υπό Τούρκικη κατοχή Κωνσταντινούπολη. Μεταβάλλοντας το χαρμόσυνο μήνυμα της έλευσης της νέας χρονιάς, σε θρήνο και μοιρολόι!
 

Δωδεκαήμερο ή Καλαντόφωτα

 
Από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα
Καλαντόφωτα ή Δωδεκαήμερο στον Πόντο
- Τα Καλαντόφωτα ή Δωδεκαήμερο ήταν για τους Έλληνες του Πόντου μια περίοδος με πληθώρα μαγικών στοιχείων! Ήταν ημέρες (25 Δεκεμβρίου - 6 Ιανουαρίου) που ξέφευγαν από τον καθημερινό χρόνο και την κανονικότητα της ζωής και περνούσαν στον «Ιερό» χρόνο! Υπήρχε μια μαγεία στην ατμόσφαιρα, γεγονός καθόλου τυχαίο...
Τα Χριστούγεννα ή τη Χριστού, ήταν η πρώτη κατά σειρά γιορτή του Δωδεκαημέρου. Την Παραμονή των Χριστουγέννων σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και με μεγάλη χαρά ετοιμαζόντουσαν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου! Τα Καλαντόφωτα (και κυρίως τον Ιανουάριο ήταν κατάλληλες ημέρες, για να τελέσουν τα διάφορα μυστήρια (βαφτίσια, αρραβώνες, γάμους), καθώς τότε ερχόντουσαν οι ξενιτεμένοι και ήταν όλοι μαζεμένοι στο χωριό.
Καλαντάρτς και νέον έτος... κόρ' θα παίρωσε οφέτος!
Παραμονές Χριστουγέννων, μαζευόντουσαν στην πλατεία και αποφάσιζαν για το γιορτινό τραπέζι. Ο καθένας αποφάσιζε τι ζώο θα σφάξει. Άλλος έσφαζε γουρούνι, άλλος μοσχάρι, άλλος κουνέλι κλπ. Κάθε σπίτι είχε και ένα γουρούνι. Από το γουρούνι που έσφαζαν, με το κρέας έφτιαχναν «γαβουρμά» και «τσιλγάνια», όπως τα λένε στα Ποντιακά. Το λίπος του γουρουνιού το λιώνανε και το χρησιμοποιούσαν σε πίτες και φαγητά.
Σε πολλά µέρη του Πόντου, την παραµονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας «εκαλαντίαζεν τ' οσπίτ'». Σκορπίζοντας διάφορους καρπούς µέσα στο σπίτι, έλεγε: «Άµον το ρούζ'νε αούτα τα καλά, αετσ' πα να ρούζ'νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εµουν τ΄ευλοϊας και τα καλοσύνας». Την παραµονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ, στα σπίτια ήταν συγκεντρωµένα όλα τα µέλη της οικογένειας, καθώς και συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα. Το τραπέζι το έστρωνε η νύφη, κι αν δεν υπήρχε, η πρωτοκόρη και ο αρχηγός της οικογένειας έδινε φιλοδώρημα.


ΚΑΛΑΝΤΟΦΩΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Η λαϊκή πίστη περιγράφει δαιμόνια, μαγείες, δεισιδαιμονίες, μύθους, ευχές που πραγματοποιούνται, προλήψεις... Καλικάντζαρους! ΟιΚαλικάντζαροι, είναι ειδικά δαιμόνια που εμφανίζονται μόνο τα Καλαντόφωτα. Πίστευαν πάντα ότι ο Άδης είναι «ανοιχτός» αυτές τις μέρες και ότι οι ψυχές παίρνουν διάφορες μορφές. Έτσι , λοιπόν, έπρεπε να εφευρεθούν τρόποι, ώστε να κρατήσουν μακριά από κάθε σπίτι τα δαιμόνια αυτά. Ο πιο διαδομένος και... αποτελεσματικός τρόπος, σ΄ολόκληρο τον Πόντο, ήταν το καλαντοκούρ΄.
Τη παραμονή έβαζαν στο τζάκι το «Χριστοκούρ» ή αλλιώς «Καλαντοκούρ»
Επρόκειτο για κούτσουρο (από μηλιά ή αχλαδιά κυρίως) κομμένο ειδικά για τα Καλαντόφωτα. Άναβε στο τζάκι συνέχεια κατά ταΧριστουήμερα (οι 3 ημέρες των Χριστουγέννων), ιδιαίτερα όμως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Για να κρατήσουν την φωτιά καθ’ όλο το Δωδεκαήμερο, αντικαθιστούσαν το κούτσουρο, με άλλο, πριν σβήσει. Η φωτιά κρατούσε μακριά το δαιμόνιο! Ακόμα κι αν τολμούσε να πλησιάσει, η φωτιά το έκαιγε! Έτσι εξηγούσαν τους περίεργους θορύβους στο τζάκι. Αν για κάποιο λόγο έσβηνε η φωτιά, το θεωρούσαν κακό σημάδι.
Σε κάποιες περιοχές του Πόντου, «Καλαντοκούρ» ονομάζουν τη λεπτή βέργα, που τοποθετούν πάνω στη βασιλόπιτα, κυρίως τα πρωτότοκα παιδιά, λέγοντας: «Εξέβαμε ασ΄σην κακοχρονίαν, εσέβαμε σην καλοχρονίαν, υ΄είαν κι ευλο΄ίαν, δώσ΄τεν τ΄άλογον κριθάρια».

Οι Μωμόγεροι ή Μαμώεροι

 
Από τον Πόντο στην Ελλάδα
Μωμόγεροι
- Ένα έθιμο βγαλμένο μέσα από την Ποντιακή παράδοση, που διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου. Δηλαδή από τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων έως και τα Φώτα. Το έθιμο των «Μαμώερων» ή «Μωμόγερων» προέρχεται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν μεταμφιεσμένοι αντάρτες κατέβαιναν στα χωριά με σκοπό τη συλλογή και διάχυση πληροφοριών.
Η κορύφωση ήταν ο τελετουργικός χορός των Μωμόγερων, η αλληγορία του οποίου ανύψωνε το ηθικό των συμπατριωτών τους, αλλά και τους προετοίμαζε για τον ξεσηκωμό, χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι Τούρκοι, που επίσης συμμετείχαν στα δρώμενα, χωρίς να καταλαβαίνουν τι γινόταν!

Οι πηδηχτοί, θορυβώδεις χοροί είναι γνωστοί στον πρωτόγονο άνθρωπο σε όλα τα μέρη του κόσμου. Είναι ένα τελετουργικός χορός που προτρέπει τη γη να καρπίσει. Η μεταμφίεση των ανθρώπων σε ζώα ή κακούς δαίμονες και οι θορυβώδεις χοροί έχουν σκοπό την απομάκρυνση του κακού, την προστασία του νεαρού θεού, την καρποφορία και τη βλάστηση.
Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Μώμος, Θεός του γέλιου και της σάτιρας στην Αρχαία Ελλάδα, ο οποίος παρότρυνε τους 12 ακόλουθούς του - τους Μωμόερους - να βρουν αφορμή για να σατιρίσουν και να προκαλέσουν το γέλιο στους συγκεντρωμένους.
Κατά πολλους η λέξη μωμό(γ)ερος είναι πιθανό να προέρχεται από τη σύνθεση της λέξης γέρος με τις αρχαίες μώμος (ψόγος, μομφή) ή μίμος, μια που και οι δύο προσιδιάζουν στις σκωπτικές και μιμητικές παραστάσεις τους και θυμίζουν τους αρχαίους μίμους. Κατά άλλους το δρώμενο έχει πολεμικό χαρακτήρα και οι ομάδες χορευτών χορεύουν με τελετουργικό τρόπο, έναν ατέλειωτο πολεμικό χορό. Οι χορευτικοί θίασοι των Μωμόγερων συγκροτούν σοβαρές και πειθαρχημένες ομάδες, που χορεύουν με την καθοδήγδη του αρχηγού έναν πολεμικό χορό.


ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΥΝΟΛΙΚΑ 6 ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΚΑΙ 15 ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Με τα παραγγέλματα ο αρχηγός κατευθύνει τις κινήσεις του χορού. Με το «τιζουλούμ πακαλούμ» μπαίνουν οι χορευτές πολεμιστές στη σειρά, με το «ικεσέρ» μπαίνουν σε δυάδες με το «αρς» ξεκουράζονται με το «σέρτ» κινούνται πιο γρήγορα.
Οι 12 χορευτές συμβολίζουν τους δώδεκα μήνες του χρόνου, ενώ η νεαρή νύφη είναι σύμβολο της γονιμότητας και της βλάστησης.
Η μεταμφίεση του άνδρα σε γυναίκα συμβολίζει την εναρμόνιση των αντιθέτων αρσενικού και θηλυκού, την ένωση αυτών που φαίνονται να είναι χωρισμένα, τη θεία ένωση του άνδρα με τη γυναίκα, που πρέπει να γίνουν ένα, για να κερδίσουν υγεία και μακροβιότητα. Στο δρόμενο μπορούν να συμμετέχουν και άλλες φιγούρες (μορφές), που διαφέρουν από τόπο σε τόπο. Παντού όμως υπάρχουν η νύφη και ο διάβολος. Έτσι, το κλέψιμο της νύφης είναι κοινό σε όλους τους θιάσους και συμβολίζει, κατά πως λέγεται, την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου των εορτών οι Μωμόγεροι γυρίζουν σε παρέες στους δρόμους των χωριών, χορεύουν και τραγουδούν τα κάλαντα ή άλλους ευχετικούς στίχους, προσδοκώντας τύχη για τη νέα χρονιά. Όταν δύο παρέες μωμόγερων συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, το έθιμο των Μωμόγερων, αναβιώνει σε όλη την Ελλάδα, αλλά κυρίως σε χωριά της δυτικής Μακεδονίας, από Ποντιακούς Συλλόγους.


ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Είναι πολλά τα χωριά της δυτικής Μακεδονίας που διεκδικούν τη μεταφορά του χορού απ’ τον Πόντο στην Ελλάδα. Το σίγουρο είναι ότι το έθιμο των Μωμόγερων υπήρχε στην περιοχή του Πόντου από Αρχαιοτάτων χρόνων και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από τους πρόσφυγες του χωριού Λιβερά του Πόντου. Ως πρώτος χορευτής που αναβίωσε το έθιμο αναφέρεται ο Ταπαντζίδης Νικόλαος, με καταγωγή από τα Λιβερά του Πόντου, που μετοίκησε στο χωριό Κομνηνά Εορδαίας. Από τότε οι Μωμόγεροι των Κομνηνών θεωρούνται οι πλέον έγκυροι εκπρόσωποι του δρόμενου.
Δείτε και απολαύστε στο παρακάτω video, τους αυθεντικούς Μωμόγερους των Κομνηνών...



ΠΗΓΗ https://www.lelevose.gr

Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΤΕ...ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ '60 - '70

Η ζωή στο χωριό τότε... τις δεκαετίες '60 - '70







Η ζωή στο χωριό ήταν φτωχή και δύσκολη, χωρίς καμία πολυτέλεια, όμως οι άνθρωποι ήταν ευχαριστημένοι και δεν τους απασχολούσε αν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, αλλά φτωχοί και φτωχότεροι. Τον παλιό καιρό η ζωή στο χωριό δεν είχε καμία σχέση με αυτή της σύγχρονης εποχής.

Τα σπίτια χτισμένα με πλιθιά (λασπότουβλα) ή τσιμεντόλιθους με κεραμοσκεπές από βυζαντινά κεραμίδια και λαμαρίνες, λίγο απόμακρα το ένα από το άλλο. Οι δρόμοι γεμάτοι χώμα, λάσπη και σκόνη. Δύσκολη η βατότητα και η καθαριότητά τους. Παρόλα αυτά οι νοικοκυρές φρόντιζαν πρώτα απ΄ όλα την αυλή και το δρόμο μπροστά στο σπίτι τους.

Τα κύρια σημεία υδροδότησης, εκτός από κάποια πηγάδια, ήταν και οι χτιστές βρύσες του χωριού που δυστυχώς δεν σώζονται σήμερα (άραγε ποιόν ενοχλούσαν και τις κατέστρεψαν).

Τα νοικοκυριά ήταν συνηθισμένα χωριάτικα με έντονα τα χαρακτηριστικά του αγροτικού ορεινού χωριού. Έντονες διαφορές δεν είχαν μεταξύ τους. Δεν έβρισκες οικογένειες χωρίς οικονομικά προβλήματα ούτε σπίτια με βασικές διαφορές στην εμφάνιση, την επίπλωση, τις ευκολίες ή τα μέσα που διέθεταν.

Οι φτωχότεροι συντηρούσαν ένα νοικοκυριό που το πρόσεχαν και φρόντιζαν να ανταποκρίνεται με αξιοπρέπεια στις ανάγκες της οικογένειας και στις κοινωνικές υποχρεώσεις τους.

Οι οικογένειες τότε ήταν πολυμελείς. Μεγάλωναν κάτω από συνθήκες που τους εξασφάλιζαν μία υποφερτή διαβίωση. Για το μέλλον τους φρόντιζε η τύχη.

Το χωριό είχε ένα ή και περισσότερα καφενεία στα οποία ξημεροβραδιάζονταν όλοι οι άντρες τους μήνες που δεν είχαν γεωργικές εργασίες (το χειμώνα)

Γυναικείο πόδι δεν είχε πατήσει σε καφενείο του χωριού εκτός αν έπρεπε να ειδοποιήσει τον άντρα της για κάτι σοβαρό.

Στις σχέσεις του αντρόγυνου ο άντρας ήταν η κεφαλή της οικογένειας και είχε το γενικό πρόσταγμα.

Γενικά. οι σχέσεις του αντρόγυνου ήταν καλές, φιλικές και τίμιες όμως η σκληρή κουβέντα και η βλαστήμια δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Που και που έπεφτε και καμιά... Ο άντρας ήταν άντρας τότε (τρομάρα του, έτσι πίστευε, ήταν φυσιολογικό και μάλιστα όχι κατακριτέο από όλους).

Σε γενικές γραμμές η ζωή των κατοίκων ήταν ρουτίνα και η µια µέρα διαδέχονταν την άλλη ίδια και απαράλλαχτη.

Οι γυναίκες στην εργασία της γης έκαναν σχεδόν τα πάντα,από την σπορά,το τσάπισμα,έως και την συγκομιδή και μάλιστα πολλές φορές με συνεννόηση μαζευόταν και πήγαιναν ο ένας στον άλλον,τα λεγόμενα (κεσούκια) δανεικά, και ειδικά σε καλλιέργειες καπνού, καλαμποκιού, τσάπισμα, φύτεμα, από το ξημέρωμα μέχρι τη δύση του ήλιου και άλλα πολλά δυστυχώς.

Οι γυναίκες δούλευαν διπλή βάρδια µέσα και έξω από το σπίτι, και όταν δεν δούλευαν στα χωράφια έκαναν τις δουλειές του σπιτιού, το συγύρισμα, το σκύψιμο πάνω στη σκάφη, το ζύµωµα συνήθως µια φορά την εβδομάδα, το πλύσιμο, το πλέξιμο...

Έπρεπε επίσης να προσέχει τα ζώα και να τα πηγαίνει να τα δέσει στο ζεβλί (παλούκι) καθώς και να ρίχνει φαΐ στις κότες στο γουρουνάκι ή στις κατσίκες. Τι να τονίσω και τι να θυμηθώ από τις δουλείες των γυναικών του χωριού!

Απλά θα αναφέρω μερικές καθημερινές εργασίες.

Ζύμωμα και φούρνισμα ψωμιού,άρμεγμα, ντουρβάνισμα (παραγωγή βουτύρου), μαγείρεμα ,καθαριότητα σπιτιού και αυλής, γνέθανε και ετοιμάζανε τα πλεκτά τους ρούχα,φροντίδα του μπαξέ και πολλές-πολλές ακόμα δουλειές.

Το φτιάξιμο της χωριάτικης πίτας ή του σπιτικού γλυκού ήταν ακόμα ένας λόγος επίσκεψης στη γειτόνισσα για κέρασμα και για λίγο... κουτσομπολιό.

Πολλά ονόματα γυναικών στο χωριό ξεχνιόντουσαν γιατί έπαιρναν το όνοµα του άντρα. Έτσι άκουγες να λένε η Γιάννινα, η Γιώργαινα , η Φώτενα, η Χατζάβα(πήγε στα Ιεροσόλυμα) και άλλα τέτοια.

Τα αγόρια πήγαιναν στο γυμνάσιο. Αντίθετα άφηναν ελάχιστα κορίτσια να προχωρήσουν γιατί οι γονείς πίστευαν πως τα κορίτσια είναι ...για το σπίτι, για οικογένεια.

Απαραίτητο σχολείο για αυτά ήταν (με το ζόρι) το πλέξιμο και το κέντημα (η προίκα).

Να σημειώσω πως όλες οι δουλειές γινότανε χωρίς τις σημερινές ευκολίες, μιας και το ηλεκτρικό ήρθε στο χωριό στα τέλη της δεκαετίας του '60.

Νερό με τη στάμνα, μαγείρεμα και θέρμανση στη σόμπα, φωτισμός με γκαζόλαμπα, μπάνιο στη λεκάνη, ενημέρωση λίγο σπάνια κι αυτή με ραδιόφωνο.

Η ψυχαγωγία ήταν τα γλέντια σε γάμους και γιορτές στα λιτά μαγαζιά του χωριού ή στο σπίτι (όλοι βοηθούσαν και έβαζαν ένα χεράκι).

Από σινεμά, ο στρατός έφερνε 
κινηματογραφικές επιτυχίες της εποχής (ταινίες)για όλη την οικογένεια και φρόντιζε να τις δείχνει στα καφενεία του χωριού ή στον τοίχο του σχολείου τα καλοκαίρια.

Τελειώνοντας το σχολείο τα αγόρια έπαιρναν το δρόμο της αποκατάστασης είτε στη δουλειά του πατέρα είτε κοντά σε έναν τεχνίτη να μάθουν μία τέχνη. Τα κορίτσια βοηθούσαν στις δουλειές του σπιτιού και στα χωράφια.

Στο γυμνάσιο πολύ λίγα παιδιά πήγαιναν, και γιατί δεν υπήρχαν οικονομικές δυνατότητες και και γιατί δεν υπήρχε γυμνάσιο. Το πιο κοντινό βρισκόταν στα Κάτω Ποροΐα. Κάποια παιδιά μετακόμιζαν ακόμα και στη Θεσσαλονίκη για να συνεχίσουν το σχολείο.

Γι αυτό παρατηρούνταν το φαινόμενο να σπουδάζουν φτωχά παιδιά με δυσκολίες και στερήσεις, αλλά με γονείς με διαφορετικές αντιλήψεις για τη μόρφωση. Αντίθετα πολλά παιδιά που είχαν και δυνατότητες και άνεση δεν σπούδαζαν.

Στην οικογένεια η συμβολή της γυναίκας ήταν αποφασιστική. Φορτωμένη με όλα τα βάρη του νοικοκυριού, προσπαθούσε με πενιχρά μέσα να τα φέρει βόλτα. Από αυτήν περίμεναν και οι δουλειές να τελειώσουν και τα προβλήματα να λυθούν. Όλα μετρημένα και λιγοστά.

Δουλειά από νύχτα σε νύχτα. Να συγυρίσει, να προφτάσει το ζύμωμα, τη μπουγάδα, το ράψιμο, το μπάλωμα. Να βρει καιρό για πλέξιμο, κέντημα (αυτά ήταν η διασκέδασή-τα χόμπι της) και ένα σωρό άλλες δουλειές.

Όσο τα παιδιά ήταν μικρά, βοήθεια από πουθενά. Ο άνδρας, και ο καλύτερος ακόμα, δεν σηκωνόταν να βάλει ούτε ένα ποτήρι νερό. Τα περίμενε όλα στο χέρι. Θεωρούνταν μειωτικό για έναν άνδρα, "που εκπροσωπούσε το ισχυρό φύλο’’, να ασχοληθεί με δουλειές που χαρακτηρίζονταν “γυναικείες”.

Επειδή δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα τους, δεν έκανε τίποτα για να είναι σίγουρος. Αυτή η συμπεριφορά υπαγορευόταν ασφαλώς από το συναίσθημα υπεροχής απέναντι στο γυναικείο φύλο.

Το μεγάλωμα των παιδιών αποτελούσε φροντίδα αποκλειστικά της μάνας.

Ο πατέρας δεν αδιαφορούσε αλλά ούτε νοιαζόταν και πολύ. Η δουλειά που τον κρατούσε ώρες μακριά από το σπίτι, οι στεναχώριες για τα οικονομικά της οικογένειας, αλλά βασικά η νοοτροπία (που δεν άλλαξε και πολύ μέχρι σήμερα), ότι αυτό είναι δουλειά της μάνας, περιόριζαν το ρόλο του, στο να εξασφαλίζει τα μέσα για τις ανάγκες τις οικογένειας. Τον χώριζε απόσταση από τα παιδιά, αποτέλεσμα της συμπεριφοράς που θεωρούνταν πρέπουσα και ενδεδειγμένη τα χρόνια εκείνα. Δηλαδή ο πατέρας έπρεπε να είναι αυστηρός, λιγομίλητος, σοβαρός και ίσως λίγο έως πολύ σκληρός, πνίγοντας τις περισσότερες φορές τα πραγματικά του αισθήματα για να μη παραβεί την παράδοση (...του ΑΝΤΡΑ).

Αντίθετα η μάνα δεν είχε κανένα λόγο να κρύβει την αγάπη, την καλοσύνη, την ανοχή. Ο ρόλος της ήταν λεπτός και δύσκολος. Να χορτάσει όλα εκείνα τα παιδιά, που σπάνια ήταν λίγα, μοιράζοντας ότι είχε ίσα και δίκαια για να μην αδικήσει κανένα. Να τα ντύσει, να τα ποδίσει, πλέκοντας η μπαλώνοντας ρούχα και κάλτσες, να μη φαίνονται οι φτέρνες και οι αγκώνες και να ξενυχτάει στο προσκέφαλό τους όταν αρρώσταιναν, χωρίς γιατρό και φάρμακα. Όλα αυτά τα οικογενειακά βάρη και οι φροντίδες που έπεφταν στις πλάτες της, η ανέχεια που δεν την άφηνε να εξασφαλίσει στα παιδιά της με άνεση ένα πιάτο καλό φαΐ και ζεστά ρούχα, τη γερνούσαν παράκαιρα (οι σαραντάρες έμοιαζαν με γριές).

Οι άνδρες είχαν και ώρες που δεν έκαναν απολύτως τίποτα και έβρισκαν καιρό για το καφενείο.

Οι γυναίκες όπου κι αν πήγαιναν κουβαλούσαν και τη δουλειά τους. Τα χέρια τους σταματούσαν μόνο στον ύπνο. Η καθαριότητα ήταν άλλος ένα τομέας της γυναικείας δραστηριότητας, που χρειάζονταν δουλειά και κόπο.

Είχαν στη διάθεσή τους νερό που το κουβαλούσαν από τις βρύσες του χωριού με στάμνες και τενεκέδες. Έπλεναν στη σκάφη. Για σαπουνάδα χρησιμοποιούσαν σταχτόνερο (αλισίβα)... και αν υπήρχε πράσινο σαπούνι. Στη μία μεριά τοποθετούσαν ένα πανί πάνω στο οποίο έβαζαν την στάχτη και από πάνω έριχναν το ζεστό νερό, που διαλύοντας τη στάχτη γέμιζε την άλλη μεριά της λεκάνης, ενισχύοντας τη «σαπουνάδα» . Μία μπουγάδα κρατούσε πολλές ώρες χωρίς σταματημό και γινόταν κυρίως τα Σαββατοκύριακα.

Την περίοδο της εγκυμοσύνης και του τοκετού οι γυναίκες εμπιστεύονταν την τύχη τους στις μαμές που πολλές φορές παρά τις φιλότιμες προσπάθειες τους δεν τα κατάφερναν.

Δεν είχαν ούτε τα μέσα ούτε τις γνώσεις για μια δύσκολη περίπτωση. Όταν η γυναίκα έφθανε ως τη γέννα, (δεν ήταν λίγες οι φορές που από τις πολλές δουλειές και τις ταλαιπωρίες απέβαλε), μαζεύονταν μάνες, πεθερές και πρακτικές μαμές για να βοηθήσουν με την πείρα τους. Αν η γέννα ήταν δύσκολη η γυναίκα υπέφερε μερόνυχτα καμιά φορά από τους πόνους. Μερικές φορές τα παιδιά γεννιούνταν πεθαμένα, αλλά και οι γυναίκες κινδύνευαν από την αιμορραγία και οποιαδήποτε άλλη επιπλοκή. Δυστυχώς κάποιες φορές δεν τα κατάφερνε ούτε η μάνα και άλλες ούτε το παιδί.

Ο κόσμος και πιο πολύ οι μάνες είχαν στοιχειώδη μόρφωση και ελάχιστες γνώσεις. Ήταν γεμάτες δεισιδαιμονίες και προλήψεις και γίνονταν εύπιστες στις πρακτικές διαγνώσεις και τα γιατροσόφια. Πολλές φορές, ακόμα και όταν υπήρχε γιατρός, είχαν περισσότερη εμπιστοσύνη στα γιατροσόφια παρά στο γιατρό.

Η κυριότερη ασχολία των ανθρώπων ήταν η γεωργία. Κατά δεύτερο λόγο ήταν η ΄"οικιακή" κτηνοτροφία". Ένα ζευγάρι αγελάδες για το ζευγάρισμα και το γάλα τους, κανένα γουρούνι και μερικές κότες.

Η γεωργία και η κτηνοτροφία γίνονταν με τα μέσα της εποχής, τα σχεδόν πρωτόγονα, και η απόδοσή τους ήταν χαμηλή. Δούλευαν, κουράζονταν και στο τέλος τους έμενε μόνο η κούραση.

Παράλληλα με τις κύριες δουλειές όλοι σχεδόν καλλιεργούσαν κήπους (μπαξέδες), για να ενισχύσουν το νοικοκυριό και την οικονομία της οικογένειας με τη δική τους παραγωγή.

Καμιά ασφάλιση ή προστασία δεν υπήρχε πουθενά. Οι εργάτες, οι αγρότες, οι επαγγελματίες έπρεπε να φροντίσουν μόνοι τους.

Τα χρήματα τα ξόδευαν με μεγάλη οικονομία και κρατούσαν ότι περίσσευε για ώρα ανάγκης. Η αγωνία για το αύριο τους υποχρέωνε να κάνουν οικονομία σε βάρος των αναγκών και ιδιαίτερα της διατροφής τους.

Το χειμώνα τα πράγματα ήταν δύσκολα. Οι νύχτες ατέλειωτες και παγωμένες. Συγκεντρωμένη η οικογένεια στο μοναδικό δωμάτιο που ζεσταινόταν, οι γυναίκες έπλεκαν ή μπάλωναν και οι άντρες «ονειροπολούσαν» η κάπνιζαν αραχτοί στο "ντιβάνι" (ο σύγχρονος καναπές), ενώ τα παιδιά έκαναν φασαρία παίζοντας. Το ΄΄λαμπόγυαλο΄΄ το μόνο μέσο φωτισμού εκείνο τον καιρό, αγωνιζόταν να φωτίσει το δωμάτιο.

Στο "σαλόνι" σε μια γωνιά (ένα δωμάτιο ήταν όλο κι όλο το σπίτι) έκαιγε η ξυλόσομπα κι η κατσαρόλα σιγοβράζοντας ετοίμαζε το φαγητό. Οι σκιές έστηναν χορό, γύρω στους τοίχους. Μετά το φαγητό όλοι ζάρωναν κοντά στη σόμπα. Ο φωτισμός λιγοστός, η ζέστη απίστευτη (η ξυλόσομπα στο φουλ), τα παράθυρα να ιδρώνουν με την διαφορά της θερμοκρασίας μέσα και έξω. Μόνο ο αερισμός ήταν τέλειος. Απ΄ όλες τις χαραμάδες των ξύλινων παραθύρων και κάτω από την πόρτα έμπαινε αέρας και κρύο-ως συνήθως βάζανε μια κουρελού κάτω από την πόρτα. Ακολουθούσε από νωρίς ύπνος. Έτσι είχαν και οικονομία στα ξύλα και χρόνο να μεριμνούν για ... την αύξηση του πληθυσμού-βλέπετε, τηλεόραση δεν υπήρχε τότε.

Το Φθινόπωρο με τις πρώτες βροχές μαλάκωνε η ξεραΐλα της γης, που οργώνονταν για τη σπορά. Το όργωμα γίνονταν με το αλέτρι, που το έσερναν άλογα μουλάρια ή βόδια. Ξεκινούσαν νύχτα για τα χωράφια, για να φτάσουν εκεί το ξημέρωμα κι όπως δεν είχαν ρολόγια, τις συννεφιασμένες μέρες, ξέμεναν μέχρι αργά το βράδυ. Η δουλειά κρατούσε ανάλογα με το κουράγιο τους και την αντοχή που θα έδειχναν τα ζώα. Πρόσεχαν τα ζώα περισσότερο και από τον εαυτό τους-μη πω κι απ' τα παιδιά τους. Το χάσιμο ενός ζώου ήταν οδυνηρή απώλεια για όλη την οικογένεια. Για να το αντικαταστήσουν χρεώνονταν ως το λαιμό.

Οι προχειμωνιάτικες βροχές του Οκτώβρη γέμιζαν τους δρόμους με λάσπη. Από τις στέγες των σπιτιών έτρεχαν ασταμάτητα νερά και σχημάτιζαν ποταμάκια. Η υγρασία τρύπωνε παντού απ΄ τα ανοίγματα και τις χαραμάδες. Οι προετοιμασίες για το χειμώνα συμπληρώνονταν. Τα ξύλα για τη φωτιά που είχαν κοπεί με μεγάλο κόπο με το τσεκούρι από το βουνό (ευτυχώς τότε ήταν δωρεάν και ελεύθερα) στοιβάζονταν με επιμέλεια στην ετοιμόρροπη αποθήκη με λαμαρίνες. Έκοβαν κάθε ξύλο που θα μπορούσε να καεί και να ζεστάνει. Μεσέδες (δρυς), οξιές, σκλήθρα, λεύκες κ.λπ.

Όταν έφθανε ο χειμώνας μέρες και νύχτες μπορεί να χιόνιζε ασταμάτητα. Τότε υπήρχαν οι τέσσερεις εποχές. Αν το χιόνι ήταν μαλακό δεν δημιουργούσε προβλήματα. Αν όμως φυσούσε το μάζευε και μετά το πάγωνε, η κυκλοφορία ήταν δύσκολη. Οι δουλειές ατονούσαν. Όσοι ασχολούνταν με τη γεωργία κάθονταν κλεισμένοι στα σπίτια ή στα καφενεία, περιμένοντας να ξανοίξει ο καιρός.

Αφού έσφαζαν τα γουρούνια που με κόπο και φροντίδα είχαν μεγαλώσει για τα Χριστούγεννα, η ζωή τους έβγαινε κάπως απ' τον κανονικό της ρυθμό, λόγω των εορτών. Επισκέψεις, γλέντια, φαΐ και καθισιό για τα παιδιά κυρίως για αρκετές ημέρες.

Μετά τις γιορταστικές μέρες άρχιζαν οι δυσκολίες. Τα έκτακτα έξοδα αλάφραιναν τα πορτοφόλια κι έπρεπε να σφιχτεί το ζωνάρι, για να εξισορροπηθούν τα πράγματα. Ο χειμώνας (Γενάρη - Φλεβάρη) ήταν συνήθως βαρύς με κρύα και παγωνιές.

Μετά την καλοπέραση και τα γλέντια κανένας δεν είχε όρεξη για δουλειά τις πρώτες μέρες.

Τα παιδιά ξεκινούσαν για το σχολείο, σα να πήγαιναν στην κρεμάλα. Δεκαπέντε μέρες ξένοιαστες, χωρίς διάβασμα, χωρίς γράψιμο και το φόβο του δασκάλου δημιουργούσαν άλλη διάθεση. Όλες τις γιορτές κανένας δεν άνοιγε βιβλίο ή τετράδιο. Η αντιγραφή, πέντε έξι αράδες, γραφόταν την τελευταία μέρα, ακόμα και το πρωί που ετοιμάζονταν για το σχολειό. Η τσάντα, πεταμένη κάπου απ' την παραμονή των Χριστουγέννων, ξεθάβονταν το πρωί του Αϊ Γιαννιού με το περιεχόμενό της απείραχτο και άγγιχτο.

Ξεκινούσαν για το σχολειό με χιόνια, βροχές, παγωνιά. Το ντύσιμό τους ένα σακάκι-μπουφάν και παντελόνι ούτε κοντό ούτε μακρύ λίγο κάτω απ' το γόνατο-τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα. Παλτό ελάχιστοι φορούσαν. Αν περίσσευε κανένα παλιό σακάκι από κάποιον μεγαλύτερο, τα βόλευε μια χαρά.

Έφταναν στο σχολειό "πουντιασμένα", με πόδια μουσκεμένα και μελανιασμένα χέρια.

Η αίθουσα μικρή ή μεγάλη, δεν έφτανε μια σόμπα να τη ζεστάνει.

Μ' αυτά τα "εφόδια" και βαθιά μεσάνυχτα σχετικά με τα μαθήματα, μετά τις δεκαπενθήμερες διακοπές, τα περισσότερα ετοιμάζονταν ν' αντιμετωπίσουν το δάσκαλο.

Όσα είχαν την «τύχη» να τα πιάσει η ΄΄τσιμπίδα΄΄, μετρούσαν τις βεργιές στις ξυλιασμένες τους παλάμες. Δέχονταν καρτερικά την τιμωρία, μα στα μάτια τους διάβαζες πόσο άδικο το έβρισκαν.

Που να καταλάβουν με το μικρό τους «μυαλουδάκι», πως ότι πάθαιναν ήταν για το ...καλό τους.

Σίγουρα δεν ένιωθαν πόσο σοφό ήταν ένα τέτοιο σύστημα, που τοποθετούσε τις γνώσεις στην άκρη μιας βέργας.

Το ξύλο υπήρξε για χρόνια η βάση της παιδαγωγικής και το αποτελεσματικότερο μέσο επιβολής. Η πειθώ χρειάζονταν χρόνο, διάθεση και διαφορετική νοοτροπία.

Ποιοι όμως θα ήθελαν ή θα μπορούσαν να ξεφύγουν απ' τον κανόνα, μέσα στο στείρο και απαρχαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα που υποχρεώνονταν να υπηρετήσουν;

Οι επιθεωρητές, σαν εντολοδόχοι και εκφραστές του, ήταν κέρβεροι. Άνθρωποι στενόκαρδοι και στενοκέφαλοι, δεν επέτρεπαν καινοτομίες και αλλαγές και δεν επιβράβευαν το έργο του δασκάλου, όποιο κι αν ήταν. Μπορούσε να κριθεί η δουλειά του μόνο από την απάντηση ενός μαθητή. Άλλωστε ο τρόπος και η τακτική που ακολουθούσαν οι δάσκαλοι, ήταν αποδεχτά κι από τους γονείς. Όταν, ρωτώντας καμιά φορά - πράγμα σπάνιο - πληροφορούνταν πως το παιδί τους δεν πήγαινε και τόσο καλά, παρότρυναν τον δάσκαλο να το δέρνει για να μάθει γράμματα! Πραγματικά ήταν να τα λυπάσαι εκείνα τα παιδιά. Κι όμως ήταν χαρούμενα τα παιδιά, γέμιζαν τους δρόμους και τις πλατείες-σήμερα τις μετατρέψαμε σε πάρκα, λες και όλο το χωριό δεν είναι ένα απέραντο πάρκο από μόνο του- με την παρουσία τους και τα παιγνίδια τους.

Ο χειμώνας αποτελούσε παρελθόν. Στους στεγνούς πια δρόμους δεν τα ένοιαζε και αν ακόμα τα παπούτσια ήταν τρύπια κι οι φτέρνες απ' έξω.

Την Άνοιξη ο καιρός ζέσταινε, τα χιόνια έλιωναν.

Οι άνθρωποι πετούσαν τα χειμωνιάτικα και χαίρονταν τις λιακάδες γεμάτοι αισιοδοξία.

Στα πλατάνια-υπήρχε και πλάτανος σε όλες τις πλατείες των χωριών, αλλά μας "εμπόδιζαν" απ' ό,τι φαίνεται και τα κόψαμε- και τις αυλές έβγαιναν και κάθονταν οι παππούδες. Στρίβοντας τσιγάρα αναθυμόνταν περιστατικά και ιστορίες της ζωής τους. Πόλεμοι, καταστροφές, αποκλεισμοί, πείνα, είχαν περάσει από πάνω τους και τους άφησαν πολλές πίκρες και οδυνηρές εμπειρίες.

Την απραξία του χειμώνα διαδέχονταν η κίνηση και η δραστηριότητα. Κλάδεμα, σκάψιμο, όργωμα. Η γη ξυπνούσε και ετοιμάζονταν να καρπίσει. Στα χωράφια μεγάλωναν και ωρίμαζαν τα σπαρτά.

Στο λεκανοπέδιο, στα χωράφια καλλιεργούσαν πιο πολύ καπνά, καλαμπόκι και σιτάρι, πέρα από τα κηπευτικά. Το φύτεμα και το σκάλισμα γινόταν με τσάπες, ενώ το ξεβοτάνισμα με τα χέρια.

*Σημ: Για την καλλιέργεια και όλη τη διαδικασία του καπνού έχω αναφερθεί σε παλαιότερη ανάρτηση, οπότε την παραλείπω.

Το καλοκαίρι την εποχή του θέρους όλη η οικογένεια βρίσκονταν σε συναγερμό. Η ζωή τους άλλαζε ρυθμό. Η ένταση της δουλειάς δεν άφηνε καιρό να ασχοληθούν με λεπτομέρειες. Οι δουλειές γίνονταν χονδρικά, ίσα- ίσα για να αντιμετωπίζονται οι ανάγκες που προέκυπταν. Θέριζαν μέρες ολόκληρες. Δουλειά σκληρή, ξεθεωτική, χέρια, πόδια, πλάτες, όλο το σώμα έπαιρνε μέρος σε μια χωρίς ανάσα προσπάθεια. Ο ήλιος έψηνε και τσουρούφλιζε χωρίς έλεος. Μούσκεμα στον ιδρώτα και ίσκιος πουθενά. Οι γυναίκες μαντιλοδεμένες άφηναν ακάλυπτα μόνο τα μάτια, για να μη τις κάψει ο ήλιος.

Οι καλαμιές με τα στάχυα έπεφταν κάτω απ΄ τα κοφτερά δρεπάνια και γίνονταν σωροί δίπλα σε κάθε θεριστή, που μετά τα έδεναν σε δεμάτια με στάχυα που τα μαλάκωναν με νερό και τα στοίβαζαν σε θημωνιές. Πίσω έμεναν τα κοτσάνια που αργότερα θα καίγονταν η θα παραχώνονταν στο όργωμα.

Το μεσημέρι έτρωγαν και ξεκουράζονταν. Κι είναι να απορεί κανείς, πως άντεχαν τόση δουλειά με το πρόχειρο λιτό και λιγοστό φαγητό που έτρωγαν. Οι μέρες κυλούσαν κουραστικές μέχρι να τελειώσουν όλα τα χωράφια με την αγωνία μην τους προλάβει χαλάζι, λίβας ή αρρώστια. Το αλώνισμα που ακολουθούσε είχε κι αυτό δυσκολίες και κόπο. Έπαιρναν τα δεμάτια από τις θημωνιές, τα σκόρπιζαν με τα δικράνια στο αλώνι, μετά έμπαιναν και γύριζαν γύρω- γύρω τα ζώα (άλογα η βόδια), ενώ τα παιδιά ξετρελαίνονταν ανεβασμένα πάνω τους. Έτσι ξεχώριζε το στάρι από τα στάχυα.Οι καλαμιές γίνονταν άχυρο που το μάζευαν σε μεγάλο σωρό και το λίχνιζαν σηκώνοντάς το ψηλά με το φτυάρι και το λιχνιστήρι. Όταν ξεχώριζε καθαρό το σιτάρι, έμπαινε σε σακιά και φορτώνονταν για το σπίτι. Η σοδειά τις πιο πολλές φορές δεν έφθανε να καλύψει τα έξοδα και τις ανάγκες τους και φυσικά ο κόπος τους δεν ξεπληρώνονταν με τίποτα.

Το καλαμπόκι το μάζευαν και το πήγαιναν στο σπίτι. Καλούσαν συγγενείς, γείτονες και φίλους και το ξεφλούδιζαν το βράδυ. Το ξεφλούδισμα ήταν σωστό γλέντι και περισσότερο για τους νέους. Το τραγούδι, τα γέλια, τα καλαμπούρια και τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν. Την άλλη μέρα άπλωναν το ξεφλουδισμένο καλαμπόκι στην αυλή να λιαστεί για 8 μέρες. Ύστερα μαζεύονταν πάλι όλοι και το έσπαγαν. Όταν τέλειωνε το σπάσιμο πήγαιναν όλοι παρέα στο σπίτι, όπου η νοικοκυρά είχε έτοιμο φαγητό για όλους και ακολουθούσε γλέντι.

Αφού όλα αυτά είχαν μπει σε τάξη, κι οι περισσότερες δουλειές είχαν τελειώσει, όλοι περίμεναν το πανηγύρι να πάρουν μια ανάσα. Μετακίνηση πληθυσμού λέμε, απ' το ένα χωριό στο άλλο. Τι μεγάλη χαρά για τα παιδιά αλήθεια! Το πανηγύρι μας ήταν του Αγίου Αθανασίου στις 2 Μαΐου
. Εκεί έρχονταν άνθρωποι από όλα τα γειτονικά χωριά να διασκεδάσουν, αλλά περισσότερο απ' όλα να ξεχάσουν-έστω για λίγο-τα προβλήματα και τη φτώχεια τους. Οι μερακλήδες να δείξουν τις χορευτικές τους ικανότητες και οι νεότεροι να φλερτάρουν μεταξύ τους.

Κάπως έτσι ήταν η Ζωή στο χωριό τότε....τα χρόνια εκείνα.

Τα χρόνια κύλισαν γρήγορα. Οι δυσκολίες ξεπεράστηκαν. Ήρθαν καλύτερες μέρες για όλους. Όμως η νοσταλγία και οι παιδικές αναμνήσεις σε μας τους μεγαλύτερους, στριφογυρίζουν στο μυαλό μας αργά, γλυκά και βασανιστικά. Τι θαρρείτε πως παίρνει κανείς μαζί του φεύγοντας απ' αυτό τον κόσμο; Μόνο τις καλές του αναμνήσεις. Αυτές είναι και ο Παράδεισός του.

* Ελπίζω να μη σας κούρασα, και κυρίως κάποιοι-ες να μη μελαγχολήσατε αναπολώντας τα παιδικά σας χρόνια.

Αστυφιλία και εξωτερική μετανάστευση

Αστυφιλία και εξωτερική μετανάστευση.
(Η νέα προσφυγιά)

Αναχώρηση μεταναστών προς τη Γερμανία 
από το σταθμό Θεσσαλονίκης (1960)

Και πάλι πρόσφυγες, οι κάτοικοι του Παραποτάμου.
Η επιβίωση των κατοίκων σε όλα τα χωριά του λεκανοπεδίου της Ροδοπόλεως στις μεταπολεμικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Πολύ σύντομα ξεκίνησε η νέα προσφυγιά, μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενη που δυστυχώς συνεχίζεται μέχρι σήμερα. "Εθελοντική" αυτή τη φορά, με τη μορφή της αστυφιλίας και της εξωτερικής μετανάστευσης.
Η φτώχεια και οι βασικές ελλείψεις σε σχολεία, ιατρική περίθαλψη κ.λπ. ανάγκασαν τον κόσμο να εγκαταλείψει τον τόπο του και να αναζητήσει καλύτερες συνθήκες.
Τον πρώτο χρόνο της επιστροφής των κατοίκων στα χωριά του, το χειμώνα του 1949-1950, 
 λειτούργησε ξανά το δημοτικό σχολείο στο χωριό μας, μετακόμισαν σε ενοικιαζόμενα δωμάτια όσοι από τους μαθητές του λεκανοπεδίου ήθελαν να συνεχίσουν τη μόρφωσή τους στο Γυμνάσιο και να συνεχίσουν σε ανώτερες τάξεις του Γυμνασίου (Δ', Ε', ΣΤ', Γυμνασίου) σήμερα Λύκειο έπρεπε να μετακινηθούν είτε στο Σιδηρόκαστρο είτε Σέρρες είτε στη Θεσσαλονίκη.
Η μόρφωση των παιδιών ήταν από τις βασικές αιτίες που ανάγκασε αρκετές οικογένειες από το λεκανοπέδιο να μετακινηθούν προς το Σιδηρόκαστρο, Σέρρες και κυρίως προς τη Θεσσαλονίκη, όπου αναζήτησαν εργασία και μόνιμη αποκατάσταση. Ήταν η εποχή που ξεκίνησε η ανοικοδόμηση με το σύστημα της αντιπαροχής στις πόλεις και άρχισαν να αδειάζουν τα χωριά και να μεγαλώνουν οι πόλεις. Την ίδια περίοδο, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, αρκετοί προτίμησαν να μεταναστεύσουν σε χώρες της Ευρώπης.
Το 1960 με την υπογραφή του Γερμανο-Ελληνικού Συμφώνου Προσέλκυσης Εργατών ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων απέκτησε την πολυπόθητη «πράσινα κάρτα», με την οποία ξεκινούσε το ταξίδι προς τη Γερμανία, είτε από Πειραιά με το θρυλικό φέρι μποτ «Κολοκοτρώνης» είτε, αργότερα, με την έκτακτη αμαξοστοιχία από Θεσσαλονίκη. 
Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τον αριθμό των μεταναστών την περίοδο αυτή. Από μια μελέτη όμως για την Μετανάστευση από την Μακεδονία την περίοδο 1961-1977 μαθαίνουμε τα εξής: Κύριος προορισμός των μεταναστών την περίοδο 1955 μέχρι το 1960 ήταν το Βέλγιο και από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν κυρίως η Γερμανία, η Αυστραλία και σε μικρότερο βαθμό η Σουηδία και η Ιταλία. 

Έλληνες μετανάστες στην Αυστραλία.

Κατά την απογραφή του 1961 ο συνολικός πληθυσμός του νομού Σερρών ήταν 248.041 κάτοικοι.  Δηλαδή, σχεδόν ένας στους τέσσερις κατοίκους του νομού έγινε μετανάστης. Σίγουρα δεν θα πέσουμε έξω αν δεχθούμε ότι και από το λεκανοπέδιο μετανάστευσαν την ίδια περίοδο αντίστοιχα, ένας στους τέσσερις κατοίκους. Δηλαδή, σχεδόν 3.000 κάτοικοι εγκατέλειψαν το λεκανοπέδιο και μετανάστευσαν κυρίως στη Γερμανία, Αυστραλία και λιγότερο στο Βέλγιο, τη Σουηδία και αλλού.
Λιγόστεψε επικίνδυνα ο πληθυσμός στα χωριά μας την περίοδο αυτή. Και αν συνυπολογίσουμε εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση θα πρέπει να δεχθούμε ότι περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του λεκανοπεδίου εγκατέλειψαν τον τόπο και έγιναν πρόσφυγες. Από την άλλη, η παλιννόστηση που παρατηρήθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ήταν πολύ μικρή. Μόλις ένας στους πέντε μετανάστες από το εξωτερικό επέτρεψε στη χώρα. Και οι περισσότεροι βέβαια από τους παλιννοστούντες δεν επέστρεψαν στο χωριό τους αλλά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα μεγάλα αστικά κέντρα, Σέρρες, Θεσσαλονίκη, Αθήνα και αλλού.