Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

ΜΑΓΚΑΛΙ-ΤΖΑΚΙ-ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ

ΜΑΓΚΑΛΙ-ΤΖΑΚΙ-ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ

  Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόνα





Η θέρμανση του φτωχού.

Μη φανταστείτε πως το μέσο σπίτι διέθετε κεντρική θέρμανση όπως σήμερα. Βέβαια και στα σημερινά που τη διαθέτουν, διακοσμητική είναι, αφού το πετρέλαιο με την αύξηση της τιμής του έχει γίνει χρυσάφι!
Μαγκάλι, είναι ένα δοχείο για κάρβουνα, συνήθως με τη μορφή όρθιου ή κρεμαστού μπολ, τραπεζιού ή κουτιού, που χρησιμοποιείται για την καύση στερεών καυσίμων, συνήθως κάρβουνου. Κατασκευάζονταν από χαλκό, σίδηρο, μαντέμι, ακόμα και από πηλό. Το μαγκάλι παρείχε κυρίως θερμότητα, μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί και για το μαγείρεμα ή και για πολιτιστικές τελετές και εκδηλώσεις.
Το άναβε συνήθως η γιαγιά τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Το άναμμα γινόταν έξω από το σπίτι και όταν τα κάρβουνα ήταν έτοιμα το μετέφεραν μέσα κρατώντας το με προσοχή (για να μη καούν) από τα χερούλια. Μαζευόταν γύρω του τα παιδιά για να ζεσταθούν αλλά και για να ακούσουν κάποια ιστορία ή κανένα παραμύθι από τη γιαγιά. Η γιαγιά τα χρόνια εκείνα ήταν η σημερινή Wikipedia. Τα ήξερε όλα! 
Πάντως η θέρμανση με μαγκάλι ήταν φτηνή, χωρίς μεγάλη εμβέλεια αλλά και πολύ επικίνδυνη. Στη μέση του δωματίου έμπαινε το μαγκάλι με τα ξυλοκάρβουνα για αρχή και τον “πυρήνα” (μιά σκόνη από τα κουκούτσια της ελιάς). Δημιουργούσε χόβολη μέσα στην οποία έψηναν καφέ στο χάλκινο μπρίκι και επάνω από το μαγκάλι έψηναν που και που κανένα κοψίδι, καμιά ρέγκα ή φέτες ψωμί. Δυστυχώς όμως, αρκετές φορές τα “αχώνευτα” ξυλοκάρβουνα καίγονταν ελλιπώς, με αποτέλεσμα την έκλυση CO (μονοξειδίου του άνθρακα) σκοτώνοντας ολόκληρες οικογένειες! Όσοι το γνώριζαν, το έβγαζαν έξω από το σπίτι πριν πάνε για ύπνο.
Στις μέρες μας χρησιμοποιείται πολύ σπάνια. Το συναντάμε σε παραδοσιακά σπίτια ως διακοσμητικό στοιχείο σε κάποια γωνιά του σαλονιού.


...και έπεται συνέχεια για τις παλιές οικιακές συσκευές!

ΤΖΑΚΙ
Άναψε το τζάκι στο πατρικό σπίτι…η μάνα θα έχει ήδη ετοιμάσει τα πρώτα ξύλα..να μην χρειάζεται να βγαίνει μέσα στο κρύο…η πυροστιά θα είναι έτοιμη να ζεστάνει νερό αν χρειαστεί…ενώ τα κάρβουνα θα ψήσουν την πίτα που θα φτιάξει την Κυριακή με όλη εκείνη την μαεστρία που δεν την φτάνουν οι καλύτεροι μάγειροι του κόσμου…γλυκόπικρες αναμνήσεις…

Αφιερωμένο στη γυναίκα Αγρότισσα

 

Γυναίκα αγρότισσα: 
Δύο λέξεις με πολλαπλούς ρόλους. Η μεγάλη της προσφορά μοναδική, η αξία της διαχρονική, ο ρόλος της πολύπλευρος. Μητέρα, σύζυγος, νοικοκυρά, μαχητής της ζωής, πρωταγωνιστής της αγροτικής οικονομίας. Όλοι τιμούμε τη μάνα αγρότισσα. Όλες οι μάνες είναι ίδιες, αλλά η αγρότισσα μάνα έχει κάτι το διαφορετικό. Και όσοι έχουμε γεννηθεί από αγρότισσες μητέρες, σε δύσκολους καιρούς και σε καιρούς φτώχειας, το νιώθουμε καλύτερα. Η γυναίκα αγρότισσα ασκούσε ρόλο πολύπλευρο, σημαντικό και καίριο στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Εργαζόταν στο χωράφι αλλά και στο σπίτι. Στο βουνό και τον κάμπο. Στην παγωνιά και στον καύσωνα. Ανέτρεφε με πολλές δυσκολίες τα παιδιά της. Πάλευε για να προσφέρει σε όλους γύρω της. Σε καιρούς καλούς και σε καιρούς δύσκολους. Σε περιόδους ειρηνικές και σε περιόδους που η πατρίδα μας αγωνιζόταν για την ελευθερία μας….. Τιμούμε κι εμείς με τη σειρά μας τη γυναίκα αγρότισσα που εργάζεται σκληρά εδώ και αιώνες, στην αγροτοποιμενική κοινωνία,η σκλάβα της υπαίθρου,η γυναίκα που όργωσε με τα νύχια, έσπειρε και πότισε τη γη με δάκρυα,και θέρισε καρπούς,τον ιδρώτα της, στη φλεγόμενη καρδιά της αγροτικής γης…..

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

ΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟΥ.

Τα Καφενεία του Παραποτάμου.

Τότε και Τώρα






Τα καφενεία ήταν τόπος συγκέντρωσης όλων των ανδρών του
χωριού. Οι εργαζόµενοι µετά τη δουλειά τους, οι ηλικιωµένοι, οι συνταξιούχοι και γενικά οι χασοµέρηδες όλη την ηµέρα έπιαναν θέση. Οι νεώτεροι στις καρέκλες γύρω από τα µικρά τραπεζάκια, και οι γεροντότεροι στους καναπέδες, για να µάθουν τα ευχάριστα η τα δυσάρεστα νέα της ηµέρας, να συναντήσουν τους φίλους τους, να κάνουν απολογισµό των εργασιών της ηµέρας, να ανταλλάξουν απόψεις για τα τρέχοντα θέµατα πολιτικά κοινωνικά και άλλα.

Ήταν η μικρή Βουλή, εκεί ανέβαιναν και κατέβαιναν κυβερνήσεις, συζητήσεις επί συζητήσεων, τσακωμοί, αγκαλιασμοί και κεράσματα ο ένας τον άλλον.Εκεί μαζεύονταν όλοι οι χωριανοί και πέρναγαν τις ώρες τους. Εκεί γινόταν τα πανηγύρια και κάθε είδος γλεντιού. Βοηθούσε και ο αιωνόβιος πλάτανος με τον παχύ ίσκιο του. Ήταν το σήμα κατατεθέν του χωριού.


Θυμάμαι άλλα 2 καφενεία, το ένα μισογκρεμισμένο πηγαίνοντας για το σχολείο ιδιοκτησίας Γεωργίου Γκαϊτατζή
(Μπαρμπα-γιώργη) το άλλο απέναντι ακριβώς ιδιοκτησίας Νικολάου Δρόσου(κουτσός) και δίπλα το περίπτερο.



Το παλαιότερο καφενείο του Παραποτάμου πρέπει να ήταν
του Θανάση Αβραμόπουλου πρέπει να λειτούργησε μέχρι τη δεκαετία του ΄70 -΄80.Άνοιξε για μια 5ετία από τον Γιώργο Αβραμόπουλο σαν καφενείο ''ΥΠΑΡΧΩ'' και για 2 χρόνια σαν Καφέ''ΣΤΕΚΙ''από την Μαρία Μαυροφρύδη.

Επίσης παλιό καφενείο ήταν και του Θεοχάρη Χοκμετίδη.
Ήταν ταυτόχρονα καφενείο και ταβερνάκι της εποχής. Φημιζόταν για τα καταπληκτικά χειροποίητα σουβλάκια του,"το ξακουστό λουκάνικο του Θεοχάρη"

Το συγκεκριμένο Καφενείο ήταν και Παντοπωλείο, γεμάτο με προϊόντα της εποχής όπως: φωτιστικό πετρέλαιο, όσπρια, ζυμαρικά, μπακαλιάρος, πράσινο σαπούνι, λουμίνια, σπίρτα, φυτίλια, ρέγγα κ.α. Η πελατεία τις περισσότερες φορές ψώνιζε βερεσέ λόγω και της φτώχειας που επικρατούσε.

Η φράση που που μου έμεινε ήταν όταν μεταξύ τους οι πότες λέγανε: ‘’Βάλε μας απόνα ή φέρε μας μια γύρα’’.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το καφενείο έγινε: καφετέρια, ντίσκο, ηλεκτρονικά, ζαχαροπλαστείο, παντοπωλείο-μίνι μάρκετ και δεν ξέρω τι άλλο!
Το καφενείο αυτό το απόκτησε περίπου το ΄90 ο Νίκος Δημόπουλος ο οποίος είχε αρκετά χρόνια την ξακουστή ''ΡΟΔΑ'' (μπουζούκια-καφενείο-χώρος εκδηλώσεων γάμων,βαπτίσεων) στην είσοδο του Παραποτάμου.
Σήμερα αυτό είναι του Κώστα Δημόπουλου ακριβώς στο κέντρο της πλατείας του χωριού. Κλασικό καφενείο και ψητοπωλείο-ψησταριά''ΑΧΙΛΛΕΙΟΝ''.

Παρήλασαν από εδώ αρκετά ποντιακά συγκροτήματα και τραγουδιστές. Εξαιρετική κοτοτηγανιά και σουβλάκια φημισμένα σε όλη την περιοχή! Φαγητά ημέρας για εργάτες, αγρότες, δημοσίους υπαλλήλους και όχι μόνο. Τάβλι, ξερή, μπουρλότ και καφεδάκι Ελληνικό. Η χαρά των ηλικιωμένων και των νεότερων σε ηλικία καφενόβιων.

Ας πούμε λοιπόν λίγα λόγια για τα καφενεία του, τότε!

Από τα καφενεία περνούσε απαραίτητα κάθε βράδυ ο πρόεδρος του χωριού για να συναντήσει τους ψηφοφόρους χωριανούς του, ο παπάς του χωριού για να συναντήσει αυτούς που δεν έβλεπε στην εκκλησία, οι χωροφύλακες για να είναι πάντα µέσα στα πράγµατα, ο αγροφύλακας για να ακούσει τις καταγγελίες για τις αγροτικές ζηµιές, ο γεωπόνος για να συµβουλεύσει για τις καλλιέργειες, οι γαιοκτήµονες του χωριού να κλείσουν εργάτες για την εποµένη ηµέρα η να προβούν σε πληρωμές.
Αραιά και που,στη χάση και στη φέξη που λέμε, αλλά οπωσδήποτε κοντά στις εκλογές, οι βουλευτές του νοµού για να μοιράσουν υποσχέσεις που ποτέ δεν θα πραγματοποιήσουν.

Στα καφενεία συναντούσε κανείς αυτούς που τα ήξεραν όλα και έπαιρναν θέση σε κάθε συζήτηση, τους κουτσοµπόληδες που είχαν τα αυτιά τους ανοιχτά και αναµετέδιδαν κάθε είδηση ή φήµη, τους ήσυχους που καθόντουσαν στις άκρες και παρακολουθούσαν το κάθε τι κουνώντας το κεφάλι τους, καθώς και τους χαζούς του χωριού που όλοι τους πείραζαν για να περνάνε την ώρα τους.
Μέσα στα σύννεφα και το ντουμάνι του καπνού των τσιγάρων ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις. Εκεί γινόντουσαν συνήθως τα προξενιά, εκεί καταδικαζόντουσαν η αθωωνόντουσαν οι χωριανοί για παραπτώµατα που έκαναν η δεν έκαναν, εκεί γινόταν ο σχολιασµός των καυγάδων των ζευγαριών, τα παραπατήµατα των συζύγων, και γενικά εκεί λεγόταν οτιδήποτε από το πιο σοβαρό ή αστείο έως το πιο αληθινό ή ψεύτικο.

Τα καφενεία τα κατέτασσαν σε αυτά που προσέφεραν τον καλύτερο καφέ ή τους καλύτερους ουζοµεζέδες. Σε αυτά που προσέφεραν περισσότερη ή λιγότερη ησυχία, σε αυτά που προσέλκυαν πελατεία κάτω ή άνω των 25 ετών, στα καφενεία που σύχναζαν δεξιοί κεντρώοι ή αριστεροί.

Οι πελάτες των καφενείων παράγγελναν τον καφέ ή το ούζο τους, γκρίνιαζαν πολλές φορές για τον καφέ που δεν είχε καϊµάκι ή γιατί ήταν γλυκός αντί µέτριος, για τον µεζέ του ούζου όταν δεν τους ικανοποιούσε ποιοτικά η ποσοτικά.
Ο καφετζής πάντα ανεχόταν τις ιδιοτροπίες του κάθε πελάτη και "ίσως" ζητούσε συγνώµη (σπανιότατο φαινόμενο) για κάθε κατηγόρια που του καταλόγιζαν δίκαιη ή άδικη, τηρώντας τον κανόνα, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Το πιό πιθανό θα ήταν να του έλεγε (λέω εγώ): νέπε κι πας κουντίεσαι!
Συνήθως οι πελάτες το καφέ τους τον συνόδευαν µε µία παρτίδα τάβλι, η µε µία παρτίδα πρέφας, μπουρλότ ή ξερής. Γύρω από το κάθε τραπέζι που παιζόταν ένα παιχνίδι συγκεντρωνόντουσαν πολλοί θεατές και ο καθένας τους είχε κάτι να παρατηρήσει για τα σφάλµατα ή τις ζαβολιές των παικτών.
Την παραµονή της πρωτοχρονιάς τα καφενεία μετατρεπόταν για ένα βράδυ ή και περισσότερα σε µικρά καζίνο όπου άλλοι έπαιζαν εικοσιμία άλλοι πόκα, και οι πιο σκληροί ζάρια.
Αρκετές φορές από ασήµαντες αιτίες, άναβαν τα αίµατα µικροί
καυγάδες, και οι δυνατές φωνές που ακουγόντουσαν µάζευαν τον κόσµο από τους γύρω δρόµους που έτρεχε εκεί για να µάθει τι συνέβη. Ποιοι και γιατί µαλώνουν, και για να πάρει το µέρος του ενός ή του άλλου.
Τα καφενεία µέχρι την εποχή του 1970 ήταν χώρος αποκλεισμένος από τις γυναίκες, το καθένα ένα µικρό άβατο!
Πολλές φορές λειτουργούσαν και σαν ταβέρνες, όταν γινόντουσαν σε αυτά τα πανηγύρια του χωριού, οι γάµοι, οι αρραβώνες, και γενικά όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις των χωριανών.Τότε αναγκαστικά δέχονταν και τις γυναίκες.

Κάθε καφενείο είχε το δικό του τύπο, ανάλογα µε την
προσωπικότητα και την αύρα του ιδιοκτήτη του. Όλα τους διέθεταν πάνω κάτω την ίδια επίπλωση. Μικρά ξύλινα ή µεταλλικά τραπεζάκια και ξύλινες καρέκλες µε ψάθα.
Στη µέση του κάθε καφενείου υπήρχε πάντα η ξυλόσοµπα µε τα µεταλλικά μπουριά, πηγή θέρµανσης τον χειµώνα και όχι µόνο.
Πολλές φορές στην σόµπα ψήνονταν κάστανα, ρέγκα σε αλουμινόχαρτο, κανένα λουκάνικο αλλά και ψωμί.

Στο κέντρο της οροφής κρεµόταν ένα µεγάλο λουξ που φώτιζε το καφενείο τα βράδια. Στο βάθος υπήρχε µια υποτυπώδης κουζίνα που περιελάμβανε ένα νεροχύτη µε παροχή νερού, ράφια στον τοίχο γεµάτα µε ποτήρια µικρά και µεγάλα, πιάτα και κουπάκια, καραφάκια ούζου και κονιάκ, µπύρες και λικέρ.
Ένα µικρό καμινέτο ή πετρογκάζ χρησίµευε για το ψήσιµο των
καφέδων και των τσαγιών. Ένα πολύ ωραίο ορειχάλκινο δοχείο (κουκουμάκι) υπήρχε πάντοτε στη σόμπα για το ζέσταµα του νερού, ένα τσαγιερό για το τσάι ή το φασκόµηλο, καφετιέρα και ζαχαριέρα, µπρίκια ορειχάλκινα µε µακρύ χέρι (τσεσβέδες), και ένα µικρό ξύλινο εργαλείο για το ανακάτεμα του καφέ.
Στο βάθος συνήθως υπήρχε ένα ψυγείο για τις πορτοκαλάδες, τις λεµονάδες, τις γκαζόζες και τις μπύρες



Σε μιά γωνιά του μαγαζιού υπήρχε και το τζούκ-μποξ με όλα τα σουξέ της εποχής.
Χώρισµα του κυρίως καφενείου µε την κουζίνα ήταν ένας πάγκος ξύλινος ο λεγόµενος µπουφές, µε δίσκους επάνω για το σερβίρισµα των ποτών, µία μεταλλική κανάτα νερού, δύο µεγάλα µπουκάλια µε ούζο και κονιάκ, γυάλες µε γλυκά κουταλιού, βύσσινο κεράσι και µαστίχα, και µία γυάλα µε λουκούµια. Στον τοίχο πάνω από τον πάγκο υπήρχε µια ξύλινη κατασκευή µε µικρά χωρίσµατα που φυλαγόντουσαν οι τράπουλες µε τα παιγνιόχαρτα, πλάκες και κονδύλια από γραφίτη.
Ο µπουφές του καφενείου είχε και δύο συρτάρια που ο καφετζής έβαζε τις εισπράξεις του, και τα τεφτέρια µε τα επί πιστώσει (βερεσέδια).
Στους τοίχους του κάθε καφενείου συνήθως υπήρχαν καθρέπτες, πολλές φορές µε φωτογραφίες στηριγμένες στις κορνίζες τους, πινακίδες µε απαγορεύσεις, όπως "απαγορεύεται το πτύειν", "απαγορεύεται το σπάσιμο" κλπ.
Τον διάκοσμο των τοίχων συµπλήρωναν πόστερ µε απεικόνιση ιστορικών γεγονότων, από την επανάσταση του 1821, του Βενιζέλου, του βασιλιά Παύλου και της βασίλισσας Φρειδερίκης, το πουλί της επανάστασης και τον Παπαδόπουλο αργότερα.
Φωτογραφίες παλαιών και νέων πολιτικών, και πάντα ένα μεγάλο κάδρο µε την φωτογραφία των προγόνων του καφεπώλη. Συνήθως του πατέρα καφετζή, απ' τον οποίο κληρονόμησε ο γιός το καφενείο.

Κάπως έτσι θυμάμαι τα καφενεία του Παραποτάμου που σιγά σιγά χάνουν το χρώμα τους στο βάθος του χρόνου και της ανάμνησής μου, όπως τόσα και τόσα άλλα πράγματα του χωριού.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΧΡΟΝΩΝ

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΧΡΟΝΩΝ


Η εικόνα ίσως περιέχει: 4 άτομα, άτομα κάθονται, παιδί και νύχτα


Σχετική εικόνα

Μπάνιο στη σκάφη. 
Ναι το έζησα κι αυτό, το πρόλαβα. Τελικά πόσο χρονών είμαι; Ώρες-ώρες το σκέφτομαι και τρομάζω!

Βάρβαρες εποχές και γλυκές συνάμα.
Κάθε Σάββατο, οπωσδήποτε Σάββατο. Την Κυριακή έπρεπε να πάμε καθαροί στη εκκλησία. Ήθελα να 'ξερα αν δεν ήμασταν χριστιανοί, θα μας άφηναν να βρομίσουμε;
Το λούσιμο τις κρύες νύχτες γινόταν στην κουζίνα ή στο σαλόνι- φυσικά ένα ήταν-και το καλοκαίρι ακόμα και έξω στην αυλή του σπιτιού.

Ζέσταινε λοιπόν ή μάνα μας νερό στη μεγάλη κατσαρόλα ή στο καζάνι. Ύστερα, το έβαζε στον κουβά, έριχνε και λίγο κρύο να μη μας κάψει. Μέχρι να ξεκινήσει βέβαια αυτή η διαδικασία είχες παγώσει περιμένοντας. Στην καλύτερη περίπτωση το χειμώνα άναβε η ξυλόσομπα και ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα. Κάτι σαν χαμάμ από τους υδρατμούς, ας πούμε. Πρώτα σκύβαμε (έλα σκύψε, σκύψε και κλείσε τα μάτια σου καλά) και μας έλουζε με σαπούνι το κεφάλι, ρίχνοντας νερό με το κουκουμάκι ή κανένα μικρό μπολ, (νομίζω ότι τα ξέπλενε ελαφρώς, γιατί που να φτάσει το νερό).


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κάθεται και πίνακας

Αχ, αυτό το κεφάλι! Έμπαινε αυτό το αναθεματισμένο το σαπούνι στα μάτια σου και έτσουζαν επί μία ώρα!
...και στο είπα, κλείσε τα μάτια σου, η κλασική ατάκα-απάντηση.
Πού, σαμπουάν και αφρόλουτρα τότε. Δεν θα 'μαστε καλά!
Άλλοτε τσουρουφλιζόσουν από το καυτό νερό και άλλοτε πάγωνες.

Μετά, στο ίδιο νερό μπαίναμε στη σκάφη τσιτσίδι. Μας έτριβε την πλάτη πάλι με το σαπούνι και ένα σκληρό σφουγγάρι που μάλλον μας έγδερνε παρά μας καθάριζε! Τα δύσκολα σημεία ήταν τα γόνατα, οι αγκώνες και οι πατούσες που ήταν μέσα στην μαυρίλα και το γρασίδι. Μεσ' τη βρώμα ήμασταν, ειδικά το καλοκαίρι που γυρίζαμε και παίζαμε πέρα δώθε. Το σαπούνι που χρησιμοποιούσαμε, ήταν αυτό που έμενε αφού έλιωνε κατά το ήμισυ, της μπουγάδας αλλά και όταν αυτό γινόταν πολύ μικρό. Σιγά μην αγόραζαν αρωματικό σαπούνι ειδικό για το μπάνιο-όχι πως δεν υπήρχε και τότε.

Συνήθως είχαμε και θεατές την ώρα του μπάνιου, τα άλλα μέλη της οικογένειας ή και καμιά γειτόνισσα που ερχόταν για καφέ. Ήταν τόσο φυσιολογικό που δεν αντιδρούσε (νομίζω) κανείς. Μέχρι που μεγαλώναμε λίγο και κάναμε μόνοι μας μπάνιο γιατί πλέον ντρεπόμασταν. Νισάφι πιά!

Όταν αργότερα καλυτέρευσαν οικονομικά τα πράγματα, χτίσαμε χωριστά μπάνιο και βάλαμε όλοι μπανιέρες στα σπίτια μας. Εκεί να δείτε γλέντια! Γεμίζαμε την μπανιέρα μέχρι επάνω, ρίχναμε το μισό μπουκάλι αφρόλουτρο-αν όχι όλο-και το απολαμβάναμε πλατσουρίζοντας, σαν να ήμασταν μικρά παιδιά σε πισίνα. Είχαμε πλέον και τηλέφωνο στο μπάνιο! Όχι αυτό που μιλάς αλλά αυτό που έτρεχε νερό. Έτσι το λέγαμε.

Μη δώσεις του στερημένου ανέσεις, ένα τέτοιο πράμα δηλαδή. Και να, τα σαμπουάν και να, τα αφρόλουτρα και να, τα πιστολάκια στο φουλ (βάλαμε και καθρέφτη στο μπάνιο). Ξαφνικά, μετά από τόσα χρόνια αποκτήσαμε και πιτυρίδα. Έτσι στα καλά καθούμενα, και χρησιμοποιούσαμε Ultrex. Βγάζαμε τα απωθημένα μας μάλλον!

Και φτάσαμε αισίως στο σήμερα και ζητάμε και τζακούζι!
Αχάριστε άνθρωπε!



Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΦΑΓΗΤΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ…

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΦΑΓΗΤΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ… 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ  
Η μπομπότα 
Γνωστή και ως το ψωμί ή η πίτα των φτωχών, η μπομπότα ήταν η εναλλακτική του σπάνιου σε δύσκολες περιόδους αλευριού από σιτάρι. Ήταν στην ουσία ένας χυλός από καλαμποκάλευρο, αλατισμένο νερό και λάδι, αυγό ή κάποια γέμιση, αν υπήρχε. 
Θρεψίνη και πετιμέζι 
Ως την δεκαετία του ’60, τότε που δεν υπήρχαν… πραλίνες φουντουκιού και maple syrup για να αλείφουμε στο ψωμί, οι φέτες αλείφονταν κατά κόρον με πετιμέζι ή θρεψίνη. Το πετιμέζι είναι το παχύρρευστο προϊόν που προκύπτει από τον μούστο των σταφυλιών, ενώ η θρεψίνη, που κυκλοφορούσε στο εμπόριο σε κουτί με μια χαρακτηριστικότατη φωτογραφία ενός μικρού παιδιού, ήταν μια κρέμα που αποκαλούταν και σταφιδίνη, επίσης από τα σταφύλια. Αυτό ήταν το πιο συνηθισμένο και θρεπτικό κολατσιό των παιδιών τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. 
Ζαχαρόψωμο 
Μια φέτα ψωμί με ζάχαρη ήταν ο πιο γρήγορος και οικονομικός τρόπος να ξεκινήσουν τα παιδιά τη μέρα τους πριν φύγουν για το σχολείο, τις περασμένες δεκαετίες. Η «συνταγή» είναι πολύ απλή: Το ψωμί απλώς βρεχόταν ελαφρώς με νερό και πασπαλιζόταν με ζάχαρη. 
Τσιγαρίδες 
Σε παλαιότερες εποχές ανά την Ελλάδα – και σε κάποιες επαρχίες ακόμη – κάθε οικογένεια είχε το γουρουνάκι της, που «θυσιαζόταν» κοντά στα Χριστούγεννα. Επειδή όμως δεν έπρεπε να πάει χαμένο καθόλου κρέας, τα μικρά κομμάτια από ξύγκι που περίσσευαν, έμπαιναν σε καζάνια με νερό και αλάτι, και προέκυπταν κομμάτια χοιρινού σαν μπέικον, που διατηρούνταν ως και τα επόμενα Χριστούγεννα. 
Μπλουγούρι και τραχανάς 
Στην ύπαιθρο το μπλουγούρι (γνωστό πλέον ευρέως ως πλιγούρι) και ο τραχανάς ήταν πάντα χειροποίητα και πιο διαδεδομένα από τα ζυμαρικά όπως τα μακαρόνια και το ρύζι που μπήκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην κουζίνα και κέρδισαν το… μονοπώλιο των συνοδευτικών στα πιάτα. Το πλιγούρι είναι ψιλό δημητριακό από αποξηραμένο σιτάρι και ο τραχανάς, ξινός ή γλυκός, είναι ζυμαρικό φτιαγμένο από αλεύρι και γάλα ή γιαούρτι. Ευτυχώς, αυτά τα δύο χαμένα τρόφιμα, επανήλθαν το τελευταίο διάστημα, ακόμα και στις κουζίνες μεγάλων σεφ, που αποφάσισαν να πρωτοτυπήσουν με μια επιστροφή σε παλιές αξίες, κάνοντας τάση το «τραχανότο» ή βρίσκοντας στο πλιγούρι το «νέο» super food. 
Ρεβιθόψωμο 
Τα ρεβίθια στην Κατοχή ήταν χρήσιμα ακόμα και για την παρασκευή υποκατάστατου ροφημάτων όπως ο καφές. Αλλά με το συγκεκριμένο όσπριο και αλεύρι, φτιαχνόταν και ψωμί, το λεγόμενο ρεβιθόψωμο που με λίγο αλεύρι και λάδι, γέμιζε το τραπέζι σε εποχές ανέχειας.

ΤΑ ΚΑΠΝΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

ΤΑ ΚΑΠΝΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Τα παρνίκια.



 Το χωράφι.



Το σπάσιμο.



Το βελόνιασμα.




Τα σαντάλια.



Το δέσιμο

Ξημερώματα ώρα 4 και κάτι, όλο το χωριό στο πόδι. Φωνές ακούγονται στο σκοτάδι, δεν ξεχωρίζεις άνθρωπο, ζέψιμο των ζώων στο κάρο και...
...πριν φτάσουμε όμως εκεί, λίγους μήνες νωρίτερα, στο τέλος του χειμώνα κοντά στη σόμπα, έκλωθε ο σπόρος για το φυντάνι μέσα στο τσόλινο σακούλι, που από την προηγούμενη χρονιά επιμελώς είχε μαζευτεί και προσεχτικά φυλαχτεί όλο το χειμώνα.
Οι φυντανιές-παρνίκια, προσεχτικά «ανασηκωμένες» ήταν το στρώμα που θα υποδεχόταν τον σπόρο να ξυπνήσει από το χειμερινό λήθαργο, σιγά-σιγά μόλις έσκαγε ο καπνόσπορος, οι φυντανίες περίμεναν σκεπασμένες με το νάιλον να τον υποδεχτούν, ενώ στην συνέχεια ο έμπειρος στην σπορά, θα άφηνε τον σπόρο στην αφράτη κοπριά. Καθημερινά οι νοικοκυραίοι σκεπάζοντας και ξεσκεπάζοντας τις φυντανιές, φρόντιζαν να διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία. Με το ποτιστήρι, λιπάριζαν και πότιζαν το φυντάνι με τόση επιμέλεια, όση ένα μωρό παιδί, μέχρι να μεγαλώσει και να γίνει το φύτεμα στο χωράφι.
Κοντά στο μεγαλοβδόμαδο που γλύκαινε ο καιρός, ξεκινούσε το φύτεμα του καπνού. Κάθε πρωί όλη η οικογένεια ήταν στο πόδι. Όλη η οικογένεια και οι γειτόνοι, έδιναν το παρών, στο βγάλσιμο των φυτών από τις φυντανιές, τα κρύα πρωινά. Όταν τα τσουβάλια είχαν γεμίσει μέχρι πάνω με φυντάνι, αναλάμβαναν την μεταφορά τα ζώα με το κάρο, μαζί με όλα τα «σέα» που απαιτούνταν για το φύτεμα, τα οποία είχαν φροντίσει πριν, να αυλακώσουν το αφράτο χώμα.
Σαν έφταναν εκεί, απίθωναν στον ίσκιο τα πράγματα και άρχιζαν την δουλειά. Οι άντρες πότιζαν με το νερό του χωριού τα αυλάκια και οι υπόλοιποι σκυμμένοι ολημερίς στ’ αυλάκι είτε με το δάκτυλο είτε με το ξύλινο σουβλί, έβαζαν ρίζα-ρίζα το φυτό για να πιάσει. Οι μικρότεροι της παρέας, έκαναν τα θελήματα, κουβαλώντας με προσοχή χεριές φυντάνια για να μην καθυστερήσουν εκείνοι που φύτευαν. Άλλοτε πάλι έφερναν με το παγούρι νερό για να δροσίσουν τους φυτευτάδες.
Όλοι περίμεναν πως και πως το μεσημεριανό φαγητό στον ίσκιο. Τα πράγματα ήταν δύσκολα αν το φύτεμα γίνονταν Τετάρτη ή Παρασκευή και το φαγητό ήταν νηστίσιμο. Σε καθαρή πετσέτα τυλιγμένα βρισκόταν όλα τα εδέσματα. Λίγο ψωμοτύρι, ελιές, κρεμμύδι, και όλοι χόρταιναν. Αν ήταν καθημερινή οι νοικοκυρές είχαν έτοιμο τον καλύτερο μεζέ, επιδόρπιο χαλβάς, για να πάει καλά η σοδειά.
Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος το φυντάνι γίνεται καπνός και αναλαμβάνει δράση η τσάπα, ενώ η "αγριάδα¨είχε κάνει την εμφάνιση της, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος. Οι άντρες με το ψαθάκι και η γυναίκα με το μαντήλι στο κεφάλι, πρωί απόγευμα, βοτανίζουν, σκαλίζουν και αναχώνουν τον καπνό. Το τσάπα είχε την τιμητική της. Ο ψεκαστήρας στην πλάτη των αντρών φροντίζει το καταμεσήμερο να κρατήσει σε απόσταση την μελίγκρα και τα ανεπιθύμητα έντομα.
Και έτσι σιγά-σιγά φτάνει ο καιρός για το "σπάσιμο".
Πρώτα το πατόφυλλο. Αχ αυτό το πατόφυλλο! Ήταν «χτικιό» αυτό το φύλλο. Τα χέρια σχίζονταν από τα χώματα και τις πέτρες. Σκύψιμο, ανατριχίλα από το χώμα που από την βροχή είχε κολλήσει στα φύλλα, γδάρσιμο των χεριών απ’ το χώμα! Κι ύστερα το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο χέρι. Όμως και το κορφόφυλλο βάσανο! Το "ουτς", που λέγαν οι παλιοί.
Ξημερώματα ώρα 4 και κάτι, όλο το χωριό στο πόδι! Ο κάμπος έσφυζε από ζωή. Παντού άκουγες φωνές και πειράγματα. Το φεγγάρι γεμάτο φρόντιζε να υπάρχει άφθονο φως και όταν αυτό δεν ήταν δυνατό, το ρόλο τον αναλάμβανε η γκαζόλαμπα-λάμπα πετρελαίου. Τα μάτια νυσταγμένα έβλεπαν μόνο την αυλακιά και πολλές φορές ούτε κι αυτή, με αποτέλεσμα το εναγκαλισμό με αυτόν που πηγαινοέρχονταν για να μεταφέρει τον καπνό στους μποξάδες. Εκεί στο μάζεμα τραγουδούσαμε κάπου-κάπου για να ξυπνήσουμε και να δουλεύουμε καλύτερα!
Συμμετείχαν και τα παιδιά της οικογένειας, τα πιο μικρά ύπνο πάνω στο κάρο σκεπασμένα με παλιά ρούχα μέχρι να βγει ο ήλιος και να βοηθούν στο μάζεμα στα παστάλια
Ξημερώματα δεν ξεχνούσε η φύση να μας κάνει μούσκεμα από την δροσιά που έπεφτε και πάγωνε τα χέρια. Τα φύλλα έσταζαν νερό. Συναγωνισμός για την καλύτερη αγκαλιά καπνού που κατέληγε απαλά στο μποξά ή τα κοφίνια. Όλα όμως έπρεπε να γίνονται γρήγορα γιατί μόλις έβγαινε ο ήλιος τα φύλλα μαραίνονταν.
Ο άντρας άφηνε τους υπόλοιπους και έζεβε τα ζώα (βόδια ή άλογα) στο κάρο και φόρτωνε τους μποξάδες για το σπίτι.
Η επιστροφή στο σπίτι σήμαινε και ένα καλό πρωινό για να συνέλθουν μικροί και μεγάλοι από την «ξελιγωμάρα» της νύχτας.. Πολύ καλό πλύσιμο των χεριών με πράσινο σαπούνι για να βγει η κόλλα-νικοτίνη-του καπνού. Ζεστό γάλα από την αγελάδα με μπόλικο ψωμί ήταν το καλύτερο πρωινό ενώ μετά στρώνονταν όλοι για βελόνιασμα-μπούρλιασμα κατά άλλους.
Σταυροπόδι πάνω στο κιλίμι, ένα ματσάκι φύλλα στην αγκαλιά και η βελόνα έπαιρνε φωτιά. Άδειασμα στο ράμμα και έτοιμο για κρέμασμα στις "μασίνες" ή τα "κρεβάτια"
Το ράδιο ανοιχτό για ν’ ακουστούν οι πρώτες ειδήσεις από το πρώτο πρόγραμμα. Γύρω στις 9.30΄ οι μικροί άκουγαν το παραμύθι από τη θεία Λένα, και αργότερα οι μεγάλοι, αφοσιωμένοι στο μυθιστόρημα της Τζέιν Έιρ με τη Λάουρα και τον Λαμπίρη, περίμεναν το τρατάρισμα της οικοδέσποινας.
Η γλύκα του καρπουζιού έσμιγε με την πίκρα του καπνού. Η δύσκολη ώρα ήταν εκεί κατά το μεσημεράκι, μετά το φαγητό. Κουρασμένοι από το πρωινό ξύπνημα, τη μυρωδιά του καπνού, τη ζέστη του καλοκαιριού τα μάτια μισόκλειναν και το πέταγμα έρχονταν από το κάρφωμα της βελόνας στο δάχτυλο. Τυλίγονταν με την αυτοσχέδια γάζα, ένα καπνόφυλλο που είχε και φαρμακευτικές ιδιότητες και ο τραυματίας συνέχιζε, αφού πρώτα γεύονταν ένα δροσερό υποβρύχιο! Την γνωστή βανίλια!
Την ψυχαγωγική διάθεση ανέβαζε αργότερα Στέλιος Καζαντζίδης, η Γιώτα Λύδια, η Βούλα Πάλα, ο Κοντολάζος κ.α. στην ώρα των ακροατών από το δεύτερο πρόγραμμα της ΕΡΑ, ενώ παρεμβάλλονταν αστεία, ανέκδοτα, στοιχήματα για το ποιος θα φτιάξει τις περισσότερες βελόνες, ο ήχος από τα τζιτζίκια που ήταν κρεμασμένα σε όλα τα γύρω κλαριά. Στοίβα τα ράμματα, ενώ οι ψυχραιμότεροι στην ζέστη αναλάμβαναν την μεταφορά και το κρέμασμά τους.
Πύρωνε το νάιλον και με δυσκολία ανέπνεες μέσα. Τα κρεμούσαν ένα – ένα για να λιαστούν και να πάρουν ένα ωραίο χρυσοκίτρινο χρώμα. Όσο πιο χρυσό ήταν το φύλλο, τόσο ανέβαινε και η τιμή του στο «χρηματιστήριο» του καπνού. Να γίνουν «φλουριά», έλεγαν χαρακτηριστικά οι ειδικοί.
Όταν τέλειωνε το κρέμασμα-αρμάθιασμα οι πιο ξεκούραστοι, έδιναν χέρι βοηθείας στο γείτονα, που δεν είχε τελειώσει ακόμα. Υπήρχε βλέπετε η αλληλεγγύη. Ο ένας βοηθούσε τον άλλο, έτσι ήταν κάποτε. Πλύσιμο και σκούπισμα το τσιμέντο για να φύγουν τα χώματα και να δροσίσει ο τόπος και ώρα για λίγο ύπνο.
Η νοικοκυρά αγχωμένη τους ξύπναγε όλους για το απογευματινό μάζεμα. Καφεδάκι, μπισκοτάκι κι έτοιμοι. Ντυμένοι με την πρωτότυπη φορεσιά, ότι πιο παλιό ρούχο είχαν. Οι γυναίκες με μακριά πολύχρωμα φουστάνια, τα μαντήλια στο κεφάλι, τις χουλαχού κάλτσες, τα παλιοπάπουτσα ή τις πλαστικές σαγιονάρες στα πόδια και το σακούλι με το ψωμοτύρι και το παγούρι με το νερό στον ώμο. Οι άντρες με παλιά πουκάμισα, φθαρμένα παντελόνια, χοντροπάπουτσα στα πόδια και καπέλα για τον ήλιο του μεσημεριού, ήταν αγνώριστοι. Τέτοια εποχή ο ήλιος «βαράει κατακέφαλα», τους άκουγες να λένε.
Στο "σπάσιμο" οι γυναίκες ήταν ασυναγώνιστες! Τσακ-τσακ, έσπαγαν τα φύλλα με τα δάχτυλά τους και προχωρούσαν, για να τελειώσουν το κατεβατό. Μόλις έπεφτε ο ήλιος όλοι έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής, για να αποκοιμηθούν και να επαναλάβουν το μάζεμα το επόμενο πρωί-βλέπεις ο καπνός δεν περιμένει.
Τυχερός ήσουν αν το χωριό είχε κάποιο Άγιο και έκανε πανηγύρι, (κάνα δυο μέρες για ξεκούραση) ή επίσης όταν ο καπνός ήταν αγένωτος ή η μελίγρα είχε λαδώσει το φύλλο και είχε αναλάβει δράση ο ψεκαστήρας και η βρώμα από το ταμαρόν και δεν άφηνε να πλησιάσεις.
Λίγο πολύ οι περισσότεροι είχαν τελειώσει μετά της Παναγίας και στα χωράφια είχαν μείνει αγέρωχες οι καπνόριζες. Την θέση των ανθρώπων είχαν αναλάβει τώρα τα ζωντανά για να χορτάσουν από τα ζιζάνια που είχαν φουντώσει.
Έφτασε το φθινόπωρο.
Πρωτοβρόχια, ο καιρός μαλάκωνε, τα παιδιά πήγαιναν σχολείο και το ξαράχνιασμα του καλουπιού ήταν γεγονός. Με ιδιαίτερη προσοχή χωρίς ο καπνός να είναι λάσπη αλλά ούτε και ξερός το καλούπι δέχονταν προσεχτικά τις χρυσές αρμάθες.
Άρχιζε το ¨δέσιμο" του καπνού.
Μισό σαντάλι και ανέβασμα στην τάβλα για να πατηθεί ο καπνός και το τσόλι να πάρει περισσότερη ποσότητα. Άλλες φορές την θέση του έμπειρου νοικοκύρη έπαιρναν τα μικρά παιδιά που χαίρονταν να πατήσουν και να χοροπηδήσουν πάνω στο καλούπι και άλλες η τσιμεντόπληθα για να γίνει διάλειμμα και συζήτηση με τον γείτονα που τελείωσε ποιο νωρίς. Η ντοματοσαλάτα, ο μεζές και το ουζάκι είχαν την τιμητική τους το απομεσήμερο! Συζήτηση με ενδιαφέρον για την τιμή του καπνού και τα πολιτικά δρώμενα της εποχής. Στους μεγαλύτερους το μυαλό επέστρεφε στα χρόνια της φτώχειας και του στρατού, μιας και γι αυτούς ήταν άθλος που υπηρέτησαν την πατρίδα και ήταν η μοναδική φορά που είχαν παραμερίσει από τον τόπο τους.
Απαιτητική εργασία το δέσιμο του καπνού γιατί παραμόνευε ο έλεγχος του μεσίτη. Μεσίτης και βαθμολογητής ήταν ο συνδετικός κρίκος της καπνοπαραγωγής και του καπνέμπορα. Ο έλεγχος και η βαθμολογία του καπνού θύμιζε το διαγώνισμα των μαθητών στο σχολείο. Απόλυτη ησυχία μέχρι το αποτέλεσμα. Γκρίνια για την χαμηλή βαθμολογία. Ευχαρίστηση για τον έπαινο του ποιοτικού καπνού, που ήταν ηθική και υλική αμοιβή, μιας και έφερνε περισσότερα χρήματα στο σπιτικό. Δεν χρειάζονταν μόνο βέβαια να είχες και άριστη ποιότητα καπνού αλλά και κολλητό τον μεσίτη ή τον φίλο του μεσίτη στο χωριό.
Τριαξονικά τεράστια περνούσαν τους δρόμους και φόρτωναν το βιός του παραγωγού. Ο έμπορας απαιτούσε τα δέματα να βγουν στο δρόμο που αποκαμωμένοι εργάτες τα έδιναν ο ένας στον άλλον για να φτάσουν ψηλά. Αξέχαστη η εικόνα του φορτωμένου φορτηγού σκεπασμένου με μουσαμά να φεύγει.
Ο παραγωγός αποχωρίζονταν το βιός του σαν να έφευγε το παιδί του για την ξενιτιά.
Η ειδοποίηση ότι η εκκαθάριση μπήκε στην τράπεζα ήταν το μοναδικό ευχάριστο γεγονός σε όλη την καλλιέργεια. Τα παιδιά περίμεναν να πάρουν παπούτσια άντε κανένα ποδήλατο, οι κυράδες κουζινικά και προικιά για τις κόρες και ο πατέρας προβληματισμένος για την σωστή διαχείριση ώστε να τα βγάλει πέρα όλη την χρονιά.
Δύσκολα χρόνια. Όμορφες αναμνήσεις. Πικρές και γλυκές μαζί. Αυτοί οι άνθρωποι τότε δεν δούλευαν με ωράριο, δε μετρούσαν καν τις ώρες. Από νύχτα σε νύχτα ασχολούνταν με τον καπνό. Λίγες ώρες ήταν ο ύπνος τους. Κι απορούσε κανείς με τόση κούραση κι αϋπνία πως έβρισκαν τη διάθεση για κουβεντολόι, καλαμπούρια και διασκέδαση με ένα μισοκάρικο ούζο στο καφενείο του χωριού.
Είναι αξιοθαύμαστη αυτή η γενιά. Αξίζει το σεβασμό και το θαυμασμό όλων μας!

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ (νοσταλγώντας το παρελθόν)

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ  
(νοσταλγώντας το παρελθόν)







Είναι το μέρος που ηρεμεί τις σκέψεις μας.
Το μέρος που μεγάλωσες πάντα θα είναι το πιο αγαπημένο σου γιατί μέσα σε αυτό ζουν οι άνθρωποι που αγαπάς περισσότερο. Εκείνο το μέρος που πάντα θα σου θυμίζει περασμένες -άσχημες ή όμορφες- στιγμές. Στιγμές που μέσα σε αυτό το περιβάλλον έζησες από μικρό παιδί, μεγάλωσες κι έγινες ο άνθρωπος που είσαι σήμερα.

Εκεί που πρωτοπερπάτησες, που έτρεξες και μάτωσες, παίζοντας με τους φίλους σου. Εκεί που πήγες σχολείο πρωτάκι, με την καινούρια σου σάκα και τα πρώτα σου τετράδια, όλο χαρά με απίστευτες παιδικές αναμνήσεις. Εκεί που όταν έγινες έφηβος πρωτοσκίρτησε η καρδούλα σου και βγήκες το πρώτο σου ραντεβού. Εκεί που πήγαινες ντροπαλά και διστακτικά στα αξέχαστα εκείνα πάρτι, με βερμούτ και πορτοκαλάδα.
Ένα πικ απ στη γωνία να παίζει ασταμάτητα μπλουζ, με την αγωνία και το τρακ να βρεις τρόπο να χορέψεις με το κορίτσι ή το αγόρι αντίστοιχα που σου άρεσε. Αγνές εποχές. Αγόρια και κορίτσια, συμμαθητές και πάνω απ' όλα φίλοι. Χωρίς κινητά, χωρίς facebook, χωρίς ανταγωνισμό και κακία. Τότε που όταν έλεγες "τα φτιάξαμε" ήσουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Όσα κι αν ανασύρεις από τη μνήμη σου θα είναι τόσο λίγα μπροστά σ' αυτά που έζησες!

Δυστυχώς όμως τα χρόνια περνούν γρήγορα.
Μπορεί να έφυγες είτε για σπουδές, είτε για δουλειά, είτε για άλλους πιο προσωπικούς λόγους, όμως πάντα θα γυρνάς πίσω σε αυτό. Θα γυρνάς γιατί σε αυτό ανήκεις πραγματικά. Μπορεί κάποιες φορές να μην υποστηρίζεις αυτή την άποψη, όμως πάντα θα σε δένει κάτι πολύ προσωπικό και σημαντικό.

Ίσως είναι μια λογική έλξη, ίσως είναι μοιραίο ή ίσως κάτι πιο συγκεκριμένο. Πάντα θα μετράς αντίστροφα τον χρόνο για να πας πίσω σε αυτό. Πάντα θα το αποχωρίζεσαι με δάκρυα και ποτέ δε θα το λησμονείς. Θα το αναζητάς και θα σε αναζητάει. Όπως η Πηνελόπη περίμενε με τόση ανυπομονησία για χρόνια τον Οδυσσέα, έτσι και το πατρικό σου στο χωριό μένει εκεί να σε περιμένει.


VIDEO TΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΑΣ ΧΡΟΝΙΑ...


Οι πιο αγαπημένοι σου φίλοι και συμμαθητές κάθε που γυρνάς είναι εκεί και σε περιμένουν. Φίλοι παιδικοί και καρδιακοί που μαζί έχετε ζήσει τις πιο όμορφες στιγμές που έμειναν για πάντα χαραγμένες μέσα σας. Στιγμές αστείες, δύσκολες, με γέλια και κλάματα που δε θα τις αντάλλαζες με τίποτα στον κόσμο. Ίσα-ίσα που πολλές φορές τις αναπολείς και βουρκώνεις.


Το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής σου κρύβεται σε αυτό το μέρος κι όχι εκεί που ζεις τώρα πια. Ό,τι αγαπάς βρίσκεται εκεί! Οι άνθρωποι, οι πλατείες, τα βουνά, τα γύρω χωριά, η γειτονιά, η πανέμορφη φύση με το καθαρό περιβάλλον και τον πιο φρέσκο αέρα.

Οι πλατείες και οι χωμάτινοι δρόμοι που κάποτε έτρεχες, γελούσες κι έπαιζες μπάλα με τους φίλους, τώρα έχουν ερημώσει κι εσύ κάθε που γυρνάς, προσπαθείς να τους δώσεις λίγη ζωή. Γιατί πλέον η νεολαία δε βγαίνει έξω να παίξει, να γελάσει και να φωνάξει, αλλά αντίθετα μένει μέσα στο σπίτι παρέα με τα ηλεκτρονικά παιγνίδια για συντροφιά. Με ένα κινητό στο χέρι σπαταλούν τον χρόνο τους άσκοπα. Δυστυχώς κάποιες συνήθειες άλλαξαν, όμως εσύ χαίρεσαι που έζησες τις πιο φυσιολογικές και τις πιο όμορφες εποχές.

Εκείνο το μέρος είναι μοναδικό για εσένα και πάντα θα είναι. Θα ανήκει στο πιο γραφικό μέρος της καρδιάς σου κι όποιες χώρες και πόλεις αν γυρίσεις, όσο πολιτισμό γνωστό κι άγνωστο αν γνωρίσεις, όσες φωτογραφίες κι αν τραβήξεις, όσο κόσμο κι αν συναντήσεις, πάντα το χωριό σου θα αναπολείς και πάντα αυτό θα αγαπάς περισσότερο. Όλη σου η ζωή κι οι θύμισες είναι αυτό. Όλες σου οι περιπέτειες είναι αυτό. Όλοι σου οι άνθρωποι είναι εκεί.

Υπάρχουν κι αυτές οι περίεργες ώρες και στιγμές στη ζωή σου που θέλεις να τα μαζέψεις όλα και να γυρίσεις πίσω, αλλά δυστυχώς δεν μπορείς. Πάντα θα προσπαθείς να βρεις λίγο κενό χρόνο, ένα Σαββατοκύριακο, έστω και μια ημέρα για να το επισκεφθείς. Πάντα θα επιθυμείς να γυρνάς σε αυτό και να νιώθεις όπως παλιά, να περπατάς στους αγαπημένους σου δρόμους και να εξερευνείς τοπία ξανά και ξανά, μήπως και θυμηθείς τις στιγμές που έζησες αλλά δεν υπάρχουν πια. Ακόμη και χειμώνας να είναι εσύ πάντα θα θέλεις να βγεις στους δρόμους για να αναπολήσεις και να νοιώσεις την παγωμένη ανάσα σου, όπως τότε, που έτρεμες από το κρύο αλλά δεν ήθελες να γυρίσεις στο σπίτι γιατί οι φίλοι σου ήταν εκεί.
Είναι αναμνήσεις από εκείνα τα περασμένα που σε σημάδεψαν. Αναμνήσεις που δεν θα καταλάβουν ποτέ οι μόνιμοι κάτοικοι των χωριών μας. Έτσι κι αλλιώς αυτοί δεν μας θέλουν... Μας θεωρούν "ξένους" επειδή για κάποιο λόγο φύγαμε όλοι μας από το χωριό. Μας αναζητούν μόνο τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές για να ενισχύσουμε οικονομικά τα μαγαζιά τους.

Εσύ όμως γυρνάς στο χωριό σου, αναπνέεις όσο περισσότερο αέρα μπορείς για να το χορτάσεις κι έπειτα φεύγεις ξανά. Νοερά ή κι αληθινά.
Τις σκέψεις μου αυτές θα τις κατανοήσουν μόνον αυτοί που λείπουν αρκετά χρόνια απ' το χωριό. Το κάθε χωριό.


Πρόκειται να γίνει αρχαιολογική έρευνα οπότε τα ανασκαφικά πορίσματα θα μας πληροφορήσουν για την απαρχή κατοίκησης της περιοχής μας.
Όμως με βάση την προφορική παράδοση και κάποια ιστορικά γεγονότα φαίνεται ότι οι πρώτοι απο τους σημερινούς κατοίκους έφθασαν εδώ στα τέλη του 8ου αιώνα από διάφορες ελληνικές περιοχές και κυρίως από την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία μετά από διωγμούς.
Οι περισσότεροι απ' αυτούς ήταν βλαχόφωνοι με άκρως ελληνική συνείδηση. Δεν διέφεραν κατά πολύ στα ήθη και τα έθιμα (μεταξύ τους) έτσι που στη νέα τους πατρίδα δεν αντιμετώπισαν προβλήματα προσαρμογής.
Στα χρόνια που ακολούθησαν και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 22 τη συνθήκη της Λωζάνης του '23 και την ανταλλαγή πληθυσμών ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή προσφυγικές οικογένειες από τη Θράκη, τον Πόντο, την Μικρά Ασία και αλλού. Οι πρόσφυγες έφεραν το δικός τους πολιτισμό, τις γνώσεις τους, συμβίωσαν με τους πρώτους οικιστές και δημιούργησαν τη σημερινή σύνθεση του πληθυσμού.

Η λαϊκή αρχιτεκτονική παράδοση της περιοχής μας δεν διαφέρει από την γενική Βορειοελλαδίτικη αν και ελάχιστα παραδοσιακά σπίτια έχουν διασωθεί.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟΣ-ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ
ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΣΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ ΣΕΡΡΩΝ


TAXIDIOTHS

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

Ατσσιά θα γιαραεύ' πουδέν;;;

Ατσσιά θα γιαραεύ' πουδέν;;;



Ενούντσα, επενούντσα... Σιφτέν είπα θα πατώ το δ(ε)άβολον και 'κι θά γράφτω. Αμά αχά ξαν' έρ'ται τιρτεύ' με. Θα λέω δύο λόγια, για τ' ατό την πελιάν ντο τσσατεύω όσα εμπαίνω σ' αούτο τη ζουρνάν το φβ.
Οι << γλωσσολόγοι >> όλ' πιρτέν ετοπλαεύταν σο φβ, και σ'κών'νε άν' και κρούγ'νε κα τα Ρωμαίικα! Ποία είναι τα << σκιρρά Ποντιακά >>;;; Ποία είναι τα τογρία Ρωμαίικα;;; Και ντ' άγνα θα χωρίζομε και παίρομε;;; Ντ' άγνα θα μιλεχτούμε;;;.... Και << γιόκ ατό έν' Τούρκικον >> και τ' άλλο έν'.... ήμαρτα!!!
ΡΩΜΑΙΙΚΑ ΕΣΑΝ τα καλατσία τη καλομάνας εσουν!!!!!! Ήντιαν έλεεν εκείνε!!! Εκείνε με τ' ατό την καλατσήν έζησεν, εγέρασεν, έσυρεν γεσιρλούκια, ιστόρτσεν τέτρ(ε)α, ετράνυνεν παιδία και εγγόνια. Εκείνε Τούρκικα και ήντιαν έτερον πα να ετάραξεν απέσ', πολλά έμορφα εποίκεν. Τ' εκεινές το τέρτ' έτον, να δι' τ' αθρώπ'ς ατ'ς κι εγροικούν. Αμαθεμά το! Τούρκικα πα ετάραζαναν απέσ' κέσ' οι παλαιοί εμουν, κια ντό να ευτάμε;;; Αλλέες χα τον πάππο μ' έκουα, χά τον Όμηρον, έναν θα έτον!
Ας τερούν ατείν' οι σποταλεμέν', και όντες καλατσεύ'νε, να καλατσεύ'νε Ρωμαίικα, και μη ταράζ'νε απέσ' τα Νέα Ελληνικά. Ατό ας τερούν! Και λιαζίμ 'κ' έν' να μιλεχτούν και χάν'νε τα << χοχόλια >>. Ας ατά ντ' έλεαν σην Πατρίδαν, τιδέν για χάσιμον 'κ' έν'! Και μη << μουσσκεύκουνταν >>... Τα Ρωμαίικα εταγιάντσαν ους ατώρα... Ατώρα θα χάν'ταν πασστάν! Θα ευτάγ'ν' ατα άμον τα γναφία 'τουν, ατείν' ποιός εξέρ'νε ημ'σόν, και πολεμούν να μαθίζ'νε τεά και τ' αλλουνούς...
Αρ' για τ' ατουνούς τοι σποταλεμέντς, θα κλώθ' ατο σα Ν.Ε πέκιαμ κάτ' εγροικούν! Τα ποντιακά ( δυστυχώς ) έχουν χρηστική αξία, για ελάχιστους από μας! Έτσι λοιπόν δεν νομιμοποιούμαστε να τα αλλάξουμε, εξ' αιτίας, άγνοιας ή και θράσους. Δικαίωμα εξέλιξης, είχαν οι άνθρωποι για τους οποίους ήταν το κύριο μέσο επικοινωνίας.
Μια λέξη λοιπόν, που δεν την άκουσε κάποιος να χρησιμοποιείται από τους φυσικούς ομιλητές, καλά κάνει και την ετυμολογεί, ΑΛΛΑ, μην επιχειρεί να της δώσει το νόημα της ρίζας από την οποία προέρχεται... Πολλές οι Τουρκικές λέξεις ( π.χ τσσαλιστουρεύω ) που η σημασία τους στα Ποντιακά, είναι ελαφρώς ή αρκετά διαφορετική. Μ' αυτή την έννοια, το << τσσαλιστουρεύω >> είναι Ποντιακή λέξη, κι ας προέρχεται από την Τουρκική. Ε, δε θα ρωτούσαν οι παππούδες μας τον κάθε fb-γλωσσολόγο του σήμερα!
Και με λέξεις πάρα πολλές, με ρίζα από τα Αρχαία Ελληνικά, γίνεται το ίδιο. << Εμπαθής >>, όντες λέομε εμείς, έν' αλλέτερον ας ατό ντο θ' εγροίκανεν είνας σην Ήπειρον γιαχότ σην Πελοπόνησον...
Έναν κι άλλο θα λέω και τουλώνω... Ποδεδίζω ολοινέτερων τον Θεόν. Τα Ρωμαίικα μ' έχομ' ατα άμον παίινιαν ( παίγνιαν ) μαναχόν... Για τη καλομάνας εμουν την ψήν...


Στόχχεψον ντ' έγραψα καλλίον... << Εξέληξη >> ευτάει ποιός εξέρ'... ποιός δεν χαπέρ' 'κ' έχχ', εβγάλ' σο μεϊτάν έναν κάτ' αλλέτερον... Πάντα λέω... Τα Ρωμαίικα ντο θα μαθίζω, αν 'κι εγροικάτα η καλομάνα μ', Ρωμαίικα 'κ' είναι! Σωστά είναι ατά ντ' έλεγαν σην Πατρίδαν πέραν περού! Ματσουκάτ'κα, Σαντέτ'κα, Καρσλήρικα... Όντες τακεύω έναν -όπον σον κώλον τη << λέξης >>...ατό έν'... ήμαρτα, ατώρα κα' θ' έλεα...

Θέλω να πω...πως αν τα << Ποντιακά >> που μιλάμε θα ξένιζαν τη γιαγιά μας, αυτό δεν είναι εξέλιξη.... είναι κάτι άλλο...


ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΓΡΑΨΕ Ο Γιάννης Τερζίδης
ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ Τ' ΕΜΕΤΕΡΟΝ Η ΡΑΤΣΑ