Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Γυναικίες Ενδυμασίες

Γυναικείες Ενδυμασίες










Η ΖΙΠΟΥΝΑ

Γυναικεία Ενδυμασία στον Πόντο Είναι όμοια με ρόμπα, με τη διαφορά ότι είναι εφαρμοστή στο κορμί και τα μανίκια, γαϊτανοκέντητα και στενά, φθάνουν μέχρι τον καρπό. Ποδήρης χιτώνας για το ακριβέστερο του όρου και της περιγραφής. Ανοιχτή μπροστά, καλύπτει ελάχιστο πλαϊνό τμήμα του στήθους, στο πάνω μέρος. Λίγο πάνω απ΄τον ομφαλό κουμπώνεται με 3-4 κουμπιά πολύ κοντά το ένα με τ' άλλο, καλά εφαρμοστά, για να κρατεί το στήθος ψηλά, σαν στηθόδεσμος. Μετά το κούμπωμα, τα κανάτια της ζιπούνας φαρδαίνουν ακόμα διασταυρούμενα και συγκρατούνται, σφιχτοδεμένα, παράλληλα με ταραπουλούζ’ ζωνάρι. Το γυναικείο ζωνάρι διαφέρει σε χρωματισμό και διαστάσεις απ΄το ανδρικό ταραπουλούζ. Το μήκος της ζιπούνας φτάνει λίγο ψηλότερα απ΄τον αστράγαλο. Είναι από μετάξινο πολύχρωμο ύφασμα (κουτνίν) και εσωτερικά έχει φόδρα (αστάρ) ατλάζινο, μονόχρωμο γυαλιστερό. Φέρει δυο σκισίματα δεξιά κι αριστερά κατά μήκους του μηρού, απ΄ τους γλουτούς μέχρι κάτω. Το μπροστινό άνοιγμα είναι κεντημένο με γαϊτάνια. Το ίδιο και το άκρο του μανικιού κυκλικά σε πολλές σειρές.   

Η ΚΟΤΣΟΔΕΤΡΙΑ

Μαντίλι μεγάλο από λεπτό πυκνόφαντο τούλι. Είχε σχήμα τετράγωνο και διπλωμένο διαγώνια, έπαιρνε το σχήμα ορθογώνιου ισοσκελούς τριγώνου. Δενότανε έτσι, συμμετρικά με την υποτείνουσα μετωπικά, τα δε δυο ισομήκη άκρα, περνούσαν πάνω απ΄τ΄αυτιά, αγκάλιαζαν τις πλεξούδες (τα τσάμιας) με διασταύρωση πάνω στην κοτύλα (αυχένα), αφήνοντας να κρέμονται οι πλεξούδες ανάμεσα απ΄τ΄αγκάλιασμα με χάρη, μακριές μέχρι την έδρα και έπειτα δενότανε πάνω στη μετωπική χώρα του κρανίου (εκορδυλιάγουσαν). Οι πλεξούδες (τα τσάμιας), χιλιοτραγουδισμένες, ήταν το στολίδι της ομορφιάς των κοριτσιών και των νέων νιφάδων. Ο ερωτευμένος νέος που και τον θάνατο, με βρόγχο πνιγμού τα μαλλιά της αγαπημένης του, θεωρεί αγαθόν, τραγουδάει Ξεροχτέντσον τα μαλλόπα σ΄ και δος ΄ατά πιτσίμ-ί Τύλτσον ατά ΄ς σο γουλόπο μ΄, σύρον κ΄έπαρ΄την ψημ’-ι. __74633_1609083478189_1569289976_31524257_4145236_n         __PONTIES__n       __________1919jpg       __FORESIES-_9  ΤΟ ΛΕΤΣΕΚ’Κλαδωτό μετάξινο μαντίλι σε σχήμα κοτσοδέτριας. Το φορούσαν οι νέες. Οι γριές και οι χήρες φορούσαν λετσέκ’ με μαύρες βούλες . 

ΤΟ ΚΑΜΙΣ’ Το γυναικείο καμίς (υποκάμισο), ήταν από λευκό κανναβένιο ύφασμα εγχώριας παραγωγής και έφτανε απ΄το λαιμό ίσαμε τα γόνατα και μπροστά στο στήθος ήταν ανοιχτό. 

ΤΟ ΒΡΑΚΙΝΑπ΄το ίδιο ύφασμα με το καμίς. Το φορούσαν κατάσαρκα και δενόταν στη μέση με βρακοζών’ όπως και το ίστονιν των ανδρών. Ήταν λευκό μέχρι τα γόνατα και από δω και κάτω πρόσθεταν παρέκταμα από έγχρωμο ύφασμα που διακρίνονταν απ΄τις πλάγιες σχισμές της ζιπούνας και έφτανε κάτω απ΄τη φοτά, ίσαμε το μεσό της κνήμης . 

ΤΟ ΣΠΑΡΕΛ’Από έγχρωμο ύφασμα που το λέγανε κοκνέτσα με μονόχρωμη φόδρα. Είχε σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου με τη μικρότερη βάση προς το λαιμό, η οποία έφερε ημικυκλική εγκοπή στο μέσον, για να περιβάλλει το λαιμό με δυο ιμάντες (ακροδέτες) για το δέσιμο πίσω στον αυχένα (κοτύλα). Με δυο πάγια κορδόνια πιασμένα από σημείο κοντά στη μεγάλη βάση τα (σπαρελοδέματα), δενότανε πίσω στην πλάτη, εφαρμοστά. Όλο το σπαρέλ’ έφτανε μέχρι τον ομφαλό και τα (σπαρελοδέματα) περνούσαν κάτω απ΄τα στήθια, εγκλωβίζοντας, τα κάτω απ΄τ’ σπαρέλ. Ήταν ο γυναικείος στηθόδεσμος του Πόντου. 

Η ΦΟΤΑ

Έγχρωμη με κυανές ή πράσινες και λευκές ταινίες κάθετες διασταυρούμενες κάθετα με φαρδιές οριζόντιες του ίδιου χρωματισμού.΄Εχει όλο το ένδυμα τούτο σχήμα τετράγωνο και φοριέται εξωτερικά, σαν επικάλυμμα όλης της ενδυμασίας, απ΄ τη μέση, μέχρι κάτω απ΄ τα γόνατα, πλησιέστερα προς τον καρπό του ποδιού. Η μία πλευρά περιβάλλει την οσφή και δένεται με ακροδέτες, όπως και το σπαρέλ. Το άνοιγμα της βρίσκεται στα πλάγια του έξω μηρού, σε αντίθεση προς πολλά άλλα μέρη του Πόντου όπου δένονται πίσω, με το άνοιγμα κατά μήκος της έδρας. Το πλάγιο δέσιμο μαρτυρεί το τραγούδι… «Σύρον αν’ και σύρον κά, η φοτά σ΄ σο γιάν’ απάν’ Ο Θεός την ψη μ΄να παίρ’ ‘σ άσπρον το κιορτάν΄τς΄ απάν’». Κι η φοτά όπως και το σπαρέλ’, ήταν ο στόχος των ερωτευμένων υμνωδών της γυναικείας αμφίεσης. «΄Σ σο σπαρελόπο σ΄αφ’κά κ΄ες ντο είν’ ατά ντο κείνταν’ Κιμισχανάς μηλόπα είν’, εμέν κι΄εσέν’ κανείνταν Το λετσεκόπο σ΄ κόκκινον κι η φοτά σ΄ γερανέον Κι ατό το στραβοτέρεμα σ΄ Τούρκον ευτάει Ρωμαίον »  Αναλυτικότερα, η γυναικεία φορεσιά αποτελείται απο τα παρακάτω μέρη : Καμίσ’.Με μακριά και πλατιά μανίκια, στενό γιακά αλλά ευρύτερο στο στήθος έναντι του ανδρικού πουκάμισου. Σχιστό μπροστά από το λαιμό ίσα με τον οφαλό. Κατασκευαζόταν από άσπρο πανί, χασέ, λινό, λινομέταξο ή και ολομέταξο ύφασμα, (μαλάζ’ καμίσ’ και κεναρλίν). Το καμίσ’ το φορούσαν σταυρωτά μπροστά στο στήθος. Βρακίν’ ή πανταλόνι.Κατασκευαζόταν από το ίδιο ύφασμα με το καμίσ’. Έδενε μπροστά με το βρακοζών. Το βρακί έφτανε ως τα γόνατα. Εν Αδύσση (κωμόπολη του Ντορουλίου) το βρακί ονομαζόταν αντζοφόρ’ και ειδικότερα λώμμαν. Τους παλαιότερους χρόνους το βρακί έφτανε πιο κάτω από το γόνατα και στις απολήξεις-άκρα έκαστου βρακοποδίου είχε ένα είδος κορδονιού (γαϊτάνι) από λευκό βαμβακερό ύφασμα για να δένετε στις κνήμες. Τα βρακοπόδια αυτά λεγόντουσαν ποδωνάρια. Τάπλα,δισκοειδές χαμηλό κάλλυμα κεφαλής με ραμμένα επάνω του φλουριά τα οποία επικάλυπταν κατά το ήμιση το ένα τ’ άλλο. Η τάπλα έφερε δύο γαϊτάνια εκατέρωθεν τα οποία στερέωναν πίσω από το κεφάλι και κάτω απ τις πλεξούδες. Τάπλα φορούσαν τα ανήλικα κορίτσια και οι γυναίκες. Οι ηλικιωμένες φορούσαν κουκούλλ’ με τα λεγόμενα τσαμπάρια. Στην Χαλδία τα κορίτσια φορούσαν ενίοτε κουκούλλ’ χρωματιστό και επάνω τύλιγαν τσίτ, ενώ αγόρια και κορίτσια την άνοιξη φορούσαν τερλίκια κεντημένα με ζινίχια (χάντρες). Πάνω απ το κουκούλ έραβαν φούντα από χάντρες και στο κάτω μέρος μήλο του Μαϊου με σκελίδα σκόρδο και σταυρό, προς αποφυγή της βασκανίας. Στη Λιβερά δεν φορούσαν τάπλα. Μετά από επιμελές χτένισμα με μία ή δύο πλεξούδες φορούσαν ένα τετράγωνο ύφασμα (την κατζοδέτρα) το οποίο δίπλωναν σε τρίγωνο σχήμα με το πλατύ μέρος να αρχίζει από το μέτωπο και τις άκρες του να κατευθύνονται στο πίσω μέρος του κεφαλιού στο επάνω μέρος του αυχένα όπου σφίγγονταν καλά και επανερχόντουσαν στο επάνω μέρος το μετώπου όπου και δένονταν. Η κατζοδέτρα ήταν άσπρο ύφασμα από πολύ πυκνό τούλι ή από βαμβακερό ύφασμα. Πάνω απ την κατζοδέτρα φορούσαν το λετζέκ, μεγάλο τετράγωνο βαμβακερό μαντήλι σε κοκκινοκίτρινη βάση και κόκκινα λουλούδια για τις νέες, ενώ μαύρες βούλες για γρέες και χήρες.Πάνω από το λετζέκ φορούσαν και ένα δεύτερο ομοίως, το οποίο κάλυπτε τα αυτιά και έδενε επίσης στο επάνω μέρος του μετώπου. Με την πάροδο των χρόνων εξέλιπαν όμως όλα αυτά και έμεινε μόνο κάλλυμα κεφαλής το λετζέκ. Στα Σούρμενα το λετζέκ χρησιμοποιείτο και σαν καμαρωτέρ’ δηλαδή καλύπτρα της νύφης. Dουλbάνι. Σε Τραπεζούντα, Χαλδία, Σάντα αλλά και στα χωριά τα κοράσια ως την ηλικία των 16 ετών δεν φορούσαν τάπλα, αλλά ένα λεπτότατο άσπρο ύφασμα με δαντέλα, μπιμπίλλαν ή χάντρες περιμετρικά. Διπλωνόταν σε τρίγωνο και οι δύο άκρες δενόντουσαν πίσω στο στον αυχένα κάτω απ τις πλεξούδες όπου και δενόταν αφού είχαν διασταυρωθεί κάτω απ το λαιμό ή στην κορυφή της κεφαλής. Τα κοράσια άνω των 16 ετών ενίοτε φορούσαν και τάπλα την οποία κάλυπταν όμως με το λετζέκ.Τα κοράσια από 20 ως 25 ετών φορούσαν κόκκινα και πράσινα κεντημένα με χάντρες και ψευτοφλουριά τσίτε (τσίτια) ενώ από 25 με 35 φορούσαν κίτρινα. Πέραν τούτων όλα μάλλον ήταν μαύρα. Οι μεσήλικες συνήθως δεν έδεναν το λετζέκ αλλά το άφηναν ελεύθερο να καλύπτει το επάνω μέρος της κεφαλής και να κατέρχετε χωρίς δέσιμο εκατέρωθεν πλάγια στο στήθος. Τα μικρότερα κορίτσια φορούσαν γιαζμάν, δηλαδή λεπτότατο άσπρο ή κίτρινο ύφασμα με χρωματιστά κλαδιά μικρότερο από το τσίτ’ παρόμοιο με καλεμκερί. Η γιαζμά στο μεταλλείο του Ακ Ντάγ λεγόταν κουβράχ το οποίο σα ταινία διπλωνόταν γύρω απ την τάπλα και άσπρο dουλbάνι κάλυπτε την κεφαλή χωρίς να δένετε καταλήγοντας στους ώμους ελεύθερο. Χρησίμευε τούτο σαν νυφική καλύπτρα στην Πουλαντζάκη της Κερασούντας αλλά και αλλού. Τεπελίκ’ ή ταπαλίκ’ δηλαδή τάπλα η οποία έφερε στο επάνω μέρος της λεπτό στρογγυλό έλασμα αργυρό ή επίχρυσο με γραμμωτά, σπειροειδή ανάγλυφα. Περιφερειακά έφερε ραμμένα χρυσά νομίσματα (φλουριά) τα οποία επικάλυπταν το ένα τ’ άλλο. Άλλοτε αντί ελάσματος χρησιμοποιούσαν χρυσοκέντητο επίστρωμα.

Τεπελίκι

Τεπελίκι έφεραν μόνο οι νέες. Τάπλα έφεραν τα κορίτσια άνω των 16 χρόνων και οι μεσίληκες γυναίκες. Οι άνω των 50 χρόνων γυναίκες και οι γραίες φορούσαν το λεγόμενο φιντσάν’ από φέσι φτιαγμένο, ή το ονομαζόμενο κουκούλλ’ πάλι από κομμάτια φεσιού κατασκευασμένο το οποίο σκέπαζαν με άσπρο dουλbάνι και χοντρά τσίτια. Στους νεότερους χρόνους έφεραν τα τσαμπάρ(ι)α δηλαδή πολλά τσίτ(ι)α το ένα επι του άλλου με μία bοχτσάν που έδενε επάνω από όλα. Το πρώτο από τα τσαμάρ(ι)α ήταν άσπρο και τα άλλα σκούρα ή μαύρα. Η τάπλα και το τεπελίκ’ στερεώνονταν στο κεφάλι με δύο κορδόνια μεταξωτά, (με κατεύθυνση πίσω από τα αυτιά) που έδεναν πίσω στον αυχένα κάτω από την ή τις πλεξούδες. Κουρσίν. Είδος τεπελικίου κεντημένο στο πάνω μέρος με χρυσοκλωστή ή με ραμμένο μονοκόμματο χρυσοϋφαντο κέντημα με κεντημένο άνθος στο μέσον και εξαρτημένο στον αριστερό κρόταφο και προς τα κάτω ένα κροσσό (εξ ου και κουρσίν) από χρυσά νήματα.Γύρω του εμπρός κρέμονταν φλουριά. Έδενε το κουρσίν όπως και η τάπλα. Τερλίκ’ ή και ταρλίκ’.Παλιό κάλλυμα της κεφαλής όπως και το ανδρικό τερλίκ’ αλλά κεντημένο με ποικιλόχρωμα νήματα με ενίοτε ραμμένα νομίσματα εις το γύρο -πούρτζ(ι)α- (σατζάκι) δηλαδή κέντημα σε σχήμα μικρών τρίγωνων.  

Καλύμματα της κεφαλής που κάλυπταν συγχρόνως και μεγάλο μέρος του σώματος ήταν τα εξής παρακάτω: 

Βαλά.

Νυφικό κάλυμμα της κεφαλής (στο Άκ Ντάγ Ματέν και αλλού) που έφτανε ως τη μέση και κάλυπτε (πέριξ) εμπρός και πίσω τη νύφη, σαν το πουλλούν ή πουρλούν. Πουλλούν ή πουρλούν.Νυφικό πολύ λεπτό κάλυμμα της κεφαλής στα Κοτύωρα σε πράσινο ή κόκκινο χρώμα που έφτανε ως τους ώμους και κάλυπτε εμπρός πίσω, δεξιά και αριστερά το κεφάλι. Το φορούσαν μετά τη στέψη. 

Σάλ’.

Μάλλινο ευρωπαϊκό μονόχρωμο ή πολύχρωμο ύφασμα σαν μπέρτα που σκέπαζε το κεφάλι, τα νώτα, τους ώμους και το στήθος. Το χρησιμοποιούσαν οι μεσήλικες αλλά και οι γραίες στον εκκλησιασμό, σε καιρό ψύχους, επισκεπτόμενες την αγορά αλλά και όταν ήταν άρρωστες. Εκτός των παραπάνω υπήρχαν και ποδήρη καλύμματα κεφαλής: Τσαρκούλ’.Μεγάλο σαν το τουρκικό τσαρτσάφ’. Άσπρο μεταξωτό που κάλυπτε όλο το σώμα εμπρός και πίσω ως τα πόδια. Το μεταχειριζόντουσαν απαραίτητα οι νέες γυναίκες και τα ενήλικα κοράσια σε επισκέψεις και εκκλησιασμούς. Στο Καράπερτσιν της Αμισού, τσαρκούλ’ έλεγαν και το καμαρωτέρ. 

Κάγια.

Παλιότερη καλύπτρα της κεφαλής από το καμαρωτέρ’. Από το όνομα Κάγια προήλθε το θηλυκό επίθετο καγιασούζαινα που δήλωνε σκωπτικά την κόρη που δεν αξιώθηκε να παντρευτεί δηλαδή την γεροντοκόρη. 

Καμαρωτέρ’.

 Στη Λιβερά λεγόταν καμάρα, ενώ σε Κοτύωρα και Σινώπη λεγόταν τουβάκι. Στα Σούρμαινα αντί του καμαρωτέρ’ χρησιμοποιούσαν το λετσέκ, ενώ στο μεταλλείο Dενέκ και στην Πουλαντζάκη απλά ένα τούλ’. 

Στηθοπάνν’ ή επανωκάμισον.

Κομμάτι άσπρου λεπτού υφάσματος ή μεταξωτού ενίοτε που το φορούσαν επάνω από το πουκάμισο και κάτω από την ζιπούνα για να καλύπτει μόνο το ανοιχτό σημείο του στήθους. 

Γιαχαλούχ’ ή γιακαλούκ’.

Επικάλυμμα των μαστών από τούλι (τόρ’) ή από μεταξωτό ύφασμα που φορούσαν από το λαιμό οι νεόνυμφοι για να ΄΄κρύφ’ νε τ’ εμπροκάρδ(ι)α τουν΄΄. 

Γελέκ’.

Είδος στηθόδεσμου που το φορούσαν κάτω από το στήθος για το κρατά ψηλά αλλά και για να μην μεγαλώσει. Αποτελείτο από δυο κομμάτια χασέ ύφασμα που κούμπωναν μπροστά με κουμπιά και πίσω έδεναν με τέσσερα δέματα από δύο έκαστο και ήταν δίχως μανίκια. Στο Ακ Ντάγ κατασκευαζόταν από πασμά χτυπητού χρώματος, ήταν επίσης χωρίς μανίκια και χρησίμευε σαν κορσές ενώ κάλυπτε το στήθος και τα νώτα. 

Σαλβάρ’ ή σαρβάλ’.

Ένδυμα των κάτω άκρων. Κάλυπτε το σώμα από τη μέση και έφτανε μέχρι λίγο πιο πάνω από τους αστράγαλους. Το φορούσαν πάνω από το εσώρουχο (βρακί). Ήταν πολύ φαρδύ (πλατύ) και είχε ίδιο πλάτος στο πάνω και κάτω μέρος του. Στις καταλήξεις των ποδονάριων του από όπου έβγαιναν τα πόδια προεξείχαν τα bατζαγοδέματα που έδεναν λίγο επάνω από τον αστράγαλο και άφηναν περίσσιο ύφασμα να πλεονάζει δημιουργώντας κόλπο. Κατασκευαζόταν από 7-8 πήχεις ύφασμα χτυπητού χρώματος πάντα, μάλλινο ή βαμβακερό, ή φανέλα ή πασμά ή μεταξωτό ή τζαμφάζ’ ή και χρυσοκέντητο ανάλογα την οικονομική δυνατότητα και την κοινωνική τάξη και την ηλικία της κόρης ή δέσποινας που το φορούσε. Εσωτερικά είχε φόδρα από πανί και στη μέση έδενε με βρακοζών’. Το σαλβάρ’ φαινόταν από τα δυο πλάγια ανοίγματα της ζιπούνας η οποία κάλυπτε λόγω κατασκευής της μόνο το μπρός και πίσω μέρος του σώματος. Αυτό ήταν δυνατό να δείχνει ωραιότητα και κάλλος στην ενδυμασία όποτε δεν συνδυαζόταν η ζιπούνα με φοτά ή πισταμπάλ’. Αλλού το σαλβάρ’ λεγόταν και λώμμαν. 

Ζιπούνα ή ζουπούνα ή αντερή ή εντερή.

Ποδήρης χιτώνας (φόρεμα) που φορούσαν επάνω από καμίσ’ και το σαλβάρ’, με στενό γιακά σχιστά μανίκια που γύριζαν επάνω ή κομβιωμένα με μεταξωτά κουμπιά ή αργυρά. Με φόδρα μεταξωτή ή σατέν εσωτερικά. Κατασκευαζόταν από μάλλινο ή μεταξωτό ή πασμά ύφασμα χτυπητού χρώματος τσαμφάζ’ ή ατλάζ’ ή μουαρέ ή κουτνίν, ή gεζίν ή χρυσοκέντητο σεβαϊν. Στις αστικές περιοχές είχε γενικευτεί στην καθημερινή ζωή η χρήση ενός απλού ριχτού φορέματος. Στις επίσημες γιορτινές εμφανίσεις χρησιμοποιούσαν ζουπούνες από πολύτιμα υφάσματα, βαμβακομέταξα και ολομέταξα. Οι ονομασίες τους ήταν : 

Αλαβέρα ή παπί γούλα που χρησιμοποιούταν σπάνια για ζουπούνα μάλλον δε περισσότερο για σαλβάρι. Άλλαζε χρώμμα ανάλογα με τον φωτισμό βυσσινί-μώβ, πράσινο-βυσσινί, μπλέ-βυσσινί. Ατλάζι. Γουμάσ’, γομάσ’ κουμάσ’, κομάσ’. Κατιφέ, βελούδο απλό ή με σχέδια. Κεζί(ν), κιαζί (το). Ριγωτό, άσπρες με πράσινες, βυσσινί ή πορτοκαλί φαρδιές ρίγες. Κουτνίν, γουτνίν. Ριγωτό σατέν. Μαύρες ρίγες στενές και φαρδιές κόκκινες με κίτρινο σχέδιο που το πετύχαιναν βάφοντας το στημόνι (τεχνική ταρακλί) Σεντεφλί κεζί. Ριγωτό φόντι σε απαλά χρώματα και ψιλή μαύρη ρίγα με πολύχρωμα υφαντά σχέδια. Μουαρέ, μουαράν. Μονόχρωμο ή πολύχρωμο σε υφαντό σχέδιο ζακάρ. Από υβουάρ μουαρέ γινόταν συνήθως η νυφική ζουπούνα. Τσαμφάζ, τσανιφές. Σεβαΐν (το) χρυσοϋφαντο σε χρώμα υβουάρ με σχέδια στην ύφανση από χρυσές και ασημένιες κλωστές. Το χρησιμοποιούσαν μόνο για νυφική ζουπούνα. Σάμ, σσιάμ. Πιθανό να ήταν δαμασκηνό ύφασμα. Σάμ ονόμαζαν τη Δαμασκό.Από τα υφάσματα αυτά το πιο συνηθισμένο ήταν το κεζί και τα πλέον πολύτιμα ήταν το μουαρέ και το σεβαϊν. Η διακόσμηση της ζουπούνας γινόταν με την τερζήδικη τεχνική. Ήταν τυπική απλή και διακριτική. Το διακοσμητικό υλικό, γαϊτάνι και σιρίτι Μεταξωτό ή μεταλλικό τονίζει απλώς το σχήμα του ενδύματος γραμμικά. Τα θέματα των σχεδιαστών υφασμάτων είναι γραμμικά ριγέ υφάσματα, κεζί, σεντεφλί, μάνουσα. Ανατολίτικα σχηματοποιημένα πτηνά, μικρά η μεγάλα φυτικά θέματα, μεμονωμένα άνθη ή μπουκέτα. Στη Λιβερά υπήρχε ένα ελεύθερο διακοσμητικό θέμα το τρυγόν’, σχηματοποιημένο πτηνό το οποίο κεντούσαν στο σημείο που κατέληγε το μπροστινό άνοιγμα. Στο γύρω έφερε μεταξωτό γαϊτάνι και στο στήθος ήταν ανοιχτή οπότε και κούμπωνε με 3 ή 4 μεταξωτά ή αργυρά ή από το ίδιο με τη ζιπούνα ύφασμα κουμπιά εως του ομφαλού. Από τους ώμους εως κατω στα πόδια διχαζόταν για να αφήνει μέρος του σαλβαριού να προεξέχει και να φαίνεται. Αποτελείτο από 3 κομμάτια. Ένα μονοκόμματο πίσω και δυο μπροστά που επανώτιζαν το ένα στ’ άλλο, (το δεξί επάνω από το αριστερό). Τα δυο μπροστινά φύλλα τουρκιστί ονομάζονταν ατάκια και όταν αυτά ή το πισταμπάλ’ σηκώνονταν λίγο επάνω σχηματιζόταν στη ζιπούνα ένα είδος κόλπου η λεγόμενη εμποδέα.Στη Λιβερά η γυναικεία ζιπούνα στο στήθος και προς τον ομφαλό κατέληγε σε ελλειψοειδές σχήμα με 2-3-4 κουμπιά βαμβακερά μαύρα ή κυανού χρώματος. Στο επάνω μέρος της ζιπούνας κεντούσαν με λεπτό μεταξωτό γαϊτάνι το τριχύλλ’ και ενίοτε με σύρμα ένα σχήμα πτηνού που ονόμαζαν τρίγωνον. Τα μανίκια ηταν σχιστά στα άκρα δουλεμένα κι αυτά με τριχύλλ’ ήταν ανοιχτά και δεν κούμπωναν. Ζιπούνα φορούσαν και οι άνδρες μάλιστα δε ποδήρη αλλά τους νεότερους χρόνους τη θεση της πήρε το ισλίκ’. Σπαρέλ’ ή σπαλέρ’. Επιστήθιο ένδυμα με εσωτερική φόδρα από άσπρο πανί. Κάλυπτε το στήθος μπροστά από το λαιμό ως τη μέση και έδενε πίσω με τα σπαλεροδέμ(ι)α δηλαδή δύο υφασμάτινες ταινίες που δενόντουσαν μεταξύ τους και στις άκρες τους είχαν ραμμένα δύο αργυρά κοσμήματα τα λεγόμενα τσαγκάλια.


Τα τσαγκάλια ήταν πλατιά και στρογγυλά στο ένα άκρο τους ενώ στο άλλο οξέα. Στο πρώτο άκρο υπήρχε κρίκος και στο άλλο αρπάγη δηλαδή είδος τσιγκελιού τα οποία εισερχόμενα το ένα στ’ άλλο συγκρατούσαν όλο το σπαλέρ’. Όσα σπαλεροδέμι͜α ήταν χωρίς τσαγκάλια, αντί αυτών είχαν κουρσία δηλαδή φούντες από το ίδιο ύφασμα όπως τα πισταμπαλοδέμια στενά δέματα από μεταξωτό ή μάλλινο νήμα σε διάφορα σχήματα και χρώματα ενίοτε και χρυσοΰφαντα. Το σπαλέρ’ δενόταν στο λαιμό πίσω στον αυχένα με στενά μεταξωτά κορδόνια (πικμέν) τα οποία ηταν εξαρτημένα από το ημικύκλιο που σχημάτιζε το σπαλέρ’ γύρω απ το λαιμό. Όποτε φορούσαν κοντέσ’ δεν φορούσαν σπαλέρ’ γιατί το κοντέσ’ κάλυπτε από τον ομφαλό ως το λαιμό όλο το εμπρός σώμα. Στη Λιβερά το σπαλέρ’ είχε διάφορα σχήματα γύρω απ το λαιμό σχέδια τριχύλλ’ ή σύρμα, συνήθως τρίγωνα. Πολύχρωμα σχέδια είχαν και τα σπαλεροδέμια.Όλος ο γύρος του επιστήθιου αυτού ρούχου είχε σαν παρυφή γαϊτάνι μεταξωτό ή στενό σιρίτι από χρυσόνημα, ενίοτε κεντιόταν με bρισίμι. Πάνω και στο μέσον είχε κεντημένο σταυρό ή καντήλα, εκατέρωθεν είχε κεντημένα πτηνά και στο μέσον των δύο πλευρών διάφορα άνθη. Ζωνάρ’ ή Λαχόρ’ ή ταραπουλούζ’, ή ταραπολόζ’ ή τραπολόζ’Είχε μήκος 3 μέτρα και πλάτος τουλάχιστο μισό φτιαγμένο από εγχώριο χοντρό σάλι, ή βαμβακερό από την Κριμαία ή από Περσικό σάλι ποικιλόχρωμο (ετζεμ-σάλιν ή ατζαμ-σάλιν) σε τετράγωνο σχήμα το οποίο φορούσαν διπλούμενο σε σχήμα τρίγωνου ή απ τη Λαχόρη των Ινδιών εριούχον το οποίο λαχώρ’ ζωνάρ’ έλεγαν το φορούσαν πάλι διπλούμενο σε σχήμα τρίγωνου και το έδεναν με δυο δέματα που προεξείχαν από τις δυο άκρες του, ή από μεταξωτό ύφασμα απ την Τρίπολη της Αφρικής τουρκιστί ταραπολόζ’ ή τραπολόζ’ (στη Λιβερά ταραπουλούζ’).Το ταραπολόζ είχε στις δυο του άκρες κουρσία (φούντες) κρόσσια (όπως και το λαχώρ’) ποικιλόχρωμο με πυκνές ραβδώσεις κάθετα και οριζόντια που σχημάτιζαν μικρά τετράγωνα. Ατζαμσάλιν και τραπολόζ’ φορούσαν οι άντρες ενώ οι γυναίκες μέχρι 45 ετών το λαχώρ’ ή το τραπολόζ’. Μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες φορούσαν το συνηθισμένο εγχώριο σάλι ή το ατζαμσάλιν. Στο μέσον του ζωναρίου έβαζαν το μαντήλι και την ώρα που κρεμόταν από χρυσή ή αργυρή αλυσίδα ή μαύρο μεταξωτό κορδόνι. Είδος πλεχτής ζώνης ήταν και το τουρκικό bέλ-bαγούν το οποίο συγκρατούσε τη μέση και στένευε το αντερή. Νυχτικόν,όπως και το ανδρικό, κατασκευασμένο από το ίδιο ύφασμα, αλλά κομμένο με διαφορετικό τρόπο. Κλεμία,είδος στενής ζώνης (στη Λιβερά), μήκους 3-4 μέτρων και πλάτους 0,04 – 0,45 μέτρα την οποία ζώνονταν στη μέση πάνω από την κοκνέτσα ή τη φοτά. Τα κλεμία ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες από μάλλινα νήματα σε ποικιλία χρωμάτων σχηματίζονταν πλουμιστά σχέδια. Επανωφόρια : Κοντέσ’ ή κατιφές ή χατιφές ή χατιφά. Κοντό επένδυμα που έφτανε ως τη μέση και φοριόταν επάνω απ’ τα ζιπούνα, φτιαγμένο από τσόχα ή βελούδο με φόδρα για εσωτερική επένδυση, με στενό γιακά και μακριά μανίκια αλλά κοντύτερα από τα μανίκια της ζιπούνας. Στο μπροστινό μέρος ήταν ανοιχτό, έφερε σε όλο το γύρο αλλά και στα μανίκια χάρτζια, διακόσμηση χρυσοκέντητη, και κάτω απ’ τις μασχάλες άλλα σχέδια όπως κλαδιά ή δικέφαλο αετό ( μεσαιωνικό λείψανο συνήθειας ), όλα αυτά λέγονταν καντήλας και συνηθίζονταν και στο κοντογούν’ και στην γούνα.Το κοντέσ’ στη Λιβερά λεγόταν σαλταμάρκα και στο Άκdαγ σάλτα. Κοντέσ’ φορούσαν και οι Τούρκισσες του Γιαγλήdερε (ποταμού Γιαγλή) στη Χαλδία. Κοντογούν’.Ήταν και αυτό όπως και το κοντέσ’ φτιαγμένο από τσόχα ή βελούδο, αλλά εσωτερικά η επένδυση ήταν από γούνα λύκου. Κοντογούν’ φορούσαν νέοι και γέροι, άνδρες και γυναίκες ιδίως οι γέροντες αλλά χωρίς χρυσοκέντητους διάκοσμους. Τσόχα.Πανωφόρι που ήταν ανοιχτό μπροστά και έφτανε ως τη μέση ( σε Σάντα, Λιβερά και Κοτύωρα) ενώ εν Αδύσση και Χαλδία ήταν ποδήρες. Κατασκευαζόταν από εγχώριο μάλλινο ύφασμα, στη Σάντα από ύφασμα μαχότ’ με κουλαπτάνια δηλαδή σειρήτια, και χρησίμευε σαν νυφικό ένδυμα. Στο χωριό Τσίdε της Χαλδίας οι Τούρκισσες το φορούσαν σε λευκό χρώμμα. Στη Χαλδία τα κοράσια ως 15 ετών φορούσαν μονοκόμματη τσόχα λευκού χρώματος βαμμένη όμως κόκκινη με ιδιαίτερη φυτική ρίζα. Στη Λιβερά η τσόχα ήταν κοντό πανωφόρι χωρίς κουμπιά, στο στήθος και στα μανίκια ανοιχτή στα άκρα με ραμμένο γαϊτάνι σε όλο της το μήκος.Σε Λιβερά, Σάντα, Κοτύωρα αλλά και σε χωριά της Αργυρούπολης τσόχα ονομαζόταν και ένα κοντό ανδρικό πανωφόρι από εγχώριο μαύρο σάλι ή από ευρωπαϊκή τσόχα, κοτσίκ’ λεγόμενο στα πέριξ της Αργυρούπολης Καπότα.Πανωφόρι κοντό χωρίς φόδρα σε μαύρο χρώμμα (στη Λιβερά), ελαφρότερο της τσόχας την οποία αντικαθιστούσε. Φοριόταν πάνω από τη ζιπούνα. Πόλκα.Κοντό πανωφόρι από μαύρο μάλλινο ύφασμα ή τσόχα με φόδρα και μακριά μανίκια. Κούμπωνε μπροστά με σειρά κουμπιών από πάνω ως κάτω. Σαλταμάρκα. Πανωφόρι κοντό με μακριά μανίκια με στενό γιακά, ανοιχτό μπροστά χωρίς κουμπιά. Εσωτερικά έφερε κόκκινη φόδρα ενώ τα μανίκια κεραμιδί. Τη φορούσαν πάνω απ’ τη ζιπούνα και είχε μία τσέπη ραμμένη επι της αριστερής πλευράς χαμηλά. Γούνα ή μακρογούν’ ή μακρόγουνον. Ποδήρης τσόχα με στενό γιακά και μακριά ή άλλοτε κοντά μανίκια. Εσωτερικά έφερε γούνα από το λαιμό ως τα πόδια. Συνήθως τη φορούσαν μόνο τον χειμώνα. Κατασκευαζόταν από Ευρωπαϊκή καφέ ή μαύρη τσόχα και τη φορούσαν σαν πολυτελές ένδυμα και οι άνδρες. Dελμέ ή dαλμά.Μακρύ πανωφόρι που έφτανε ως κάτω στα πόδια και εφορείτο πάνω απ’ τη ζιπούνα από μεσήλικες γυναίκες και γριές. Ήταν ανοιχτή από πάνω ως κάτω σε όλο της το μήκος και δεν έφερε φόδρα. Κατασκευαζόταν από ευρωπαϊκή τσόχα και είχε μακριά μανίκια και στενό γιακά. Λιbαdέ ή λιbαdά. Χειμερινό μακρύ ένδυμα ανοιχτό μπροστά που έφερε στενό γιακά και μακριά μανίκια το οποίο φορούσαν πάνω απ’ τη ζιπούνα. Κατασκευαζόταν από βαμβακερό ύφασμα, κασμίρι ή φανέλα, κεντημένο εσωτερικά με βαμβάκι και η χρήση της εισήχθη ως επίσημου ενδύματος τα τελευταία χρόνια. Υπήρχαν και διάφορα εξωτερικά περιβλήματα από τη μέση ως κάτω στα πόδια Πισταμπάλ’.Στη Χαλδία το φορούσαν τα ενήλικα κορίτσια οι παντρεμένες και οι γραίες. Κατασκευαζόταν από λεπτό εγχώριο σάλι σε βαθύ βυσσινί, μαύρο ή γερανέον χρώμα ή από πολύ καλή Αγγλική τσόχα σε ανοιχτό βυσσινί χρώμα (οπότε λεγόταν και απλά τσόχα) και στο φγύρο είχε σαν παρυφή μεταξωτό γαϊτάνι ή χρυσό σύρμα, μάλιστα δε στις δύο κάτω γωνίες είχε κέντημα σε σχήμα που έμοιαζε με καντήλα. Είχε τετράγωνο σχήμα σαν είδος εμπροσθέλλας που κάλυπτε τη ζιπούνα ή το εντερή μπροστά από τη μέση ως τα πόδια, δενόταν σταυρωτά πίσω με λεπτή κορδέλα (ταινία) τα πισταμπαλοδέμια ή απλά δέματα, υφαντά σε ποικοιλόχρωμμες διακοσμήσεις με φόυντες στα άκρα. Στο Ακ Ντάγ Ματέν λεγόταν εμποδέα. Φοτά.Είδος ποδιάς τετράγωνης από βαμβακερό ή μεταξωτό ύφασμα με πλατιές ραβδώσεις κάθετα ή οριζόντια. Στη Λιβερά οι ραβδώσεις ήταν στενές και λευκές. Δενόταν στη μέση και άφηνε να φαίνεται τμήμα της ζώνης Κοκνέτσα. Τετράπλευρο μάλλινο ύφασμα εγχώριας κατασκευής. Το άσπρο μαλλί που ύφαιναν οι γυναίκες, το έβαφαν με μία ρίζα όμοια με τη γλυκόριζα τη λυθρίδ(ι)α, και πετύχαιναν ένα βαθύ κεραμιδί χρώμμα. Υφαίνονταν και κοκνέντσες πλουμιστές από μαλλί -στάμαν μαλλί-, και βαμβάκι -υφάδι βαμβάκι- με τον ίδιο τρόπο που έκαναν και τα χράμια. Περιζώνονταν με την κοκνέτσα από τη μέση ως τις κνήμες και με τον τρόπο που δενόταν μπροστά όταν καθόντουσαν και είχαν λίγο ανοιχτά τα σκέλη φαινόταν όχι μόνο η ζιπούνα αλλά και μέρος από το καμίσι που ήταν κάτω από αυτήν. Στο πάνω μέρος κάλυπτε το μισό μέρος από το ζωνάρι όπως συνέβαινε με το πισταμπάλι και τη φοτά. Περιπόδια γυναικών :
Ορτάρια.Τα ορτάρια ήταν τσουράπια πλεχτά από άσπρο συνήθως νήμα μάλλινο ή τιφτίκι, ενίοτε και κάλτζες βαμβακερές. Τα γυναικεία ορτάρια ήταν άσπρα αλλά στις άκρες των δακτύλων και στο κότσ’ ήταν πλουμιστά κόκκινα, κίτρινα και πράσινα και τα συνήθιζαν οι νυφάδες. Τα Χαιριανίτ’κα ορτάρια ήταν και άνωθεν πλουμιστά. Στο Άκdαγ τα γυναικεία ορτάρια ήταν επίσης πλεκτά και χρωματιστά και μόνο στις μύτες ήταν άσπρα. Χορότας.Χειρόκτια, δηλαδή γάντια μάλλινα συνήθως από τιφτίκι μαλλί, άσπρα ή χρωματιστά. Αργότερα οι δεσποινίδες και κυρίως στις πόλεις φορούσαν τα δερμάτινα γάντια. Τσαγγία.Πάνω από τα ορτάρια άνδρες και γυναίκες φορούσαν τα τσαγγία σε κόκκινο χρώμμα χαμηλότερα από τα ανδρικά τσαρούχια. Οι χωρικές φορούσαν τα ποστάλια με χαμηλό τακούνι.   Ώρα.Τουρκιστί σαγάτ’. Αργυρό ή χρυσό ρολόγι. Εξαρτιόταν από κορδόνι ή αλυσίδα αργυρή ή χρυσή η οποία κατέβαινε από τον λαιμό και διέσχιζε το γιλέκο καταλήγοντας στη τζέπη του γιλέκου ή του ισλικίου ή στο πάνω μέρος της ζώνης (σελαχλικίου). Δαχτυλίδ’. Μπορούσε να είναι μικρής αξίας, ευτελές από κασσίτερο ή ορείχαλκο για τους χωρικούς, αλλά και πολυτελείας χρυσό ή αργυρό ή επίχρυσο ή αδαμαντοκόλλητο ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του καθενός. Έφερε στη σφενδόνη (βλημίν ή φλημίν) επιγραμμένο το μονόγραμμα του ιδιοκτήτη του και όταν ήταν μετάλλινο είχε πολλές φορές επάνω του πολύτιμο ή ημιπολύτιμο ή ψευδή λίθο. Το δαχτυλίδι αυτό το χρησιμοποιούσαν και σαν σφραγίδα σε επιστολές και άλλα έγγραφα. Υπήρχε και λεπτό δαχτυλίδι άνευ σφενδόνης, ο χαλκάς, και άλλο λεπτό οριχάλκινο που λεγόταν ζάβα. Εγκόλπιο, σταυρός.Αργυρά ή ξύλινα με παραστάσεις των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ή και του Αγίου Γεωργίου και της Παναγίας. Κοσμήματα των Ελληνίδων του Πόντου : Εκτός από τα φλουριά της τάπλας και των δύο ταινιών που ήταν ραμμένα επάνω τους και δενόντουσαν κάτω από τις πλεξίδες, εκτός του επίχρυσου ή αργυρού δίσκου της τάπλας και το χρυσοκέντητο κουρσί της, υπήρχαν και τα παρακάτω, Χιλάλ'.Πλεχτή ταινία απο χρυσό νήμα σε πλάτος δύο δάχτυλων περίπου και μήκος όσο των δύο κροτάφων. Τα κορίτσια δεν φορούσαν Χιλάλ' ούτε μπογαζσκιστήν. Σκουλαρίκια.Χρυσά ή αργυρά συνήθως καφασωτά και μακριά. Έφεραν εντός τους μαργαριτάρια ή χρωματιστές πέτρες. Φορούσαν επίσης σκουλαρίκια με ψευτοφούλιρα και χάντρες. Gερdανλούκστην Χαλδία και τα Κοτύωρα, gερdανλίκ' και gερdανλούγ' στη Χαλδία. Περιδέραιο με φλουριά, ψευτοφούλιρα ή χάντρες και νομίσματα αργυρά ή επίχρυσα στο γύρο. Το αποτελούσαν σειρά αλυσίδων που συναρμολογούσαν ή τεμάχια επιμηκών αργυρών ή επίχρυσων αλυσίδων σε διάφορα σχήματα επιραμμένα σε στενή τσόχινη ταινία που έδενε πίσω από τον αυχένα. Κουστίν,περιλαίμιο με σειρά τρυπημένων φλουριών που τα έραβαν το ένα μετά το άλλο και πολλές φορές μάλιστα έτσι ώστε η συρραφή τους να σχηματίζει τρίγωνο με τις δύο γωνίες επάνω προς τον λαιμό και την τρίτη κάτω με πεντόλιρο ή σταυρό ή τη γέννηση του Χριστού. bογαζσκιστή.Περιλαίμιο χρυσό ή αργυρό ή επίχρυσο που έκλεινε μπροστά με το μονόγραμμα της φερούσης αυτό. Τετίκια ή τατίκια.Κόσμημα των πλεξίδων που το αποτελούσαν επτά αλυσίδες αργυρές η καθεμία από τις οποίες έφερε στο άκρο της φλουρί πεντάγροσο ( bεσλίκ' - τουρκιστί ), και άλλοτε έφεραν ματοζήνιχα όπως τα σαμσάδας προς αποτροπή της βασκανίας. Όλο το κόσμημα κρεμόταν από πλατύ χρυσό ή αργυρό τεμάχιο. Τσάφ'.Κόσμημα της κεφαλής που αντικατέστησε τα φλουριά στα χωριά. Κρεμόταν μπροστά από το κουρσί και αποτελείτο από διπλή σειρά αργυρών αλυσίδων και έφερε στα δύο άκρα αργυρά τεμάχια από τα οποία εξαρτιόταν, αλλά και επίχρυσα μονόγροσα ενίοτε ή ψευτοφούλιρα. Βραχάλα , ή βραχόλα στη Λιβερά. Βραχιόλια - κρίκοι χρυσοί ή αργυροί ή από λεπτό σύρμα πλεκμένοι πλάτους 3-4 δάχτυλων. Οι τελευταίοι κάλυπταν το εμπρός μέρος του καρπού, ενώ πίσω ενώνονταν με έναν εμβολέα που περνούσε από μικρές στρογγυλές τρύπες που σχημάτιζαν οι απολήξεις των συρμάτων κατά μήκος του βραχιολιού οι οποίες απόλυτα εφάπτονταν όταν έκλεινε το βραχιόλι στον καρπό. Υπήρχαν και τα ευτελή βραχιόλια που ήταν γυάλινα ( τσιγκράκ' , στη Λιβερά ) σε διάφορα χρώματα και τα οποία φορούσαν τα κορίτσια ή οι νύφες και οι νεαρές γυναίκες. Υπήρχαν και κοκάλινα μαύρα που έφερναν από τα Ιεροσόλυμα μαζί με σταυρούς μονοκέρια, αλλά και κομπολόγια και αρωματικά σαπούνια και άλλα δώρα για τους οικείους και φίλους, ως ακόμα και το σάβανό τους αγόραζαν από τους Αγίους Τόπους. Τουλπίρ'.Ήταν (στο Άκ d αγ) αργυρή αλυσίδα με πόρπες εκατέρωθεν ενός αργυρού στρογγυλέματος από το οποίο εξαρτιόνταν κρεμαστές αλυσιδούλες και όλο μαζί καρφωνόταν πάνω από τα καλύμματα της κεφαλής. Μαλλοδέματα. Δεσίματα των μαλλιών που στην αρχή ήταν μεταξωτά γαϊτάνια και αργότερα αργυρές αλυσίδες που έφεραν εξαρτημένα αργυρά τεμάχια. Σαμσάδας.Μικρά αργυρά τεμάχια με εξαρτημένα πάνω τους αργυρά νομίσματα και ματοζήνιχα που κρεμούσαν στις πλεξίδες τους τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες για αποτροπή της βασκανίας. Μεταλλιόν. Στρογγυλό χρυσό κόσμημα που φορούσαν στο στήθος κατευθυνόμενο από το λαιμό όπου κρεμόταν με μεταξωτό κορδόνι ή χρυσή αλυσίδα σαν καρδιά γι' αυτό και στα Σούρμενα λεγόταν καρδίτσα. Καρδίτσα ή καρδούλα,χρυσό κόσμημα σε σχήμα καρδιάς όπως το μεταλλιόν που κρεμόταν από το λαιμό στο στήθος με μεταξωτό κορδόνι ή χρυσή αλυσίδα. Σταυρόν.Αργυρός ή χρυσός σταυρός που φορούσαν στο στήθος με ανάλογη αλυσίδα αργυρή ή χρυσή, τον οποίο φορούσαν τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες. Ώρα. Όπως και η ανδρική η οποία εξαρτιόταν από μεταξωτό κορδόνι ή επίχρυσο κιοστέκ' (αλυσίδα). Κοχλίδ'. Αργυρή ή χρυσή αλυσίδα κατασκευασμένη σαν κομπολόγι την τύλιγαν μία φορά γύρω από τον λαιμό και την άφηναν να κατέβει πάνω από το στήθος έως του ομφαλού ή και πιο κάτω από αυτόν. Τσαγκάλα. Αργυρό κόσμημα κατασκευασμένο σε δύο κομμάτια το ένα με κατάληξη αρπάγη και το άλλο με πόρπη να δένουν μεταξύ τους. Τέτοια είχαν στα άκρα τους τα σπαλεροδέμ(ι)α και αργότερα δερμάτινες ή χρυσοκέντητες ζώνες μπροστά από το φουστάνι όταν πια είχε εισαχθεί η χρήση τους. Αναφέρεται ότι στην προίκα της κοπέλας υπήρχαν ως δεκαπέντε ζουπούνες και αυτό βέβαια πάντοτε ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της κάθε οικογένειας. Τα παιδιά αγόρια και κορίτσια φορούσαν κατά την ηλικία και το γένος τους ότι και οι μεγαλύτεροι τους. Τα βρέφη υποκάμισο και σπαργανούνταν με ύφασμα βαμβακερό το κενάρ'. Έφεραν φακέλλαν (σκούφια) στο κεφάλι που έδενε με υποσιάγονη ταινία, και τα σπάργανα εγκούνια στα σκέλη. Φορούσαν βρακάκι από χασέ πανί, ισλίκ' και πάνω από αυτό λεπτό μάλλινο πανωφόρι με μανίκια ή πλεκτή φανέλα που κάλυπτε όλο το σώμα και στις πατούσες είχε ένα είδος λεπτών πέδιλων από δέρμα προβάτου ή αγελάδας τα λεγόμενα φιλάρια . Φορούσαν επίσης αργυρό ή χρυσό σταυρό και ματοζήνιχα για την αποτροπή της βασκανίας. Στη στήθος επίσης έφεραν τετράγωνο εγκόλπιο ξύλινο ή αργυρό πάνω από το ισλίκ' που κρεμόταν από αλυσίδα μόνο του ή με άλλο χαϊμαλί ή και ματοζήνιχα. Στα πόδια πάνω από τα σπάργανα φορούσαν τα ορταρόπα. Σταυρό μονοκέρι των Ιεροσολύμων έφεραν άπαντες κατάσαρκα κρεμασμένο στο λαιμό, βρέφη-παιδιά- μικροί και μεγάλοι- άνδρες και γυναίκες. Παιδικά υποδήματα ήταν τα ποστάλια, τζαγκία, κουντούρας και τσαρούχια για τα αγόρια, ενώ για τα κορίτσια παπούτζα, κουντούρας, τσαρούχια και ναλία. Τα παιδιά φορούσαν κόκκινο φέσι με ραμμένη εσωτερικά σκελίδα σκόρδου και πάνω στη εσωτερική κορυφή (τεπέ) σταυρό και επτάτρυπα ματοζήνιχα. Στα παλιότερα χρόνια τα παιδιά ηλικίας 3-5 ετών φορούσαν αργυρά βραχιόλια στα πόδια από τα οποία κρέμονταν επίσης αργυρά κουδουνάκια.


ΠΗΓΗ http://kotsari.com/index.php 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου