Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

ΜΝΗΜΕΣ

ΜΝΗΜΕΣ

Φωτογραφία του Σπύρος Αμάραντος.

…Όλα με θυμίζουν… 

Μετά από καιρό, πήγα και στο σπίτι μας το πατρικό, το ακατοίκητο, με τα συνταγμένα δωμάτια δεξιά και αριστερά και άρχισα να ανοίγω τις πόρτες, με τα κλειδιά που ήταν πάνω στις κάσες και περασμένα στο άσπρο πλακέ το λάστιχο! Το τρυπητό κλειδί της κρεβατοκάμαρας, με τη σαραβαλιασμένη πόρτα, κάθε φορά που το `πιανα, δεν ξέρω γιατί, το γύριζαανάποδα και το σφυρούσα δυνατά. Τώρα που παρασκούριασε , δεν το ρισκάρισα καθόλου. Άλαλοι τοίχοι και άχαρα ντουβάρια κι ανάμεσα κι εγώ ανήμπορος να δώσω κάποια ελπίδα, στην κλεισούρα και στη σιωπή, του χωριού! Το σεντούκι, στέναζε, από τα παραφορτωμένα «τισέκια και γεργάνια» και μέσα, που μύριζε ακόμα την ναφθαλίνη, ριγωτές πιζάμες, χειροποίητα σεμεδάκια, ιατρικές ακτίνες και μια χαρτονένια κάσα, με καρτ-ποστάλ και παλιές φωτογραφίες κι ένα γράμμα του παππού με την καλλιγραφία του! -Πρώτον έρχομαι να μάθω τα καλά της υγεία σας, δεύτερον, όσον δι’ εμέ, αν ερωτάτε, είμαι πολύ καλά, το αυτό επιθυμώ πάντοτε και δι υμάς…Το καθιστικό δωμάτιο, με τα πλεκτά κουρτινάκια στα παράθυρα, παράξενο που ήταν λαμπίκος και μοναχά κοντά στην εμαγιέ ξυλόσομπα της Κοζάνης, εκεί που παραμόνευε το φαΐ της η χαϊδεμένη γάτα, υπήρχε λίγη σκορπισμένη στάχτη, που έδειχνε συνειρμό σπιτικής ζεστασιάς. Ποια ζεστασιά; Εδώ βαθμοί, Νευροκοπίου, λέμε! Δυο ξύλα λεπτά μονάχα στη φωτιά και… ξυλιάζαμε κι από πάνω το «πλακίν», που το παίρναμε αγκαλιά τυλιγμένο στην πετσέτα, να ζεστάνει και τα ποδαράκια μας, στην σκοτεινή κρεβατοκάμαρα! Στον λουλακί τοίχο, με τις πολλές τρύπες από τα ξηλωμένα καρφιά, ο καθρέφτης με τα χρωματιστά παγώνια έγραφε Καλημέρα και στην κοχυλένια κορνίζα της θρυλικής Δόξας Δράμας, που κορνιζάρισα κάποτε στην εκδρομή στα Μετέωρα, οι ποδοσφαιριστές της...Ξεφτίσανε πλέον! Πάνω στο «ταρέζι» του άλλου τοίχου, το κουρδιστό ρολόι σταμάτησε ώρα οχτώ κι από πίσω, όρθια στηριγμένα δυο φθαρμένα ροκ δισκάκια, το silver train με τους Rolling Stones και το el Berebito με τους Los Alcarson. Ξένοι ρυθμοί που δεν ταίριαζαν με τους πόθους μας, γιατί ποτέ δεν καταλαβαίναμε την γλώσσα τους, αλλά μόδα ντεεε! Στον νεροχύτη, κάτω από το παρδαλό «πεσκίρι», ήταν αραδιασμένα ο «τζεβζές», το «υλιστέρ’» για τα μακαρόνια, το «χαρατσοτήγανο που τσιρτσίριζε τις τηγανιές πατάτες, το «γαβλαεμένον τας» που βουτούσαμε τα «κερέτσια» των ψωμιών στο γάλα του σχολείου και «γιαν γιανά», προς τον γκριζοπογιατισμένο τοίχο, το «τσάνικον», που με επίταζε μ’ αυτό η μάνα Μαραντάβα, λέγοντας μου: «Γουρπάν’τς να ΄ίνου’μαι, δέβα με τ’ αβούτο το τσάνικον και φέρεν έναν τενίμ’ νερόν, να ποτίζουμ’ το κυδών’».
Στα μεγάλα συρτάρια της χειροποίητης κρυσταλλιέρας, τα μικρά ασήμαντα πράγματα, πάντοτε με συγκινούσαν.
Μέσα στο μεταλλικό κουτί με τους ζωγραφισμένους παπαγάλους, η κιτρινισμένη χαρτοσακούλα έγραφε, Φρέσκος μυρωδάτος καφές, Μόκα - Μαραγκοζίδη, Κάτω – Νευροκόπι! Και μέσα, αντί για καφέ, είχε όμορφα πολύχρωμα κωνικά κουμπιά, που παίζαμε μ’ αυτά, το «ντουβαράκι» πάνω στους πέτρινους γυαλιστερούς τοίχους. Στις χαραμαδιές του συρταριού, ήταν σφηνωμένες δεκάρες και πενηντάλεφτα, κέρματα της «Πάρτα Όλα» και ένα ασημένιο, παστωμένο στα πλαϊνά, κέρμα του Ποσειδώνα, που τόχαμε για «Μάνα», στο κουδουνητό και στο μισοφέγγαρο που παίζαμε μπροστά από το ραφτάδικο του Θεοφύλακτου και το κουρείο του Θεόφιλου, που ασκούσε τέχνη μαεστρίας, στις βούρτσες του, στα ψαλίδια του και στις ψιλές, χοντρές τις χτένες του!Ανάκατα εδώ και κει, φουρκέτες, το τσακμάκι με το φυτίλι, μια ...αναποδογυρισμένη απολιθωμένη «ταχτάπιτη», το μικρό μπουκαλάκι που φτιάχναμε σαπουνόφουσκες με Τάϊτ, μια ανοξείδωτη κουρσουμένια αλυσίδα που καθάριζαν τα όπλα τους οι οπλίτες των ΤΕΑ, η βελούδινη «χτουπουλισμένη» πορφυρένια μαργαρίτα με καρφίτσες και τις παραμάνες που θύμιζαν χορό «γιάγκα» γαντζωμένες στην σειρά πάνω στο τριγωνικό κίτρινο υφασμάτινο φυλαχτό, μια μεζούρα τυλιγμένη γύρω από την «δαχτυλήθρα», που ήτανε ενθύμια των μαθημάτων της οικοκυρικής σχολής με το «αργαστέρ’» της προίκας της μάνας μου και με το πατρόν λευκό χαρτόνι. Στον αργαλειό, που τρίζανε όλες του οι ξυλοδεσιές, καθώς η υφάντρα περνούσε τη σαΐτα με το υφάδι και μετά έσκυβε να πιάσει το χτένι και το έσερνε και το χτυπούσε δυνατά… Μέσα στα χειμωνιάτικα νυχτέρια που τα φώτιζαν αγιοκέρια, οι χρυσοχέρες του χωριού μας, έπλεκαν τα προικιά τους. Στα λανάρια καθότανε η Αννούλα, στα στημόνια η Μαιρούλα και ύφαιναν με την σαΐτα, την λαβωμένη την καρδούλα. -Να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου, γιατ' ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρει! Στο σκοτεινό κελάρι, ο σουβάς έπεσε και στις γωνιές του ταβανιού προεξείχαν οι μύτες από τις καρφωμένες παράλληλες βέργες. Μέσα στο γυφτοπλεγμένο ψάθινο πανέρι, υπήρχαν δυο ποντικοφαγωμένα περιοδικά, του μικρού ήρωα και του μικρού σερίφη, που τα σιγανοδιαβάζαμε πάνω από δέκα και με κάποιο φόβο, βάζοντάς τα ανάμεσα στα σχολικά, γιατί οι γονείς μας τα θεωρούσανε γκαγκστερικά βιβλία. Οι μανάδες μας έριχναν, στα πανέρια αυτά τα άπλυτα ρούχα για να πάνε να τα πλύνουνε, στις γούβινες πέτρες στο ρέμα της θείας Οσίας. Κάθε πρωί τα αηδόνια, έδιναν εκεί, ένα γλυκό ρεσιτάλ και τον χειμώνα, άστραφταν οι αχτίνες του ήλιου πάνω στα παγωμένα κρυστάλλινα «παγούρια» των δέντρων, θυμίζοντας τα «καθρεφτάκια τσέπης» των παιδιών που τα στέλνανε καταπάνω σου, για να σε θαμπώσουν. Πάνω στον ξύλινο «σοφρά» με τα χαμηλοσκαμνόπα, στεκότανε όρθια η «χλαγού» που έπλαθαν μ’ αυτήν οι μανάδες μας τα κουλουράκια και τις πίτες και κάπου κάπου και τις...πλάτες μας. Τα ανήλιαγα αυτά κελάρια, στέναζαν κάποτε από τους χοιρινούς γαβουρμάδες, τα «τσίρια» για «χοσάφια», τις τάβλες με τα «τσορτάνια», τις μπομπότες, τα κιούπια με τα «λαχανόστυπα», τα σακούλια με τα «πατίτσια», τα βάζα με τα πετμέζια και την θρεψίνη, τις αρμαθιές των καλαμποκιών που τα τρίβανε για να μας τα δώσουνε, όταν ψέλναμε δυνατά τα Κάλαντα, χτυπώντας με το παγωμένο χέρι την «κατσκαρένια» πέτρα επάνω στο υνί του αλετριού, που κρεμότανε με σύρμα από τον λαιμό μας. Στο μαλεζωμένο μπαλκόνι του σπιτιού με το κοκκινόχωμα του λόχου, ο σκεβρωμένος και ταλαιπωρημένος καφετί καναπές, θύμιζε βραδιές που καθόμασταν και βλέπαμε τ’ ολόλαμπρο φεγγάρι πως μεγάλωνε πίσω από το «δρανίν τη μπάρμπα «Γιάννε», που έβγαζε τεμπέλικα τον καπνό του προς τον ουρανό. «Δύο φοράς τον χρόνον, πιάν’μεν η οκνία…Αλλά τ’ αφώτιστον απ’ έξ μήνας κρατεί μεν», έλεγε ο θυμόσοφος του χωριού μας. Στο μπαλκόνι γινότανε και το «τίζεμαν τη καπνού» και το «τσατσάλισμαν τη λαζουδί’», με πολλά κεράσματα, κοτσομπολιά, τραγούδια και κρυφές, ερωτοματιές. Ακούγαμε και τους λύκους, να ουρλιάζουν από μακριά και έψαχναν οι κάτοικοι για να βρούν’ τις χαμένες αγελάδες που δε γύρισαν απ’ το «βοσκίον», να ακούσουνε κάπου, σε κάποιο μέρος, τα κουδούνια τους! Κάτω στις σκοτεινιασμένες αποθήκες που μύριζαν μούχλα και διέγερση, τα γκαλαπαλίκια κουλουβάχατα εδώ και κει. Μικρός όταν τα έβλεπα την νύχτα, φοβόμουνα, γιατί νόμιζα πως έπαιρναν την μορφή στοιχειών και τεράτων. Ο Ζορζοβούλτς, ο Χοτλάχς, η Τσαζού, το Τιλισίμ’, ο Μπαμπούλας…Αργά κατάλαβα, πως δεν υπάρχει στον κόσμο μαγεία, παρά μονάχα... η βλακεία... « Τα κιρέτσεα εκρεμίαν, το γερίν ακράνοιχτον». Οι σάπιες «τσατάλες» που κρατούσανε τις μπουγάδες και τα βαγόνια των καπνών, ήταν ακουμπισμένες στον τοίχο με τα πλίνθινα «κερπίτσια», που τα φτιάχνανε με τελάρο μαεστρίας, ψηλά στο βουνό, κοντά στις άγριοκερασιές. Ανάμεσα στα σάπια κανάβινα σακιά και μια ποδοσφαιρική φανέλα. Η μωρουδίστικη λυγάτη κούνια, που φτιάχτηκε στο σιδεράδικο του θείου Τίμου, με το «αμόνι» και το «μαχάνι» του. Στο σιδεράδικο αυτό, ένιωθες τότες, την πραγματική αξία του αντικειμένου, γιατί ταίριαζε απόλυτα με τις ανάγκες του χωριού. Στο κεντρικό «στουλάρι, σο μεσοδόκ’» της αποθήκης, κρεμότανε ένα σκασμένο λάστιχο ποδηλάτου και ανάποδα τη «λουσιματί’ το σκαφίδ’», που μόλις το «σάχπωσα» με το δεξί μου χέρι, ξεπετάχτηκε μέσα από τα «ταλασόφυλλα» και τις «κουτούνες λαζουδίων», ένα τρομαγμένο ποντίκι και όπου φύγει φύγει…«Τα παιδία και αν κλαίν’νε, ας πάν’ κλαίν’νε, το νερόν μίαν, γαλέχουλεν έν’», έλεγαν οι γιαγιάδες, όταν έτριβαν δυνατά τα λερωμένα πετσιά μας σ’ αυτήν τη σκάφη. Η μαυρισμένη «καταμάγια τη φουρνί’» με τα κουλουριασμένα «τέλια», ακουμπούσε κι αυτή πάνω στις κοφτερές στραπατσαρισμένες λαμαρίνες που ξηλώθηκαν από το αράνι της αυλής και κάθε φορά που έβρεχε, την έβρισκα από κάτω, γιατί οι σταγόνες της βροχής, τις σιγομουρμούριζαν ρομαντικά και κρέμαγα θυμάμαι από κάτω το μικρό ραδιοφωνάκι, να πιάνει πιο καλά την Άμφισσα και τον Ευγένιο Σπαθάρη!

