Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΑΛΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΑΛΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

ΠΑΛΙΑ ΟΙΚΙΑΚΑ ΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ.

ΠΑΛΙΑ ΟΙΚΙΑΚΑ ΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ.Παλιά οικιακά σκεύη του χωριού.





Η Γκαζόλαμπα

Τώρα, θα απορήσουν πολλοί, και με το δίκιο τους και μπορεί να αναρωτηθούν τι είναι αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία, αλλά όσοι μένουν με την απορία θα είναι σίγουρα κάτω από 50
Το επίκαιρο αντικείμενο του θέματος, αυτή η «Γκαζόλαμπα» μάλλον τούς είναι άγνωστη, εκτός κι’ αν την είδαν κρεμασμένη σε κάποιο καρφί στο πατρικό τους σπίτι και στην ερώτησή «τι το θέλουμε αυτό;» πήραν την απάντηση: «άστην εκεί,μπορεί να χρειαστεί άμα κοπεί του ρεύμα» και εκεί έμεινε η απορία τους.

Για τους μη γνωρίζοντες λοιπόν αυτό το παράξενο γυάλινο αντικείμενο είναι μια συνταξιούχος πλέον Γκαζόλαμπα, από εκείνες τις πάλαι ποτέ γνωστές και απαραίτητης συσκευές σε κάθε σπίτι.

Έτσι από το ράφι του σπιτιού μας κοιτάζει με απορία, αναπολώντας σίγουρα τα μεγαλεία και τις στιγμές που έζησε πριν να την παραμερίσει η πρόοδος. Τότε που ήταν απαραίτητη σε γλέντια και ξενύχτια σε αρραβώνες και γάμους σε προξενιά και νυχτέρια, και σε στιγμές μεγαλείου που έζησε ως μάρτυρας με υψωμένη τη φλόγα στα νυχτερινά γεννητούρια και στο «αφαλόκομμα» και με χαμηλωμένη τη φλόγα και ακόμα και σβηστή, στην πρώτη και σε πολλές επόμενες νύχτες στα νιόπαντρα ζευγάρια.

Η Γκαζόλαμπα ήταν η μόνη πηγή φωτός κατά τη νύχτα στο χωριό, και μ’ αυτήν φεγγόμασταν τη νύχτα, μ’ αυτήν διαβάζαμε και συντροφιά μ’ αυτήν με κατεβασμένο το φιτίλι και τη φλόγα χαμηλωμένη-να μη κάψει πολύ πετρέλαιο-μέχρι να μας πάρει ο ύπνος. Τότε κοιμόμασταν από τις 10 και όχι μόλις τελειώσει το Survivor ή το The Voice!

Η Γκαζόλαμπα μας συντρόφεψε χρόνια και χρόνια, αφού ήταν η μοναδική πηγή φωτισμού. Μ' αυτήν διαβάζαμε τις νύχτες, γράφαμε τα μαθήματά μας, κι’ αυτή την Γκαζόλαμπα βρίσκαμε να μας περιμένει χαμηλωμένη στο τραπέζι δίπλα στο σκεπασμένο πιάτο με το φαγητό, όταν αργούσαμε να γυρίσουμε σπίτι.

Δεν μπορούσες βέβαια να σηκώσεις το φιτίλι πολύ και να υπερθερμάνεις με τη φλόγα το λαμπογυάλι γιατί αυτό το λαμπογυάλι ήταν το ευαίσθητο σημείο της Γκαζόλαμπας. Ήταν το μόνο που μπορούσε εύκολα να σπάσει και τρέχα στον μπακάλη να πάρεις άλλο, και όσες φορές έσπαγε πως τύχαινε πάντα νάναι νύχτα και άντε να βρεις. Έτσι σε παρόμοιες δύσκολες περιπτώσεις, καταφεύγαμε στα γκαζοκάντηλα και κεριά και αν δεν υπήρχε λόγος σοβαρός να κυκλοφορήσουμε εντός και ιδίως «εκτός» σε στάβλους ή προς «ανάγκην» περιοριζόμασταν στο σκοτάδι μέχρι να ξημερώσει. Σημειωτέον η τουαλέτα βρισκόταν έξω από το σπίτι. Την επισκεπτόσουν ακόμα και με -10 βαθμούς. "Ανεπανάληπτα" χρόνια.

Βέβαια η εναλλακτική λύση ήταν η δεύτερη Γκαζόλαμπα που πάντα υπήρχε στα περισσότερα σπίτια, αλλά το λαμπογυάλι, πάντα ήταν το κατεξοχήν αντικείμενο που το χειρίζονταν και το καθάριζαν με πολλή προσοχή. Στην Γκαζόλαμπα συνέβαιναν και «ατυχήματα» από το σπάσιμο και την ολική απώλεια, μέχρι το ξεκόλλημα της «μηχανής».

Βέβαια για να λειτουργήσει η Γκαζόλαμπα και να αποδώσει τη μέγιστη δυνατότητά της έπρεπε το λαμπογυάλι να είναι καθαρό, και κάθε μέρα το έπλεναν με σαπουνάδα, και όταν ήταν πολύ μουντζουρωμένο, το καθάριζαν με ένα πανί που έβαζαν μέσα, και το στριφογύριζαν μέχρι να γίνει λαμπίκος.

Υπήρχε όμως και ένα μοναδικό «μέτρο ασφαλείας» θα το έλεγα για το λαμπογυάλι, και δεν ήταν τίποτα άλλο, από ένα πιαστράκι που το έβαζαν στην πάνω μεριά του λαμπόγυαλου, ένα πιαστράκι απ’ αυτά που συγκρατούν οι γυναίκες τα μαλλιά τους, και τόβαζαν για να εμποδίσει την ξαφνική υπερθέρμανση και να αποφύγει το μοιραίο σπάσιμο.

Δεν είναι γνωστή η Γκαζόλαμπα στους νεότερους, αλλά αυτή η ταπεινή λάμπα, σημάδεψε μια εποχή, αφού δεν υπήρχε τα χρόνια εκείνα τίποτα άλλο για να μπορείς να βλέπεις, να διαβάζεις, να κεντάς, να πλέκεις, να κάνεις τις δουλειές στο σπίτι τη νύχτα, να σε συντροφεύει στα ξενύχτια και στα νυχτέρια.

Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να γράψεις και να διαβάσεις, ακόμα και να δεις.

Και από όσο θυμάμαι, στο Δημοτικό, με την Γκαζόλαμπα διάβαζα, και μ’ αυτήν έγραφα. Μέχρι που πριν από 50 περίπου χρόνια, ήρθε το ρεύμα στο χωριό και οι λάμπες κρεμάστηκαν στο καρφί γιά πάντα.

Το λες, αναμνήσεις; Το λες, καλές εποχές; Το λες, δύσκολες εποχές; Όπως κι αν το πεις, οι θύμησες άλλοτε σε πληγώνουν και άλλοτε σου θυμίζουν αμείλικτα, το πως και από που ξεκίνησες!

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

ΜΑΓΚΑΛΙ-ΤΖΑΚΙ-ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ

ΜΑΓΚΑΛΙ-ΤΖΑΚΙ-ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ

  Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόνα





Η θέρμανση του φτωχού.

Μη φανταστείτε πως το μέσο σπίτι διέθετε κεντρική θέρμανση όπως σήμερα. Βέβαια και στα σημερινά που τη διαθέτουν, διακοσμητική είναι, αφού το πετρέλαιο με την αύξηση της τιμής του έχει γίνει χρυσάφι!
Μαγκάλι, είναι ένα δοχείο για κάρβουνα, συνήθως με τη μορφή όρθιου ή κρεμαστού μπολ, τραπεζιού ή κουτιού, που χρησιμοποιείται για την καύση στερεών καυσίμων, συνήθως κάρβουνου. Κατασκευάζονταν από χαλκό, σίδηρο, μαντέμι, ακόμα και από πηλό. Το μαγκάλι παρείχε κυρίως θερμότητα, μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί και για το μαγείρεμα ή και για πολιτιστικές τελετές και εκδηλώσεις.
Το άναβε συνήθως η γιαγιά τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Το άναμμα γινόταν έξω από το σπίτι και όταν τα κάρβουνα ήταν έτοιμα το μετέφεραν μέσα κρατώντας το με προσοχή (για να μη καούν) από τα χερούλια. Μαζευόταν γύρω του τα παιδιά για να ζεσταθούν αλλά και για να ακούσουν κάποια ιστορία ή κανένα παραμύθι από τη γιαγιά. Η γιαγιά τα χρόνια εκείνα ήταν η σημερινή Wikipedia. Τα ήξερε όλα! 
Πάντως η θέρμανση με μαγκάλι ήταν φτηνή, χωρίς μεγάλη εμβέλεια αλλά και πολύ επικίνδυνη. Στη μέση του δωματίου έμπαινε το μαγκάλι με τα ξυλοκάρβουνα για αρχή και τον “πυρήνα” (μιά σκόνη από τα κουκούτσια της ελιάς). Δημιουργούσε χόβολη μέσα στην οποία έψηναν καφέ στο χάλκινο μπρίκι και επάνω από το μαγκάλι έψηναν που και που κανένα κοψίδι, καμιά ρέγκα ή φέτες ψωμί. Δυστυχώς όμως, αρκετές φορές τα “αχώνευτα” ξυλοκάρβουνα καίγονταν ελλιπώς, με αποτέλεσμα την έκλυση CO (μονοξειδίου του άνθρακα) σκοτώνοντας ολόκληρες οικογένειες! Όσοι το γνώριζαν, το έβγαζαν έξω από το σπίτι πριν πάνε για ύπνο.
Στις μέρες μας χρησιμοποιείται πολύ σπάνια. Το συναντάμε σε παραδοσιακά σπίτια ως διακοσμητικό στοιχείο σε κάποια γωνιά του σαλονιού.


...και έπεται συνέχεια για τις παλιές οικιακές συσκευές!

ΤΖΑΚΙ
Άναψε το τζάκι στο πατρικό σπίτι…η μάνα θα έχει ήδη ετοιμάσει τα πρώτα ξύλα..να μην χρειάζεται να βγαίνει μέσα στο κρύο…η πυροστιά θα είναι έτοιμη να ζεστάνει νερό αν χρειαστεί…ενώ τα κάρβουνα θα ψήσουν την πίτα που θα φτιάξει την Κυριακή με όλη εκείνη την μαεστρία που δεν την φτάνουν οι καλύτεροι μάγειροι του κόσμου…γλυκόπικρες αναμνήσεις…

Αφιερωμένο στη γυναίκα Αγρότισσα

 

Γυναίκα αγρότισσα: 
Δύο λέξεις με πολλαπλούς ρόλους. Η μεγάλη της προσφορά μοναδική, η αξία της διαχρονική, ο ρόλος της πολύπλευρος. Μητέρα, σύζυγος, νοικοκυρά, μαχητής της ζωής, πρωταγωνιστής της αγροτικής οικονομίας. Όλοι τιμούμε τη μάνα αγρότισσα. Όλες οι μάνες είναι ίδιες, αλλά η αγρότισσα μάνα έχει κάτι το διαφορετικό. Και όσοι έχουμε γεννηθεί από αγρότισσες μητέρες, σε δύσκολους καιρούς και σε καιρούς φτώχειας, το νιώθουμε καλύτερα. Η γυναίκα αγρότισσα ασκούσε ρόλο πολύπλευρο, σημαντικό και καίριο στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Εργαζόταν στο χωράφι αλλά και στο σπίτι. Στο βουνό και τον κάμπο. Στην παγωνιά και στον καύσωνα. Ανέτρεφε με πολλές δυσκολίες τα παιδιά της. Πάλευε για να προσφέρει σε όλους γύρω της. Σε καιρούς καλούς και σε καιρούς δύσκολους. Σε περιόδους ειρηνικές και σε περιόδους που η πατρίδα μας αγωνιζόταν για την ελευθερία μας….. Τιμούμε κι εμείς με τη σειρά μας τη γυναίκα αγρότισσα που εργάζεται σκληρά εδώ και αιώνες, στην αγροτοποιμενική κοινωνία,η σκλάβα της υπαίθρου,η γυναίκα που όργωσε με τα νύχια, έσπειρε και πότισε τη γη με δάκρυα,και θέρισε καρπούς,τον ιδρώτα της, στη φλεγόμενη καρδιά της αγροτικής γης…..

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΚΑΡΟ


ΤΟ ΚΑΡΟ

Το κάρο και οι καροποιοί της περιοχή μας.



Επαγγέλματα που είχαν άμεση σχέση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ήσαν του σιδερά, του πεταλωτή, του σαμαρά και του καροποιού-όλα εκτός του σιδερά, που πήρε άλλη τροπή, χάθηκαν με τον καιρό.
Ο σιδεράς είχε σχέση με τον καροποιό. Εξω από τα γεωργικά εργαλεία (τσάπες, φτυάρια, κασμάδες, δικράνια, τσουγκράνες), κατασκεύαζε και όλα τα μεταλλικά εξαρτήματα του κάρου, εκτός αν ο καροποιός ήταν και σιδεράς, οπότε στο εργαστήρι του αυτός κατασκεύαζε και τα μεταλλικά αυτά εξαρτήματα.
Στην περιοχή μας οι καλύτεροι καροποιοί ήσαν οι Θρακιώτες. Μπορεί στην πατρίδα να μην ήσαν καροποιοί, γνώριζαν όμως την τέχνη από τους παππούδες τους και στη δεκαετία του 1930 βάλθηκαν να κατασκευάζουν κάρα με μεράκι-απαραίτητο το κάρο στον γεωργό για τη μεταφορά κυρίως των αγροτικών προϊόντων στο σπίτι.
Κι αφού τα κατασκεύαζαν, στο τέλος τα έβαφαν και διάφορα χρώματα-κυρίως γαλάζιο και κόκκινο χρησιμοποιούσαν-και ζωγράφιζαν και γλάστρες με λουλούδια στα πλευρά τους, προπάντων στα αλογόκαρα με τέσσερις ή με δύο ρόδες, τις περίφημες σούστες.
Τα καροποιεία δούλευαν πολύ εκείνη την εποχή, γιατί οι ανάγκες για την κατασκευή ή για την επιδιόρθωση του κάρου ήσαν μεγάλες. Πως σήμερα περιμένεις σειρά να επιδιορθώσεις το αυτοκίνητό σου, έτσι και τότε από μήνες πριν έκανες την παραγγελία για κανούργιο κάρο ή για κάποια επιδιόρθωση στο παλιό. Οι νέοι σήμερα δεν γνωρίζουν τίποτε από τα κάρα και την τέχνη του καροποιού. Καλό όμως είναι να γνωρίζουν, για να κρίνουν πως κατόρθωσαν οι πρόγονοί τους, παππούδες και πατεράδες, να επιβιώσουν!
  


Να πως κατασκευάζονταν το κάρο: Ξεκινούσαν πρώτα από τις ρόδες. Στο τετράτροχο κάρο οι μπροστινές ρόδες είναι λίγο μικρότερες από τις πίσω, για να μπορεί το κάρο να γυρίζει στον τόπο πιο εύκολα-χρησιμεύουν ως τιμόνι. Το κεντρικό εξάρτημα της ρόδας είναι το κεφαλάρι. Στην αρχή δεν κατασκεύαζαν κεφαλάρια οι καροποιοί της περιοχής, έκαναν εισαγωγή, τα αγόραζαν έτοιμα. Μετά όμως έμαθαν και τα κατασκεύαζαν και οι ίδιοι. Πάνω στο κεφαλάρι με δώδεκα υποδοχές στηρίζονται οι δώδεκα ξύλινες ακτίνες, που οι καροποιοί τις έλεγαν παρμάκια. Τα παρμάκια ακτινωτά, άφηνα ίσες αποστάσεις ανάμεσά τους και προσαρμόζονταν ανά δύο σε έξι αψίδες ημικυκλικές, που προσαρμόζονταν κι αυτές η μία μες στην άλλη κι αποτελούσαν το ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Παρμάκια και αψίδες κατασκεύαζε ο ίδιος ο καροποιός με το πριόνι και το σκεπάρνι επάνω στο κούτσουρο.

Προσαρμοσμένα τα παρμάκια στο κεφαλάρι και στις αψίδες, αποτελούν ως σύνολο την ξύλινη ρόδα, τον τροχό του κάρου. Έπρεπε όμως ο ξύλινος αυτός κύκλος να επενδυθεί μ’ ένα σιδερένιο στεφάνι, που στη γλώσσα των καροποιών λέγεται ταμπάνι. Η διάμετρος του ταμπανιού έπρεπε να είναι ίση ή λίγο πιο μικρή από τη διάμετρο του ξύλινου τροχού.
Το ταμπάνι το θερμαίνανε σε φωτιά ώσπου να πυρωθεί, να κοκκινίσει. Τότε με τσιμπίδες, μεγάλες μασιές, το έπαιρναν δύο-τρεις άντρες και το έφερναν στην οριζοντιωμένη ξύλινη ρόδα, εφαρμοσμένη και βιδωμένη πάνω σε μια κατάλληλη σχάρα, κι εκεί με βαριοπούλες το χτυπούσαν να “καθίσει” στο ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Το ξύλο καίγεται εκείνη την ώρα από την επαφή του με το καυτό σίδερο κι ένας εργάτης χύνει νερό και σβήνει τη φωτιά. Κι όταν το ταμπάνι “καθίσει”, πιάνει τη ρόδα απ’ τις ακτίνες της ένας γεροδεμένος άντρας και μέσα από τους καπνούς που βγάζει ακόμα το ξύλο, τη “σβήνει” μέσα σε λάκκο με νερό που έχει εκεί δίπλα και το καυτό ακόμα σίδερο τσιτσιρίζει δυνατά, αλλά με τη συστολή περιβάλλει πια τη ρόδα γερά, για να αντέχει στη διαδρομή που θα κάνει στους κακοτράχαλους δρόμους. Ωστόσο στην επιφάνεια του ταμπανιού άφηναν τρύπες, για να το στερεώσουν στην ξύλινη ρόδα που σχημάτιζαν οι αψίδες.
Στο κέντρο του κεφαλαριού είναι σφηνωμένος σωλήνας από χυτό μαντέμι, που λέγεται πουριάς. Οι ρόδες ανά δύο στηρίζονταν σε δύο οριζόντιους σιδερένιους άξονες-τα άκρα τους έμπαιναν μέσα στον πουριά του κεφαλαριού και εκεί γύριζαν οι ρόδες με τη βοήθεια και του γράσου που ευκόλυνε την κίνηση, χωρίς τρίξιμο και τριβές φθοροποιές. Τους δύο σιδερένιους άξονες τους κάλυπταν με βάση ξύλινη, που στην κάτω πλευρά της είχε αυλακιά, για να “κάθεται” πάνω στον άξονα και να δένει μαζί του με λάμες σιδερένιες και με βίδες. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση “κάθεται” το σκαμνί με τα κάθετα γιαστίκια-τα γόλε-αριστερά και δεξιά, ένα στον άξονα με τις δύο μπροστινές ρόδες κι ένα στις πίσω. Το κάθε σκαμνί έχει και μία τρύπα, την καβίλια, για να περνάει από την αρχή η ουρά του κάρου και να φτάνει στις πίσω ρόδες και να προεξέχει περίπου ογδόντα εκατοστά.
Κατασκεύαζε μετά ο καροποιός στο πίσω μέρος ξύλινη βάση με τις ψαλίδες δεξιά και αριστερά, που στερεώνονταν στην ουρά. Μπροστά είχε το τιμόνι, που με την ζεύλα ενώνεται με τον ζυγό, που τον έφερναν τα ζώα (βόδια ή βουβάλια) στον τράχηλό τους. Τέλος, τοποθετούσαν την κάσα με στρωτές, χονδρές σανίδες κάτω και στα πλαϊνά-στηρίζονταν στα γιαστίκια-αρκετά ευρύχωρη, για να σηκώνει τη μεταφερόμενη σοδειά ή ό,τι άλλο ήθελε να κουβαλήσει ο γεωργός.
   


Υπήρχε μεγάλη ποικιλία κάρων, ως τροχοφόρα μεταφορικά μέσα όπως:
Ο Αραμπάς, (Βοιδάμαξα), πρόκειται για κάρο με δυο ρόδες συμπαγείς το οποίο σέρνονταν από δυο βόδια και χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων.
Η Σούστα, πρόκειται για κάρο με δυο ρόδες που την έσερνε ένα άλογο.
Το Διπλόκαρο (των καραγκούνηδων), πρόκειται για κάρο με τέσσερις ρόδες που το έσερναν δύο άλογα.
Η Νταλίκα πρόκειται για μακρόστενο κάρο με τέσσερις ρόδες, που το έσερνε ένα μεγάλο άλογο και χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά εμπορευμάτων συνήθως μέσα στην πόλη.
Άμαξα, πρόκειται για περίτεχνο ιππήλατο κάρο με τέσσερις ρόδες και με μεγάλη ποικιλία τύπων όπως: το Γαΐλι, το Παϊτόνι, , καθώς και τύποι που ήρθαν από την Ευρώπη όπως τα Λαντό, η Βικτώρια κ.α. Οι άμαξες χρησιμοποιούνταν συνήθως για κοσμικές, αστικές μετακινήσεις και μεταφορές μέσα στην πόλη.


  

Στη δεκαετία του 60 άρχισε σταδιακά η αντικατάσταση του κάρου από το γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) με πλατφόρμα και αλέτρια. Έτσι, αντικαταστάθηκε όχι μόνο το κάρο για τις μεταφορές, αλλά και το ζευγάρι για το όργωμα και τη σπορά των χωραφιών.
Όσοι από εμάς έχουν ζήσει σε χωριό και έχουν προσωπικές εμπειρίες, αναπολούν συχνά με νοσταλγία τα παιδικά τους χρόνια με τα κάρα. Τότε που ξυπόλητοι τρέχαμε να σκαρφαλώσουμε κρυφά σε κάθε διερχόμενο κάρο. Τότε που επιθυμούσαμε ν’ ανεβούμε στο κάρο και να παίξουμε το ρόλο του οδηγού. Σήμερα τα κάρα αποτελούν μουσειακό και διακοσμητικό είδος. Συχνά συναντούμε ολόκληρα κάρα ή κομμάτια από αυτά ως στοιχείο διακοσμητικό σε αυλές, σε κήπους αλλά και σε σπίτια ή καταστήματα., για να θυμίζουν την ιστορία της οικογένειας.


Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΚΑΙ Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ

ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΚΑΙ Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΞΥΛΙΝΑ


 Αλμεχιέρ': Ξύλινος κουβάς για το άρμεγμα των ζώων.
Βαρέλα: Βαρέλια από ξύλο. Χρησίμευαν για τη φύλαξη του βουτύρου (βουτυροβάρελον), για μυζήθρα (μιντζοβάρελον) καθώς και για τη φύλαξη άλ­λων ρευστών υλικών.
Γαβάνα: Δοχεία με κυκλικά τοιχώματα, πλατύτερα στην κορυφή με σκέπασμα εφαρμοστό. Έβαζαν σ' αυτά συνήθως το βούτυρο.
Εγδίν: Ξύλινο γουδί με γουδοχέρι. Μ' αυτό κοπάνιζαν συνήθως σκόρ­δο.
Ζούμωτρον ή ζύμωτρον: Ξύλινη σκάφη για το ζύμωμα.
Καρσάνα: Στρογγυλές λεκάνες, σε πολλά μεγέθη, που τις χρησιμοποι­ούσαν για διάφορες δουλειές, όπως ζύμωμα, πλύσιμο χόρτων και λαχα­νικών κτλ.
Κενέσ' ή κενέτσ' ή κουτάλ': Μεγάλη ξύλινη κουτάλα για το ανακάτεμα και το σερβίρισμα του φαγητού.
Κοβλάκα: Δοχεία στρογγυλού σχήματος με χερούλι ή δίχως (τα χωρίς χε­ρούλι τα έλεγαν καλιστέρα), συνήθως με πυθμένα πρόσθετο και στεφάνη στα χείλη. Σ' αυτά τοποθετούσαν Βούτυρο, γάλα, γιαούρτι κτλ.
Κοσκίνα: Τα κόσκινα, που διαχωρίζονταν σε είδη, ανάλογα με την κατα­σκευή και τον προορισμό τους (φασούλι κοσκίν', αλεύρι κοσκίν', κορκοτί κοσκίν' κτλ.).
Κούφας: Οι ξύλινοι κουβάδες.
Κρεατοκούρ': Χονδρό σανίδι πάνω στο οποίο τεμάχιζαν το κρέας.
Ξυλλάγγ': Μεγάλο ξύλινο επίμηκες δοχείο, μέσα στο οποίο χτυπούσαν το ξύγαλαν (γιαούρτι) για να βγάλουν το βούτυρο. Το έλεγαν και δουρβάνιν ή δουρβάν. Ξύλινο τανακούταλον: Για τη μετάγγιση του τάν' από ένα δοχείο σ' άλλο.
Πινάκ': Ξύλινος δίσκος όπου έβαζαν το ψωμί, κομμένο σε φέτες. Τον το­ποθετούσαν στο τραπέζι κατά τη διάρκεια του γεύματος.
Πινακωτή: Ξύλινο σκεύος επίμηκες με χωρίσματα όπου τοποθετούσαν τα ψωμιά αμέσως ΓΥ το ζύμωμα και τα μετέ φιάλη για ξίδι και διάφορα ποτά.
Στακάν: Γυάλινο ποτήρι ποτού (από το ρωσικό stacτο να γυρίζονται απ' την άλλη μεριά φαγητά όπως οι ομελέτες (κλωστοτήγανον: από το κλώσιμον).
Κουκούμια: Χάλκινες στάμνες που μετέφεραν μ' αυτές νερό, μέσα και σης οποίες το ζέσταιναν. Λακάνα: Λεκάνη χάλκινη σε διάφορα μεγέθη και για διάφορες χρήσεις.
Λαχανοκούταλον: Τρυπητή κουτάλα. Μαστραπά: Μεγάλο χάλκινο ποτήρι νερού. Μαχαίρα: Τα μαχαίρια του φαγητού.
Ξύστρα: Ξύστρα με λαβή, συνήθως φτιαγμένη από σίδερο. Μ' αυτήν έξυ­ναν το πλαϊνό μέρος απ' το ζύμωτρο για να ξεκολλήσουν τη ζύμη (ζουμάρ'). Μ' αυτήν ακόμη γύριζαν τα λαβάσα για να ψηθούν κι από την άλ­λη πλευρά.
Παλτάς: Ο μπαλντ κουτάλια.
Ψαροσάνιδον: Χονδρό σανίδι, πάνω στο οποίο καθάριζαν και τεμάχιζαν τα μεγάλα ψάρια
 ΓΥΑΛΙΝΑ Σισσιά: Γυάλινη φιάλη για ξίδι και διάφορα ποτά.
Στακάν: Γυάλινο ποτήρι ποτού (από το ρωσικό stacan = ποτήρι).
Καυκίν: Φλιτζάνι του καφέ ή ποτήρι ποτού.
 ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ Βέτρα: Κουβάς μετάλλινος για την άντληση και για τη μεταφορά νερού. Δίλαβον: Ρηχή χύτρα με δύο λαβές και σκέπασμα.
Δίλαβον χαλκόν: Καζάνι μεγάλο με δύο λαβές.
Εμπροσπά: Σιδερένιος τρίποδας πάνω στον οποίο τοποθετούσαν σκεύη του μαγειρέματος (π.χ. σάτζ'). Εσγάρα η σγάρα: Σχάρα από λαμαρίνα (απ' το αρχαίο ουσ. εσχάρα = εστία).
Ιμπρίκ': Χάλκινη μικρή κανάτα που τη χρησιμοποιούσαν για το νίψιμο.
Ισκιρά: Βαθύ χάλκινο τάσι στο οποίο έβαζαν γάλα, γιαούρτι ή ζουμερά φαγητά όταν ήθελαν να τα μεταφέρουν.
Κεφκίρ ή σιρκέτσ': Το τρυπητό, σουρωτήρι.
Κλωστοτήγανον: Τηγάνι με τοιχώματα ψηλά, λαδή και καπάκι (στραφτάρ'). Γύρω γύρω απ' τη στεφάνη είχε χείλια ώστε να ταιριάζει ακριβώς σ' αυτά το σκέπασμα. Το καπάκι του χρησίμευε στο να γυρίζονται απ' την άλλη μεριά φαγητά όπως οι ομελέτες (κλωστοτήγανον: από το κλώσιμον). Κουκούμια: Χάλκινες στάμνες που μετέφεραν μ' αυτές νερό, μέσα και σης οποίες το ζέσταιναν. Λακάνα: Λεκάνη χάλκινη σε διάφορα μεγέθη και για διάφορες χρήσεις.
Λαχανοκούταλον: Τρυπητή κουτάλα. Μαστραπά: Μεγάλο χάλκινο ποτήρι νερού.
Μαχαίρα: Τα μαχαίρια του φαγητού. Ξύστρα: Ξύστρα με λαβή, συνήθως φτιαγμένη από σίδερο. Μ' αυτήν έξυ­ναν το πλαϊνό μέρος απ' το ζύμωτρο για να ξεκολλήσουν τη ζύμη (ζουμάρ'). Μ' αυτήν ακόμη γύριζαν τα λαβάσα για να ψηθούν κι από την άλ­λη πλευρά.
Παλτάς: Ο μπαλντάς.
Παρχάτσ': Μεταλλικό δοχείο με χερούλι για τη μεταφορά φαγητού, νε­ρού κτλ. σε απόσταση.
Περόνα: Τα πιρούνια.
Πηγέλον: Κουβάς από λαμαρίνα με χερούλι για τη μεταφορά νερού.
Ρεντέ: Τρίφτης από λαμαρίνα.
Σατούρ' ή σατίρ': Μεγάλο, βαρύ και πλατύ μαχαίρι με το οποίο τεμάχιζαν το κρέας.
Σάτζ' ή σάτσ': Δίσκος κυρτός, τις περισσότερες φορές φτιαγμένος από λαμαρίνα. Πάνω του έψηναν λαβάσα, φύλλα ζύμης κτλ. ενώ άναβε από κάτω φωτιά. Για να μειώσουν τη δύναμη της φωτιάς και να μην καίγονται τα φαγητά, εσαχτάρωναν το σάτστα ολ. το άλεαν φαγητκάτω φούρνο.
Κεραμίδα: Κεραμίδες, πάνω στις οποίες έψηναν τα ψάρια στο φούρνο.
Λαγήνα: Πήλινες στάμνες που χρησίμευαν για τη μεταφορά του νερού. Όταν είχαν δύο λαβές λέγονταν "διλαβήτσας", ενώ όσες είχαν λεπτό λαι­μό λέγονταν και "χαλχανίστρας", σε μεγάλα σινία απίθωναν τα φαγητά. Έβαζαν τα σινιά πά­νω σε χαμηλούς τρίποδες και έτρωγαν, καθισμένοι κατάχαμα γύρω γύρω.
Σιρπόσια: Χάλκινα Βαθιά πιάτα με σκέπασμα και χείλη για να κουμπώνει ακριβώς το καπάκι που χρησίμευε στο να διατηρούνται ζεστά τα φαγητά μέχρι να καταναλωθούν.
Ταβά: Χάλκινη κασσιτερωμένη κατσαρόλα, ρηχή, με μεγάλη επιφάνεια Βάσης. Είχε στα πλάγια χερούλια και υπήρχε σε διάφορα μεγέθη.
Τσάινικα: Τα τσαγερά.
Τανοκούταλον: Κουτάλα ειδική για τη μεταφορά του τάν' από ένα δοχείοσ' άλλο.
Ταψίν ή τεψίν: Δίσκος χάλκινος που πότε είχε και πότε δεν είχε χείλη. Κατασκευαζόταν σε διάφορα μεγέθη και χρησίμευε για το ψήσιμο των γλυκών και των φαγητών στο φούρνο. Ταψίν έλεγαν και το δίσκο με τον οποίο κερνούσαν τους επισκέπτες.
Τένζερη ή τεντζερέ: Χάλκινη χύτρα σε διάφορα μεγέθη. Μαγείρευαν διάφορα φαγητά σην τεντζερέ. Τζοβζέ ή τζοζβέ: Σκεύος για την παρασκευή του καφέ (μπρίκι).
Τέτσια: Χάλκινα δοχεία κασσιτερωμένα όπου φυλάσσονταν οι καβουρμάδες.
Χαρατσοτήγανον ή τηγάν': Ήταν χάλκινο τηγάνι και παρασκεύαζαν σ' αυτό το χαράτσωμα, δηλ. το καρύκευμα (π.χ. έκαιγαν λάδι ή βούτυρο μαζί με κρεμμύδι) για ορισμένα φαγητά, όπως τανωμένον σιρβά.
Χαλκέρ ή χαβάν: Χάλκινο γουδί με το γουδοχέρι.
 Χαλκόν: Το καζάνι. Αν είχε χερούλια στα πλάγια, το έλεγαν δίλαβον. Σ' αυτό έβραζαν νερό για την πλύση και έκαναν φαγητά σε μεγάλες πσότητες για γάμους, μνημόσυνα κτλ. Σ' αυτό, επίσης, έβραζαν τα ρετσέλια, τις μαρμελάδες κτλ.
Χελβανή: Σκεύος χάλκινο με καπάκι και χείλη πεπλατυσμένα. Ο κορμός της ήταν λίγο διαφορετικός από του τεντζερέ.
Χεροχάλκ': Το έφτιαχναν οι χαλκωματάδες σε διάφορα μεγέθη και ήταν το κύριο μαγειρικό σκεύος. Σ' αυτό μαγείρευαν τα σουρβάδας, τα λάχανατα όσπρια και άλλα φαγητά. Το ονόμαζαν έτσι, γιατί έμοιαζε με καζάνι (χαλκόν) και είχε λαβή για να πιάνεται. Αντί σκεπάσματος, χρησιμοποιούσανμια ειδική σανίδα. Το χαλκοπούλ' ήταν επίσης σκεύος ιδίου σχήματος μόνο που ήταν αρκετά μικρότερο, γι' αυτό και το χρησιμοποιούσαν οι ολίγομελείς οικογένειες.
Χουλάρα: Τα κουτάλια.
 ΠΗΛΙΝΑ Γκουδέτσα ή κιουβέτσια: Αγγεία από πηλό, πλατιά και σε διάφορα μεγέθη, στα οποία έψηναν φαγητά στο φούρνο. Κεραμίδα: Κεραμίδες, πάνω στις οποίες έψηναν τα ψάρια στο φούρνο. Λαγήνα: Πήλινες στάμνες που χρησίμευαν για τη μεταφορά του νερού. Όταν είχαν δύο λαβές λέγονταν "διλαβήτσας", ενώ όσες είχαν λεπτό λαι­μό λέγονταν και "χαλχανίστρας", προφανώς απ' το θόρυβο που δημι­ουργείται απ' την εκροή του νερού απ' το στόμιο. Λαγηνόπα, αποκαλού­σαν τα μικρά πήλινα σταμνάκια.
Λακάνας: Πήλινες λεκάνες.
Μελιτολάηνον: Πήλινο βαθύ δοχείο, βερνικωμένο, κυρίως για μέλι (μελιτοδοχείο).
 Πουλούλι: Μεγάλο πήλινο δοχείο αλειμμένο εσωτερικά κι εξωτερικά με καθαρή πίσσα. Διατηρούσαν σ' αυτό γαλακτοκομικά, στύπα κτλ.
Προζυμερόν: Μικρό δοχείο όπου φυλασσόταν το προζύμι για το επόμε­νο ζύμωμα. Μάλιστα, για να μην κολλάει στα τοιχώματα το ζυεύη του μαγειρέματος (π.χ. σάτζ').
Εσγάρα η σγάρα: Σχάρα από λαμαρίνα (απ' το αρχαίο ουσ. εσχάρα = εστία).
Ιμπρίκ': Χάλκινη μικρή κανάτα που τη χρησιμοποιούσαν για το νίψιμο.
Ισκιρά: Βαθύ χάλκινο τάσι στο οποίο έβαζαν γάλα, γιαούρτι ή ζουμερά φαγητά όταν ήθελαν να τα μεταφέρουν.
Κεφκίρ ή σιρκέτσ': κάνη μέσα στην οποία έλιωναν με χλιαρό νε­ρό τα τσορτάνα για να κάνουν το τανοσίρβ' (τα τσορτάνια ήταν σβόλοι από πασκιτάν' ή υλιστόν, στεγνωμένοι στον ήλιο).
Φλιντζάνα: Τα φλιτζάνια του καφέ που τα 'λεγαν επίσης και "ποτήρα τη καβάς".

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΞΥΛΟΦΟΥΡΝΟΣ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΞΥΛΟΦΟΥΡΝΟΣ
Ξυλόφουρνος στο χωριό

Δεν πάνε και τόσα πολλά χρόνια που το μόνο μέσο θέρμανσης στα σπίτια αλλά και για την παρασκευή του φαγητού ήταν το ξύλο...
Σήμερα θα μιλήσουμε για τους φούρνους ξύλων, που ήταν βασικό σημείο σε κάθε σπίτι, ειδικά στα χωριά και την επαρχία μας.



Για την κατασκευή του μαζεύονταν όλοι οι γείτονες για να βοηθήσουν:

Τα κύρια υλικά κατασκευής τους κοκκινόχωμα, άχυρο, σπασμένα κεραμίδια και σπασμένα τούβλα... απλά υλικά δηλαδή.
Κατασκευαστής;; Μα όλοι ήξεραν να φτιάχνουν έναν φούρνο: άντρες μα και γυναίκες..
Μέσα σε μια μέρα στηνόταν ο φούρνος με την συμμετοχη όλων, άλλος έχτιζε, άλλοι πατούσαν το κοκκινόχωμα με το άχυρο για να γίνει πηλός, άλλοι κερνούσαν κρασί, μεζεδάκια και ότι άλλο είχε το φτωχικό τους, ένα μικρο πάρτι, η πανηγύρι θα λέγαμε σήμερα.
Τις επόμενες μέρες όταν είχε στεγνώσει λίγο ο πηλός και στεκόταν πλέον ο φούρνος στα...πόδια του, τον άναβαν....
Αρχικά με ξερόκλαδα  και κληματόβεργες αφού ζεσταινόταν αρκετά, άρχιζαν να πέφτουν και τα χοντρά ξύλα, και τα κούτσουρα....
Με αυτόν τον τρόπο στέγνωνε ο πηλός και ψηνόταν ο φούρνος αρχικά.....
Όταν τα χείλη της μπουκαρόπορτας του φούρνου άσπριζαν ήταν η ένδειξη ότι ο φούρνος ήταν έτοιμος.
Συνήθως το πρώτο φαγητό που έμπαινε μέσα για ψήσιμο ήταν κρέας με πατάτες στον φούρνο, για να αποζημιωθούν όλοι όσοι συμμετείχαν στην κατασκευή του...
Για το ανάμα του φούρνου τις επόμενες φορές αρκούσαν 2 δεμάτια ξερόκλαδα, τόσο απλά.
Σχετική εικόνα

Το δεξί χέρι κάθε νοικοκυράς για την παρασκευή φαγητού άλλα και για το ψωμί του σπιτιού....
Αλήθεια υπήρχε σπίτι που δεν έκανε το δικό του ψωμί;;

Περάσαν τα χρόνια όμως και ο ηλεκτρισμός παραγκώνισε τον ξυλόφουρνο, οι φούρνοι εγκαταλελειμμενοι έπεσαν -γκρεμίστηκαν η τους χαλάσαμε εμείς γιατί ήταν μπανάλ για τα χρόνια μας...
Όμως ακόμα και σήμερα όταν μυρίσω ψωμί ή φαγητό στον ξυλόφουρνο, τότε αμέσως ξαναγυρίζουν γεύσεις στην μνήμη μου που δεν είναι ικανή καμία ηλεκτρική κουζίνα να μας δώσει!!
Τα τελευταία χρόνια, ειδικά με την οικονομική κρίση, ο κόσμος κατάλαβε το λάθος του και επιστρέφει δειλά- δειλά στην παράδοση του ξυλόφουρνου....
Η εικόνα ίσως περιέχει: φαγητό

Άντε επιτέλους να ξαναγεμίσουν αρώματα και γεύσεις οι γειτονίες στις επαρχίες μας.
Όταν τα χέρια ήξεραν να ζυμώνουν το ψωμί
Το τίμιο ψωμί της οικογένειας ζύμωσαν τα άγια χέρια της γυναίκας, μάνας…
και δύο στρογγυλά κουλούρια για τα παιδιά της.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΨΩΜΙ 

Από την σπορά μέχρι την τελική του μορφή.

TAXIDIOTHS