Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου και το έπος του ΄40


Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου και το έπος του ΄40



Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότερες εθνικές γιορτές του έθνους μας έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να συνεορτάζονται με μία γιορτή της Παναγίας. Την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου και, σήμερα, την 28η Οκτωβρίου την Αγία Σκέπη της Θεοτόκου.
Η γιορτή αυτή μετατέθηκε από την εκκλησία μας το 1952 από την 1η Οκτωβρίου την 28η ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη Μητέρα του Θεού για τη σκέπη και την προστασία της στον αγώνα των ελλήνων απέναντι στους αλαζόνες ιταλούς, αρχικά, και, αργότερα, σε όλη τη διάρκεια της εθνικής αντίστασης.
Μία αντίσταση στην απολυταρχική βία, στην άκρως αλαζονική απαίτηση να παραδώσουμε με τη θέλησή μας τμήματα του εθνικού εδάφους, να προδώσουμε τα κεκτημένα με αγώνες και με το αίμα των προγόνων μας. Η ελληνική ψυχή όμως έδωσε την απάντηση που έπρεπε, είπε το περήφανο ΟΧΙ και ξεκίνησε έναν αγώνα για τα ιερά και τα όσια της πατρίδας μας, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει δυσάρεστα τους εισβολείς, να τους χαρίσει ιδιαίτερα ταπεινωτικές ήττες και να τους αναγκάσει να αποσυρθούν μέσα από τα αλβανικά σύνορα και να περιμένουν εκεί τη βοήθεια των συμμάχων.
Είναι όμως απαραίτητο στο σημείο αυτό να κάνουμε μία σύντομη ιστορική αναδρομή και να δούμε τα γεγονότα με τη σειρά. 28 Οκτωβρίου του 1940, στις τρεις τα ξημερώματα, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Γκράτσι, επισκέπτεται, στην οικία του, τον πρωθυπουργό της χώρας Ιωάννη Μεταξά και του επιδίδει τελεσίγραφο με το οποίο ζητούσε, μέσα σε τρεις ώρες, την ελεύθερη διέλευση και στάθμευση των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Με τη φράση «Πόλεμος λοιπόν», ο Μεταξάς απορρίπτει το ιταλικό τελεσίγραφο και απευθύνει διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Αρχίζει έτσι η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας, στο αλβανικό μέτωπο, την ώρα που ο λαός διαδηλώνοντας στους δρόμους της Αθήνας κατά της Ιταλίας, τρέχει με ενθουσιασμό να καταταγεί και να πολεμήσει στο μέτωπο.
Σε λίγες μόνο μέρες, οι εισβολείς εκδιώχθηκαν από το ελληνικό έδαφος από επιστρατευμένες κυρίως δυνάμεις, με ανεπαρκή μεταφορικά μέσα και εφοδιασμό, αλλά με τη συνδρομή των χωρικών της Μακεδονίας και της Ηπείρου, που έσπευσαν στο εθνικό προσκλητήριο και έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στον ανεφοδιασμό. Για να κάμψουν το ηθικό του ελληνικού λαού, οι ιταλοί άρχισαν τον βομβαρδισμό ελληνικών πόλεων. Η ελληνική αντεπίθεση στο μέτωπο, άρχισε στις 14 Νοεμβρίου και γρήγορα οι δυνάμεις μας διέρρηξαν την ιταλική αμυντική γραμμή και στις 22 Νοεμβρίου οι Έλληνες στρατιώτες εισέρχονταν στην Κορυτσά. Η προέλαση συνεχίστηκε αργά αλλά αποφασιστικά και στις 6 Δεκεμβρίου, ο ελληνικός στρατός καταλάμβανε το λιμάνι των Αγίων Σαράντα. Στη συνέχεια ο ελληνικός στρατός πήρε στα χέρια του την πρωτοβουλία, πέρασε σε ορμητική αντεπίθεση, πέταξε τους επιδρομείς έξω από τα ελληνικά εδάφη και τους καταδίωξε μέσα στο αλβανικό έδαφος, κατατροπώνοντάς τους.
Μήπως όμως χρειάζεται να αναζητήσουμε κάποια ερμηνεία για όλα αυτά τα γεγονότα; Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εποποιία του 1940, αποτελεί ένα θαύμα, είναι ένα από τα πολλά θαύματα στην ιστορία των Ελλήνων. Δεν μπορεί να είναι καρπός αποκλειστικά ανθρώπινου αγώνα. Η θεϊκή χάρη συνεργάσθηκε με την ανθρώπινη προσπάθεια. Και είναι δίκαιο που μαζί με τα θριαμβευτικά σαλπίσματα πάνω από τους τάφους των ηρώων, σήμαναν δοξαστικές καμπάνες για ένα «ευχαριστώ» στην Παναγία, σ ΄εκείνη, στην οποία η εθνική συνείδηση απέδωσε για μια ακόμα φορά «τα νικητήρια». Τη Σκέπη των αγωνιστών. Την Ελευθερώτρια των σκλαβωμένων.

Γιατί στα κρίσιμα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες εμπιστεύθηκαν στα χέρια της Παναγίας τον αγώνα τους. Ζήτησαν τη μητρική προστασία της για να υπερασπιστούν τα δίκαιά τους. Και ήταν τόση η πίστη τους, ώστε την έβλεπαν να τους εμψυχώνει και να τους σκεπάζει, καθώς πολεμούσαν απεγνωσμένα στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Η άλλοτε Υπέρμαχος Στρατηγός των Ρωμηών γίνεται η Αγία Σκέπη των αγωνιστών και το θαύμα επαναλαμβάνεται. Χάρη στην πίστη που θερμαίνει τις ψυχές τους οι μαχητές περιφρονούν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονται στις σιδερόφρακτες εχθρικές στρατιές με ηρωισμό που κινεί τον παγκόσμιο θαυμασμό.
Για τους λόγους αυτούς η Εκκλησία σήμερα, δηλαδή όλοι εμείς, ανυμνούμε τη Σκέπη της Παναγίας, και την παρακαλούμε να μας σκεπάζει πάντα με την αγάπη της και να στέκεται πάντα δίπλα, βοηθός και συμπαραστάτης στο Έθνος μας, σε κάθε καλό αγώνα, γιατί τη βοήθεια της την έχουμε το ίδιο ανάγκη και στον καιρό της ειρήνης. Ας μελετήσουμε την ιστορία μας, να γνωρίσουμε με ποιούς αγώνες των προγόνων μας μπορούμε εμείς σήμερα να ζούμε ελεύθεροι, αλλά και να διαβάσουμε συγκλονιστικές μαρτυρίες αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, οι οποίοι στον υπεράνθρωπο αγώνα τους πάνω στα παγωμένα βουνά έβλεπαν την Παναγία ζωντανά και έπαιρναν κουράγιο να συνεχίσουν. Ας είναι λοιπόν η 28η Οκτωβρίου ένα έναυσμα να ασχοληθούμε όλοι περισσότερο με την ιστορία μας, ένα μνημόσυνο για όσους έπεσαν ηρωικά στον πόλεμο και μία ελάχιστη τιμή ευγνωμοσύνης στη Μητέρα μας την Παναγία.





Ο παπὰς του ’40

Ένας στρατιώτης θυμάται για την άγια μορφὴ και την θυσία του Στρατιωτικού Ιερέως Αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Τσοκώνα:

«Κεράσοβο Πωγωνίου...1940. Στις 11 περνάνε αεροπλάνα (ιταλικά φυσικά) και βομβαρδίζουν σαν δαίμονες πάνω απ' τα κεφάλια μας. Οι βόμβες λυσσάνε, μα πέφτουν πιο πέρα μες στη χαράδρα. Τη νύχτα, ενώ κοιμόμαστε σε μια μικρὴ εκκλησιά, ήρθαν μέσα κάτι στρατιώτες και στριμωχτήκανε κοντά μας. Έβρεχε ο Θεός, ο ύπνος ήρθε γρήγορα κι όλη νύχτα νιώθαμε ζεστασιά. Την αυγὴ που ξυπνάμε βλέπουμε να μπαίνει μέσα ένας νέος παπάς, μούσκεμα απὸ την βροχή. Απορούμε και μαθαίνουμε κάτι το πρωτάκουστο. Ο παπὰς είχε έρθει με τους άλλους στρατιώτες και βλέποντας τόσους σε ένα πολὺ στενὸ χώρο, για να μην ενοχλήσει κανέναν, προτίμησε να μείνει ολονυχτὶς έξω απὸ το εκκλησάκι, χωρὶς αντίσκηνο. Μόλις τον βλέπουμε σ' αυτὴ την κατάσταση, σηκωνόμαστε όλοι ορθοὶ και σκύβουμε μπροστά του. Εκείνος κάνει το σταυρό του, μάς καλημερίζει, ανάβει ένα κερὶ και προσεύχεται μπροστὰ στην εικόνα του Χριστού για την ειρήνη του κόσμου και την αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους. Τον νιώθουμε σαν Χριστὸ και τον βάνουμε για πάντα στα κατάβαθα της ψυχής μας. Μετὰ που βγήκαμε, τραβάει μερικοὺς στρατιώτες για το χωριὸ Περιστέρι, χωρὶς να φτάσει όμως ποτέ. Μια εχθρικὴ βόμβα τον βρίσκει στο δρόμο και τον ρίχνει κάτω νεκρό. Ήταν ο πιο άγιος παπὰς κι άνθρωπος που απάντησα στη στράτα της ζωής μου».

Από το βιβλίο «Η Εκκλησία στα χαρακώματα, μαρτυρίες πίστης και θάρρους»







ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑ
Πάνω στις Πίνδου τις κορφές σε κάθε κόχη,
βροντόλαλο αντιλάλησε το ΟΧΙ.
Κι όλοι το ξέρουν από τότε και για πάντα,
αθάνατο πως είναι το Σαράντα!


Γιώργος Σουρέλης


Αυτό το λόγο θα σας πω,
δεν έχω άλλον κανένα`
μεθύστε με τ' αθάνατο
κρασί του Εικοσιένα
1η Νοεμβρίου 1940
Κωστής Παλαμάς, Στη νεολαία μας (απόσπασμα)



ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940)
Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να' χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: «Ίτε παίδες Ελλήνων ... »
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν
Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μιά πίσω απ' την άλλη.


Νικηφόρος Βρεττάκος




ΠΗΓΗ  http://www.faneromenihol.gr/

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Η ιστορία του Πόντου - Κώστας Γαβράς

Η ιστορία του Πόντου - Κώστας Γαβράς


gabras_668640860.jpg
Ο Πόντιος, διεθνούς φήμης σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς, δημιούργησε ένα φιλμ μικρού μήκους για την ιστορία του Πόντου.
Το φιλμ προβλήθηκε στην έναρξη της εκδήλωσης στο 8ο Φεστιβάλ Ποντιακών χορών στο ΟΑΚΑ στις 13/12/2012. Την αφήγηση κάνει ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης, ο οποίος ήταν ένας από τους παρουσιαστές.
Δείτε το βίντεο...

Η ιστορία του Πόντου - Κώστας Γαβράς


Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Άρκον, λύκον κι' αλεπόν. Ένα ποντιακό παραμύθι

Άρκον, λύκον κι' αλεπόν. Ένα ποντιακό παραμύθι


arkouda_likos_306756819.jpg

Άρκον, λύκον κι' αλεπόν. Ένα παραμύθι γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο. Στη συνέχεια δίνεται η ματάφραση, για όσους δεν γνωρίζουν ποντιακά.
Έναν ημέραν άρκον, ο λύκον κι’ άλεπόν εποίκαν συμφωνίαν, να πάνε εντάμαν σ’ αβ και ήνταν ευρίκ’νε εντάμαν να τρώγν’ άτο άμον καλά αδέλφα.
Αρ’ εξέβαν σο ραχίν, έτρεξαν αδά, έτρεξαν εκεί, ενεγκάσταν και σην βραδήν απάν’ επίασαν έναν ελαφόπον.
Άρκον ετέρεσεν, αν μοιράζ’ άτο, ατός πεινασμένος θ’ απομέν’. Ενούντσεν, επενούντσεν κι’ επεκεί εποίκεν την διαβολοσύναν άτ’.
- Εξέρετε, παιδία, ντό εν’; είπεν τ’ άλλτς τοι συντρόφ’ς άτ” Εγώ λέω τ’ ελαφόπον είνας μοναχόν άσ’ σοι τρείς έμουν να τρώει άτο, ποίος εν’ μειζέτερος. Εσείς πα ντό λέτε;
Αλεπόν πα κι ο λύκον ντο να εφτάνε! Εποίκαν ατό καπούλ. 
-Αιτέ όγλουμ λύκον, πε μίαν εσύ πόσων χρονών είσαι, είπεν άρκον.
Ο λύκον πα εσέγκεν το κηφάλ’ν ατ’ ανάμεσα σ’ έμπρ τα ποδάρια τ’, ενούντσεν ολίγον κι επεκεί είπεν:
- Εγώ ση Προφήτα τή Δαβίδ τον καιρόν ακόμαν εβύζανα, έλεε με η σχωρεμέντσα η μάνα μ’. Αρ’ ποίστε εσείς την λογαρίαν κ’ ευράτ’ ατά.
- Ατώρα πε κι’ εσύ δαβολίτσον, αλεπέ τ’ έσά τα χρόνια, άμαν τέρεν, ψέμματα ‘κι θα λές, είπεν τον αλεπόν όρκον.
Άλεπόν πα ατότε εσκώθεν είπεν άτς:
- Να έχω ούλά τα κρίματα ντ’ εποίκετε και τα χαταλόπα μ’ πα να μη χαίρουμαι, αν λέω ψέμματα. Εγώ, ο κύρη μ’ ο σχωρεμένον έλεε με.
-Μάναν ‘κ έγνώρτσα ο χιλάκλερον— ση κατακλυσμού τον καιρόν, όντας εσέβαμε σην Κιβωτόν τη Νώε, έμνε δίχρονος. Εγώ εγλύτωσα, άμαν η μακαρίτσα η μάνα μ’ ‘κ επόρεσεν. Σην βραδήν απάν έτον. Κάπ’ επήεν σην γειτονίαν ‘ς σο δάνος και επιάστεν σην καλατζήν και ους να κλώσκεται οπίσ’ η Κιβωτός εκλειδώθεν, κι’ έκείνε η άχαρος επέμνεν εξ’ και εφουρκίεν. Όπως και να εν’, μίαν άσ’ σον λύκον τρανός είμαι χωρίς άλλο.
Άρκον ατότε ετέρεσεν, η δουλεία αν κλώσκεται σα διαβολοσύνας ατος πεινασμένος θ’ απομέν’. Εϊνας ο δάβολον ους τον Προφήτην Δαβίδ ‘κ εστάθεν. Κι’ άλλος πα το σολούχ’ν ατ’ τάαχ σον κατακλυσμόν επήρεν.
- Ε, είπεν άτς, εγώ πα ατώρα σον Τρυγομηνάν απές θα γομώνω τα τρία. Άμαν σα τέσσερα να μη προφτάνω, αν αγούτο τ’ ελαφόπον ούλεν άμον το στέκ κι τρώγ’ άτο εγώ μοναχόν!.. Και χαμάν έσκωσεν τα τατά τ’ έναν τον είνας εδέκεν κι’ έναν τον άλλον και άπλωσεν άτς ‘ς σην γήν. Κι’ εκάτσεν κα μαναχός και εγουρζούλαεν τ’ έλαφόπον.
Μετάφραση
Μια μέρα η αρκούδα, ο λύκος και η αλεπού έκαναν συμφωνία να πάνε μαζί να βρούνε φαγητό και ότι βρουν να το μοιραστούν σαν καλά αδέλφια.
Βγήκαν στο βουνό, έτρεξαν από εδώ, έτρεξαν από εκεί, κουράστηκαν και κοντά στο βραδάκι πιάσαν ένα ελαφάκι
Η αρκούδα σκέφτηκε πως αν το μοιραζόταν τελικά αυτή θα έμενε πεινασμένη. Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε  και έκανε την πονηριά της.
-Ξέρετε κάτι παιδιά; λέει στους συντρόφους του, «εγώ λέω το ελαφάκι ένας από εμάς να το φάει. Και προτείνω να το φάει ο μεγαλύτερος. Εσείς τι λέτε;
Τι να κάνει η  αλεπού κα ο λύκος, αναγκαστικά συμφώνησαν.
- Άιντε Λύκο για πες εσύ πόσο χρονών είσαι, είπε η αρκούδα.
Ο λύκος έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια, σκέφτηκε λιγάκι και έπειτα είπε:
-Εγώ στον καιρό του Προφήτη Δαβίδ ακόμη βύζαινα, έλεγε η συγχωρεμένη η μάνα μου. Κάντε λοιπόν εσείς το λογαριασμό.
-Τώρα πες κι εσύ  διαβολάκι, αλεπού, τα δικά σου τα χρόνια, αλλά κοίτα, ψέματα δεν θα πεις. Ορκίστηκε η αλεπού και σηκώθηκε και είπε αυτά:
-Να έχω όλα τα αμαρτήματα που κάνατε και τα παιδάκια μου να μην χαρώ αν πω ψέματα. Εγώ, ο πατέρας μου ο συγχωρεμένος  μου έλεγε μάνα δεν γνώρισα ο καημένος -στον καιρό του κατακλυσμού, όταν ανεβήκαμε στην κιβωτό του Νώε, ήμουν δίχρονος. Εγώ γλύτωσα αλλά η μάνα μου δεν μπόρεσε. Στο βράδυ πάνω ήταν... Κάπου πήγε στη γειτονιά και έπιασε την κουβέντα και μέχρι να γυρίσει πίσω η κιβωτός είχε κλειδωθεί κα εκείνη έμεινε απ έξω και πνίγηκε. «όπως και να έχει το πράγμα, από το λύκο πιο μεγάλη είμαι, δίχως άλλο.
Η αρκούδα τότε κατάλαβε ότι η δουλειά γυρνάει στην πονηριά και σίγουρα πεινασμένη θα έμενε, Ο ένας ο πονηρός μέχρι τον προφήτη Δαβίδ έφτασε και η άλλη μέχρι τον κατακλυσμό.
-Εγώ, τώρα μέσα στον Οκτώβρη ,τους λέει, θα κλείσω τα τρία. Αλλά στα τέσσερα να μην προφτάσω να πάω αν αυτό το ελαφάκι δεν το φάω ολομόναχος! Σηκώνεται και δίνει μια τον έναν και μια τον άλλον και τους ξαπλώνει χάμω. Και κάθησε καλός και διαλεγμένος και έφαγε το ελαφάκι.
Πηγή: thalassa-karadeniz.mylivepage.com                  
           http://www.pontos-news.gr/

Ποντιακά εδέσματα - Κουζίνα

Ποντιακά εδέσματα - Κουζίνα



Λαογραφία-Ποντιακά εδέσματα

Ποντιακά Εδέσματα
Το « πλουγούρ'» ή « πουλγούρ' »
Γίνεται από ξερό κοπανισμένο σιτάρι (γιαρμάς).
Μ' αυτό κάνουν το « πλουγουροπίλαβον », πολύ νόστιμο με γιαούρτι.

Τα «κορκότα»
Καλαμποκίσιος γιαρμάς χοντροαλεσμένος σε χερόμυλο («χερομύλια»). Όταν το καλαμπόκι χλωρό το ξεραίνουν στο φούρνο, τα κορκότα του τα λένε «φούρνικα».
Όταν τα ξεραμένα καλαμπόκια στο φούρνο τ' αλέθουν σε αλεύρι, το λένε «φουρνικένιον ή φούρνικον αλεύριν».
Τα παρασκευάσματα από «φουρνικένιον αλεύριν» είναι νόστιμα, όπως εκείνα που γίνονται από σιμιγδάλι.
Με τα «κορκότα» γίνονται πολλά φαγητά, όπως φασόλια με κορκότα, λάχανα σούπα με κορκότα και με φασόλια μαζί, γάλα με κορκότα, το «κορκοκοτοσίρβ'», σούπα με κορκότα και ξερά δαμάσκηνα γίνεται σαρακοστιανή σούπα.
Το «χασίλ'»
Πηχτό φαγητό, σαν πιλάφι, με κορκότα και αλεύρι. Τρώγεται βυθίζοντας την κουταλιά του «χασίλ'» μέσα σα «'θόγαλαν», σε γάλα, σε γιαούρτι, ή σε «τάν'» (αϊράνι) ή και σε λιωμένο τσιγαρισμένο βούτυρο.
Ανοίγουν βαθύ κρατήρα μέσα στο «χασίλ'» και ρίχνουν μέσα στην κωνική κοιλότητα του, ένα από τα παραπάνω βοηθητικά («συφάγια») κι από γύρω γύρω παίρνουνε με τα κουτάλια το «χασίλ'», το περιλούζανε στο λιωμένο βούτυρο, «'θόγαλαν» κ.λ.π., ανάλογα με το προσφάγι και το καταβροχθίζουν με βουλιμία. Τούτο γίνεται νοστιμότερο, όταν τα κορκότα είναι φούρνικα.
Τα «λαβάσια»
Κοινές λαγάνες, από σκέτο ζυμάρι ψημένες σε φούρνο, ή πάνω σε πέτρινη λεπτή πλάκα, πυρωμένη, που τη λένε «πλακίν».
«Λαβάσια» κάνουν σε πολλές ποικιλίες με διάφορα αρτύματα. Με τυρί (τυρόπιτες), με διάφορα χόρτα κηπευτικά και παίρνουν το όνομα απ' το περιεχόμενό τους, «κρομμυδολάβασα», «πρασσολάβασα», με μολόχες κι άλλα διάφορα χόρτα του βουνού. Με τα συμπαθέστερα «λαβάσια», είναι τα «χαψολάβασα», με φρέσκα ή παστά «χαψία».
Ακόμα και την αρμύρα «αλιμίδ'» απ' τα παστά «χαψία», προσθέτουν σε σκέτο ζυμάρι και κάνουν «λαβάσια» πολύ νόστιμα, με μόνο άρτυμα τούτη την αρμύρα που της δίνουν το όνομα «χαψοζώμ'» (ζουμί από χαψία).

Το «Αλυκόν η πίταν»
(αλμυρή πίτα)
Είδος πίτας που συνηθιζόταν στη Σάντα την παραμονή των Θεοφανείων.
Παρασκευαζόταν από καλαμποκάλευρο και μπόλικο αλάτι.
Έπρεπε να την παρασκευάσει πρωτικάρ' κορίτσ' δηλαδή πρωτότοκο κορίτσι.
Η λαϊκή δοξασία θέλει στα Θεοφάνεια που ανοίγουν οι ουρανοί να εκλπηρώνονται ευκολότερα οι επιθυμίες των ανθρώπων. Έτσι, όσοι έτρωγαν από το αλυκό την πίταν θα διψούσαν πολύ, οπότε θα έβλεπαν στον ύπνο τους το μελλοντικό τους ταίρι.
Αλυκόν λεγόταν και η πίτα που παρασκευαζόταν από καλαμποκίσιο ή φούρνικο αλεύρι και χαψία, (χαψοψώμ')

Το «γαλοσίρβ'»
Σούπα με γάλα και «κορκότα».
Το «κορκοτοσίρβ»
Σούπα με «κορκότα», δαμάσκηνα και σταφίδες («τσαμίντζια»).
Το «γαλοφά(γ)ει»
Σούπα αρκετά πηχτή, με γάλα και καλαμποκάλευρο.
«Βουτυροφά(γ)ει»
Σούπα με αλεύρι και βούτυρο(μαμαλίγκα).
«Μιντζοφά(γ)ει»
Μαμαλίγκα με μυζήθρα.
«Λαδοφά(γ)ει»
Μαμαλίγκα με λάδι και τσιγαρισμένο κρομμύδι.
Όλα τούτα είναι λαπάδες με βάση το καλαμποκάλευρο και διάφορα αρτύματα όπως βλέπουμε.
Το «Τσιμούρ'»
Αντί λαδοφά(γ)ει έκαναν και το «τσιμούρ'». Περιλούζανε τριμμένο ψωμί με λάδι.
Το ζεστό ψωμί, ιδιαίτερα το καλαμποκίσιο, που είναι πολύ γλυκό, δίνει αρωματική γεύση στο λάδι και ήταν η αδυναμία των παιδιών. Ζεστό ψωμί ποτισμένο με λάδι.
Τα «φελία»
Φέτες ψωμιού τηγανισμένες με λάδι και ραντισμένες με ζάχαρη. Είναι νοστιμότατες, σαν γλύκισμα.
Κι ακόμα νοστιμότερα γίνονται τα «φελία» όταν σπάσουν επάνω και αυγά στο τηγάνισμα.
Τα «τσιριχτά»
Γίνονται από ανηβασμένο ζυμάρι, λίγο πηχτότερο από το ζυμάρι που κάνουν τους λουκουμάδες.
Απλώνονται σαν πίτες μικρές στο τηγάνισμα.
Όταν στο ζυμάρι προσθέτουν και αυγό γίνονται ευχάριστες λιχουδιές.
Γίνονται πιο νόστιμα όταν τα ραντίζουν και με ζάχαρη κατά το φαγητό.

Τα «πουσίντρια»
Άλλη αδυναμία φαγητού των νέων, είναι και τα «πουσίντρια». Στους ηλικιωμένους είναι δύσπεπτο φαγητό.
Ζεματίζεται καβουρδισμένο κριθαρένιο αλεύρι και ψήνεται σε αλατισμένο νερό, σε πηχτή μάζα.
Πλάθουν την ψημένη μάζα σε σχήμα κολουροκωνικό πάνω σ' ένα ανοιχτό πιάτο και ανοίγουν κρατήρα στην κορυφή. Εδώ μέσα ρίχνουν το τσιγαρισμένο βούτυρο και τρώγεται όπως το «χασίλ'» που περιγράφεται πιο πάνω.
Τα «γουλία» λάχανα
Είναι βραστά λάχανα σαλάτα, μαζί με φασόλια και άρτυμα λάδι, ή βούτυρο.
Τα «χαμνά» λάχανα, η «μιλιαστά»
Είναι λαχανόσουπα με φασόλια κι όταν βάζουν και λίγο αλεύρι, τα λένε «μιλιαστά» με άρτυμα λάδι και καυτερό πιπέρι.
Όταν λέμε λάχανα στην Ποντιακή κουζίνα και ιδιαίτερα στη Λαραχανή εννοούμε τα μαύρα λάχανα, κάτι διαφορετικό και απ' τη γνωστή λαχανίδα.
Τα άσπρα λάχανα (κράμβη) είναι άγνωστα.
Τα μαύρα αυτά λάχανα και τα «χαψία» είναι το εθνικό φαγητό των Ποντίων.
Τ' «ωβά»
Τα τρώνε πολύ σπάνια μελάτα και τα θέλουν σφιχτοβρασμένα. Τηγανιτά με βούτυρο τα λένε «φούστρον» (σφουγγάτο). Είναι το εκλεκτότερο φαγητό με το οποίο η καλή πεθερά μπορεί να τιμήσει το γαμπρό.
Το «τρίμμαν»
Σούπα από σταρένιο αλεύρι.
Ραντίζουν αλεύρι με χλιαρό νερό κ' έπειτα το τρίβουν με τις δύο παλάμες, τη μία πάνω στην άλλη.
Κάθε σταγόνα νερού δημιουργεί έτσι κόμπο ζυμαριού, ίσαμε μια φακή κ' έχουμε ένα πρόχειρο ζυμαρικό, όπως το κριθαράκι, τα' αστράκι κλπ., για σούπα λαδερή ή βουτύρου.
Επειδή το παρασκεύασμα γίνεται με τριβή, πήρε το όνομα απ' την επεξεργασία, «τρίμμαν» (εκ του τρίβω).
«Τα χαμνά φασούλια»
Η κοινή φασολάδα, το κρέας του φτωχού Έλληνα.
Η Ελληνική Δημοκρατία! Έτσι λέγεται το εθνικό μας φαγητό. Γιατί ο Έλληνας αγαπά τη Δημοκρατία του, όπως και τη φασολάδα του κι όταν εξασφαλίζει μαζί με τη Δημοκρατία του και τη φασολάδα, δεν ζητά περισσότερο τίποτε.
Περιορίζει τις απαιτήσεις του στη Δημοκρατία και στη φασολάδα του κι όλα τα' άλλα χαρίσματα σ' αυτούς που μασάνε με δέκα μασέλες.

Τα «στεγνά» ή «τιναχτά φασούλια»
Βραστά στραγγισμένα ξερά, μαύρα ή λευκά φασόλια, καβουρδισμένα με λάδι ή βούτυρο.
Αντί να καβουρδίσουν το λάδι, μπορεί να το βάλλουν ωμό σε στεγνά φασόλια με κομμένο κρεμμύδι και έχουμε τη γνωστή σαλάτα φασόλια «μπεγιάζ» (λευκά φασόλια χωρίς σάλτσα).
Τα «θόμαντας»
Χοντροί σαρκώδεις μίσχοι, αγριόχορτων με πλατιά φύλλα. Τους τρυφερούς αυτούς μίσχους τους ζεματίζουν και τους περιλούζουν με καβουρδισμένο βούτυρο, όπως τα κοινά μακαρόνια.

Τα «σεύτελα»
Τα φύλλα τους, μαζί με τους μίσχους μαγειρεύονται καβουρδισμένα με βούτυρο ή με λάδι.
Οι βολβοί τους τρώγονται σαλάτα βραστή με σκορδόξυσο και λάδι.

Τα «κρομμύδια»
Τα φρέσκα τα μαγειρεύουν με κρέας ή με τα «χαψία».
Γενικά, τα κρομμύδια, φρέσκα και ξερά, είναι συνηθισμένο άρτυμα σε πολλά φαγητά.
Τρώγονται όμως και ωμά με ψωμί κ' ελιές, ή με ψωμί μονάχα όταν δεν έχουν άλλο προσφάγι, πρόχειρο.
Με παστά «χαψία», αποτελεί συνδυασμό καλό, σε ταξίδι ή σε εξοχή.
Η «μακαρίνα»
Ανοίγουν σε φύλλα, όχι πολύ λεπτά, ζυμάρι πηχτό, όπως του ψωμιού, από σιταρένιο αλεύρι, τα οποία κόβουν έπειτα σε λεπτές λωρίδες και τις ξεραίνουν στον ήλιο.
Το ξερό τούτο παρασκεύασμα το βράζουν, το στραγγίζουν και το περιχύνουν με λιωμένο βούτυρο, όπως στα κοινά μακαρόνια.
Το κρέας
Κρεοπωλεία δεν υπήρχαν. Επειδή όλες οι οικογένειες είναι κτηνοτροφικές, κατά καιρούς σφάζουν δαμάλια, μοσχάρια κι αποθηκεύουν όλο το κρέας παστό και το λίπος σε καβουρμά, ιδιαίτερα το φθινόπωρο που κατεβαίνουν θρεμμένα απ' τα παρχάρια, για τις οικογενειακές τους ανάγκες του χειμώνα.
Κατά τους χειμερινούς μήνες το παστό κρέας μαγειρεύεται με ξερά φασόλια, μπαρπουνοφάσουλα («σταμπόλια») μαζί με το περικάρπιο (τα «τσουλούφια»), εξαιρετική τροφή. Ο καβουρμάς είναι το συμπλήρωμα της βασικής άρτυσης των φαγητών, όπως και το λάδι και το βούτυρο.

Το «γαλατοκολόγκυθον»
Βρασμένο και λιωμένο κολοκύθι, με γάλα, σαν κολοκυθόσουπα. Ήταν πολύ πρόχειρο φαγητό ανάγκης κατά το χειμώνα.

Το «κολογκυθοφά(γ)ει»
Κολοκύθα κομμένη σε μπουκιές σχήματος κύβου αποφλοιωμένη, στρώνεται κατά στοιβάδες με ενδιάμεσα χωρίσματα από στρώμα ρυζιού, καβουρδισμένου με βούτυρο, μέσα σε τέντζερη και ψήνεται στη φωτιά χωρίς ν' αναδεύουν το παρασκεύασμα στο ψήσιμο.
Δεν προσθέτουν νερό, γιατί βράζει με το χυμό που εκχειλίζει το κολοκύθι κατά το βράσιμο.
Τούτο, το λένε και «στοιβαχτόν» από τον τρόπο της διατάξεως των κομματιών της κολοκύθας, κατά στοιβάδες, μέσα στον τέντζερη.

Το «μανάτ'»
Κολοκύθα που ψήνεται με νερό μέσα στην κατσαρόλα ολόκληρη ή κομμένη σε μεγάλες φέτες ή στο φούρνο ξεροψημένη. Κόβουν έπειτα την ψημένη ολόκληρη κολοκύθα σε φέτες από πόλο σε πόλο (ατράκτους) όπως το καρπούζι και τρώγεται σαν συμπλήρωμα λιχουδιάς.
Υπέροχη σε γεύση είναι η ξεροψημένη στο φούρνο, ειδική άσπρη κολοκύθα, σφαιρικού σχήματος, χαραγμένη εξωτερικά με βαθιές αυλακώσεις ώστε να ξεχωρίζουν ευδιάκριτα οι άτρακτοί της, που τη λέγανε «καστανίτσα» στην τοπική διάλεκτο.
Εσωτερικά ήταν κοκκινοκίτρινη, πολύ ζαχαρωμένη.
Στην Κωνσταντινούπολη, υπήρχαν γυρολόγοι που βγαίνανε στο δρόμο πολύ πρωί με αχνιστές φέτες «καστανίτσας» ψημένης στο φούρνο και τη διαλαλούσαν, όπως οι κουλουρτζήδες τα κουλούρια τους. Γινότανε ανάρπαστη.
Τα «κουκουβάκας» (μανιτάρια)
Τρώγονται ψημένα στο τζάκι, πάνω στα κάρβουνα, με αλάτι στο κέντρο του ανοίγματός των.
Τα «χαψία»
Εκτός απ' τα «χαψολάβασα» που περιγράψαμε πιο πάνω, απ' τα «χαψία» γίνονται κι άλλα πολλά φαγητά με διαφορετικούς τρόπους, όπως:
«Χαψία 'ς σο τηγάν'» με λάδι, αφού τα αλευρώσουν πρώτα να μην κολλήσουν στο τηγάνι.
«Χαψία 'σο πλακίν»
«Χαψία» ψημένα πάνω σε πέτρινη πλάκα κι όχι όπως εννοούν αλλού, ψημένα στο φούρνο.

Τα «καρτόφια»
Με τις πατάτες μαγείρευαν κρέας, το περίφημο «καρτοφλίν». Τις κάνανε τηγανιτές ή σαλάτα βραστή με κρομμύδι και λάδι. Για να γίνει νόστιμη η πατάτα την αλατίζανε με «αλιμίδ'» (αλμυρό νερό). Την αφήνανε έπειτα για λίγο, να την πιάσει ομοιόμορφα τ' αλάτι και τη σερβίρανε για φαγητό.
Οι πατάτες τρώγονται και ξεροψημένες στον «χωνόν» (στη χόβολη) κάτω από πυρωμένη στάχτη, σκεπασμένη με αναμμένα κάρβουνα («τσιλίδια»).
Έτσι, σιγοψήνονται ομοιόμορφα κι αρχίζουν να αλευρώνουν, θαρρείς σαν σπιτικός χαλβάς στη γεύση, γιατί το άμυλο της πατάτας με το αργοψήσιμο αυτό μετατρέπεται σε αμυλοζάχαρο.

Το «ψωμίν».
Όπως και σ' όλα τα μέρη, έτσι και στον Πόντο, το ψωμί αποτελεί τη βασική τροφή του Έλληνα.  
Τρώγεται με κάθε φαγητό και ζεστό με βούτυρο, είναι εκλεκτή τροφή.
Το «βραστάρ'»
Τριμμένο ψωμί βρασμένο σε νερό με λάδι.
Τα «κοχλίδια»
Μαγειρεύονται γιαχνί με ζουμί και καφτερό πιπέρι. Προτιμώνται και ξεροψημένα στα κάρβουνα.

Τα «πράσα»
Μαγειρεύονται με ρύζι ή με «κορκότα».
Είναι όμως και καλό προσφάγι («συφά(γ)ει» με ψωμί.
Το «χοσάφ»
Το συνηθέστερο χοσάφι γίνεται με τα «τζίρια» από ξερά σε τεμάχια μήλα, αχλάδια, αγρόμηλα, δαμάσκηνα, τζάνερα («κοκκύμελα»), ξερή σταφίδα («τσαμίντζια») κλπ.
«Γεμίσια»
Γηγενή φρέσκα φρούτα, ήταν τα μήλα, αχλάδια, κεράσια κλπ. Σταφύλια, μόνο από κληματαριές, φυτεμένες δίπλα σε μεγάλα δέντρα, για φυσικά υποστηρίγματα (καρυδιές, καραγάτζια κλπ. ). Υπήρχαν, ακόμα, και άφθονα επικουρικά δευτερεύοντα δασικά φρούτα, σε μεγάλη ποικιλία, γλυκά με αρωματική γεύση, όπως τα «πεμπελίδια» (μούσμουλα), τα «τούτια» (μούρα), τα «μόρια» (βατόμουρα), τα «διφόρια»(μικροί καρποί μεγέθους αγριοκέρασου, σαρκώδεις με πλούσιο χυμό και γεύση αρωματική και γλυκόξυνη), τα «ζεφύρια» (φραγκοστάφυλα), τα «χαμούφτας» (φράουλα του βουνού) κλπ.

ΠΗΓΗ  http://www.kotsari.com/laografia/92-laografia-pontiaka-edesmata.html

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

"Ρώτα την καρδιά σου" - Μια ταινία για τους Κρυπτοχριστιανούς του Πόντου!


"Ρώτα την καρδιά σου" - Μια ταινία για τους Κρυπτοχριστιανούς του Πόντου!

Πρόκειται για μία ταινία του 2010 με τίτλο "Ρώτα την καρδιά σου" (Yuregine Sor) που πραγματεύεται ένα θέμα ταμπού για την Τουρκία: τους κρυπτοχριστιανούς και πιο συγκεκριμένα αυτούς του Πόντου! Φυσικά αυτήν την ταινία, αναμένουμε με περιέργεια αν θα την "παίξουν" οι δικοί μας τηλεοπτικοί σταθμοί μιας και έχουν βαλθεί να επιλέγουν να προβάλλουν μόνο τούρκικα προγράμματα.

Για το θέμα των κρυπτοχριστιανών έχουν γραφτεί και έχουν ακουστεί πολλά. Πρώτη φορά αυτό το θέμα έγινε ταινία, από τον σκηνοθέτη Υusuf Kurcenli. Ο σκηνοθέτης γεννήθηκε το 1947 στη Μαύπαρη της Ριζούντας του Πόντου.

Υπόθεση ταινίας: Μία ιστορία αγάπης, ανάμεσα σε μία Μουσουλμάνα, την Esma και έναν κρυπτοχριστιανό, τον Mustafa. Πως αντιδρά η μητέρα του Μουσταφά, όταν μαθαίνει ότι ο γιος της θέλει να "κλέψει" την μουσουλμάνα Esma; Πως ο μικρός της οικογένειας, μαθαίνει ότι η οικογένειά του δεν είναι μουσουλμάνοι όπως νόμιζε, αλλά...

Πως ο παππούς ενώ πηγαίνουν να τον κηδέψουν ως μουσουλμάνο, τελικά καταλήγει σε χριστιανικό νεκροταφείο; Όσοι έχουν ρίζες από εκείνα τα μέρη και έχουν ακούσει από τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους ιστορίες, το λιγότερο θα συγκινηθούν...






Ο Ευρίπον και τ’ ιμσόν βουδ…

Ο Ευρίπον και τ’ ιμσόν βουδ…

image
Ο Ευρίπον έτον τρανός μασαλτσής. Αμόν ντο εντούνεν κατ’ σο νουν ατ’ αμάν εδίνεν ατο ποδάραι και επορπάτνεν…
Η μάνα τ’ πολλά εγάπανεν ατόν και άμον ντο έργεβεν έναν ξάι να κλόσκετε α ση δουλείαν ατ’ σο σπιτ’ εστεναχωρεύκουτον πολλά.

Έναν βραδίν ο Ευρίπον ξαν έργεψεν. Η μάνα τ’ ξαν ερχίνεψεν να ερωτά…

- Καλά ατός ο ερίφς εμούν γιατί έργεψεν;
- Εσύ η γαρή γιατί ούλεν την ώραν ερωτάς, γιατί έργεψεν ο παιδάς εμουν;

- Εσύ πα ατώρα ντο λες; Πώς κι θα ερωτώ; Παιδί μ’ κι εν;


Αμάν εκείνο την ώραν που εκαλάτσεβαν, η πόρτα ενοίεν και αχά ο Ευρίπον…

- Καλησπέραν σ’ ούλτς εσούν.

- Ατό πα ντο καλησπερίαν εν; Αήκον ώραν που έρθες καλησπέραν κι λένε. Καληνύχταν λένε!

- Μάνα ξαν ερχίνεσες; Γιατί ερωτάς με;

- Εσύ ο παιδάς επαλαλώθες; Αν κι ερωτώ το παιδί μ’ γιατί έργεψεν τίναν θα ερωτώ; Οι μουσαφιράντ ούλ έρθαν σο παρακάθ και ετοιμάουνταν πα να φεύνε και εσύ πού είσαι;

- Μάνα πολλά αυτήχολος κι είσαι;

- Ας τρανήν και τ’ εσόν η θεατέρα και ατότες ας ελέπω και σεν αν κι θα γίνεσε αυτήχολος.


Ο Ευρίπον σην αρχήν εχολιάστεν με τη μάναν ατ, όμως ενούντσεν ατό καλά και είπεν απ’ απές ατ. Ατέ η ιστορία με τη μάναν πολλά εκράτεσεν, κατ πρεπ ν’ εφτάω.
Ξάι καιρόν κι εχάσεν…

- Ε μάνα και πώς να έλεγα σε ντ’ έπαθα και έργεψα.

- Και ντό έπαθες ρίζα μ’;

- Αμον ντο εξέβα ση στράταν να έρχουμε, αχά εμπροστά μ’ ευρέθεν έναν βουδ.

- Και α σο βουδ έργεψες; Ντο βουδ έτον ατό;

- Ε πώς είναι τα βούδια μάνα;

- Αρωτώ σε, τρανόν βούδ έτον, γιόξαμ μικρόν;

- Τρανόν μάνα και πολλά τρανόν!

- Και πώς εβρέθεν το βούδ νύχταν απάν ση στράτα ς;

- Ε ντο να λέω σε μάνα, κι ερώτεσά το…

- Ε καλά, και επεκεί;

- Σην αρχήν είπα. Κάτινος βουδ εν και θα έρχουνταν περν ατό. Σιντ’ επέγνα όμως, το βουδ ερχίνεσεν να τρες από οπίς ιμ. Παναϊα μ’ είπα, ατό το βουδ θα σκοτών με. Επείκα να τρέχω και ατότες το βουδ ερχίνεσεν να τρες κι’ άλλο δυνατά από οπίς ιμ…

- Καλά εσύ αμον ντο λες, το βουδ θα εσκότωνε σε!

- Κι αμ ντο λέω σε ατόσον ώραν μάνα;


Σην αρχήν κανείς α σου μουσαφιράντς τηδέν κι εγρίξεν. Όμως η νύφε εγρίξεν πού κες θα επέγνεν την ιστορίαν ο άντρας ατς, για τ’ ατό εσέβεν ση μέσεν τη καλατσής και λέει…

- Μάνα μ’ ινανεύες ατόν. Ατός αήκα παλαλά πολλά λέει. Θέατρον εφτάει!

- Εσύ πα ατώρα λάλα κατ’ είπες. Ο άντρας ισ εκόντεψεν να σκοτούτε και συ τραγοδείς το φέγγο σ΄. Ε και πώς εγλίτωσες παιδόπο μ ;

- Αν κ’ εφοούμνε μάνα ότι θα αχπαράεσαι, θα έλεγά σε πώς εγλίτωσα.

- Ούι πουλόπομ, γιάμ εντόκεν σε το βουδ;

- Και μόνον εντόκεν με μάνα; Αν έλεπες τα κέρατα τ’ πως εκαρφούταν απάν’ ιμ…

- Ούι γιαβρίμ! Ούι την μάρσαν! Το παιδί μ’ να κινδυνεύ και εγώ τηδέν να μη εξέρω, να τρέχω γουρταρεύα το. Ας εψόφενα εγώ η κακόχρονος κι εσύ τηδέν μ’ επαθάνες.


Η γραία η μάνα, η Φώνα, ερχίνεσεν ατότες να φτουλίεται και να κλέει. Εντούνεν τα σέραι ατς απάν σα γόνατα και σα ποδάρια τς και εμοιλόγανεν.
Και όσον ο Ευρίπον έλεγεν για το βούδ, ατόσον η μάνα τ εφτουλίουτον!

- Ούι την μάρσαν. Και πώς θα εσείρνα πουλόπο μ τον καϊμό σ;

Ατότες εσέβεν ση μέσεν ίνας ανεψιά…

- Καλά εσύ Ευρίπο επαλαλώθες; Θέλτς να θανατώντς τη μάνα σ; Θεία έλα σα συνκαλά σ, μ’ ινανεύς ατόν. Ατός μασαλτσής εν…

- Εσύ πα φά το σκατόν! Άλλος έτρωεν τα κερατέας και εσύ εξέρτς α σ’ εκείνον κι’ άλλο καλίον; Α σο κιφάλν ατ’ εβγάλει ατά και λέει ατά ο άχαρον;


Η γραία εστάθεν έναν ξάι κ επεκεί ενούντσεν…

- Έι παιδόπο μ, γιάμ λες ψέματα;

- Μάνα σε σεν θα έλεγα ψέματα; Αν θελτς να εξέρτς τ’ ιμσά α σ ατά που λέω, αληθινά εν’.

- Έκσες άνεψια ντο είπεν ο παιδάς. Και τ’ ιμσά αλήθινά να είναι, κανείνταν. Βουδ έτον ατό κι έτον κατούδ, για να μη εφοούτον το παιδί μ.

- Ιμσόν βούδ πώς γίνεται θεία; Εγώ καμίαν κι είδα ιμσόν βούδ. Κι αρ αν εν αέτς, γιατί κι λες τον προκομένον σ’ να δεκνίζ’ μας τα γεράδας α σα κερατέας τ’ ιμσού τη βουδί;

- Ε;

- Λέω, ας δεκνίζ’ μας τα γεράδας ατ’ α σα κέρατα τη βουδί.

- Ατό ντο λέει η εξαδέλφη σ’ Ευρίπο σ’ αχούλ σουμά εν. Δείξον μας τα γεράδας σις…

- Κι αφού η εξαδέλφη μ’ εν πολλά έξυπνος, πώς κι επορεί να εγρικά σ’ ατόσον στράτα που επείκα, ούσ να να έρχουμαι σ’ οσπίτι μ’ ότι τα γεράδας ιμ’ ελαρώθαν;

- Έι γάιδαρε με δύο κιφάλια! Ας έσνε σουμάμ ατώρα και θα εδέκνιζα σε εγώ πώς λαρούνταν τα γεράδας ις! Α σ’ ιμσόν το βουδ!!


———————————————————————————————————
Μια αληθινή ιστορία
Από τον Γιάννη Χαριτάντη
Ο Γιάννης Χαριτάντης είναι Πόντιος δεύτερης γενιάς. Και οι δύο γονείς του κατάγονταν από το χωριό Βαρενού, περιοχής Κρώμνης της επαρχίας Τραπεζούντας και ήρθαν στην Ελλάδα το 1922. Ο ίδιος έζησε και μεγάλωσε στη Δράμα.
Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ζει με την οικογένεια του στην Πάτρα, όπου εργάζεται ως καθηγητής της Ηλεκτρονικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Είναι συγγραφέας επιστημονικών βιβλίων Ηλεκτρονικής.

ΠΗΓΗ  http://www.lelevose.eu/