Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Παρακολουθήστε όλη την παρουσίαση «Του Αρχείου του Πόντου» στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης (Video)

Παρακολουθήστε όλη την παρουσίαση «Του Αρχείου του Πόντου» στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης (Video)



Παρακολουθήστε όλη την παρουσίαση «Του Αρχείου του Πόντου» στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης (Video)



Ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου έγινε η πρώτη δημόσια παρουσίαση του Πολιτικού Αρχείου των Ελλήνων του Πόντου (1916-1924), την Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016, το οποίο περιλαμβάνει περισσότερα από 5.000 πρωτότυπα έγγραφα, βιβλία, πρακτικά συνεδριάσεων και άλλα ντοκουμέντα του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου, που επιδίωκε τη δημιουργία αυτόνομου κράτους των Ελλήνων του Πόντου.

  


Πηγή Video: Livemedia


Σχετικά θέματα


ΠΗΓΗ  http://www.epontos.blogspot.gr

ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ

ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ

ΚΕΡΚΙΝΗ ή ΜΠΕΛΕΣ-ΚΡΟΥΣΣΙΑ

Πάμε για βατόμουρα;

   



Μαζέψτε φθινοπωρινά φρούτα του δάσους και φτιάξτε σπιτικές μαρμελάδες!


Το φθινόπωρο είναι μια εποχή «ευλογημένη» με όλα τα φρούτα του δάσους. Τα κράνα, τις αγριοτριανταφυλλιές, τα τσάπουρνα, τα άγρια κορόμηλα (τσερνίκια), τον σαμπούκο και βέβαια τα υπέροχα βατόμουρα.


Η βατομουριά ή βατσινιά ή βάτος φυτρώνει παντού ή σχεδόν παντού στην Ελλάδα. Εξαιρούνται οι πολύ «ξερικές» Κυκλάδες.


Υπάρχουν περί τα 400 είδη φυτών βατομουριάς, με καρπούς που το χρώμα τους κυμαίνεται από το κοκκινόμαυρο μέχρι το κίτρινο και το γαλάζιο. Είναι όμως άγνωστο πόσα είδη και υποείδη υπάρχουν στην Ελλάδα.


Ασχέτως όμως αυτού που ενδιαφέρει μόνον τους ειδικούς επιστήμονες, βατομουριές θα βρείτε παντού, γεμάτες καρπό σε διάφορες φάσεις ωρίμασης. Θα τις βρείτε στα πλαϊνά των επαρχιακών δρόμων, στις παρυφές των δασών και στα πλάγια ρυακιών και χειμάρρων. Η εποχή τους είναι από τα τέλη του Αυγούστου μέχρι τις αρχές του Νοέμβρη.


Σας προτείνω λοιπόν μια μικρή εκδρομή για να φτιάξουμε τη μαρμελάδα του χειμώνα με τον καρπό που είναι στη φύση δεύτερος σε περιεκτικότητα βιταμίνης C (πρώτος είναι ο καρπός του άγριου τριαντάφυλλου).


Βεβαίως, αν για κάποιο λόγο δεν σας αρέσουν τα βατόμουρα, υπάρχουν τα άγρια κορόμηλα. Γι’ αυτά θα πρέπει να πάμε λίγο πιο ψηλά. Για παράδειγμα, γύρω από το χιονοδρομικό κέντρο του Μαινάλου υπάρχουν μόνο στάνες και αγριοκορομηλιές.


Τα κράνα, για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω, δεν φυτρώνουν στην Πελοπόννησο. Θα τα βρείτε κυρίως από την ορεινή Θεσσαλία και πάνω. Φτιάχνουν ένα εξαίρετο ευστόμαχο εκχύλισμα και λικέρ, αλλά η παρασκευή μαρμελάδας είναι αρκετά μπελαλίδικη λόγω των κουκουτσιών τους. Σε αντίθεση, με ένα ζεμάτισμα τα κουκούτσια των αγρίων κορόμηλων φεύγουν αμέσως με μια μικρή πίεση.


Τελικά η πιο εύκολη μαρμελάδα παρασκευάζεται από τα βατόμουρα. Κατ’ αρχάς δεν χρειάζεται να πάμε μακριά.Στη συγκομιδή βατόμουρων θα χρειαστείτε απαραιτήτως ένα μικρό κλαδευτήρι και μια τσάντα από σκληρό πλαστικό ή ένα καλάθι.


Το μάζεμα


Με το κλαδευτήρι κόβουμε την άκρη του βάτου που έχει τους καρπούς, την οποία ρίχνουμε μέσα στην τσάντα ή στο καλάθι.


Στο σπίτι στρώνετε σε ένα τραπέζι ένα χάρτινο ή πλαστικό τραπεζομάντιλο και με την ησυχία σας αφαιρείτε τους καρπούς από τα κλαριά.


Προσοχή σε δύο πράγματα:


1) Το ξεδιάλεγμα των καρπών είναι επίπονο γιατί τα κλαριά έχουν αρκετά αγκάθια. Ενας άντρας μπορεί να τα ξεκαθαρίσει πιο γρήγορα, γιατί έχει πιο σκληραγωγημένα χέρια.


2) Για τη μαρμελάδα χρησιμοποιούμε όλους τους καρπούς ακόμα και τους πράσινους, επειδή κρατάνε το άρωμα και μετά το βράσιμο. Ιδανικά οι καρποί πρέπει να είναι 50% ώριμοι (μαύροι), 25% ημιώριμοι (κόκκινοι) και 25% άγουροι (πράσινοι).


Η μαρμελάδα



Μια καλή μαρμελάδα έχει μόνο δύο βασικά μυστικά και μία τεχνική που σας παραθέτω.


Για να μην πιάσει μύκητες (μούχλα) η μαρμελάδα, πρέπει να βράσει 3 φορές. Μετά από κάθε βράσιμο (των 15 - 20 λεπτών) πρέπει να κρυώνει τελείως.


Το δεύτερο σημαντικό είναι η ποσότητα της ζάχαρης. Η πρέπουσα αναλογία είναι στα 3 κιλά φρούτου μόνον 1 κιλό ζάχαρη, κατά προτίμηση καστανή (demerata). Για το δέσιμο μην ανησυχείτε, θα γίνει κι αυτό.


Επίσης, να αποφύγετε να βάλετε ζάχαρη στα φρούτα από πριν (12 ώρες), για να βγάλει το φρούτο το ζουμί του. Κι αυτό επειδή αρχίζουν αλκοολικές ζυμώσεις και χάνει το φρούτο τα αρώματα.


Η τελευταία τεχνική και μυστικό είναι να βάλετε αρκετό νερό ώστε να μπορούν τα φρούτα να βράζουν με το ελάχιστο ανακάτεμα και να μην υπάρχει φόβος να κολλήσουν. Οταν τελειώσει το βράσιμο βάζετε τη μαρμελάδα σε ένα ταψί και γρήγορα στο φούρνο στους 120 - 150 βαθμούς μέχρι να φύγουν τα πολλά υγρά. Βγάλτε το ταψί από το φούρνο, ρίξτε το χυμό από ένα λεμόνι και βάλτε τη μαρμελάδα σας, όταν κρυώσει, σε βαζάκια.


Δεύτερο μυστικό!

Τα βαζάκια να είναι βράσμένα (αποστειρωμένα)

Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα

Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα

Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα
Πάσχα εν Πόντω - Δύο υπέροχα έθιμα


Τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας: «τουρνίκες» και «καθίζω τζιχτζιράνο»
της Λένας Σαββίδου

Ο πλούτος των εθιμικών δρώμενων της Μεγάλης Εβδομάδας που έφεραν οι πρόσφυγες από τον Πόντο, είναι ασύλληπτου εύρους και ομορφιάς. Ο χρόνος, δυστυχώς, πολλά από αυτά τα θάμπωσε στη μνήμη κι άλλα τα παράλλαξε στο πέρασμα του. Το ευτυχές όμως είναι πως μέσα από λαογραφικές μελέτες και καταγραφές πολύ μεγάλο μέρος τους έχει διασωθεί κι έτσι ακόμη κι αν δεν υπάρχουν ως κομμάτια του «εορταστικού» βίου μας, μπορούμε να τα εντοπίσουμε, να τα μελετήσουμε και φυσικά να τα ματαγαπήσουμε και να τους ξαναδώσουμε «ανάσα», εντάσσοντας τα στην σύγχρονη πραγματικότητα μας.
Ένα πολύ όμορφο έθιμο που μας έρχεται από την περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν είναι οι Τουρνίκες.

Το έθιμο αυτό το κατέγραψε ο Γ. Φωτιάδης στην εργασία του «Από τα πασχαλινά έθιμα του Ακ Δαγ Μαδέν» που δημοσιεύτηκε στον 38ο τόμο του Αρχείου Πόντου. Οι τουρνίκες ήταν τα αυγά που οι νοικοκυρές έβαφαν κι ετοίμαζαν για την Λαμπρή. Στο Ακ Νταγ Ματέν σε αντίθεση με ότι σήμερα επικρατεί, τα αυγά τα έβαφαν το Μεγάλο Σάββατο.
Η συνήθεια να βάφονται αυγά ανήμερα του Μεγάλου Σαββάτου, κατά τον Φωτιάδη που φέρει στο φως και τη σχετική μαρτυρία, δεν έχει γνωστή προέλευση. Προσωπικά το θυμάμαι να συμβαίνει και στο δικό μας σπίτι-είμαστε πρόσφυγες από το χωριό Σιον (Επαρχίας Χαλδίας, τμήμα Χεροιάνων-Κελκίτ)- τουλάχιστον 40 χρόνια πριν, αρχές δεκαετίας του 70 και σταδιακά να εκλείπει και τα αυγά να βάφονται σταθερά πλέον την Μεγάλη Πέμπτη. Οι τουρνίκες δεν ήταν αποκλειστικά κόκκινα αυγά
αλλά έχαιραν πλήθος χρωμάτων, όπως είναι το κίτρινο, το γαλάζιο και το πράσινο και πέραν των ωραίων χρωμάτων τους ήσαν πλουμιστές με όμορφα σχέδια. Τα αυγά που θα βαφόταν το Μεγάλο Σάββατο τα διάλεγαν από τα μέσα περίπου της Σαρακοστής και τα ξεχώριζαν σε εξαιρετικά γερά και σε…συνηθισμένα. Τα γερά έμεναν ξέχωρα από τα υπόλοιπα και ξέχωρα βαφόταν.
Ένα δεύτερο έθιμο που σχετίζεται με το βάψιμο των αυγών και που κι αυτό μας έρχεται από την περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν, το παραθέτει πάλι ο Γ. Φωτιάδης στην παραπάνω αναφερθείσα μελέτη του και είναι το «καθίζνε τζιχτζιράνο».
Το έθιμο αυτό το κρατούσαν οι μερακλήδες του τσουγκρίσματος των αυγών και σκοπό είχε να δώσει αυγά τέτοια που κυλούν και στέκονται στη μύτη και κατά το σπάσιμο τους ακούγεται θόρυβος σαν να σπάζει κέλυφος σαλιγκαριού. Για να το πετύχουν αυτό χρησιμοποιούσαν τη χόβολη. Την άνοιγαν και πάνω στη πυρακτωμένη πλάκα της έστρωναν στάχτη. Πάνω σε αυτή τη στάχτη τοποθετούσαν τα αυγά με τη μύτη προς τα κάτω και τα σκέπαζαν με ένα κιούπι. (Το κιούπι είναι το πήλινο σκεύος που σήμερα θα λέγαμε μικρό κανάτι ή μικρό πυθάρι). Από πάνω έριχναν τα αναμμένα κάρβουνα, τη χόβολη δηλαδή.
Μέσα σε 24 ώρες ότι υπήρχε στο εσωτερικό του αυγού κατακαθόταν στη μύτη αυτού, ξεραινόταν, κολλούσε στον φλοιό και γινόταν σαν ένα σώμα με αποτέλεσμα όπως κι αν κυλούσε το αυγό να έρχεται να κάθεται στη μύτη, μιας κι εκεί πλέον είχε μετατοπιστεί κι όλο το βάρος του. Κατά το σπάσιμο αυτών των αυγών, όπως προαναφέρθηκε, δημιουργούταν ήχος ιδιαίτερος και οι μερακλήδες πρόβαλλαν το… μεράκι τους.
Σήμερα ο χρόνος που διαθέτουμε στο να προετοιμαστούμε για τη Λαμπρή ολοένα και λιγοστεύει.

Αυτό μας αναγκάζει να σβήνουμε από το τεφτέρι μας, όσα μας καθυστερούν από τις επείγουσες εργασίες μας ή να τα αντικαθιστούμε με ότι γίνεται ταχύτερα κι ευκολότερα. Έτσι, αγοράζουμε τα κουλουράκια έτοιμα ψημένα από το φούρνο, τα τσουρέκια τα παραγγέλνουμε στο ζαχαροπλαστείο γιατί που χρόνος να ζυμώσουμε και τα τελευταία χρόνια δε βάφουμε μήτε αυγά μιας και κυκλοφορούν καλοβαμμένα και καλογυαλισμένα πασχαλινά αυγά στα ράφια των υπεραγορών.
Ας αναλογιστούμε όμως τι χάνουμε έτσι…κι όχι μόνον μέσα από τον κόσμο των ηθών και των εθίμων μας, μα κυρίως μέσα από την ίδια μας την ψυχή που πλέον ξεχνά να ευφραίνεται και να αγάλλεται. Ξεχνά να συμμετέχει και να δημιουργεί.

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Το καλαντόνερον

Το καλαντόνερον

Το πρώτο νερό της Πρωτοχρονιάς
Καλαντόνερον

























- Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς. Από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι, από όπου προμηθευόταν μια οικογένεια το πόσιμο νερό της. Τη λήψη του καλαντόνερου, προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης ή του πηγαδιού!
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, κάποιος από την οικογένεια, συνήθως ένα κορίτσι (ιδιαίτερα οι ελεύθερες κοπέλες), έπρεπε να πάει να «καλαντάζ το πεγάδ». Δηλαδή να αφήσει διάφορα δώρα στη βρύση/πηγάδι. Τοποθετούσαν διάφορα δώρα, όπως ξηρούς καρπούς (φουντούκια, καρύδια, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π.


Λέγοντας χαμηλόφωνα την παρακάτω ευχή:
Κάλαντα και καλός καιρός, άμον τ’ ανοίγω το πεγάδ να ανοίεται η τύχη μ’
και άμον το τρέχ’ το νερό να τρέχ’ και η ευλογία!

Τα ελεύθερα παλικάρια του χωριού καιροφυλακτούσαν κι όταν έφευγαν οι κοπέλες, πλησίαζαν στη βρύση κι έτρωγαν τα φρούτα. Αυτός που έτρωγε το μήλο της συγκεκριμένης κοπέλας, θα την ερωτευόταν και θα την παντρευόταν γιατί επενεργούσαν κάποιες μαγικές δυνάμεις, κατά την Ποντιακή λαϊκή δοξασία και πίστη:
Ανάθεμα π’ εκρέμιζεν το μήλον σο πεγάδιν,
το μήλον είχεν φάρμακον και το πεγάδ’ μαείας.
Μαεύ’ εμέν, μαεύ’ κι εσέν, μαεύ’ τοι δυς εντάμαν.
Η κορ’ μαεύ’ Ελλενικά, Ρωμαίικα παλικάρια…

Τα κορίτσια που παίρνανε το καλαντόνερο, μέχρι να το πάνε στο σπίτι δεν κοιτούσαν πίσω τους. Ούτε μιλούσαν σε κανέναν, για να μη πάρουν οι μάγισσες τη φωνή τους!
Από το καλαντόνερο έπινε όλη η οικογένεια από λίγο, για να πάει καλά η χρονιά. Τα δε κορίτσια έβρεχαν τα μαλλιά τους, για να μακραίνουν! Με το υπόλοιπο καλαντόνερο ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα και τα χωράφια. Οι νοικοκυρές, στα δωμάτια του σπιτιού έριχναν χούφτες από ξηρούς καρπούς, λέγοντας την παρακάτω ευχή:

Κάλαντα και καλός καιρός και ευλογημένος.
Έμπα καλόν χρονία και έβγα κακόν χρονία και τη χρόν’ με καλόν καρδίαν!


Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Αυτό που ο Θεός γράφει, δεν ξεγράφεται! Ο Θεός ντό γράφτ 'κι απογράφκεται

Αυτό που ο Θεός γράφει, δεν ξεγράφεται!

 
Ο Θεός ντό γράφτ 'κι απογράφκεται
Ποντιακό παραμύθι
Το παρακάτω παραμύθι παρουσιάστηκε στην Ποντιακή διάλεκτο, τον Φεβρουάριο του 1954 μέσα από τα «Χρονικά του Πόντου», που εξέδιδε τότε ο Σύλλογος Ποντίων «Αργοναύτες Κομνηνοί». Πρόκειται για παραμύθι της περιοχής Χαλδίας, που το κατέγραψε και το απέδωσε ο Γεώργιος Κανδηλάπτης.
Έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και είχε γιο «κιαμούλ καί αχουλούν», φρόνιμο κι έξυπνο δηλαδή. Ο βασιλιάς χαιρόταν, πως όταν πεθάνει, θα αφήσει πίσω του διάδοχο… «πεδιξασμένον». Στα κάμποσα χρόνια επάνω, ο γιος του βασιλιά παρακάλεσε τον πατέρα του, να του δώσει την άδεια, να περιδιαβεί στο βασίλειο του και να γνωρίσει τους ανθρώπους του. Να δει τα «ατέτα» τους (τις συνήθειες τους δηλαδή). Να μάθει πολλά πράγματα και να κυβερνήσει κι εκείνος σαν τον πατέρα του, όμορφα!
Ο βασιλιάς του έδωσε την άδεια και ένα σακούλι με λίρες και τον «επροβόδωσεν»…
Το βασιλόπουλο για να μην τον γνωρίσουν φόρεσε «λώματα» (ρούχα δηλαδή) χωριάτικα. Κρέμασε στη μέση του ένα σπαθί και βγήκε στο δρόμο. Στις δύο ημέρες, πήγε  σε μία πολιτεία και είδε πως ένας άνθρωπος έγραφε πάνω σε κομμάτια χαρτιού. δυο τρία λόγια και τα πετούσε στη θάλασσα. Τον πλησίασε και τον καλημέρισε. «Καλώς το βασιλόπουλο!» απάντησε ο γέροντας. Ο νεαρός θαύμασε και τον ρώτησε...
- «Πώς γνωρίζεις που είμαι βασιλόπουλο;»
- «Εγώ ξέρω του καθενός την τύχη!» είπε ο γέρος...
Έβγαλε τότε το βασιλόπουλο και του έδωσε ένα φλουρί και ο γέροντας, πρόβλεψε:
- «Σε ένα χωριό που θα πας, θα βρεις ένα εφτάχρονο κορίτσι άρρωστο, που θα την πάρεις για γυναίκα σου»!

Ξαναθαύμασε την ικανότητα του γέροντα το βασιλόπουλο και έβαλε στο νου του να πάει να βρει το κορίτσι και να το σκοτώσει! Γιατί άρρωστη γυναίκα δεν ήθελε να πάρει. Αφού γύρισε αρκετά χωριά, κάποτε έφτασε μουσαφίρης και στο χωριό που του ‘χε πει ο γέρο-μάντης. Οι οικοδεσπότες που τον δέχθηκαν στο σπίτι τους, ήταν άνθρωποι γελαστοί και φιλόξενοι! Μα τόσο πολύ φτωχοί που… «πεντικός απέσ’ ’ς οσπίτ’ν ατούν ’κ ελευρούτον». Δηλαδή και το ποντίκι νηστικό έμενε στο σπίτι αυτό, μιας κι ούτε καν αλεύρι δεν μπορούσε να βρει, για να φάει. Τους λυπήθηκε το βασιλόπουλο και έβγαλε και τους έδωσε ένα φλουρί κι αυτοί πήγαν κι αγόρασαν «το κάλλος του Θεού» κι έφαγαν και διασκέδασαν.
Εκεί που έτρωγαν ακούσανε μια φωνή:
- «Μάνα, φέρε μου λίγο νερό».
Ρώτησε ο νέος ποιος τους φώναξε κι εκείνοι του είπαν πως είχαν μια κόρη, που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο. Πως ήταν εφτά χρονών, πολύ άρρωστη και δεν πέθαινε να σωθούνε! Το βασιλόπουλο κατάλαβε αμέσως πως αυτή ήταν η τύχη του! Όπως το είχε προβλέψει ο γέρος μάντης. Έτσι έβαλε στο νου, να τη σκοτώσει!
Τη νύχτα, όταν κοιμήθηκαν οι γονείς του κοριτσιού, σηκώθηκε κρυφά, κοίταξε και είδε πως σε μια κούνια μέσα κοιμάται ένα «μεχλέντς, άρρωστο και νεραξίαν». Ένα μικρό άρρωστο σίχαμα δηλαδή. Σήκωσε το σπαθί του και το κάρφωσε στου μωρού την κοιλιά. Φοβούμενος τις συνέπειες, έφυγε τρέχοντας. Ξεχνώντας τα φλουριά, κάτω από το μαξιλάρι του.

Ο Θεός όμως δεν ξέχασε το πλάσμα του και το μαχαίρι «επήγεν εξώφυλλα» (δεν κατόρθωσε να επιφέρει το θάνατο της). Καθώς το κορίτσι είχε στην κοιλιά του μια άσχημη πληγή, σύρθηκε κι έτρεξαν από μέσα αίματα και φαρμάκια μαζί. Πήρε ανάσα και «εκούηξεν»:
- «Μάνα έλα, κάτ’ έπαθα»!
Έτρεξαν οι γονείς της και βρήκαν το μαχαίρι. Τους είπε τότε η κοπέλα πως ένα παληκάρι το κάρφωσε στην κοιλιά της κι έτσι έτρεξαν έξω τα δηλητήρια κι έγινε καλά!  Κατάλαβαν πως ο μουσαφίρης το έκανε κι έτρεξαν στο δωμάτιο του. Μα εκεί βρήκαν μόνο τα φλουριά. Με τις λίρες που βρήκαν έχτισαν ένα μεγάλο χώρο φιλοξενίας. Όποιος έφτανε στα μέρη τους, πήγαινε στον οντά τους! Έτρωγε, έπινε, κοιμόταν, τους ευχόταν και μετά έφευγε.  Όλος ο κόσμος άρχισε να συζητά το καλό που έκαναν. Ήταν καλό Χριστιανικό, που ούτε ο βασιλιάς το έκανε!
Σαν το έμαθε ο βασιλιάς, στέλνει στο χωριό τον γιο του, να δει ποιος ήταν αυτός που έκανε τέτοιο «σοχρέτ»! Θεοφιλές έργο δηλαδή. Όταν έφθασε εκεί ο γιος του βασιλιά, είδε μια όμορφη και χιλιέμορφη κοπέλα να κάθεται στο μπαλκόνι και να κεντά ένα μαντήλι. Από την ομορφιά της έλαμπε σαν τον ήλιο και την αγάπησε αμέσως!
Κάθησε λίγες ημέρες στον τόπο εκείνο κι έπειτα γύρισε και ζήτησε από τον πατέρα του να στείλει προξενητάδες και να τον αρραβωνιάσουν με την κοπέλα που αγάπησε. Τι να έκανε κι ο βασιλιάς; Εκπλήρωσε το χατίρι του γιου του κι έστειλε τον έμπιστο του άνθρωπο και αρραβώνιασε το γιο του με την κοπέλα και στις 40 ημέρες επάνω, έκαναν και τη «χαρά».

«Ντο καιρόν ντό επαρεθέκαν άτ’ς» (όταν βρεθήκαν μόνοι, θα λέγαμε σήμερα εμείς) ο νεαρός είδε τη «σύχναν», το σημάδι δηλαδή του μαχαιριού, στης κοπέλας την κοιλιά. Την παρακάλεσε να του πει πως έγινε και είχε τέτοιο σημάδι επάνω της. Η κοπέλα «σιφτέν ’κ εθέλεσεν» (στην αρχή δεν θέλησε), αλλά μετά τα παρακάλια, του είπε πως ένας κλέφτης πήγε κι έμεινε κάποτε στο σπίτι τους κι εκείνος τη μαχαίρωσε. Αλλά ο Θεός την λυπήθηκε και κακό δεν έπαθε! Μοναχά τα δηλητήρια που την κρατούσαν άρρωστη έτρεξαν έξω κι έτσι έγινε καλά...
Τότε ο νεαρός, έπεσε στα χέρια της και της είπε πως εκείνος έκανε το κακό και «εψαλάφεσεν συγχώρησιν» και έζησαν καλά και ευτυχισμένα! Έτσι βγήκε και ο λόγος που λέει:

«Ο Θεός ντό γράφτ’ 'κι απογράφκεται»


Μετάφραση: Λένα Σαββίδου

Τα Χριστούγεννα του Μολλά Μουσταφά στην Τραπεζούντα

Τα Χριστούγεννα του Μολλά Μουσταφά στην Τραπεζούντα

 
Μια πραγματικά συγκινητική μαρτυρία
Χριστούγεννα στην Τραπεζούντα
Δεν ήταν ούτε 30 χρόνων η Δέσποινα όταν έχασε τον Σάββα, τον άνδρα της, και έμεινε χήρα με το τρίχρονο παιδάκι της, τον Νίκο. Ο μακαρίτης ήταν καλός άνθρωπος και χρυσός νοικοκύρης. Με τις δυο λίρες (216 γρόσια) μισθό που έπαιρνε, ζούσε την γυναίκα και το παιδάκι του, χωρίς να τους στερήσει τίποτε. Οικονόμος ο ίδιος, καλή νοικοκυρούλα η γυναίκα του, τα βόλευαν μια χαρά, σε βαθμό που η γειτονιά τους παίρναγε και για πλούσιους!
Είχαν έξι χρόνια παντρεμένοι. Την βραδιά που θα γιόρταζαν την επέτειο των γάμων τους, έφεραν τον Σάββα νεκρό στο σπίτι του. Τη στιγμή που πλήρωνε τον μανάβη, για τα φρούτα που αγόρασε, γονάτισε ξαφνικά και ξεψύχησε πάνω στο δρόμο. Τρέξαν οι καλοί άνθρωποι και φέραν γιατρό. Μα ήταν περιττό. Είχε πάθει συγκοπή. Ο γιατρός δεν είχε να κάνει τίποτε. Την άλλη μέρα τον θάψανε στην Ελεούσα.
Με τα 216 γρόσια που έπαιρνε το μήνα ο Σάββας, δεν ήταν δυνατό ν’ αφήσει τίποτα κατά μέρος. Έπειτα ήταν τόσο νέος και γερός, που δεν μπορούσε να σκεφθεί τον θάνατο. Η χήρα και τ’ ορφανό μείνανε έτσι αναπάντεχα, από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς κανένα πόρο ζωής. Όταν τέλειωσαν όλες οι θλιβερές διατυπώσεις της κηδείας, και την νύχτα της ίδιας ημέρας, έφυγε από το χαροκτυπημένο σπίτι και η τελευταία πονόψυχη γειτόνισσα, η Δέσποινα έμεινε μόνη, κοντά στο παιδάκι της, που είχε αποκοιμηθεί νωρίτερα, για να σκεφθεί όλη την τραγωδία που άρχιζε, για κείνη και για το μικρό της. Και πράγματι ήταν τραγική η θέση της κακομοίρας!
Δεν είχε κανένα συγγενή, ούτε δικό της, ούτε απ’ την πλευρά του μακαρίτου, στην Τραπεζούντα όπου ζούσαν. Ορφανοί και οι δυο, άφησαν και ο ένας και η άλλη το χωριό τους, κάπου εκεί στην περιφέρεια της Αργυρουπόλεως, όταν ήταν παιδιά. Με τα χρόνια τους ξέχασαν και οι λίγοι μακρινοί συγγενείς τους, όπως δεν τους θυμούνταν κι αυτοί. Η μοίρα το θέλησε να γνωρισθούν μέσ’ στη μεγάλη πολιτεία. Αγαπήθηκαν και πάρθηκαν.
Τ’ αφεντικό του μακαρίτου, από ευσπλαγχνία, είχε αναλάβει όλα τα έξοδα της φτωχικής κηδείας και η γυναίκα του, σαν επέστρεψαν απ’ το νεκροταφείο, ξεμονάχιασε τη Δέσποινα και της έδωσε 300 γρόσια.
- Αυτά είναι απ’ τους μισθούς του σχωρεμένου. Σου τα στέλνει ο άντρας μου.
Στην πραγματικότητα ήταν ελεημοσύνη, γιατί ο μισθός εκείνου του μηνός ήταν πληρωμένος.
Η χήρα δεν βγήκε απ’ το σπίτι της, σύμφωνα με το συνήθειο του τόπου, ως την ημέρα του μνημόσυνου. Σαράντα μέρες!

Όλο αυτό τον καιρό την βασάνιζε η μοναδική σκέψη... Πώς να ζήσει το παιδάκι της, πώς να το μεγαλώσει και πώς να το μορφώσει. Όπως το ήθελε και το ονειρεύονταν ο μπαμπάς του, μα κι η ίδια. Μπορούσε βέβαια να ξενοδουλέψει, μα σε ποιόν ν’ αφήσει το μωρό; Ευτυχώς ήξερε «κέντημα», ήξερε και να πλέκει, ακόμη και να ράβει. Είχε και τη ραπτομηχανή της. Πήρε την απόφαση. Θα δούλευε σπίτι της, κοντά στο παιδί της.
Έτσι η χήρα, η Δέσποινα, δουλεύοντας 15 και 20 ώρες το μερόνυχτο, μεγάλωσε τον Νίκο της. Ήταν η χαρά, η περηφάνια και η παρηγοριά της. Δεν έλειψαν οι τύχες και οι ευκαιρίες. Ήταν όμορφη και προκομμένη η Δέσποινα. Της έγιναν πολλές προξενιές τα πρώτα χρόνια. Μάλιστα ένας χήρος, που γύρισε απ’ τη Ρωσία πολύ πλούσιος, την ζήτησε επίμονα. Μα η Δέσποινα δεν ήθελε να δώσει πατριό στο παιδί της και δεν μπορούσε να δώσει και το μικρότερο κομμάτι απ’ την καρδιά και τη ζωή της, σε άλλη ύπαρξη. Όλα τα είχε για το μονάκριβο της!


Πέρασαν δέκα χρόνια...

Η εντατική και πολύωρη δουλειά, τ’ ατέλειωτα ξενύχτια και η έλλειψη της πιο στοιχειώδους ανάπαυσης, την γεράσανε πρόωρα την Δέσποινα. Πολλές φορές της έφευγε η βελόνα απ’ το χέρι ή σταματούσε η ραπτομηχανή, γιατί το χέρι δεν είχε την δύναμη να γυρίζει τον μικρό γυαλιστερό της τροχό. Την βοηθούσε ο Νίκος σ’ αυτό, σαν βρισκόταν κοντά της. Ανησυχούσε η δύστυχη η μάνα. Έβλεπε πως δεν έβγαζε πια δουλειά όπως πρώτα. Λιγόστευαν οι «πρόσοδοι», ενώ απ’ την άλλη μεριά περίσσευαν τα έξοδα, γιατί το παιδί μεγάλωνε κι εκείνη δεν ήθελε να του στερήσει τίποτε.
Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, άρχισαν ν’ αδυνατίζουν τα μάτια της. Κάθε μήνα και χειρότερα. Έβαλε γυαλιά, μα δεν την βοηθούσαν κι αυτά, όσο έπρεπε στη λεπτή της δουλειά. Όταν ο Νίκος έγινε 16 χρονών και πήγαινε στην προτελευταία τάξη του Γυμνασίου, η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο. Η Δέσποινα δεν μπορούσε να περάσει την κλωστή στη βελόνα, ούτε και με τα γυαλιά!
Θέλησε να ξενοδουλέψει. Δούλα, πλύστρα, μα δεν την άκουγαν τα πόδια της. Την σακάτεψαν οι ρευματισμοί. Γέρασε πρόωρα!
Όταν κάποια καλή της γειτόνισσα την συμβούλεψε να βγάλει τον Νίκο απ’ το Γυμνάσιο (κι ας ήταν ο πρώτος σ’ όλα τα μαθήματα) και να τον βάλει σε δουλειά, για να τα βολέψουν, η Δέσποινα (που δεν την άκουσε ποτέ κανείς να πει κακό λόγο κανενός) της μίλησε απότομα και την έδιωξε σχεδόν απ’ το σπίτι της.
- Ακούς εκεί, να βγάλει τον Νίκο απ’ το σχολειό!


Δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατο του αντρός της...

Άρχισε η Δέσποινα να ξεπουλάει τα λίγα κοσμήματα που είχε. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, σταυρό. Ύστερα ένα δυο χαλιά. Τελευταία την ραπτομηχανή, που αν και της ήταν άχρηστη, δεν μπορούσε να την αποχωρισθεί. Δεν χωρίζεται κανείς ένα σύντροφο είκοσι χρόνων, τόσο εύκολα! Κάποτε σώθηκαν και τα χρήματα απ’ τη μηχανή. Πουλήθηκε και το «σαμοβάρι», για ν’ αγοραστεί το ύφασμα για τη μαθητική στολή του Νίκου.
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και το παιδί δεν είχε «στολή» σαν κι εκείνη την ομοιόμορφη που είχαν οι συμμαθητές του, κι όλα γενικά τα παιδιά του Γυμνασίου. Το ύφασμα αγοράστηκε, μα έλειπαν τα ραφτικά. Αυτό τό ξερε μόνον η Δέσποινα, μα δεν ήταν δυνατό να πικράνει το παιδί της, αφήνοντας το δίχως νέο κουστούμι τις γιορτές.
Έπρεπε με κάθε τρόπο να βρεθούν τα χρήματα. Έπρεπε να πουληθεί πάλι κάτι. Μα τι, που δεν είχε απομείνει τίποτε σχεδόν στο σπίτι;
- Τίποτε; Και το χρυσό ρολόι του μακαρίτη, με τη χρυσή καδένα;
- Α! Όλα κι όλα! Το ρολόι δεν θα το πουλούσε ποτέ! Όταν τ’ αγόρασε ο Σάββας της είχε πεί: «Αυτό θα το χαρίσω στον γιό μας, όταν θα τον αρραβωνιάσουμε!».
Πάντως έμειναν λίγες μέρες για τα Χριστούγεννα και το πράγμα δεν έπαιρνε αναβολή. Πήγε στον ράφτη. 80 γρόσια ήταν τα ραφτικά. Θα τα πλήρωνε όταν θα ‘παιρνε έτοιμο το κοστούμι. Σε τρεις μέρες έμπαινε στο σπίτι ο Νίκος χαρούμενος και περήφανος. Έτρεξε κι αγκάλιασε τη μάνα του.
- Μητερούλα μου, έκανα πρόβα, είναι έξοχο!


Παραμονή Χριστουγέννων

Όλη η Τραπεζούντα σκεπασμένη με χιόνι, που δεν έπαψε να πέφτει πυκνό. Ο Νίκος κοιμότανε ακόμη (χόρταινε ύπνο τώρα που είχαν διακοπές), όταν η Δέσποινα τυλιγμένη στο σάλι της, βγήκε απ’ το σπίτι και τράβηξε κατά την αγορά, περνώντας απ’ τα στενά σοκάκια του Αγίου Βασιλείου. Βρήκε τον Μολλά Μουσταφά τον ωρολογά στο εργαστήρι του. Στην πρόσοψη του, δίπλα στην πόρτα είχε ένα παράθυρο, όπου ήταν ακουμπισμένος από μέσα ο πάγκος της δουλειάς του. Ένα τενεκεδένιο μαγκάλι ζέσταινε όπως - όπως, το ιδιόρρυθμο εκείνο εργαστήρι.
- Καλώς την κυρα Δέσποινα! Τι κάνει το παλληκάρι σου;
Κάθησε η Δέσποινα κοντά στο μαγκάλι και ζεσταίνοντας τα παγωμένα χέρια της, λέει του Τούρκου:
- Μολλά Μουσταφά, ο μακαρίτης ο άντρας μου μούλεγε πως σ’ αγαπούσε σαν πατέρα και συ τον αγαπούσες σαν παιδί σου. Έτσι κι εγώ, όπως έμεινα έρμη με τ’ ορφανό μου, χωρίς κανένα συγγενή, ήρθα σε σένα για μια χάρη, που δεν μπορώ να την ζητήσω από κανένα Χριστιανό! Γιατί δεν θά θελα να μάθει κανείς το μυστικό μου…
- Σ’ ακούω, κυρα Δέσποινα, όπως θάκουγα την κόρη μου λέγε…
Η Δέσποινα έβγαλε απ’ τις δίπλες του ζωναριού της τ’ ρολόι με τη χρυσή του καδένα και τ’ άπλωσε του γέρου:
- Είναι τ’ ρολόι του Σάββα. Δεν θέλω να το πουλήσω. Μα έχω ανάγκη από χρήματα. Θέλω να στ’ αφήσω ενέχυρο, για μια λίρα.
Και του διηγήθηκε την ιστορία «της στολής» του Νίκου. Του είπε στο τέλος πως ήταν πρόθυμη να δώσει τον τόκο που θα ώριζε εκείνος.

Ο Μολλά Μουσταφάς την άκουσε τραβώντας το χοντρό του κομπολόι. Σηκώθηκε έπειτα, σκάλισε μέσ’ στο συρτάρι του πάγκου του και βγάζοντας 2 λίρες χρυσές, τις άπλωσε της Δέσποινας.
- Τ’ ρολόι αξίζει πολύ περισσότερα. Πάρε δυο λίρες, γιατί δεν θα χρειαστείς μόνο τα ραφτικά. Όσο για τον τόκο, να μη γίνεται λόγος. Μόνη σου το είπες. Τον Σάββα τον αγαπούσα σαν παιδί μου.
Πήρε τ’ ρολόιμε την καδένα και το κλεισε στο ίδιο συρτάρι απ’ όπου έβγαλε τις λίρες. Η Δέσποινα τον ευχαρίστησε κι ετοιμάστηκε να φύγει.
- Μια στιγμή, της λέγει ο Μολλάς. Θα σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη.
- Σ’ ακούω, Μολλά Μουσταφά.

Ο Τούρκος σηκώθηκε και στάθηκε με την πλάτη μπρος στην πόρτα, με τρόπο που να μη μπορεί να την ανοίξει κανείς απ’ έξω.
- Άκου, κόρη μου! Πρώτα θέλω να μ’ ορκιστείς στην ψυχή του Σάββα, πως θα κρατήσεις μυστικό αυτό που θα σου πω. Μπορείς;
- Στην ψυχή του Σάββα; Ορκίζομαι, είπε κατηγορηματικά η Δέσποινα.
- Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου. Άκουσε τώρα. Απόψε τη νύκτα… ίσως τα μεσάνυχτα, θα στείλω σπίτι σου μια γυναίκα με το κοριτσάκι της. Πρέπει να πάνε μ’ εσένα και τον Νίκο μαζί στην εκκλησία. Είναι Χριστούγεννα και πρέπει να κοινωνήσουν…
- Δεν είν’ απ’ εδώ;
-Μη με ρωτάς! Άφησε να τελειώσω. Μετά την μετάληψη, θα τις πάρετε μαζί στο σπίτι σου. Θα φύγουν πάλι την νύχτα. Όποιος σε ρωτήσει ποιες είναι, θα πεις πως είναι γνωστές σας από το χωριό ή από κάποια άλλη πολιτεία.
- Μα, αφού ορκίστηκα, γιατί δεν μου λες ποιες είναι;
Ο Μολλά Μουσταφάς δεν απάντησε αμέσως. Άνοιξε την πόρτα, έριξε μια ματιά έξω στο δρόμο. Ξανάκλεισε και ακούμπησε και πάλι με την πλάτη στην πόρτα και μίλησε:
- Κυρα Δέσποινα. Η γυναίκα που θα σου 'ρθεί είναι η κόρη μου και το κοριτσάκι της είναι η εγγονή μου! Για να καταλάβεις πόσο είναι επικίνδυνο αυτό που θα γίνει, μάθε πως ο άντρας της, ο γαμπρός μου, είναι ο γιουζπασής ο Σελίμ, Τούρκος - Μουσουλμάνος. Μένουν στα Πλάτανα. Τις έφερα εδώ για μια βδομάδα στο σπίτι μου, για τα Χριστούγεννα.
- Θεέ μου! Ξέφυγε σαν κραυγή τρόμου, η επίκληση αυτή, απ’ το στόμα της Δέσποινας.
- Αν φοβάσαι, δεν θα έρθουν, λέει με χαμηλή φωνή ο Μολλά Μουσταφάς.
- Όχι όχι, να έρθουν! Φώναξε η Δέσποινα και τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα.

Δακρύζει και ο Μολλάς, και ξεκολλάει από την πόρτα, τραβά και κάθεται δίπλα στο μαγγάλι, χωρίς να πει τίποτε άλλο.
Σηκώνεται η Δέσποινα. Πρωτού ν’ ανοίξει την πόρτα, ρωτάει με σιγανή φωνή:
- Πώς είν’ τ’ όνομα της;
- Η κόρη μου Μαρία, η κορούλα της Άννα. Εκείνες ας κοινωνήσουν. Εγώ θα κάνω Χριστούγεννα με «τ’ αντίδωρο» που θα μου φέρουν.
Δυο ώρες απ’ τα ξημερώματα τράβηξαν για την εκκλησία η Δέσποινα με την Μαρία και την οκτάχρονη Άννα. Ο Νίκος, με την καινούργια του στολή, τους συνόδευε. Ήταν ακόμη άδεια η εκκλησία. Οι γυναίκες ανέβηκαν στον «γυναικωνίτη» και έπιασαν την πιο απόμερη σκοτεινή γωνιά. Με το τέλος της λειτουργίας κατέβηκαν, κοινωνήσαν και επέστρεψαν στο σπίτι, κρύβοντας το πρόσωπο κάτω απ’ το σάλι τους. Όπως έκανε όλος ο κόσμος το παγωμένο εκείνο πρωινό…


Πέρασαν δέκα χρόνια από κείνα τα Χριστούγεννα

Πέθανε σ’ αυτό το διάστημα ο Μολλά Μουσταφάς. Πέθανε και ο Σελίμ, ο γαμπρός του. Σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. 23 χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατο του Σάββα, η Δέσποινα έδωσε το χρυσό τ’ ρολόι με την καδένα του, στον γιό της τον Νίκο! Την ημέρα που τον στεφάνωνε με την Άννα, την εγγονή του Μολλά Μουσταφά... :)