Λαός που την παράδοση ξεχνά και δεν θυμάται, στον λήθαργο του μαρασμού, παντοτινά κοιμάται… Sp Ama


ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ

ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΣΑΜΟΥΡΟΧΤΙΣΜΕΝΑ

ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ 

Φωτογραφία του Σπύρος Αμάραντος.


Στο πίσω μέρος του καφενείου, συναντιόντουσαν τα κορίτσια με τ’ ασημένια γέλια και τα χτενίσματα παλιάς μόδας και παίζανε με τις ώρες, τα «Σκλαβάκια», το, 
«Γκέο βαγκέο», το, «Μαντηλάκι», το, «Δεν περνάς κυρά Μαρία». 
Η Ζωή, η Ιφιγένεια, η Αραβέλλα, η Φαρφουρή, η Βιργινία, η Λουίζα, η Ναυσικά, η Ζωγράφα, η Μαγδάλα, η Λιζέτα, η Βενέτα, η Αντιγόνη, η Βάλια, η Ανυσσία, η Θεανώ...Σπάνια ονόματα, όμορφα, ποιητικά κι αρχαία, ίσως και κάτι να σημαίνουν για το χωριό μας! Σήμερα κοιτάζεις γύρω σου, απογοητευμένος, κανένα παιχνίδι, κανένα όνειρο, καμιά ελπίδα, άκρα του τάφου σιωπή…

Τα ευλογίας τη χωρί’ ΄κ’ ενέσπαλα μ’ καμίαν
Άσπρα σπιτόπα με αυλήν, ξωκλήσεα σα ραχία

Με τα πουλόπα στείλ’ν ευχήν, με τ’ άνεμον υίας
Με τη εγάπ’ς τη δύναμην, εντούν’ναν τα καρδίας

Κρύα νερά τρεχούμενα, απέσ’ σην ευωδίαν
Ζεστόν ψωμίν πινακωτής, φαΐα σα φουρνία

Κ’ έναν κορτ’ζόπον γνωστικόν και πολλά νουνιγμένον
Χιλέμορφον, παντέμορφον, τη Ήλ’ το ευδιασμένον

Το ξίαστρον τη ουρανί’, βρεχήν έτον κι αέρας
Ηλ’ φώταγμαν Ανατολής κι όλεν το φως τη μέρας

Μεσανυχτί’ σο παρακάθ’, οι γέρ’ αναστορούν’νε
Αγαπημένα ζουν’ γερούν’, τον Πλάστην όλ’ υμνούν’νε

(Αφιέρωμα στη Πόπη και στον Τάσο) Sp Ama

ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ
ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΣΑΜΟΥΡΟΧΤΙΣΜΕΝΑ

Τα φύλλα αλλάζουν, φθινοπώριασε…

Τα φύλλα αλλάζουν, φθινοπώριασε…

Φωτογραφία του Σπύρος Αμάραντος.


Γνωσία : Όλε τα καλά τα περεκέτε, εκάτσαν’ατα κά! Κι ατσάπα καμίαν θα κείμες ίσα, Γούλη;

Γούλης : Σα παλαιά τα χρόνεα Γνωσία, και ντ’ έμορφα ο πρόεδρον τη χωρί’, τ’ απιταχτέρ’ ολονών έτον, σο παρούσεμαν πιλέμ εβοήθανεν και ας ση σέβασην, ούλ’ εσ’κούσαν αν’, κι ατώρα, όντες περάν’ από σουμά… Σεράντα νομάτ’ βλαστημούν’ατον.

Γνωσία
: Ναι άμα, για εκείν’ς τοι συνδικαλιστές, καμίαν τιδέν ΄κί λές; Εκούρτεσαν καλαμπουκί’ στελίν’ κ’ εστάθεν σην γούλαν’ ατουν…

Γούλης
: Οι ψοφεμέν’ νύχια κ’ είχαν να τσαφίουσαν, κι ατώρα αλείμματα τρέχ’νε ας σα γούλας ατουν, ας σα έτοιμα ντο τρώγ’νε…

Γνωσία
: Τ’ άλλα τ’ αρνία σπάουνταν και τ’ άλλα μαρουκούνταν!

Γούλης : Μανάχον οι άχαροι, οι ποπάδες, έκ’σες, Γνωσία, εύραν την πελιάν ατουν! Εκορδυλέεν η γλώσσα τουν, πυκνοκουρτούν, γιαμ και πως, θ’ αλλάζ’νε φύλλον!

Γνωσία
: Μώ-γα-τεν, αχά κι ατό! Εφθινοπωρίασαν; Άμα, εσύ πα, Γούλη, γουρπάν να ίνουμαι, τέρεν και σουλουπεύτ’ ολίον κι όσταν εβγών’τς σο μεϊτάν, ας λέει ο κόσμον: -Αχά κ’ είνας άνθρωπος! Με τ’ ατά τ’ αλατζαλία τα λώματα σ’, έναν ράμαν να ξυλών’τς, σερράντα εμπάλε κρεμίουνταν.

Γούλης : Οσήμερον, άμον πολλά ευκαίρωσες, Γνωσία... 

Γνωσία
: Κιααα, ντα φτάμ’, όσον το τινάεις τ’ αλευρωμένον το τσουβάλ’, ατόσον πολλά εβγάλ’…

Γούλης : Και ζατίμ, εγώ πα, ντ’ εθέλ’να και με τ’ εσέν, εγονούσευα! Ας πάω σα καφενεία, τ’ εμά τα μεγαλεία…Εβόρας, ποτία και ρακία.

Γνωσία
: Ένα γαϊφέν κανέναν κεράεις; Τα τσόπες ις, ας τ’ έβγωσαν ατά τ’ αφωρισμένα τα μνεμόνια, με τα τέλε έχ’ς ατα δεμένα…

Γούλης : Ατά τα μνεμόνια, Γνωσία, ους να τσουρούται ο ήλον, σα τσόπεας εμουν και απάν σα κιφάλ’εμουν πα θα στέκ’νε! Πολλά πα θα ΄νεγκάζ’ νε τ’ αχούλ’ τ’ εφτωχού…

Γνωσία
: Έι κιτι, νιάτα μου! Πουλόπα εκόνεβαν ζυγόνε κι ατώρα…Τσάχ’ τσούχ’, άμον πιπίλε, φτωχά δεάν’νε τα χρόνε!

Γούλης : Για τ’ ατό λέγω σεν, Γνωσία, τα καλά τα περεκέτε, θέλ’νε νόστιμα σερπέτε! Έλα κάθκα σα γόνατα μ’ κι ας παίζω σε…Μελίτσαν και γαλίτσαν..

Γνωσία
: Τούλοσων! Α φυσώ και κοσσαρεάζω τ’ απάν’-ι-σ’! Τα κατσίας πα, ήμαρτα, τίκια κι άμον σεούτε, ελέπ’ατα κ’ η τρίχα μ’ σκούται…

Γούλης: Εσύ πα, με το ζεφειρωμένον το καμίσ’, πάντα τα τρανά τα καφάσε τερεί σ’;

Γνωσία
: Κόψον, κόψον ομούτ’. Τη στοματί’ μ’ το τάτ’…Εσύ καμίαν ΄κί θα παίρ’ τς...

Γούλης: Δός α, δός α, τον ζεγκίν τον Σαντέτεν. Το μυτίν ατ’ κουδούκ’ σελέκ’ κι άμον τη πιρίφτεν στέκ’, χο,χο,χο!

Γνωσία
: Δε’α, δε’α, πί’α τη ρακής! Πίντς και πολλά μη κελαηδεί σ’…

Γούλης
: κι ας πάω, Γνωσία! Μίαν ζατίμ εγάπεσα Σαντέτσαν και σεράντα νομάτ’ ασ’ ατείντς, ερούξαν με τα κατσκάρε αποπίσ’-ιμ’.😀
Sp Ama


ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ

ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΣΑΜΟΥΡΟΧΤΙΣΜΕΝΑ

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

19 ΜΑΙΟΥ ΜΝΗΜΕΣ

19 ΜΑΙΟΥ ΜΝΗΜΕΣ Σα στράτας τη ξεριζωμού, εχάθεν τ’ αγγελούδι μ’!


Φωτογραφία του Σπύρος Αμάραντος.


Σα στράτας τη ξεριζωμού, εχάθεν τ’ αγγελούδι μ’!
Μνήμη 19ης Μαΐου, sp Ama

Βαθέα ρίζας και τρανά σον Πόντον ξεριζώθαν
Χαλάσματα, καψίματα, ταφόπα βεβηλώθαν

Το θρέμαν `κείται σο αλών, θρήνος ορφανεμένος
Ποτάμ’ θολόν’ το όρωμαν, ο Πόντον ματωμένος

Τα αίματα ντο έτρεξαν, απέσ’ σ’ άγρα τ’ ορμάνεα
Κυλίγαν και επότσανε, την θάλασσαν την Μαύρεν

Ρίζα μ’ Κωστή, ας αποθάνα εγώ κι ας εζήν’νες εσύ, πουλί’ μ’!

Σα στράτας έχασα τ’ αρνί' μ’, μικρόν το αγγελούδι μ’
Το χώμαν εκαπάτεψεν, τη ψη ς ιμ’ το λουλούδιν

Τ’ αδύναμον, το άσιτον, Αγαρηνόν εντώκεν
Ν’αϊλλοί’ και αβοήθετον, την ψη ν επαρεδώκεν

Που πας πουλί μ, που πας αρνί μ’, γιατ’ εσέν ΄κ’ έν’ ο Άδης
Κι ο ήλο μ’ άλλο ΄κί φωτάζ’, π’ έλαμπεν ας σο χάδι σ’

Το μαξιλάρι σ’ γαίματα, το άνασμα σ’ ολίον
Το γεργανόπο σ’ θάνατος, τισέκ’ θα έχ’ς τον κρύον

Απάν’ ση κάρδεα μ’ κόνεψες κι ψη σ’ αλλού επήεν
Αδάμαστον, ο χάροντας, εσέν έρθεν κ’ επήρεν

Τη Φέγγονος τ’ ασημοφώς, αδά έν’ παγωμένον
Και μέρ’ κεσ’ έν’, Ανατολή κ’ Ήλο σ’ ο φωταγμένον;

Και μερ΄κεσ’ έν’, Ανατολή, ωι! Ήλε μ’ και ημέρα μ’
Γαρσί’ σον τάφον για να λάμπ’ς, ωι! Ήλε μ’ και ημέρα μ’

Όλεν τη μέραν να φωτάζ’, το πρόσωπος το άσπρον
Ν’ αϊλλοί’ πως θ’ αναπάεται, τη ουρανί’ το Άστρον

Ψαλτάδες ’κ’ έχ’ η στράτα μουν, ποπάν για λειτρουίας
Κι ούτε θυμίαμαν κ’ ελάδ’, πουλί’ μ’ τη ερημίας

Ανεκρολόγετον πουλί’ μ’, ασπροθυμηριγμένον
Ση μοίρας ις το υφαντόν, αέτσ’ έσ’νε γραμμένον

Σταυρόν ας σ’ αγροκλώναρα, εποίκα σο ταφόπο σ’
Μερ’ έν’ τ’ οσπίτ’ ντ’ εφέκα μεν, μερ’ έν το κρεβατόπο σ’;

Ο σπαραγμόν τη μάνα σ’ σκίζ’, σύμπαντα, επουράνα
Άξον, Θεέ μ’, από ψηλά, τη αδικίας κλάμαν

Η στράτας ις, Θεέ μ’, μακρύν, ση μέσην ντ’ ετελέθεν;
Οπίσ΄ εφέκα μ’ τη ζωήν, ατό πα κ’ εκανέθεν;

Ο πόνον εν πολλά βαρύς, κάθαν ημέραν κλαίω
Ση μοίρας ιμ’ το χτύπεμαν, μοιρολογίας λέω

Η καμονή ΄κί σύρκεται, Κερασινού ημέρας
Δύο καρδόπα ορφανά, τρία τα μαχαιρέας

Εσέν ο χάρον ΄παιρεσεν, με πόνεα ση λαλίας
Κ’ εμείς πάμεν σα άγνωστα, με τα μοιρολογίας

Σο παρακάθ' η λύρα παίζ’, πένθιμα τραγωδίας
Κι απάν’ σην λύραν έσταξαν, δεακρόπα πονεσίας

Τραγώδ’ αητέ μ’ και σταυραητέ μ’, πένθιμον τραγωδίαν
Σον Άδ’ ντ’ επήγαν άδικα, τη πατρίδας τα ψη α

Τραγώδ’ τον φοβερόν θυμόν, ντο έχω σην καρδίαν
Το γαίμαν ντ’ έσταξεν σ’ ηήν, χόρτασεν τα θερία

Θεέ μ’, σο το μέρωμαν απάν’, κ’ εγώ είμαι ματωμένος
Τα πόνεα ντώκα’ν άγρεα, τον Ποντοπλανεμένος

Έναν ανάσαν το ραχίν, ντως πορφυρόν καρτάλι
Για ν’ αναπάεται η ψη μ’, σο κρινομαξιλάρι

Σο τάφο μ’ μη τσανίζετε , δεακρόπα πονεμένα
Φέρτεν πατρίδας μάραντα και σκεπάστεν κ’ εμέναν

Ώι, Μνήμη, μάνα των μουσών, ωδές του Πόντου πέτεν
Εδέβασαν’νε το κοκκίν και το σινίν κεντέθεν

Σπύρος Αμάραντος


Εις μνήμην 19 Μαΐου, έγραψα το παρακάτω θλιμμένο ποίημα, καταστάλαγμα, πολλών πικρών διηγήσεων, Δραμινών Ποντοπλανεμένων!

Φωτογραφία του Σπύρος Αμάραντος.

Σα στράτας τη ξεριζωμού, εχάθεν τ’ αγγελούδι μ’! 

…Άσκεμα σημάδεα, ετράνυ’ναν τον φόβον εμουν…

Τα ποδάρεα μουν εκόπαν…
Κλάψιμον, δάκρεα, κλάψιμον…
Αιματωμέν’, γεραλήδες, λώματα τσεριμένα…
Βάσταξον κάρδεα μ’ βάσταξον! Κανείς ΄κί απολογάται!
Τ’ εγκλεσίας εύκαιρα, τα καμπάνας ΄κί αντιλαλούνε…
Ποίος θα σκών’ τα ψη α μουν σον ουρανόν;
Σκληρόν κι αβάσταχτον τη μοίρας το χτύπεμαν.
Υπομονήν πουλόπα μ’, υπομονήν…
Η μεσά εσκουντούλιζεν ασ’ αγρολούλουδα, Κερασινόν ο μήνας! Ανάμεσα σα πράσινα φύλλα, κόκκινα τα κεράσια…
΄Κ’ επρόλαβαμ’ να γεύκουμες την εμνοστίαν ατουν κ’ έρθεν η πίκρα! O ουρανόν ελίβωσεν, σ’ ηήν ποτάμ’ το αίμαν…
Χάθεν ο τόπον ντ’ εγεννέθα, ντ’ ετράνυνα κ’ εχάρα…
Ερούξεν η φωλέα μ’…
Υπομονήν πουλόπα μ’, υπομονήν…
Και ποίος να πονεί σε;
Ρίζα μ’ Κωστή, ας αποθά’να εγώ κι ας εζήνες εσύ, πουλί’ μ’

Σα στράτας έχασα τ’ αρνί μ’, μικρόν το αγγελούδι μ’
Το χώμαν εκαπάτεψεν, τη ψη ς ιμ’ το λουλούδιν

Τ’ αδύναμον, το άσιτον, Αγαρηνόν εντώκεν
Ν’αϊλλοί’ και αβοήθετον, την ψη ν επαρεδώκεν

Που πας πουλί μ, που πας αρνί μ’, γιατ’ εσέν ΄κ’ έν’ ο Άδης
Κι ο ήλο μ’ άλλο ΄κί φωτάζ’, π’ έλαμπεν ας σο χάδι σ’

Ψαλτάδες ’κ’ έχ’ η στράτα μουν, ποπάν για λειτρουίας
Κι ούτε θυμίαμαν κ’ ελάδ’, πουλί μ’ τη ερημίας

Ανεκρολόγετον πουλί’ μ’, ασπροθυμηριγμένον
Ση μοίρας ις το υφαντόν, αέτσ’ έσ’νε γραμμένον

Σταυρόν ας σ’ αγροκλώναρα, εποίκα σο ταφόπο σ’
Μερ’ έν’ τ’ οσπίτ’ ντ’ εφέκα μεν, μερ’ έν το κρεβατόπο σ’;

Ο σπαραγμόν τη μάνα σ’ σκίζ’, σύμπαντα, επουράνα
Άξον, Θεέ μ’, από ψηλά, τη αδικίας κλάμαν

Ο αδάμαστον, ο χάροντας, εσέν έρθεν κ’ επήρεν
Κι απάν’ ση κάρδεα μ’ κόνεψες κι ψη σ’ αλλού επήεν

Το μαξιλάρι σ’ γαίματα, το άνασμα σ’ ολίον
Το γεργανόπο σ’ θάνατος, τισέκ’ θα έχ’ς τον κρύον

Τη Φέγγονος τ’ ασημοφώς, αδά έν’ παγωμένον
Και μέρ’ κεσ’ έν’, Ανατολή, κ’ Ήλο σ’ ο φωταγμένον;

Και μερ΄κεσ’ έν’, Ανατολή, ωι! Ήλε μ’ και ημέρα μ’
Γαρσί’ σον τάφον για να λάμπ’ς, ωι! Ήλε μ’ και ημέρα μ’

Όλεν τη μέραν να φωτάζ’, το πρόσωπος το άσπρον
Ν’ αϊλλοί’ πως θ’ αναπάεται, τη ουρανί’ το Άστρον

Εσέν ο χάρον ΄παιρ’εσεν, με πόνεα ση λαλίας
Κ’ εμείς πάμεν σα άγνωστα, με τα μοιρολογίας

Η στράτας ις, Θεέ μ’, μακρύν, ση μέσην ετελέθεν
Οπίσ΄ εφέκα μ’ τη ζωήν, ατό πα κ’ εκανέθεν;

Ο πόνον εν πολλά βαρύς, κάθαν ημέραν κλαίω
Ση μοίρας ιμ’ το χτύπεμαν, μοιρολογίας λέω

Η καμονή ΄κί σύρκεται, Κερασινού ημέρας
Δύο καρδόπα ορφανά, τρία τα μαχαιρέας

Σο «Ταφικόν» η λύρα παίζ’, πένθιμα τραγωδίας
Κι απάν’ σην λύραν έσταξαν, δεκρόπα πονεσίας

Πώς να επορώ κι αναστορώ, ατό την χαλαρδίαν
Πεντάρφανα, μαυράχαρα, παιδόπα σα γουβία

Τραγώδ’ αητέ μ’ και σταυραητέ μ’, θλιμένον τραγωδίαν
Σον Άδ’ ντ’ επήγαν άδικα, τη πατρίδας τα ψη α

Τραγώδ’ τον φοβερόν θυμόν, ντο έχω σην καρδίαν
Το γαίμαν ντ’ έσταξεν σ’ ηήν, χόρτασεν τα θερία

Επέμ'να αστερέωτος, έχασα την υία μ'
Επάλεψα με τη ζωήν, απέσ' σην τυραννίαν

Θεέ μ’, σο το μέρωμαν απάν’, κ’ εγώ είμαι ματωμένος
Τα πόνεα ΄ντώκα’ν άγρεα, τον Ποντοπλανεμένος

Η κάρδεα μ’ εδυνάτεσεν, θα πάει σο κοιμητήρι
Η στόχαση μ’ ακόμαν ζεί, σο γέρικο μ’ γιοφύρι

Έναν ανάσαν το ραχίν, ντος πορφυρόν καρτάλι
Για ν’ αναπάεται η ψη μ’, σο κρινομαξιλάρι

Σο τάφο μ’ μη τσανίζετε , δεκρόπα πονεμένα
Φέρτεν πατρίδας μάραντα και σκεπάστεν κ’ εμέναν

Ώι, Μνήμη, μάνα των μουσών, ωδές του Πόντου πέτεν
Εδέβασαν’νε το κοκκίν και το σινίν κεντέθεν!


Σπύρος Α

ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ

ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΣΑΜΟΥΡΟΧΤΙΣΜΕΝΑ

Το Tιλισίμ’ ο «Τσάπαν Ογρασεύ’ς», ντ’ έδεσεν τη ζωή μ’

Το Tιλισίμ’ ο «Τσάπαν Ογρασεύ’ς», ντ’ έδεσεν τη ζωή μ’

Φωτογραφία του Σπύρος Αμάραντος.


Χειμωγκονί’ τα νύχτας, όλ’ οι γραιάδες τη γειτονίας, με το κλεφτοφάναρον σ’ έναν το χέρ’ και το παστόν σ’ άλλο, ετοπλαεύκουσαν σ’ εμέτερον τ’ οσπίτ’, για το βραδενόν το παρακάθ’! Έλεγαν κ’ έλεγαν ιστορίας και μουράτεα, τα φοβερά τη πατρίδας! «Άσκεμα σημάδεα, ατότες ετράνυ’ναν τον φόβον εμουν, τα ποδάρεα εμουν εκόπαν! Δάκρεα, δάκρεα και μοιρολογίας…Πρώτον έργον, να μη αφήνουμ’ τα εικόνας και πατούν’ ατα οι τούρκ’. Εποίκαμ’ ατα διανομήν και με ευλάβειαν ετύλτσαμ’ ατα σ’ άσπρα καθαρά σεντόνεα, να φέρουμ’ ατα σην πατρίδαν. Πίστη και ελπίδα το στήριγμαν! Αιματωμέν’, γεραλήδες, λώματα τσερισμένα…Θεού θέλημαν ντ’ έζησαμ’ εμείς! Εστοίβαξαν’εμας άμον χαϊβάνεα σ’ έναν πίσκον πλοίον, ελάιξ’εμας, έβγαλεν κι ατό το βούτορον εμουν κ’ έγκαν’εμας Πέραμαν, σον Αε-Γιώργην τη Πειραιά. Είχαν’εμας, καραντίναν! Επεκεί Σαλονίκ’, σην Κοκλουτζάν, καταβλισμόν ντ’ έλεγαν α. Τα φαΐα, τα νερά κι η ελονοσία αποθέρτσαν τα ιντέρεα μουν κ’ επέραμ’ τα ραχία…Ο πάππο μ’ σο ταφίν και τ’ ιντέρεα τ’ σο κλαδίν, έλεγαν κ’ αινίγματα σο παρακάθ’! Kαι πη τσιλτεύ’ σουμά σο κρενίν και βλάφκεται, να πάει κυλίεται απάν’ σο προσκεφάλ’ τη ταφί’, πη ΄κ’ έχ’ σταυρόν! Ήντσεαν κάτ’ παθάν’ και μαραζών’, αμάν ντ’ ανοί’ την πόρταν, να κ’χύν’νε απάν’ ατ’ παγωμένον πούζ’ νερόν, τρομάζ, κ’ ’ίνεται καλά» Η Τσιρκινίνα πα, είπεν: « Εγώ έλεπα ση στράταν, σο Καράπυρ, σ’ αραπάδας απάν’, σκοτωμέν’τς Αρμενάντ’ς χωρίς κιφάλεα» Τον άντραν ατ’ς, τον Πεχλιβάν’ Γιώρ’ Μάραντον, τον ανίκετον τη πάλης, εκρέμασαν Αμάσειαν και σ’ όλεα τα παρακάθεα, εθυμούμ’νε ντ’ εμνημόνευαν’ατον! Έκοψεν και τη θανατί’ το σκοινίν, άμα αξάν’ εκρέμασαν ατον!
Έλεγαν και παραμύθεα, ο πλάνον Οδυσσέας, με τ’ έναν χοντρόν δοκόν, ξαμένον και ξημυτόν, εκόρωσεν τον ΄ρδάκον, τον «Τεπεκιόζ», τον μονόφθαλμον! Και ας ση σπέλιαν ατ, όντες εξήβεν, ετσάιζεν γαΐμεα σον κύρ’ν ατ, πως ο «Είτενος», έβλαψεν ατον! Αρ’ αΐκα χάλεα και χαψία με κιφάλεα! Διπλωμένος σο σιδερένον το κρεβάτ’ τη μάνας Μαραντάβας, εφουκρούμ’νε ατά τη πατρίδας, φοβερά τ’ ιστορίας! Ο ΄Ρδάκον, το Τιλισίμ, ο Ζορζοβούλτ’ς, τα Μαϊσάδες, η Τσαζού’, ο Χοτλάχ’ς, ο Τεπεκιόζ, μέχρι που εκοιμέθα μίαν κ’ είδα ατό το φοβερόν όρωμαν, το «Τιλισίμ», ντ΄ εσουμαδεψεν κ’ έδεσεν άγρεα τη ζωή μ’…
Ση «Στρατώναν» τη χωρί’, γαρσί’ σ’ ομάλ’ το ραχίν, μικρά παιδία, έπαιζαμ’ την μπάλαν, ους να βραδύν’! Η λαστιχένια, η μπάλα, όλον «γκέλαν», εκυλίεν κ’ ερούξεν αφ’κά σο βαθύν τ’ ορμίν! Κι άλλο σουμά εγώ, εκατήβα να παίρ’ατεν και φέρ’ατεν οξωπίσ’! Τα δέντρα ψηλά, τα τισπουτάκια, τα οξέας! Τα λεβόρεα, τα μασούρας και τα κοκκυμελιτσας, ταραγά ανάμεσα σα φτερία, εσκέπαζαν το υγρόν το χώμαν! Άμον κοσσού ντ’ εβγών σ’ αλών’ και σο τσαμούρ’ γομούται, αραεύω τη μπάλαν!
Έναν τρανόν λαλίαν ας σον καταρράχτην τη «Θεία Δέσποινας», ατόσον τρανόν, εθεαρρείς κ’ χίλιεα γιουλτουρούμεα ερούξαν εκεί σο μίαν, πολυβολείων βοετόν! Τα σύμπαντα εσίαν, το νερόν, ταλγά άμον τη θάλασσας εσκώθεν ψηλά, τα δέντρα ελαταρίγαν, τα λιθάρεα από ψηλά εκατρακυλίγαν! Εφάθεν ο ρδάκον, έναν τρανόν τσαναβάρ’! Τ’ ομμάτεα κόκκινα, τσιλιδοφορτωμένα, τα δόντεα αραιά τρανά σκεπάρεα και το στόμαν, αχερών’, με τ’ έναν βούκαν, θα κουρτά μεν!
Τσαΐζω, βαρκίζω, κουίζω, σύγκορμος τρομάζω, κοχλάζω…Απολεμώ να τρέχω, εχάθεν ο Ήλο μ’, η γη μ’ εσκοτεινάεν! Έπλωσεν τα κοπάλεα τα χοντρά τα χέρεα τ’! - Κανείς ΄κί γλωτών’ ας σον «Τσάπαν Ογρασεύ΄ς», είπεν κ’ εγέλασεν γαΐμεα! -Μάνααα, ετσάιξα κ’ εγώ, ετινάγ’α κ’ εσκώθα ας σο κρεβάτ’, ετρόμαξεν κι η γιάγια μ’! Έγκεν αμάν τον Αγιασμόν, τρία κούρτας, είπεν πί’α, τ’ αχπάραγμαν ν’ απαλύν’! Ερρώστεσα, άγρεα εκρεβατώθα! Τοι παρακαθίων οι γραιάδες, εσκάλωσαν τα γιατροσόφεα! -Άμον ντο τσάκλιζ’ το άλας ντο σύρω απέσ’ σ’ οτζάχ’, αρ’ αέτσ’ να τσακλίζ’ και σπάν’ το κακόν τ’ ομμάτ’! Ενέβ’σαν τσιλίδεα κι ας σο νερόν ατουν έπ’α, ενίφτ’α! Έγκαν’ βοτάνεα! Σην εγκλεσίαν επλώθα κά, να δεάν’ απάν’ιμ ο ποπάς με τ’ ευαγγέλιον και τα ξεφτέρεα! Η θεία μ’ η Θεώνα ας σο Κουλίκ τη Ματέν, έναν κλαδόπον τη «Παναΐας δάκρεα», ντ’ είχεν σο ΄κονοστάσ’, έγκεν κ’ έκαψεν, ν’ αποκαπνίζ’ τ’ ομμάτεα μ’! «Τ’ έμπρε σ’ μέλ’ και γάλαν, γιάβρι μ’» Πελιστελί’ καρδίαν πιλέμ, σο μίαν εκούρτεσα! Τηδέν! Η κάρδια μ’ εμαύρινεν! Ο «Τσάπαν Ογρασεύ’ς», απέσ’ ιμ ελάλ’ν εμεν, τσάπαν όλεα ευτάς! Ατός όριζεν τη ζήση μ’, την τύχη μ’! Τ’ εμά ντ’ εποίν’να, ολίγα έσαν! Έχασα τη χρονίαν σο σχολείον! Άμον κουτσόν το πρόγατον οπίσ’ ντ’ απομέν’! Εθέλ’να να χορεύω, ΄κ’ επόρ’να, ση μπάλαν, αμάν εκουράσκουμ’νε! Εθεαρρείς και σ’ ωμία μ’, ετσόκεψαν εφτά καράβεα σιδέρτα! Παντού, Ο «Τσάπαν Ογρασεύ’ς» κι ας σ’ άλλ’ τη μερέαν, πελίν να μη ευτάγω ντ’ εσύρ’να, γιατί εντρέπουμ’νε! Ό,τι καλόν εθέλ’να να ευτάγω, με τ’ ατόν, έχανα τον ΄πούσουλα μ’!
Ση ψη μ’ μεχτάτσ’ έντον’, άμα, άγρεα για τ’ όποιον τυραννίζ’μεν;
Έρθαν τα Καλά τα Ημέρας, Χριστούγενα! Οι γραιάδες τη χωρί’ έρθαν ΄ξάν’ σο παρακάθ’! Εσκάλωσαν και λέγ’νε έμορφα ιστορίας! Γλυκόν αντίλαλον τη Πατρίδας, τα γιορτινά ημέρας! Αποχιονάτιζαν τ’ αλώνεα, ετραγώδ’ναν, έπαιζαν τα λύρας, τη κεμανήν, έπιναν τη ρακήν, εχόρευαν! Τραγωδάνοι και σεβταλήδες, ετραγώδ’ναν κ’ εσύρναν λόΐα τη σεβτάς για τ’ εείνεν τηνάν ερεάχκουνταν. Οι Θυμιστάντ’ πα, όντες εβραδύν’νεν, έλεγαν τα Κάλαντα, με τα χάρτενα τα φενεάρεα και τ’ αλειμμοκέρ’! Ώι, τ’ ευλοημένον, έστραφτεν απάν’ σο χιόν’! «Χριστός γεννέθεν, χαράν σον κόσμον, χα καλήν ωραν, καλή σοι μέραν…Απ’ εμπροστίας πα, ξάϊ ΄κ’ έλεγαν ατό τ’ αγνέρκον, -Να τα πούμε; Όλ’ πα, κάτ’ εδίν’ναν! Επατούρευαμ’ το γρόσ’ και την παράν, έλεγαν, απέσ’ σο πορτοκάλ’ κ’ εδίν’ναμ’ατα! Εξέβα μ’ ας ση κακοχρονίαν κ’ εσέβαμε σην καλοχρονίαν, λάχ’ ησυχάζ’ κι ολίον ο κόσμον! Όταν εχιόνιζεν πολλά, έβγωναν απάν' σο δώμαν οι αγούρ’ και με την σερέφτεν, απεχιόνιζαν! - Ο πάππο μ' πα, εβάλλ’νεν το παστόν απέσ’ σ’ σο χιόν'...οκτώ πιθαμάς χιόν’ ερούξεν! Κουμούλ’ αφ’κά, χιονοτόπιν, έλεγαν’ α και ευχαριστίουταν πόσον τρανόν ’ίνεται, να χορολαγεύν’νε απάν’ τα μωρά! Έι κιτί, έθιμα πατρίδας, κάθαν ημέραν, αλλιώτικον ας άλλο, κι ανθρώπ’ πα, κι άλλο ανθρωπινοί έσαν, έλεγαν! -Πρωτοχρονιά και μέχρι τα Φώτα, σο Μπάσ-τσατάχ, εποίν’ναμ’ Μωμογέρεα κι ο Τσόλον ο Δημητριάδης, εποίν’νεν την Τεβέν, με τ’ αράπικα καλατζίας ατ’! Με τον Μέγαν Αγιασμόν, εράντιζαν με τα παρχάτσεα τα χωράφεα, να δίν’νε καλόν εσοδείαν, τα ζα πα, να κατηβάζ’νε πόλικον το γάλαν! Τα κοντζολόζεα, τα καλικαντζάρεα, φογούντανε σο φως. Αναθεμά τα, στούδεα και πετσία και με τα πίσκα λώματα και με ουράδας, εβγών’νε τα καλά τα ημέρας να πειράζ’νε τ’ ανθρώπ’ς, μουρταρίζ’νε και τα φαϊστικά! Ώσπου να έρχουν’ τα Φώτα, αγιάσκεται ο κόσμον και δεάν’νε πλάν’! Αξάν’ άμον μαεμένος ατώρα, εκοιμέθα κ’ επέμ’να! Έθεαρρείς κ’ εθέλ’να αξάν’ να ελέπω σ’ όρωμα μ’, το Τιλισίμ, ντ’ έδεσεν τη ζωή μ! Να λογαρεάουμεν με τ’ ατό, για θα χάτεν, για θα χάμεν, να λαλώ το όνειρον!
Σο χωρίον, σ’ αλλ’ τη μερέαν, σουμά σον καταρράχτην τη «Αβησσυνίας», έφραξαν κ’ εφούσκωσαν το νερόν, θα σύρ’ ο ποπάς τα Φώτα τον Σταυρόν! Εγώ, μανάχος, χωρίς να τουρτουρίζω, βαθμοί Νευροκοπίου, εντώκα το μακροβούτ’ να πιάνω τον Σταυρόν! Από ψηλά, ας σο «Στραγκάτσ’» απάν’, έρθεν το βουετόν, τα σύμπαντα ΄ξάν σίουν, το φράγμαν ετασεύτεν, ο κόσμον ετρόμαξεν, έφυεν, ο Σταυρόν θα ρούζ’ σον καταρράχτεν! Είδα το, έτρεξα επίασ’ατο, εφίλεσ’ατο, έσκωσ’ατο ψηλά, ας σα θολωμένα τα νερά κι ας σα πατημασέας τη «Τσάπαν Ογρασεύ’ς» Γελά, κι όσον ντο πάει, σουμών’ μεν! Ξάϊ ΄κ’ εφογώθα, εθέριεψα, τη Πελιστελί’ η καρδία, με τα δύο καρδίας αναμέν’ ατον…όσον ντο τερώγ’ατον, λιφτάζ’, μικραίν’, γελώ εγώ, γελά κι ατός, μω τ’ έργος και την πίστης, ατός εμέν ωμαίζ! Εσούμωσεν κι άλλο, έμπαισεν απέσ’ ιμ! Ατόσα ντ’ έσυρα με τ’ ατόν, εγώ τεαμεάκ, έμ’νε; Ο μισός ο φοβητσέας; Ατώρα πρέπον έν, να φροντίζ’ ατον, να φτάγ’ατον βόλτας, σα γλέντεα, σα χαράντας, σα γιορτάς, τ’ εμόν έν! Η ζωή μ’ άλλαξεν, καν’νάν και τηδέν άλλο ΄κί φογούμεν, καν’νάν ΄κί ζηλεύω! Ήντσεαν απ’ εσάς έχ’ είναν ρδάκον, ας φέρ’εατον και ξαμών’ατον με τον «Τσάπαν’ Ογρασεύ’ς», π’ έντον ατώρα... «Πάτ’ και Δέ α» χαχαχα!
Sp Ama

ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ
ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΣΑΜΟΥΡΟΧΤΙΣΜΕΝΑ

Καλό Πάσχα

Καλό Πάσχα 

Φωτογραφία του Σπύρος Αμάραντος.



Χριστού χαρά θα έρται μας, με το «Χριστός Ανέστη»
Θα στρώνουμ’ τα τραπέζε μουν, ους να πιάν’ η ζέστη

Με τη Λαμπρής την Κερεκήν, σ’ ατέτ’ εσάς καλούμεν
Με τα παιδόπα τα μικρά, κόκκιν’ ωβά να κρού’μεν

Σα καλαθόπα τα μικρά, σαγλάμε ωβά θηκ’έστεν
Ελάτεν σ’ αυγοτσούγκρεμαν, με την σειράν καθέστεν

Ας δίγουμ’ κ’ έναν φίλεμαν, ελπίδαν ση χαρά μουν
Κ’ επέκει δοκιμάζουμεν, τα πλουμιστά ωβά μουν

Χίλιοι καλοί ας τρώγωμεν, αγούρ’, γυναίκ’, κορ’τζόπα
Κορίτ’ ψεμένον σο φουρνίν, σμυρνέϊκα κοφτεδόπα

Τ’ ωβού το τσέπλ’ σ’ ηήν αν ρούζ’, τη Λαμπρής την ημέραν
Ο Άε Γιώρ’τς αμάν δεξείζ’, τη Άνοιξης την έλαν

Καλέστεν ούλτ’ς τοι συενούς, ας έρται ο κόσμον όλον
Τη ταϊγάνας το ωβόν, τσακών’ μυτίν και κώλον

Αντίλαλοι ποντιακοί, γλυκέα τραγωδίας
Με τη εγάπ’ς τη δύναμην, χτυπού’νε τα καρδίας

Κι ατότες λάχ’ ΄νασπάλουμεν, τα τέρτε όλε τη πόνου
Με τη Θεού τη δύναμην, άμποτες και του χρόνου
Sp ama


ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ

ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΣΑΜΟΥΡΟΧΤΙΣΜΕΝΑ


Και κανέναν να μην έχεις, έχεις πάντα τον αδερφό σου


Και κανέναν να μην έχεις, έχεις πάντα τον αδερφό σου  




Σχετική εικόνα  



Θα είναι εκεί όταν όλοι σε απογοητεύσουν. Ακόμα κι αν όλοι σε φτύσουν, ο αδερφός σου θα είναι εκεί. Δεν έχει καμία σημασία αν δεν τα πηγαίνατε καλά, αν καβγαδίζατε ή αν πλακωνόσασταν στο ξύλο όταν ήσασταν μικροί. Δεν έχει επίσης καμιά σημασία αν έχετε διάφορα ηλικίας και γούστων. Το αδέρφι σου είναι ο μοναδικός άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο των επτάμισι δισεκατομμυρίων που εκτός απ’ τους γονείς σου μοιράζεστε τους ίδιους δεσμούς αίματος. Όχι πως αυτό έχει απόλυτη σημασία, γιατί ακόμη και το αίμα να μη σας έδενε, σας δένουν οι αναμνήσεις. Μεγαλώσατε κάτω απ’ την ίδια στέγη, φάγατε το ίδιο φαγητό της γιαγιάς και το ίδιο χάλια φαγητό της μαμάς. Έχετε τις ίδιες καταβολές και τα ίδια βιώματα. Ακούσατε τις ίδιες κατσάδες όταν ήσασταν άτακτοι και πιθανότατα και τις ίδιες επιβραβεύσεις. Όταν φοβόσασταν τα βράδια που βροντούσε βρήκατε καταφύγιο ο ένας στον άλλο κι όταν η ερωτική απογοήτευση χτύπησε την πόρτα, στον αδερφό σου έτρεξες να τα πεις. Μπορεί να σας χωρίζουν λίγα χρόνια, μπορεί να σας χωρίζει και μια δεκαετία. Αν είναι κοντά σου σε ηλικία, θα έχετε περίπου τον ίδιο κύκλο και τις ίδιες γνωριμίες. Θα σταθεί η αφορμή για να γνωρίσεις τους φίλους του και αυτός τις φίλες σου. Αν τα χρόνια που σας χωρίζουν είναι πολλά, εκεί μπορεί να σου μάθει πώς σκέφτεται μια ολόκληρη γενιά, διαφορετική απ’ τη δική σου. Ανάλογα με την κατάσταση μπορεί να γίνει ο σωματοφύλακάς σου, ο φίλος σου, ο εξομολογητής σου κι ο συνένοχός σου στο έγκλημα. Ξέρει πώς σκέφτονται οι άντρες και θα σε συμβουλεύσει κατάλληλα. Θα σε μαλώσει όταν κάνεις πάλι τις συνηθισμένες σου βλακείες και θα απειλήσει να σπάσει τα μούτρα του μαλάκα που σε πλήγωσε. Εξαιτίας του ξέρεις το αντρικό μυαλό λίγο καλύτερα κι εξαιτίας σου έχει μάθει πώς να φέρεται σωστά στις κοπέλες που περνάνε απ’ τη ζωή του. Μπορεί πολλές φορές να βρίσκεστε στο ίδιο σπίτι και να μη μιλάτε καθόλου, να παίρνει τα πράγματά σου χωρίς να σε ρωτήσει κι αφού έχεις φάει τον κόσμο να τα βρεις να σου πετάει ένα «Α, εγώ το έχω». Να θέλεις να τον σκοτώσεις 24 ώρες το 24ωρο, αλλά και πάλι να μη θες γιατί μετά ποιον θα πειράζεις και θα ενοχλείς; Να σας λένε όλοι ότι μοιάζετε κι εσείς να σηκώνετε επιδεικτικά το φρύδι. Ακόμα κι αυτό καρμπόν έχει βγει. Θα είναι πάντα λιγάκι πιο σοβαρός από εσένα. Ίσως να μη μιλάει πολύ κι ορισμένες φορές να είναι τόσο κακόκεφος που να απαντάει σε όλα με ένα «αφού είσαι ηλίθια». Είσαι σίγουρη, όμως, πως πάνω του μπορείς να βασιστείς απόλυτα. Από όλους τους άντρες που θα περάσουν απ’ τη ζωή σου, εκείνος θα είναι ο καλύτερος κι αυτός που θα μείνει με βεβαιότητα μέχρι το τέλος. Να κάνεις πράγματα με τον αδερφό σου και να περνάτε όσο περισσότερο χρόνο μπορείτε μαζί. Έχει πολλά να σε διδάξει κι εσύ το ίδιο. Έχετε επίσης μια ζωή μπροστά σας να μάθετε ο ένας τον άλλον κι ακόμα κι αν έχετε να ιδωθείτε καιρό, αυτό δεν μπαίνει ποτέ εμπόδιο ανάμεσα στα αδέρφια. Όπως και να ‘χει, να ξέρεις πως είσαι πολύ τυχερή που είσαι κοπέλα με άντρα αδερφό. 


Συντάκτης: Κωνσταντίνα Αποστολάκη 

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη