Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟΣ-ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ


ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ




Τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς και οι πρώτοι Έλληνες πρόσφυγες στά χωριά Ισεμπλί-Μπεασλί.

Θα αναφερθώ στους γεννημένους μέχρι και το 1922. Στους ανθρώπους που γεννήθηκαν στην πάλαι ποτέ ιδιαίτερη πατρίδα τους. Την Θράκη, τον Πόντο και την μικρά Ασία.

Δηλαδή στη γενιά που δεν ζει σήμερα.
Τους περισσότερους τους θυμάμαι.

Ζούσαν και πολύ εκείνα τα χρόνια!
Αφού λοιπόν αποβιβάσθηκαν στη Θεσσαλονίκη και μετά την λήξη της αναγκαστικής καραντίνας, άρχισε η μόνιμη εγκατάσταση απ' άκρη σ' άκρη σε όλες τις περιοχές του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, κυρίως δε της Μακεδονίας. Διαμοιράστηκαν κατά ομάδες σε διάφορες περιοχές ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους. Οι δικοί μας πρόγονοι επιλέχθηκαν να κατοικίσουν στο Ισεμπλί-Μπεασλί.
Όταν ήρθαν οι πρόγονοί μας στο Ισεμπλί-Μπεασλί, ταλαιπωρημένοι, ρακένδυτοι και πεινασμένοι εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των προηγούμενων κατοίκων της περιοχής Βουλγάρων, Τούρκων
Επιλέχθηκαν οι τοποθεσίες στους πρόποδες των Κρουσίων και του Μαυροβουνίου, τόσο για την προστασία των νέων συνόρων της χώρας αλλά και επειδή υπήρχαν έτοιμα κατοικήσιμα σπίτια, πετρόχτιστα ή πλίνθινα. Η άποψη ότι οι κάτοικοι μπήκαν στη διαδικασία να επιλέξουν σε ποιό μέρος της περιοχής θα κατοικίσουν είναι απλά ένας μύθος. Δεν είχαν και πολλές επιλογές αφού η περιοχή κάτω από τα Κρούσια και το Μπέλλες ήταν ελώδης και η περιοχή μαστίζονταν από ελονοσία και φυματίωση.







Ήταν τόσο φτωχοί που ήθελαν ακόμη και την βελόνα που τους έλλειπε να μπαλώσουν ή να ράψουν κάτι ξηλωμένο.
Μερικοί είχαν τον τρόπο τους. Είναι απορίας άξιο, πως κατάφεραν να φέρουν χρήματα (λίρες και χρυσαφικά) χωρίς να τους τα πάρουν οι Τούρκοι.
Τα σπίτια ήταν λίγα σε σχέση με τον αριθμό των προσφύγων. Αρκετές οικογένειες έμειναν σε σκηνές μέχρι να χτίσουν ένα υποτυπώδες κατάλυμα ενός δωματίου και μιας κουζίνας με τη βοήθεια και την προσωπική εργασία των συγχωριανών τους. Που να βρεθούν τα χρήματα. Ο κάθε πρόσφυγας είχε το δικαίωμα αν δεν του άρεσε η περιοχή να την εγκαταλείψει και να μετακομίσει αλλού. Έτσι κάποιοι έφυγαν και δεν επέστρεψαν ποτέ. Κάποιοι δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους.

Το αναφέρω επειδή ορισμένοι πιστεύουν ότι τα νέα χωριά κατοικήθηκαν από αμιγείς πληθυσμούς συγκεκριμένων χωριών του Πόντου.

Οι πρόσφυγες του χωριού λοιπόν για να συνεχίσω, προέρχονταν από διάφορες περιοχές του Πόντου.


Στην πλειοψηφία τους όμως ήταν από τον Δυτικό Πόντο.
Ανάμεσα στους πρόσφυγες υπήρχαν άνθρωποι αγνοί, φιλήσυχοι, ζούσαν απομονωμένοι στα παρχάρια του Πόντου. Άνθρωποι στεριανοί του βουνού μοναχικοί, αλλά και άνθρωποι της θάλασσας. Άνθρωποι του μόχθου, καλοί Χριστιανοί και με περιορισμένη αντίληψη του τι συμβαίνει γύρω τους, ακόμα και της κατάστασης εξ' αιτίας της οποίας βρέθηκαν σ' αυτή τη θέση της προσφυγιάς.
Υπήρχαν όμως και πρόσφυγες αντάρτες, μπαρουτοκαπνισμένοι χρόνια τώρα, μαχόμενοι κατά των Τούρκων στα βουνά. Αντάρτες σε ημιάγρια κατάσταση λόγω των γεγονότων και των καταστάσεων των τελευταίων ετών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ανάμεσα στους πρόσφυγες ήλθαν και άνθρωποι εντελώς μόνοι χωρίς οικογένεια. Είτε γιατί δεν έκαναν, λόγω του ότι βρίσκονταν στο βουνό ως αντάρτες, είτε γιατί τις έχασαν στο διωγμό, στο δρόμο για την Ελλάδα. Υπήρχαν δηλαδή οι "καλοί" και οι "κακοί" πρόσφυγες. Άσχημοι σίγουρα δεν υπήρχαν, εκτός από κάτι περίεργες φάτσες ασιατικών φιλών που μετοίκισαν τότε στην Ελλάδα παρεισφρέοντας ως Πόντιοι! Μερικοί Αρμένιοι, λίγοι Ρώσοι (Τάταροι) και κάποιοι Τούρκοι. Αυτοί οι αντάρτες ήταν οι μετέπειτα ηγήτορες των χωριών.

Η πρώτη ομάδα-στην πλειοψηφία τους Πόντιων προσφύγων από Θεσσαλονίκη εγκαταστάθηκε στα χωριά με το Τουρκικό όνομα Ισεμπλί-Μπεασλί σε υψίπεδο του Μαυροβουνίου-Κρούσια ακριβώς πάνω από το σημερινό χωριό το Σοκόλοβο που ήταν στους πρόποδες των Κρουσίων.

Ανατολικά της περιοχής υπήρχε το χωριό, αριστερά το Τουρκικό νεκροταφείο.
Μετά από μερικούς μήνες έφτασε και η δεύτερη ομάδα προσφύγων(Ποντίων και Θρακιωτών) με σκοπό να ενσωματωθεί με τους υπόλοιπους. Φτάνοντας στην περιοχή διαπίστωσαν ότι οι προηγηθέντες κατέλαβαν όλα τα σπίτια του χωριού και δεν υπήρχε χώρος γι' αυτούς. Κάποιοι επέλεξαν να εγκατασταθούν αλλού πιο μακριά και έτσι εγκαταστάθηκαν δυτικότερα πιο κάτω, εκεί όπου βρισκόταν ο μύλος και λίγα σκόρπια σπίτια.






Μετά το 1930 κατηφορίζουν οι πρόσφυγες από το βουνό


και εγκαθίστανται στο σημερινό χωριό που το ονομάζουν Παραπόταμο.Όλοι οι κάτοικοι συμμετέχουν εθελοντικά και χτίζουν την εκκλησία και το Δημοτικό σχολείο, οι Παραποταμίτες συμφώνησαν να συνεισφέρουν στην ανέγερση της εκκλησίας με τον όρο να δοθεί το όνομα του Αγίου Αθανασίου. Τα παιδιά που γεννιούνται την περίοδο αυτή φοιτούν στο σχολείο, αλλά μέχρις εκεί.


Ας πούμε λίγα λόγια για την ζωή των πρώτων κατοίκων της περιοχής.
Όπως προείπα οι άνθρωποι τότε ήταν φιλήσυχοι και αγνοί (εκτός εξαιρέσεων-πάντα υπάρχουν)
Τόσο, που η βοήθεια στον γείτονα και συνάνθρωπο ήταν δεδομένη, ανιδιοτελής, χωρίς συμφέρον και χωρίς ανταλλάγματα. Στερούσε η μάνα το ψωμί από το δικό της παιδί για να ταΐσει το πεινασμένο παιδί της γειτόνισσας. Έτσι μεγάλωσαν και ζούσαν εκεί στους πρόποδες. Μαζί ζύμωναν και φούρνιζαν οι γυναίκες, μαζί μαγείρευαν τα λιγοστά τρόφιμά τους, μαζί έπλεναν στο ποτάμι, όλες μαζί ξεγεννούσαν την γειτόνισσα. Το κουτσομπολιό ανθούσε και τότε, όταν όμως υπήρχε ανάγκη όλες και όλοι γινόταν μια γροθιά.
Οι άντρες με προσωπική εργασία έχτισαν την εκκλησία και όλα τα σπίτια του χωριού μόνο με ένα κέρασμα και έναν μεζέ. Όλοι μαζί έσπερναν, όλοι μαζί θέριζαν. Όλοι μαζί στο χωράφι κι όλοι μαζί το βράδυ στον καφενέ. Δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου. Ήταν όλα κοινά. Έπρεπε να ζήσουν! Η πείνα και οι αρρώστιες θέριζαν ενώ συγχρόνως οι γηγενείς Έλληνες δεν τους ήθελαν. Είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός των άλλων και αυτό.
Έβλεπαν παπά και έτρεχαν μικροί μεγάλοι να του φιλήσουν το χέρι, να πάρουν την ευλογία του. Ο παπάς ζούσε από το υστέρημα του κόσμου. Στις γιορτές δεν δούλευαν, ήταν αμαρτία. Στους γάμους και τις βαφτίσεις ήταν όλο το χωριό αυτοκαλεσμένο. Όλοι βοηθούσαν με ότι υπήρχε. Αν υπήρχε! Κατά έναν περίεργο τρόπο παρά τα βάσανα και τις κακουχίες, το χαμόγελο δεν έλειπε ποτέ από τα χείλη αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων. Μια λύρα και ένα νταούλι αρκούσε. Ξεχνούσαν πίκρες και βάσανα με ένα μόνο τραγούδι και μια δοξαριά του κεμεντζέ. Σκηνές βγαλμένες από μια άλλη εποχή, που δεν μπορεί να αποτυπώσει κανένα βιβλίο ιστορίας.
Κύρια ασχολία τους ήταν η γεωργία.Κάθε σπίτι διέθετε ένα ζευγάρι βόδια, ένα γουρούνι και μερικές κότες. Απ' αυτά εξασφάλιζαν τα αυγά, το γάλα, το τυρί, το βούτυρο, το κρέας της χρονιάς. Με την βοϊδάμαξα μετέφεραν τα προϊόντα τους. Τα βόδια έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια της άγονης γης.

Οι πρόσφυγες υπέμειναν τα πάντα. Την πείνα, τις κακουχίες, τα βάσανα. Δεν επαναστάτησαν ποτέ αν και θα μπορούσαν. Και όλα αυτά γιατί τα πρώτα χρόνια δεν είχαν εθνική συνείδηση. Ζούσαν σε έναν ξένο τόπο γι' αυτούς, περιμένοντας καρτερικά να τελειώσει ο πόλεμος (έτσι πίστευαν) και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Όχι στην Τουρκία, αλλά στη δική τους πατρίδα. Τον Πόντο. Αυτή ήταν πατρίδα γι' αυτούς. Όλοι, χωρίς καμιά εξαίρεση πέθαναν στην Ελλάδα με δάκρυα στα μάτια νοσταλγώντας το πατρικό σπίτι στο χωριό τους, την αυλή τους, την εκκλησία τους. Με τις αναμνήσεις των παιδικών τους χρόνων να σβήνουν στο πέρασμα των χρόνων χωρίς επιστροφή.

Τα χρόνια περνούν.
Ήδη έχουν γεννηθεί οι νέοι απόγονοι, οι μετά του 1922 στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα.
Η εθνική συνείδηση εμφανίζεται για πρώτη φορά με την έναρξη του 2ου παγκόσμιου πολέμου. Οι νέοι (Έλληνες πλέον κι όχι Τουρκόσποροι) υπηρετούν στον Ελληνικό στρατό ή επιστρατεύονται στον πόλεμο κατά των Γερμανών. Οι μάχες και κυρίως οι ανθρώπινες απώλειες δημιουργούν ένα κλίμα πατριωτισμού και εθνικής ανάτασης στις τάξεις του Ποντιακού Ελληνισμού.
Με την έναρξη του εμφυλίου μετακομίζουν κάποιοι στη Θεσσαλονίκη και κάποιες οικογένειες στην Ροδόπολη για να σωθούν.
Από εδώ και πέρα αρχίζει το δράμα του Ποντιακού Ελληνισμού. Οικογένειες χωρίζονται στα δύο. Εμφανίζεται η "αριστερά" και η "δεξιά". Αδέλφια αλληλοσκοτώνονται. Μπαίνει το μικρόβιο της επικράτησης με οποιοδήποτε τρόπο.

Εκεί στη Θεσσαλονίκη, διαπιστώνουν μετά από πολύ καιρό ότι η ζωή δεν είναι μόνον ανέχειες, βάσανα και καρτερικότητα. Είναι επανάσταση, εξέγερση και ότι άλλο συνεπάγεται με την απελευθέρωση αυτή των άγριων ενστίκτων του ανθρώπου.
Μέχρι τότε νοιώθουν ξένο σώμα σε μια αφιλόξενη χώρα που διαρκώς τους πληγώνει. Το όνειρο της επανόδου "στην πατρίδα" αρχίζει σιγά-σιγά να ξεφτίζει και αποφασίζουν να ενταχθούν δυναμικά στην Ελληνική κοινωνία. Οι γεννημένοι νέοι μετά το 1950 σπουδάζουν και μορφώνονται. Οι γυναίκες διεκδικούν τη θέση τους σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Τα κορίτσια παντρεύονται πλέον και μη Πόντιους, με απώτερο σκοπό την απελευθέρωση και την φυγή από το χωριό με τις δύσκολες αγροτικές εργασίες του.
Από εδώ και πέρα δηλαδή χάνεται η αγνότητα, η καθαρότητα της ψυχής.
Δημιουργούνται ταξικές διαφορές αντίθετες με τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα των μέχρι τώρα ξεριζωμένων λαϊκών ανθρώπων του μόχθου και της βιοπάλης.
Εδώ εμφανίζεται: αυτό που κατέχω είναι δικό μου και αυτό που απέκτησες το διεκδικώ. Ξεχνιέται η αλληλεγγύη και η βοήθεια προς τρίτους.
Ίσως η πείνα και οι κακουχίες κράτησαν ψηλά την τιμιότητα και την αλληλεγγύη των ανθρώπων τότε. Ίσως τελικά να ήταν ευλογία. Μιά ευλογία που μετατρέπεται τώρα σε ένα "τέρας" ικανό να αλλοιώσει τις ψυχές των επόμενων γενεών. Κάθε νέα γενιά εξυπνότερη μεν, πολύ μακριά από ιδανικά και αξίες, δε!
Ήταν η γενιά που απλώς μας έφερε αβίαστα και με μεγάλη χαρά σ' αυτό τον κόσμο. Κι όμως δεν θα τους φτάσουμε ποτέ.


Γυμνάσιο στο χωριό δεν υπάρχει, και οι ανάγκες σε εργατικά χέρια τους αναγκάζουν αρκετούς κατοίκους να το εγκαταλείψουν και να γίνουν ξανά μετανάστες και εργάτες,

Γερμανία-Βέλγιο-Σουηδία-ακόμη και στην μακρινή Αυστραλία.

Οι νεότεροι μπορεί να γελάτε με όσα διαβάζετε, οι παλαιότεροι όμως τα έζησαν με έντονο και τραγικό μερικές φορές τρόπο.

Οι γεννηθέντες μετά το 1960 εντάσσονται ίσως άθελά τους στο λεγόμενο σύστημα. Έτσι πορευόμαστε λανθασμένα, τα χρόνια περνούν και φτάνουμε αισίως στα 1990 όπου καταπατούνται αξίες και ιδανικά. Οι μέχρι τότε Ποντιακοί Σύλλογοι ξεφτίζουν και μαραζώνουν, κυρίως στις πόλεις. Κινδυνεύουν να κλείσουν. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν πως αν δεν έφταναν στην Ελλάδα οι παλιννοστούντες εκ Ρωσίας, σήμερα δεν θα υπήρχε ούτε ένας σύλλογος σε όλη την Ελλάδα. Η γλώσσα σταδιακά ξεχνιέται. Δεν τη μιλάει πια κανείς, εκτός από μερικούς γραφικούς ηλικιωμένους, τους οποίους σπεύδουμε να κοροϊδέψουμε.

Και φτάνουμε στο σήμερα. Τα πάντα αλλοιώθηκαν. Αρκούμαστε μόνο την ημέρα της γενοκτονίας να επισημάνουμε με ένα "λυπάμαι" στο FB την δήθεν αγανάκτησή μας για τα όσα τραγικά συνέβησαν τότε. Άντε να "ρίξουν" και κανέναν χορό τα παιδιά του συλλόγου (ξέρουν άραγε γιατί;) Χωρίς να κατανοήσουμε ποτέ βαθιά μέσα μας τι τράβηξαν οι άνθρωποι αυτοί μέχρι να πατήσουν τα χώματα που σήμερα ζούμε εμείς. Μέχρι να ορθοποδήσουν, μέχρι να σκάψουν τη δική τους γη που τους παραχώρησαν. Μέχρι να την ποτίσουν με δάκρυα και αίμα ώσπου να βλαστίσει και να καρπίσει ο σπόρος για ένα κομμάτι ψωμί στο οικογενειακό τραπέζι. Δεν αρκούν οι χοροί και τα πανηγύρια. Δεν μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας την μισαλλοδοξία και το μίσος. Φτάνει πιά. Δεν είμαστε τυχαίοι. Είμαστε Αρχαιοέλληνες του Πόντου.

Να είστε περήφανοι γι' αυτό.
Νοσταλγώ αναπολώ και σέβομαι-όσο μπορώ-την πρώτη γενιά των Παραποταμιτών προσφύγων.

Και επειδή δεν έχω πληροφόρηση για τον Θρακιώτικο πληθυσμό του χωριού στα γραφόμενά μου, ζητώ ταπεινά συγνώμη!
Προσπάθησα-όσο μπόρεσα-να μην αναφερθώ σε ονόματα και λεπτομέρειες αναφέροντας κατά κύριο λόγο τα "καλά" της περιόδου εκείνης, επειδή όλοι καταγόμαστε από το ίδιο χωριό και γνωριζόμαστε.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΣΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ ΣΕΡΡΩΝ



TAXIDIOTHS

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Το καλαντόνερον

Το καλαντόνερον

Το πρώτο νερό της Πρωτοχρονιάς
Καλαντόνερον

























- Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς. Από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι, από όπου προμηθευόταν μια οικογένεια το πόσιμο νερό της. Τη λήψη του καλαντόνερου, προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης ή του πηγαδιού!
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, κάποιος από την οικογένεια, συνήθως ένα κορίτσι (ιδιαίτερα οι ελεύθερες κοπέλες), έπρεπε να πάει να «καλαντάζ το πεγάδ». Δηλαδή να αφήσει διάφορα δώρα στη βρύση/πηγάδι. Τοποθετούσαν διάφορα δώρα, όπως ξηρούς καρπούς (φουντούκια, καρύδια, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π.


Λέγοντας χαμηλόφωνα την παρακάτω ευχή:
Κάλαντα και καλός καιρός, άμον τ’ ανοίγω το πεγάδ να ανοίεται η τύχη μ’
και άμον το τρέχ’ το νερό να τρέχ’ και η ευλογία!

Τα ελεύθερα παλικάρια του χωριού καιροφυλακτούσαν κι όταν έφευγαν οι κοπέλες, πλησίαζαν στη βρύση κι έτρωγαν τα φρούτα. Αυτός που έτρωγε το μήλο της συγκεκριμένης κοπέλας, θα την ερωτευόταν και θα την παντρευόταν γιατί επενεργούσαν κάποιες μαγικές δυνάμεις, κατά την Ποντιακή λαϊκή δοξασία και πίστη:
Ανάθεμα π’ εκρέμιζεν το μήλον σο πεγάδιν,
το μήλον είχεν φάρμακον και το πεγάδ’ μαείας.
Μαεύ’ εμέν, μαεύ’ κι εσέν, μαεύ’ τοι δυς εντάμαν.
Η κορ’ μαεύ’ Ελλενικά, Ρωμαίικα παλικάρια…

Τα κορίτσια που παίρνανε το καλαντόνερο, μέχρι να το πάνε στο σπίτι δεν κοιτούσαν πίσω τους. Ούτε μιλούσαν σε κανέναν, για να μη πάρουν οι μάγισσες τη φωνή τους!
Από το καλαντόνερο έπινε όλη η οικογένεια από λίγο, για να πάει καλά η χρονιά. Τα δε κορίτσια έβρεχαν τα μαλλιά τους, για να μακραίνουν! Με το υπόλοιπο καλαντόνερο ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα και τα χωράφια. Οι νοικοκυρές, στα δωμάτια του σπιτιού έριχναν χούφτες από ξηρούς καρπούς, λέγοντας την παρακάτω ευχή:

Κάλαντα και καλός καιρός και ευλογημένος.
Έμπα καλόν χρονία και έβγα κακόν χρονία και τη χρόν’ με καλόν καρδίαν!


Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Αυτό που ο Θεός γράφει, δεν ξεγράφεται! Ο Θεός ντό γράφτ 'κι απογράφκεται

Αυτό που ο Θεός γράφει, δεν ξεγράφεται!

 
Ο Θεός ντό γράφτ 'κι απογράφκεται
Ποντιακό παραμύθι
Το παρακάτω παραμύθι παρουσιάστηκε στην Ποντιακή διάλεκτο, τον Φεβρουάριο του 1954 μέσα από τα «Χρονικά του Πόντου», που εξέδιδε τότε ο Σύλλογος Ποντίων «Αργοναύτες Κομνηνοί». Πρόκειται για παραμύθι της περιοχής Χαλδίας, που το κατέγραψε και το απέδωσε ο Γεώργιος Κανδηλάπτης.
Έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και είχε γιο «κιαμούλ καί αχουλούν», φρόνιμο κι έξυπνο δηλαδή. Ο βασιλιάς χαιρόταν, πως όταν πεθάνει, θα αφήσει πίσω του διάδοχο… «πεδιξασμένον». Στα κάμποσα χρόνια επάνω, ο γιος του βασιλιά παρακάλεσε τον πατέρα του, να του δώσει την άδεια, να περιδιαβεί στο βασίλειο του και να γνωρίσει τους ανθρώπους του. Να δει τα «ατέτα» τους (τις συνήθειες τους δηλαδή). Να μάθει πολλά πράγματα και να κυβερνήσει κι εκείνος σαν τον πατέρα του, όμορφα!
Ο βασιλιάς του έδωσε την άδεια και ένα σακούλι με λίρες και τον «επροβόδωσεν»…
Το βασιλόπουλο για να μην τον γνωρίσουν φόρεσε «λώματα» (ρούχα δηλαδή) χωριάτικα. Κρέμασε στη μέση του ένα σπαθί και βγήκε στο δρόμο. Στις δύο ημέρες, πήγε  σε μία πολιτεία και είδε πως ένας άνθρωπος έγραφε πάνω σε κομμάτια χαρτιού. δυο τρία λόγια και τα πετούσε στη θάλασσα. Τον πλησίασε και τον καλημέρισε. «Καλώς το βασιλόπουλο!» απάντησε ο γέροντας. Ο νεαρός θαύμασε και τον ρώτησε...
- «Πώς γνωρίζεις που είμαι βασιλόπουλο;»
- «Εγώ ξέρω του καθενός την τύχη!» είπε ο γέρος...
Έβγαλε τότε το βασιλόπουλο και του έδωσε ένα φλουρί και ο γέροντας, πρόβλεψε:
- «Σε ένα χωριό που θα πας, θα βρεις ένα εφτάχρονο κορίτσι άρρωστο, που θα την πάρεις για γυναίκα σου»!

Ξαναθαύμασε την ικανότητα του γέροντα το βασιλόπουλο και έβαλε στο νου του να πάει να βρει το κορίτσι και να το σκοτώσει! Γιατί άρρωστη γυναίκα δεν ήθελε να πάρει. Αφού γύρισε αρκετά χωριά, κάποτε έφτασε μουσαφίρης και στο χωριό που του ‘χε πει ο γέρο-μάντης. Οι οικοδεσπότες που τον δέχθηκαν στο σπίτι τους, ήταν άνθρωποι γελαστοί και φιλόξενοι! Μα τόσο πολύ φτωχοί που… «πεντικός απέσ’ ’ς οσπίτ’ν ατούν ’κ ελευρούτον». Δηλαδή και το ποντίκι νηστικό έμενε στο σπίτι αυτό, μιας κι ούτε καν αλεύρι δεν μπορούσε να βρει, για να φάει. Τους λυπήθηκε το βασιλόπουλο και έβγαλε και τους έδωσε ένα φλουρί κι αυτοί πήγαν κι αγόρασαν «το κάλλος του Θεού» κι έφαγαν και διασκέδασαν.
Εκεί που έτρωγαν ακούσανε μια φωνή:
- «Μάνα, φέρε μου λίγο νερό».
Ρώτησε ο νέος ποιος τους φώναξε κι εκείνοι του είπαν πως είχαν μια κόρη, που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο. Πως ήταν εφτά χρονών, πολύ άρρωστη και δεν πέθαινε να σωθούνε! Το βασιλόπουλο κατάλαβε αμέσως πως αυτή ήταν η τύχη του! Όπως το είχε προβλέψει ο γέρος μάντης. Έτσι έβαλε στο νου, να τη σκοτώσει!
Τη νύχτα, όταν κοιμήθηκαν οι γονείς του κοριτσιού, σηκώθηκε κρυφά, κοίταξε και είδε πως σε μια κούνια μέσα κοιμάται ένα «μεχλέντς, άρρωστο και νεραξίαν». Ένα μικρό άρρωστο σίχαμα δηλαδή. Σήκωσε το σπαθί του και το κάρφωσε στου μωρού την κοιλιά. Φοβούμενος τις συνέπειες, έφυγε τρέχοντας. Ξεχνώντας τα φλουριά, κάτω από το μαξιλάρι του.

Ο Θεός όμως δεν ξέχασε το πλάσμα του και το μαχαίρι «επήγεν εξώφυλλα» (δεν κατόρθωσε να επιφέρει το θάνατο της). Καθώς το κορίτσι είχε στην κοιλιά του μια άσχημη πληγή, σύρθηκε κι έτρεξαν από μέσα αίματα και φαρμάκια μαζί. Πήρε ανάσα και «εκούηξεν»:
- «Μάνα έλα, κάτ’ έπαθα»!
Έτρεξαν οι γονείς της και βρήκαν το μαχαίρι. Τους είπε τότε η κοπέλα πως ένα παληκάρι το κάρφωσε στην κοιλιά της κι έτσι έτρεξαν έξω τα δηλητήρια κι έγινε καλά!  Κατάλαβαν πως ο μουσαφίρης το έκανε κι έτρεξαν στο δωμάτιο του. Μα εκεί βρήκαν μόνο τα φλουριά. Με τις λίρες που βρήκαν έχτισαν ένα μεγάλο χώρο φιλοξενίας. Όποιος έφτανε στα μέρη τους, πήγαινε στον οντά τους! Έτρωγε, έπινε, κοιμόταν, τους ευχόταν και μετά έφευγε.  Όλος ο κόσμος άρχισε να συζητά το καλό που έκαναν. Ήταν καλό Χριστιανικό, που ούτε ο βασιλιάς το έκανε!
Σαν το έμαθε ο βασιλιάς, στέλνει στο χωριό τον γιο του, να δει ποιος ήταν αυτός που έκανε τέτοιο «σοχρέτ»! Θεοφιλές έργο δηλαδή. Όταν έφθασε εκεί ο γιος του βασιλιά, είδε μια όμορφη και χιλιέμορφη κοπέλα να κάθεται στο μπαλκόνι και να κεντά ένα μαντήλι. Από την ομορφιά της έλαμπε σαν τον ήλιο και την αγάπησε αμέσως!
Κάθησε λίγες ημέρες στον τόπο εκείνο κι έπειτα γύρισε και ζήτησε από τον πατέρα του να στείλει προξενητάδες και να τον αρραβωνιάσουν με την κοπέλα που αγάπησε. Τι να έκανε κι ο βασιλιάς; Εκπλήρωσε το χατίρι του γιου του κι έστειλε τον έμπιστο του άνθρωπο και αρραβώνιασε το γιο του με την κοπέλα και στις 40 ημέρες επάνω, έκαναν και τη «χαρά».

«Ντο καιρόν ντό επαρεθέκαν άτ’ς» (όταν βρεθήκαν μόνοι, θα λέγαμε σήμερα εμείς) ο νεαρός είδε τη «σύχναν», το σημάδι δηλαδή του μαχαιριού, στης κοπέλας την κοιλιά. Την παρακάλεσε να του πει πως έγινε και είχε τέτοιο σημάδι επάνω της. Η κοπέλα «σιφτέν ’κ εθέλεσεν» (στην αρχή δεν θέλησε), αλλά μετά τα παρακάλια, του είπε πως ένας κλέφτης πήγε κι έμεινε κάποτε στο σπίτι τους κι εκείνος τη μαχαίρωσε. Αλλά ο Θεός την λυπήθηκε και κακό δεν έπαθε! Μοναχά τα δηλητήρια που την κρατούσαν άρρωστη έτρεξαν έξω κι έτσι έγινε καλά...
Τότε ο νεαρός, έπεσε στα χέρια της και της είπε πως εκείνος έκανε το κακό και «εψαλάφεσεν συγχώρησιν» και έζησαν καλά και ευτυχισμένα! Έτσι βγήκε και ο λόγος που λέει:

«Ο Θεός ντό γράφτ’ 'κι απογράφκεται»


Μετάφραση: Λένα Σαββίδου

Τα Χριστούγεννα του Μολλά Μουσταφά στην Τραπεζούντα

Τα Χριστούγεννα του Μολλά Μουσταφά στην Τραπεζούντα

 
Μια πραγματικά συγκινητική μαρτυρία
Χριστούγεννα στην Τραπεζούντα
Δεν ήταν ούτε 30 χρόνων η Δέσποινα όταν έχασε τον Σάββα, τον άνδρα της, και έμεινε χήρα με το τρίχρονο παιδάκι της, τον Νίκο. Ο μακαρίτης ήταν καλός άνθρωπος και χρυσός νοικοκύρης. Με τις δυο λίρες (216 γρόσια) μισθό που έπαιρνε, ζούσε την γυναίκα και το παιδάκι του, χωρίς να τους στερήσει τίποτε. Οικονόμος ο ίδιος, καλή νοικοκυρούλα η γυναίκα του, τα βόλευαν μια χαρά, σε βαθμό που η γειτονιά τους παίρναγε και για πλούσιους!
Είχαν έξι χρόνια παντρεμένοι. Την βραδιά που θα γιόρταζαν την επέτειο των γάμων τους, έφεραν τον Σάββα νεκρό στο σπίτι του. Τη στιγμή που πλήρωνε τον μανάβη, για τα φρούτα που αγόρασε, γονάτισε ξαφνικά και ξεψύχησε πάνω στο δρόμο. Τρέξαν οι καλοί άνθρωποι και φέραν γιατρό. Μα ήταν περιττό. Είχε πάθει συγκοπή. Ο γιατρός δεν είχε να κάνει τίποτε. Την άλλη μέρα τον θάψανε στην Ελεούσα.
Με τα 216 γρόσια που έπαιρνε το μήνα ο Σάββας, δεν ήταν δυνατό ν’ αφήσει τίποτα κατά μέρος. Έπειτα ήταν τόσο νέος και γερός, που δεν μπορούσε να σκεφθεί τον θάνατο. Η χήρα και τ’ ορφανό μείνανε έτσι αναπάντεχα, από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς κανένα πόρο ζωής. Όταν τέλειωσαν όλες οι θλιβερές διατυπώσεις της κηδείας, και την νύχτα της ίδιας ημέρας, έφυγε από το χαροκτυπημένο σπίτι και η τελευταία πονόψυχη γειτόνισσα, η Δέσποινα έμεινε μόνη, κοντά στο παιδάκι της, που είχε αποκοιμηθεί νωρίτερα, για να σκεφθεί όλη την τραγωδία που άρχιζε, για κείνη και για το μικρό της. Και πράγματι ήταν τραγική η θέση της κακομοίρας!
Δεν είχε κανένα συγγενή, ούτε δικό της, ούτε απ’ την πλευρά του μακαρίτου, στην Τραπεζούντα όπου ζούσαν. Ορφανοί και οι δυο, άφησαν και ο ένας και η άλλη το χωριό τους, κάπου εκεί στην περιφέρεια της Αργυρουπόλεως, όταν ήταν παιδιά. Με τα χρόνια τους ξέχασαν και οι λίγοι μακρινοί συγγενείς τους, όπως δεν τους θυμούνταν κι αυτοί. Η μοίρα το θέλησε να γνωρισθούν μέσ’ στη μεγάλη πολιτεία. Αγαπήθηκαν και πάρθηκαν.
Τ’ αφεντικό του μακαρίτου, από ευσπλαγχνία, είχε αναλάβει όλα τα έξοδα της φτωχικής κηδείας και η γυναίκα του, σαν επέστρεψαν απ’ το νεκροταφείο, ξεμονάχιασε τη Δέσποινα και της έδωσε 300 γρόσια.
- Αυτά είναι απ’ τους μισθούς του σχωρεμένου. Σου τα στέλνει ο άντρας μου.
Στην πραγματικότητα ήταν ελεημοσύνη, γιατί ο μισθός εκείνου του μηνός ήταν πληρωμένος.
Η χήρα δεν βγήκε απ’ το σπίτι της, σύμφωνα με το συνήθειο του τόπου, ως την ημέρα του μνημόσυνου. Σαράντα μέρες!

Όλο αυτό τον καιρό την βασάνιζε η μοναδική σκέψη... Πώς να ζήσει το παιδάκι της, πώς να το μεγαλώσει και πώς να το μορφώσει. Όπως το ήθελε και το ονειρεύονταν ο μπαμπάς του, μα κι η ίδια. Μπορούσε βέβαια να ξενοδουλέψει, μα σε ποιόν ν’ αφήσει το μωρό; Ευτυχώς ήξερε «κέντημα», ήξερε και να πλέκει, ακόμη και να ράβει. Είχε και τη ραπτομηχανή της. Πήρε την απόφαση. Θα δούλευε σπίτι της, κοντά στο παιδί της.
Έτσι η χήρα, η Δέσποινα, δουλεύοντας 15 και 20 ώρες το μερόνυχτο, μεγάλωσε τον Νίκο της. Ήταν η χαρά, η περηφάνια και η παρηγοριά της. Δεν έλειψαν οι τύχες και οι ευκαιρίες. Ήταν όμορφη και προκομμένη η Δέσποινα. Της έγιναν πολλές προξενιές τα πρώτα χρόνια. Μάλιστα ένας χήρος, που γύρισε απ’ τη Ρωσία πολύ πλούσιος, την ζήτησε επίμονα. Μα η Δέσποινα δεν ήθελε να δώσει πατριό στο παιδί της και δεν μπορούσε να δώσει και το μικρότερο κομμάτι απ’ την καρδιά και τη ζωή της, σε άλλη ύπαρξη. Όλα τα είχε για το μονάκριβο της!


Πέρασαν δέκα χρόνια...

Η εντατική και πολύωρη δουλειά, τ’ ατέλειωτα ξενύχτια και η έλλειψη της πιο στοιχειώδους ανάπαυσης, την γεράσανε πρόωρα την Δέσποινα. Πολλές φορές της έφευγε η βελόνα απ’ το χέρι ή σταματούσε η ραπτομηχανή, γιατί το χέρι δεν είχε την δύναμη να γυρίζει τον μικρό γυαλιστερό της τροχό. Την βοηθούσε ο Νίκος σ’ αυτό, σαν βρισκόταν κοντά της. Ανησυχούσε η δύστυχη η μάνα. Έβλεπε πως δεν έβγαζε πια δουλειά όπως πρώτα. Λιγόστευαν οι «πρόσοδοι», ενώ απ’ την άλλη μεριά περίσσευαν τα έξοδα, γιατί το παιδί μεγάλωνε κι εκείνη δεν ήθελε να του στερήσει τίποτε.
Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, άρχισαν ν’ αδυνατίζουν τα μάτια της. Κάθε μήνα και χειρότερα. Έβαλε γυαλιά, μα δεν την βοηθούσαν κι αυτά, όσο έπρεπε στη λεπτή της δουλειά. Όταν ο Νίκος έγινε 16 χρονών και πήγαινε στην προτελευταία τάξη του Γυμνασίου, η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο. Η Δέσποινα δεν μπορούσε να περάσει την κλωστή στη βελόνα, ούτε και με τα γυαλιά!
Θέλησε να ξενοδουλέψει. Δούλα, πλύστρα, μα δεν την άκουγαν τα πόδια της. Την σακάτεψαν οι ρευματισμοί. Γέρασε πρόωρα!
Όταν κάποια καλή της γειτόνισσα την συμβούλεψε να βγάλει τον Νίκο απ’ το Γυμνάσιο (κι ας ήταν ο πρώτος σ’ όλα τα μαθήματα) και να τον βάλει σε δουλειά, για να τα βολέψουν, η Δέσποινα (που δεν την άκουσε ποτέ κανείς να πει κακό λόγο κανενός) της μίλησε απότομα και την έδιωξε σχεδόν απ’ το σπίτι της.
- Ακούς εκεί, να βγάλει τον Νίκο απ’ το σχολειό!


Δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατο του αντρός της...

Άρχισε η Δέσποινα να ξεπουλάει τα λίγα κοσμήματα που είχε. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, σταυρό. Ύστερα ένα δυο χαλιά. Τελευταία την ραπτομηχανή, που αν και της ήταν άχρηστη, δεν μπορούσε να την αποχωρισθεί. Δεν χωρίζεται κανείς ένα σύντροφο είκοσι χρόνων, τόσο εύκολα! Κάποτε σώθηκαν και τα χρήματα απ’ τη μηχανή. Πουλήθηκε και το «σαμοβάρι», για ν’ αγοραστεί το ύφασμα για τη μαθητική στολή του Νίκου.
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και το παιδί δεν είχε «στολή» σαν κι εκείνη την ομοιόμορφη που είχαν οι συμμαθητές του, κι όλα γενικά τα παιδιά του Γυμνασίου. Το ύφασμα αγοράστηκε, μα έλειπαν τα ραφτικά. Αυτό τό ξερε μόνον η Δέσποινα, μα δεν ήταν δυνατό να πικράνει το παιδί της, αφήνοντας το δίχως νέο κουστούμι τις γιορτές.
Έπρεπε με κάθε τρόπο να βρεθούν τα χρήματα. Έπρεπε να πουληθεί πάλι κάτι. Μα τι, που δεν είχε απομείνει τίποτε σχεδόν στο σπίτι;
- Τίποτε; Και το χρυσό ρολόι του μακαρίτη, με τη χρυσή καδένα;
- Α! Όλα κι όλα! Το ρολόι δεν θα το πουλούσε ποτέ! Όταν τ’ αγόρασε ο Σάββας της είχε πεί: «Αυτό θα το χαρίσω στον γιό μας, όταν θα τον αρραβωνιάσουμε!».
Πάντως έμειναν λίγες μέρες για τα Χριστούγεννα και το πράγμα δεν έπαιρνε αναβολή. Πήγε στον ράφτη. 80 γρόσια ήταν τα ραφτικά. Θα τα πλήρωνε όταν θα ‘παιρνε έτοιμο το κοστούμι. Σε τρεις μέρες έμπαινε στο σπίτι ο Νίκος χαρούμενος και περήφανος. Έτρεξε κι αγκάλιασε τη μάνα του.
- Μητερούλα μου, έκανα πρόβα, είναι έξοχο!


Παραμονή Χριστουγέννων

Όλη η Τραπεζούντα σκεπασμένη με χιόνι, που δεν έπαψε να πέφτει πυκνό. Ο Νίκος κοιμότανε ακόμη (χόρταινε ύπνο τώρα που είχαν διακοπές), όταν η Δέσποινα τυλιγμένη στο σάλι της, βγήκε απ’ το σπίτι και τράβηξε κατά την αγορά, περνώντας απ’ τα στενά σοκάκια του Αγίου Βασιλείου. Βρήκε τον Μολλά Μουσταφά τον ωρολογά στο εργαστήρι του. Στην πρόσοψη του, δίπλα στην πόρτα είχε ένα παράθυρο, όπου ήταν ακουμπισμένος από μέσα ο πάγκος της δουλειάς του. Ένα τενεκεδένιο μαγκάλι ζέσταινε όπως - όπως, το ιδιόρρυθμο εκείνο εργαστήρι.
- Καλώς την κυρα Δέσποινα! Τι κάνει το παλληκάρι σου;
Κάθησε η Δέσποινα κοντά στο μαγκάλι και ζεσταίνοντας τα παγωμένα χέρια της, λέει του Τούρκου:
- Μολλά Μουσταφά, ο μακαρίτης ο άντρας μου μούλεγε πως σ’ αγαπούσε σαν πατέρα και συ τον αγαπούσες σαν παιδί σου. Έτσι κι εγώ, όπως έμεινα έρμη με τ’ ορφανό μου, χωρίς κανένα συγγενή, ήρθα σε σένα για μια χάρη, που δεν μπορώ να την ζητήσω από κανένα Χριστιανό! Γιατί δεν θά θελα να μάθει κανείς το μυστικό μου…
- Σ’ ακούω, κυρα Δέσποινα, όπως θάκουγα την κόρη μου λέγε…
Η Δέσποινα έβγαλε απ’ τις δίπλες του ζωναριού της τ’ ρολόι με τη χρυσή του καδένα και τ’ άπλωσε του γέρου:
- Είναι τ’ ρολόι του Σάββα. Δεν θέλω να το πουλήσω. Μα έχω ανάγκη από χρήματα. Θέλω να στ’ αφήσω ενέχυρο, για μια λίρα.
Και του διηγήθηκε την ιστορία «της στολής» του Νίκου. Του είπε στο τέλος πως ήταν πρόθυμη να δώσει τον τόκο που θα ώριζε εκείνος.

Ο Μολλά Μουσταφάς την άκουσε τραβώντας το χοντρό του κομπολόι. Σηκώθηκε έπειτα, σκάλισε μέσ’ στο συρτάρι του πάγκου του και βγάζοντας 2 λίρες χρυσές, τις άπλωσε της Δέσποινας.
- Τ’ ρολόι αξίζει πολύ περισσότερα. Πάρε δυο λίρες, γιατί δεν θα χρειαστείς μόνο τα ραφτικά. Όσο για τον τόκο, να μη γίνεται λόγος. Μόνη σου το είπες. Τον Σάββα τον αγαπούσα σαν παιδί μου.
Πήρε τ’ ρολόιμε την καδένα και το κλεισε στο ίδιο συρτάρι απ’ όπου έβγαλε τις λίρες. Η Δέσποινα τον ευχαρίστησε κι ετοιμάστηκε να φύγει.
- Μια στιγμή, της λέγει ο Μολλάς. Θα σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη.
- Σ’ ακούω, Μολλά Μουσταφά.

Ο Τούρκος σηκώθηκε και στάθηκε με την πλάτη μπρος στην πόρτα, με τρόπο που να μη μπορεί να την ανοίξει κανείς απ’ έξω.
- Άκου, κόρη μου! Πρώτα θέλω να μ’ ορκιστείς στην ψυχή του Σάββα, πως θα κρατήσεις μυστικό αυτό που θα σου πω. Μπορείς;
- Στην ψυχή του Σάββα; Ορκίζομαι, είπε κατηγορηματικά η Δέσποινα.
- Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου. Άκουσε τώρα. Απόψε τη νύκτα… ίσως τα μεσάνυχτα, θα στείλω σπίτι σου μια γυναίκα με το κοριτσάκι της. Πρέπει να πάνε μ’ εσένα και τον Νίκο μαζί στην εκκλησία. Είναι Χριστούγεννα και πρέπει να κοινωνήσουν…
- Δεν είν’ απ’ εδώ;
-Μη με ρωτάς! Άφησε να τελειώσω. Μετά την μετάληψη, θα τις πάρετε μαζί στο σπίτι σου. Θα φύγουν πάλι την νύχτα. Όποιος σε ρωτήσει ποιες είναι, θα πεις πως είναι γνωστές σας από το χωριό ή από κάποια άλλη πολιτεία.
- Μα, αφού ορκίστηκα, γιατί δεν μου λες ποιες είναι;
Ο Μολλά Μουσταφάς δεν απάντησε αμέσως. Άνοιξε την πόρτα, έριξε μια ματιά έξω στο δρόμο. Ξανάκλεισε και ακούμπησε και πάλι με την πλάτη στην πόρτα και μίλησε:
- Κυρα Δέσποινα. Η γυναίκα που θα σου 'ρθεί είναι η κόρη μου και το κοριτσάκι της είναι η εγγονή μου! Για να καταλάβεις πόσο είναι επικίνδυνο αυτό που θα γίνει, μάθε πως ο άντρας της, ο γαμπρός μου, είναι ο γιουζπασής ο Σελίμ, Τούρκος - Μουσουλμάνος. Μένουν στα Πλάτανα. Τις έφερα εδώ για μια βδομάδα στο σπίτι μου, για τα Χριστούγεννα.
- Θεέ μου! Ξέφυγε σαν κραυγή τρόμου, η επίκληση αυτή, απ’ το στόμα της Δέσποινας.
- Αν φοβάσαι, δεν θα έρθουν, λέει με χαμηλή φωνή ο Μολλά Μουσταφάς.
- Όχι όχι, να έρθουν! Φώναξε η Δέσποινα και τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα.

Δακρύζει και ο Μολλάς, και ξεκολλάει από την πόρτα, τραβά και κάθεται δίπλα στο μαγγάλι, χωρίς να πει τίποτε άλλο.
Σηκώνεται η Δέσποινα. Πρωτού ν’ ανοίξει την πόρτα, ρωτάει με σιγανή φωνή:
- Πώς είν’ τ’ όνομα της;
- Η κόρη μου Μαρία, η κορούλα της Άννα. Εκείνες ας κοινωνήσουν. Εγώ θα κάνω Χριστούγεννα με «τ’ αντίδωρο» που θα μου φέρουν.
Δυο ώρες απ’ τα ξημερώματα τράβηξαν για την εκκλησία η Δέσποινα με την Μαρία και την οκτάχρονη Άννα. Ο Νίκος, με την καινούργια του στολή, τους συνόδευε. Ήταν ακόμη άδεια η εκκλησία. Οι γυναίκες ανέβηκαν στον «γυναικωνίτη» και έπιασαν την πιο απόμερη σκοτεινή γωνιά. Με το τέλος της λειτουργίας κατέβηκαν, κοινωνήσαν και επέστρεψαν στο σπίτι, κρύβοντας το πρόσωπο κάτω απ’ το σάλι τους. Όπως έκανε όλος ο κόσμος το παγωμένο εκείνο πρωινό…


Πέρασαν δέκα χρόνια από κείνα τα Χριστούγεννα

Πέθανε σ’ αυτό το διάστημα ο Μολλά Μουσταφάς. Πέθανε και ο Σελίμ, ο γαμπρός του. Σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. 23 χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατο του Σάββα, η Δέσποινα έδωσε το χρυσό τ’ ρολόι με την καδένα του, στον γιό της τον Νίκο! Την ημέρα που τον στεφάνωνε με την Άννα, την εγγονή του Μολλά Μουσταφά... :)

ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ ΣΤON ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ



ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ ΣΤON ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ

ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΑΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 



Παιδικά χρόνια, ονειρεμένα χρόνια !!!
Θα κάνω μία αναδρομή, 50 περίπου χρόνια πίσω, εκεί γύρω στο 1970, στα χρόνια των πατεράδων, παππούδων και προπαππούδων κατά περίπτωση, για την καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων, μέσα στα βαριά καιρικά φαινόμενα, σαν τα σημερινά αλλά και ακόμα χειρότερα.
Τα σπίτια ήταν μικρά, χωρίς καμία μόνωση, πλινθόκτιστα, από κιρπίτσια δηλαδή από πλίνθους από χώμα και αποξηραμένους στην ήλιο, χωρίς ψήσιμο, όπως είναι τα τούβλα. Ο σουβάς κι αυτός από λάσπη με άχυρο, που δεν αντέχει στην έκθεση στη βροχή και την υγρασία.Μέσα τα 1-2 δωμάτια με ταβάνι όχι από σανίδια, αλλά από καλάμια από σκούπες, σοβαντισμένα κι αυτά με λάσπη.


Σπίτι παλιότερης εποχής με κιρμπίτσια .
Η βασική θέρμανση ήταν η σόμπα και μάλιστα η μικρή στενόμακρη. Ως καύσιμη ύλη στα χωριά της περιοχής Ροδοπόλεως είχαν κλαδιά από δέντρα, ψιλά. Κάποιοι από τους πιο πλούσιους αγόραζαν καυσόξυλα από χωρικούς που έρχονταν με τα ΄΄αμάξια΄΄ τους (κάρα) φορτωμένα σε μεγάλο ύψος.
Μπορεί ο νους σας να πηγαίνει στα καυσόξυλα που αγοράζουμε σήμερα, κομμένα και σχισμένα στο επιθυμητό μέγεθος. Τα ξύλα που έφερναν ήταν ΄΄κουτούκια΄΄, δηλαδή ρίζες από βελανιδιές, ακανόνιστου μεγέθους και σχήματος. Οι αγοραστές έπρεπε να τα σχίσουν με το τσεκούρι ή και με διάφορους καμάδες (=σφήνες), δουλειά χρονοβόρα και πολύ κουραστική.

Η κυριότερη όμως καύσιμη ύλη για την πλειονότητα των ανθρώπων ήταν τα ΄΄καλάμια΄΄. Πολλά άτομα, κυρίως οι νεότεροι, δεν γνωρίζουν τι ήταν αυτά τα καλάμια. Ήταν ο κορμός του σκουπόχορτου, το οποίο καλλιεργούταν σχεδόν αποκλειστικά στα καμποχώρια της περιοχής. Απέραντες εκτάσεις κάλυπταν τον κάμπο, πυκνοφυτεμένα και σε ύψος 2,5-3 μέτρων, σχηματίζοντας απέραντα αδιαπέραστα δάση, όπως θα τα θεωρούσε ένας επισκέπτης που θα τα αντίκριζε για πρώτη φορά. Έκοβαν και επεξεργάζονταν, τον κορμό, τα καλάμια ύψους περίπου 2 μέτρων τα έδεναν σε δεμάτια. Τα μετέφεραν στην αυλή του σπιτιού τους και τα στοίβαζαν σχηματίζοντας πολλές μικρές καλύβες, έτσι που να καλύπτεται το εσωτερικό τους για να μην βρέχονται τα καλάμια.
Το χειμώνα, όταν το κρύο ήταν τσουχτερό, άναβαν οι σόμπες και ένα άτομο, κυρίως ο παππούς, αναλάμβανε το ρόλο του τροφοδότη. Καθισμένος δίπλα στη σόμπα έπαιρνε μια χούφτα καλάμια από ένα δεμάτι που είχε εκεί κοντά του, τα έσπαζε σε μικρά κομμάτια μήκους 40 εκατοστών περίπου και τα έχωνε μέσα στη σόμπα. Αυτά καίγονταν πολύ γρήγορα, έδιναν πολλή φλόγα αλλά λίγη θερμότητα και ως να ετοιμαστεί η άλλη ΄΄χεριά΄΄, καίγονταν. Η έλλειψη όμως ικανοποιητικής θέρμανσης υπερκαλυπτόταν από την οικογενειακή αγάπη και θαλπωρή που θέρμαινε τις καρδιές των ανθρώπων εκείνα τα χρόνια.



Πηγάδι με τσικρίκι και γούρνα για τα ζώα.
Το νερό εκείνες τις εποχές ήταν πολύτιμο και γι’ αυτό και γινόταν και σχετική οικονομία. Για τις ανάγκες του σπιτιού σε πόσιμο νερό, μετέβαινε η μάνα μας στο πηγάδι, φορτωμένη με μια λαγήνα, στάμνα, αμολούσε το τσικρίκι (=μαγγάνι) και μετά γυρνώντας το, ανέβαζε επάνω τον γεμάτο κουβά, που στην περίπτωση αυτή ήταν δεμένος με αλυσίδα, τοποθετούσε στα χείλη της λαγήνας το χωνί και σιγά σιγά το έριχνε μέσα. Έβαζε το στούπωμα (=πώμα ) στη λαγήνα, που ήταν συνήθως από παρτσάλ(ι) (=κουρέλι) πεπιεσμένο, κρεμούσε τον κουβά στο τσικρίκ(ι) και τοποθετώντας τη λαγήνα στον ώμο ερχόταν στο σπίτι. Όταν όμως χρειαζόταν νερό για πλύσιμο ή μαγείρεμα, μετέφερε συνήθως με δύο κουβάδες, σε δυο και τρεις διαδρομές και γέμιζε το καζάνι και την μπακίρα . Πώς να μην θεωρείται λοιπόν πολύτιμο το νερό, αφού χρειαζόταν τόσος κόπος για την απόκτησή του !!!



Για τα ζώα, που στην δική μας περίπτωση ήταν ένα ζευγάρι αγελάδες, η εύρεση του πόσιμου νερού ήταν ακόμα πιο δύσκολη. Μέσα στο κρύο , στα χιόνια και στους πάγους, τα μεταφέραμε στην άκρη του χωριού, στο ποτάμι.


Γύρω στο 1970 για τις καθημερινές ανάγκες σε νερό τοποθετήσαμε μια τουλούμπα





Τα χιόνια εκείνα τα χρόνια ήταν πολλά και οι θερμοκρασίες πολύ χαμηλές. Θυμάμαι μια χρονιά που έριξε πάρα πολύ χιόνι, τόσο, που οι αυλές των σπιτιών ήταν καλυμμένες σε μεγάλο ύψος. Η πρώτη δουλειά του πατέρα μας το πρωί, όταν αντίκρισε το χιόνι, ήταν να ανοίξει μονοπάτια προς το αχούρι, όπου ήταν τα ζώα, προς την τουαλέτα που εκείνα τα χρόνια ήταν υπαίθρια αλλά και προς το δρόμο, για να υπάρχει μετακίνηση. Μάλιστα στο δρόμο που ήταν μπροστά στο σπίτι μας, με τη βοήθεια και του ανέμου, το χιόνι ήταν τόσο πολύ, που δεν φαίνονταν τα σπίτια της γειτονιάς. Για να περάσουμε από εκεί φτιάξαμε ένα τούνελ, που για μας τα παιδιά ήταν το ένα μαγικό παιχνίδι.
Το χιόνι το απολάμβαναν πρώτα τα σκυλιά. Έβλεπες να τρέχουν σαν τρελά μέσα στο χιόνι, να κυλιούνται κάτω, να γαυγίζουν και καταλάβαινες ότι ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι.



Τα σκυλιά απολαμβάνουν το χιόνι.
Φυσικά ακόμα πιο διασκεδαστικά ήταν για εμάς τα παιδιά. Για να προστατευτούμε από το κρύο ήμασταν πολύ καλά ντυμένοι φορώντας στο κεφάλι τη μάλλινη κουκούλα και κάποιοι λίγοι τυχεροί με γάντια στα χέρια, μάλινο παντελόνι και τσουράπια τα οποία είχε πλέξει με τις σακοράφες η μάνα μας.
Συγκεντρωνόμασταν στο σπίτι μας και ριχνόμασταν σε άγριο χιονοπόλεμο. Οι κραυγές από τον πόνο της χιονόμπαλας, που την σφίγγαμε για να γίνει συμπαγές και επομένως να πονάει, ανακατευόταν με τα γέλια και τα χάχανα. Οι μύτες κατακόκκινες, τα πόδια μουσκεμένα, και τα χέρια παγωμένα, αλλά η χαρά και το γέλιο απερίγραπτα.



Χιονάνθρωπος.
Όταν μετά από πολλή ώρα επερχόταν η κόπωση, ξεκινούσε το φτιάξιμο χιονάνθρωπου. Όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά συμμετείχαν στην κατασκευή, που συνήθως γινόταν πολύ μεγάλος για να εντυπωσιάζει με το μέγεθός του. Για την διευκόλυνση της κατασκευής δινόταν στάση καθιστή. Έτσι έφτιαχναν το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια, ενώ τα μάτια , τη μύτη και το στόμα τα έβαφαν με κάρβουνο για να είναι έντονα τα χαρακτηριστικά. Λόγω του ψύχους, πάγωνε, σταθεροποιούταν και έμεινε άθικτος επί πολλές ημέρες.
Προς το βραδάκι άρχιζε κατασκευή μιας γλίστρας. Στην ανατολική πλευρά της μεγάλης αυλής μας το έδαφος ήταν κατηφορικό. Συγκεντρώναμε το χιόνι, το πατούσαμε καλά με τα πόδια, φτιάχνοντας ένα διάδρομο, πλάτους περίπου μισού μέτρου και μήκους μέχρι τον φράχτη περίπου 30 μέτρων. Πετούσαμε από πάνω νερό, οπότε με την μεγάλη πτώση της θερμοκρασίας κατά τη νύχτα πάγωνε και γινόταν μία πίστα από πάγο.
Την άλλη ημέρα το πρωί άρχιζε το παιχνίδι. Φορούσαμε τα λαστιχένια παπούτσια, τα οποία από κάτω ήταν φαγωμένα, που τα κάναμε για χιονοπέδιλα στην γλίστρα. Ένας έμπαινε πρώτος, ο οδηγός του τρένου και οι άλλοι από πίσω, όλοι καθιστοί και πιασμένοι από τη μέση του προηγούμενου. Με το σύνθημα ΄΄τούτ!!! Το τρένο φεύγει !!! Ο συρμός αρχίζει να κατεβαίνει, γλιστρώντας περίτεχνα επάνω στη γλίστρα η ταχύτητα βαίνει αυξανόμενη, οι φωνές είναι ανακατωμένες με τα γέλια και στο τέρμα κατά κανόνα, λόγω της σύγκρουσης, γίνεται η ανατροπή, χωρίς θύματα, παρά μόνον με πολλή ευχαρίστηση. Αξέχαστα παιδικά παιχνίδια μέσα στη φύση, μέσα στο χιόνι, τον πάγο, τη βροχή !!! Η παντοτινή χαρά των παιδιών !!!
Τα αχούρια, οι στάβλοι δηλαδή των ζώων ήταν συνήθως κολλητά με το σπίτι. Στο δικό μας ήταν ένα στενόμακρο, που καθώς έτρεχαν τα νερά από τα λιωμένα χιόνια, σχημάτιζαν παγοκρυστάλλους, σαν λαμπάδες μήκους μέχρι δύο μέτρων. Τις κόβαμε, τις σπάζαμε , παίρναμε κομμάτια πάγου και τα γλείφαμε, όπως περίπου γλείφουν τα παιδιά της σημερινής εποχής τις γρανίτες κατά το καλοκαίρι. Εμείς δεν είχαμε παγωτά παρά μόνον χειμερινές γρανίτες. Και όμως νομίζω ότι ήταν πολύ νόστιμες!!!



Το ψωμί ήταν το βασικό στη διατροφή.
Το διαιτολόγιό μας ήταν φτωχό αλλά και πλούσιο σε θερμίδες. Κάθε πρωί ζεστό τραχανά ή γιοφκάδες, ή τσάι με ψωμί και λίγες ελιές όταν υπήρχαν.Φαγητά με όσπρια, κυρίως φασόλια, αλλά και ρεβίθια, φακές, πατάτες, πράσα, λάχανο, τουρσί λάχανο, τουρσί ντομάτες, αλλά το κυριότερο, ένα είδος καβουρμά, φτιαγμένο από κρέας γουρουνιού, ενώ για λάδι χρησιμοποιούσαν τη λίγδα, λίπος δηλαδή του γουρουνιού λιωμένο. Το ψωμί φτιαγμένο από τα χέρια της νοικοκυράς και το μόνο στην επιθυμητή ποσότητα, ενώ τα άλλα τρόφιμα ήταν πάντα σε μετρημένη ποσότητα.
Τα παιδιά, μεταξύ παιχνιδιού και εργασίας, συμπλήρωναν το διαιτολόγιό τους με … ψημένα σπουργίτια.
Όταν έριχνε χιόνι, τα σπουργίτια γύριζαν απελπισμένα από αυλή σε αυλή, περιμένοντας να πέσουν κάποια ψίχουλα από κάποιο τραπέζι ή να περισσέψει κάποιος σπόρος από τις κότες για να τον αρπάξουν. Τα παιδιά εκμεταλλεύονταν αυτήν την αδυναμία των σπουργιτιών.
Παίρναμε μια σκάφη που ήταν εκείνα τα χρόνια ξύλινη σκαλιστή σε χοντρό ξύλο και χρησίμευε για το πλύσιμο των ρούχων. Την τοποθετούσαμε στην αυλή, πάνω στο χιόνι, βάζοντας και ένα ξύλο για να στέκεται στερεωμένη με το κοίλο μέρος στραμμένο προς τα κάτω. Το ξύλο που στήριζε την σκάφη το δέναμε με ένα μακρύ σχοινί και το άπλωναμε μέχρι το σπίτι μας. Παράλληλα πετούσαμε λίγους σπόρους από σιτάρι, κ.λ.π. έξω από την σκάφη και πολλούς κάτω από την σκάφη.



Αυτή η σκάφη θα πιάσει πολλά σπουργίτια !!!

Τα σπουργίτια, νηστικά όπως ήταν, έτρεχαν κοπαδιαστά και έτρωγαν τους σπόρους. Δεν αργούσαν να μπουν και κάτω από την σκάφη. Εμείς που παρακολουθούσαν κρυμμένα μέσα από το σπίτι, μόλις γέμιζε από κάτω η σκάφη, τραβούσαμε το σχοινί, έπεφτε η σκάφη και εγκλώβιζε από κάτω τα σπουργίτια, τα οποία χτυπιούνταν κάτω από τη σκάφη.
Τρέχαμε με φωνές και χώναμε προσεκτικά τα χέρια μας, προσπαθώντας να τα συλλάβουμε. Αρκετά βεβαίως έβρισκαν την ευκαιρία και απελευθερώνονταν. Ακολουθούσε το άναμμα της φωτιάς σε κάποιο απομακρυσμένο μέρος, κυρίως στα αλώνια, και το ψήσιμο του εδέσματος.
Το πρωί που πήγαιναμε στο σχολείο, κουβαλώντας απο 2 ξύλα  κάθε μαθητής και μέσα στην σάκα μας είχαμε και ένα κομμάτι ψωμί και ένα κουτάλι,, εκεί ανάμεσα στα τετράδιά μας και στο βιβλίο μας. Λέω βιβλίο μας γιατί είχαμε ένα μόνο βιβλίο, το ΄΄Αναγνωστικόν΄΄, κι αυτό ξεχαρβαλωμένο από την πολυχρησία, καθώς μεταβιβαζόταν από αδελφό σε αδελφό και από γειτονόπουλο σε γειτονόπουλο.
Μόλις λοιπόν φτάναμε στο σχολείο, πηγαίναμε και παίρναμε μέσα από το τώλ το κατσαρόλι τους που ήταν κρεμασμένο σε καρφί. Ήταν από αλουμίνιο και επάνω είχε χαραγμένο το όνομά μας για να το αναγνωρίζουμε. Μετά μπαίναμε στις γραμμές και όταν φτάναμε μπροστά στο μεγάλο καζάνι μας έβαζαν μια κουτάλα γάλα, ένα κομματάκι κασέρι και ένα κομματάκι βούτυρο, Έτριβαμε μέσα στο γάλα το ψωμί και με το κουτάλι απολαμβάναμε το ζεστό πρωινό μας.''


Μη βιάζεστε, όλοι θα πάρετε συσσίτιο !!!
Όταν έλιωναν τα χιόνια, παρατηρούνταν πλημμυρικά φαινόμενα γέμιζαν από νερό τα ρέματα. Σχεδόν σε κάθε δρόμο σχηματιζόταν ένα μικρό ρέμα, συνήθως ορμητικό, που δυσκόλευε τις μετακινήσεις των κατοίκων. Έξω απο το χωριό, ήταν το ποτάμι, που εκείνη την εποχή γινότανε ορμητικό, δημιουργώντας ακόμη πιο πολλά προβλήματα στους κατοίκους. Αλλά και στις άκρες των δρόμων, παρά την επίπεδη επιφάνεια του κάμπου, δημιουργούνταν διάφορα ρυάκια.
Αυτά τα νερά χρησιμοποιούσαν τα παιδιά, για να βάλουν τις γνωστές βάρκες τους, φτιαγμένες από χαρτί που το δίπλωναν περίτεχνα. Όμως γρήγορα τα νερά παρέσυραν τη βάρκα ή τη βούλιαζαν κάτω από την ορμή τους.

Πολλά ακόμη θα μπορούσα να αναφέρω για τα κρύα, τα χιόνια, τις δυσκολίες και τις στερήσεις των ανθρώπων της παλιότερης εποχής. Θα πρέπει όμως οι νεότεροι να γνωρίσουν και οι παλιότεροι να συνειδητοποιήσουν πως οι βιοποριστικές δυσκολίες καθώς και οι δυσκολίες της καθημερινότητας δεν εξαφάνιζαν την ζεστασιά των ανθρώπινων σχέσεων, τη χαρά, το γέλιο, τη θαλπωρή και οικογενειακή τους ευτυχία. Κι αυτό αποτελεί μάθημα και οδηγό για όλους μας στους σημερινούς απρόβλεπτους και χαλεπούς καιρούς !!!




Οι περισσότερες από τις εικόνες αντλήθηκαν από το διαδίκτυο.