Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Ήθη και Έθιμα του Πόντου

Ήθη και Έθιμα του Πόντου

Ο ΓΑΜΟΣ

Οι γονείς του αγοριού συζητούσαν και έλεγαν ότι θα παντρέψουν το γιο τους. Θα πήγαιναν να ζητήσουν από τους γονείς του κοριτσιού το κορίτσι τους. Συζητούσαν και έλεγαν, θα πάμε στο σπίτι να την ζητήσουμε. Όριζαν την ημέρα που θα πάνε. Στέλνανε είδηση ότι θα πάνε να τη ζητήσουνε και έπαιρναν μαζί τους κάποιο συγγενή. Πηγαίνανε στο σπίτι συνήθως βράδυ. Ο μπαμπάς και η μαμά της νύφης ήταν ενημερωμένοι ότι θα πάνε να ζητήσουν την κόρη τους. Ξεκινούσε η συζήτηση και έλεγαν αν το παιδί ήταν εργατικό, καλό κ.λ.π. Στο τέλος αν αποφάσιζαν να την δώσουν περίμεναν να έρθει η μέρα για να συναντηθούν με τους γονείς του αγοριού. Κανόνιζαν την ημέρα του γάμου και έλεγαν: "Δικό σας είναι το κορίτσι από τούτη την ώρα". Κάνανε ετοιμασίες για τον γάμο και η πεθερά έπαιρνε την νύφη και πήγαιναν στο μαγαζί να ψωνίσουν.

Από την Τετάρτη μέχρι την Παρασκευή δυο παλικάρια με λύρες, με ένα μπουκάλι ούζο και ένα ποτήρι ή με κεριά έβγαιναν και καλούσαν όλο το χωριό στο γάμο. Τους συγγενείς τους καλούσαν μ' ένα μαντίλι, με κάλτσες, με πετσέτες κ.λ.π.
Το Σάββατο το πρωί έστρωναν τραπέζια και έπαιρναν πιάτα και μαχαιροπίρουνα από τους συγγενείς και τους γείτονες. Το απόγευμα αρχινούσε το γλέντι. Πηγαίνανε να πάρουν τον κουμπάρο κρατώντας δυο κότες ή μια πίτα. Εκεί χόρευαν, γλεντούσαν και μετά γύριζαν στο σπίτι του γαμπρού .

Κατά της 9 με 10 το βράδυ ξεκινούσε το ξύρισμα του γαμπρού. Έπαιρνε η μητέρα του γαμπρού μια πετσέτα, τον σταύρωνε και έριχνε την πετσέτα στον ώμο του κουρέα. Έβαζαν ένα ταψί, ο γαμπρός πατούσε μέσα στο ταψί και ο κουρέας τον ξύριζε. Άντρες και γυναίκες με σταυρωτά άσπρα μαντίλια χόρευαν μπροστά του και έριχναν χρήματα σε μια πιατέλα. Όταν τελείωνε το γύρισμα ο λυριτζής έπαιζε και τραγουδούσε το τραγούδι:

"Ρασχία ντο συρίζεται, ποτάμε ντο βογάτε
α έρτε το μικρόν τ'αρνί και απ 'εσάς φογάτε.
Ομάτε και ματόφρυδα και μάτε άμον ελαίας
ερούξα και αραέβατα σι πούλι τα φωλέας".


To γλέντι συνεχιζόταν μέχρι το πρωί και ξανάρχιζε μετά την πρωινή λειτουργία της Κυριακής. Από το μεσημέρι οι καλεσμένοι δώριζαν στο γαμπρό και στον κουμπάρο. Υπήρχε ένας τελάλης που φώναζε: "Ο Παύλος δώρισε στον γαμπρό 100 δρχ. και στον κουμπάρο 50 δρχ., η Μαρία δώρισε στον γαμπρό ένα πουκάμισο και στον κουμπάρο κάλτσες" κ.ά. Μετά το δώρισμα συνεχιζότανε το γλέντι μέχρι την ώρα της στέψης.

Στο μεταξύ ο κουμπάρος με κάποιους φίλους του και με τα όργανα πήγαιναν να πάρουν την νύφη. Αν η νύφη ήταν μακριά πήγαιναν με αλογόκαρα στολισμένα με μαντίλια ενώ αν ήταν κοντά πήγαιναν με τα πόδια. Όταν έβγαινε η νύφη από το σπίτι της, η μητέρα της έφερνε μια πίτα που ήταν τιγμένη σ' ένα σεντόνι, η νύφη την έσπαγε πάνω απ' το κεφάλι της και η μητέρα της τη μοίραζε στους καλεσμένους.

Αφού έπαιρναν τη νύφη, πήγαιναν στην εκκλησία όπου γινόταν η στέψη. Όταν ο παπάς έλεγε: "Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα" η νύφη πατούσε το πόδι του γαμπρού.

Μετά τη στέψη πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού χορεύοντας σ' όλο το δρόμο. Όταν έφτασαν στο σπίτι, έβαζαν στην πόρτα ένα πιάτο το οποίο η νύφη έπρεπε να σπάσει με το πόδι της. Ο κόσμος χειροκροτούσε και φώναζε: "άξια".

Μετά γινόταν το αποκαμάρωμα. Εφτά νιόπαντρα ζευγάρια και ο κουμπάρος μόνος χόρευαν γύρο από τη νύφη και τον γαμπρό κρατώντας στα χέρια τους κεριά. Ο λυράρης τραγουδούσε:

"Νύφε, τίμα τον πεθερό σ', άσον κύρη σ' καλίον,
νύφε, τίμα την πεθερά σ', άσην μάνα σ' καλίον,
νύφε, τίμα τα ντράδελφα σ', άσ' αδέλφες καλίον,
νύφε, τίμα τις συγγενούς σ', άσι συγγενούς σ' καλίον".


Έπειτα έμπαινε στο χορό και ο υπόλοιπος κόσμος και το γλέντι συνεχιζόταν.

Το βράδυ της Κυριακής ξανά καλούσαν τους συγγενείς και τους γείτονες και αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν από μία κότα. Τις μαγειρεύανε, έφτιαχναν μεζέδες και το γλέντι συνεχιζόταν το πρωί της Δευτέρα.

Μετά το γλέντι κάνανε το "νυμφίο". Επειδή ζούσαν πολλές οικογένειες μαζί χώριζαν ένα μέρος για τον γαμπρό και την νύφη και το έλεγαν "νυμφίο".

Το πρωί της Τρίτης η νύφη έπαιρνε ένα γκιούμι νερό, μια λεκάνη και πετσέτες και πήγαινε με μια κοπέλα (μπορεί να ήταν φίλη, κουνιάδα κ.λπ.) να πλένει τα πόδια των συγγενών. Άμα τους έπλενε τα πόδια, τους φορούσε κάλτσες και τους έκανε δώρα.
Έτσι τέλειωνε ο γάμος που κρατούσε τρεις μέρες και δυο νύχτες.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
"Έλα πουλί μ' ας φέβουμε και σα μακρά ας πάμε
να μην εξέρνε οι τουσμάν εγέ και συ ντ' εφτάμε".
"Εμείς είμεσε Πόντιοι, Πόντια σκύλ' παιδία,
σα μέσα μου φυλάττομε μοσαίρε και σπαθία".
"Ντο συλέον καρδίαν εχ'ς, είστε γελώ κλαινείς με
κι εγώ αγαπώ σε κι έρχομαι και συ παραμερίζ'ς με".
"Έλα πουλί μ' ας φέβουμαι και σα μακράν ας πάμε,
εκεί 'ναι τα πουλόπα μου κι ξέρομε ντ' εφτάνε".
Έλ' απ' αδάκες απ' ατού κι ας δι'ομεν τα σέρε,
να μη μας ξεχωρίζουνε εχθροί με τα μασαίρε".


ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΙΑ

Όταν το μωρό γινόταν σαράντα ημερών, ο πατέρας πήγαινε στον κουμπάρο που τους στεφάνωσε και τον ρωτούσε αν ήθελε να βαφτίσει το μωρό. Ο κουμπάρος δικαιούταν να βαφτίσει το πρώτο τους μωρό.

Για να καλέσουν τον κουμπάρο έπαιρναν μία λαμπάδα και μία πετσέτα και στέλναν τα παιδιά της οικογένειας ή συγγενικά να του πουν την ημέρα που θα γινόταν η βάφτιση. Ο κουμπάρος ψώνιζε τα βαφτιστικά του μωρού και το δώρο που θα έκανε στην μητέρα του μωρού. Δώρο ψώνιζε και η μητέρα για τον κουμπάρο.

Ένας ή δύο συγγενείς ή φίλοι πήγαιναν μ' ένα καλάθι γαρίφαλα και καλούσαν τον κόσμο δίνοντάς τους από ένα.

Ο κουμπάρος έφερνε στην εκκλησία δύο κουβάδες με ζεστό νερό για την κολυμπήθρα. Το μωρό το έφερνε στην εκκλησία κάποιος συγγενής και εκεί το έπαιρνε ο κουμπάρος αφού του έδινε λεφτά. Η μητέρα δεν πήγαινε στην εκκλησία, αλλά καθόταν στο σπίτι.

Την ώρα της βάφτισης ρίχνανε λεφτά μέσα στην κολυμπήθρα, τα οποία τα έπαιρνε πίσω αυτός που τα έριχνε.

Ο κουμπάρος έλεγε το όνομα, το οποίο δεν το ήξερε κανένας άλλος (μέχρι τότε το μωρό το φώναζαν μπέμπη-μπέμπα) και τα παιδιά έτρεχαν να πουν το όνομα στη μητέρα του μωρού. Όποιο παιδί έφτανε πρώτο του έδινε περισσότερα λεφτά απ' τα άλλα. Όταν τελείωνε η βάφτιση, σηκώνανε τον κουμπάρο ψηλά και φώναζαν "Άξιος".

Μετά δύο κορίτσια έπαιρναν το νερό της κολυμπήθρας και το έχυναν σε κάποιο καθαρό μέρος και ο κουμπάρος τα έδινε λεφτά. Αντί για μπομπονιέρες μοίραζαν στον κόσμο καραμέλες, λεφτά και μικρά σταυρουδάκια

Ο κουμπάρος πήγαινε στο σπίτι της μητέρας του μωρού και εκεί η μητέρα γονάτιζε τρεις φορές, του φιλούσε το χέρι και έπαιρνε το μωρό. Τότε ο κουμπάρος της έλεγε: "Σου παραδίνω το βαφτιστικό μου να το προσέξεις σαν τα μάτια κι απ' τη φωτιά κι από όλα τα κακά".
Ακολουθούσε το γλέντι.
Όταν ο κουμπάρος έφευγε απ' το σπίτι πήγαινε πάνω απ' τη κούνια του μωρού, το φιλούσε και του έριχνε λεφτά. Το ίδιο έκαναν και άλλοι συγγενείς.
Έτσι τέλειωνε η βάφτιση.







Στους Έλληνες του Πόντου πιο διαδεδομένος ήταν ο όρος χαρά, που υπογράμμιζε το χαρμόσυνο τούτο γεγονός. Η ιεροτελεστία του ποντιακού γάμου, η ιερότητα του συζυγικού δεσμού, η λαϊκή αντίληψη και πίστη στο ηθικό και κοινωνικό του περιεχόμενο εναρμονίζονται πλήρως με το ουσιαστικό περιεχόμενο του ορισμού του γάμου, που έδωσε ο Ερ. Μοδεστίνος: « Γάμος εστίν ανδρός και γυναικός συνάφεια και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία.»

Οι Πόντιοι πάντρευαν τα παιδιά τους πολύ νωρίς, συνήθως, 20-23 χρόνων τα αγόρια και σε μικρότερη ηλικία τα κορίτσια. Αν το κορίτσι περνούσε το εικοστό έτος συνήθιζαν να τη λένε γεροντοκόρη. Πολλές φορές οι γονείς λογόδιναν την κόρη τους όταν αυτή έπαιζε με τα παιδάκια της γειτονιάς. Την τύχη της κοπέλας όριζε ο δυναμικός πατέρας, αφού η συγκατάνευσή της στο γάμο ήταν περιττή. Ούτε όμως και ο νέος μπορούσε να έχει τη δική του γνώμη για τη μελλοντική του σύζυγο. Ο λόγος του πατέρα ήταν νόμος απαράβατος. Η ψυχολογική βία δημιουργούσε ψυχολογική αντι-βία, η οποία μην μπορώντας αλλιώς να αντιδράσει, γινόταν διαλάλημα της μούσας και ταυτόχρονα μήνυμα προς τον ιερέα:

Η ψύ' την ψυν όντας κι ‘θελ
Ποπά ντο στεφανώνεις;
Δυο μαχαίρα δίστομα
Ε συ φερτς κι ανταμώνεις!

Όταν οι δυο ψυχές δεν αγαπιούνται,
Παπά πώς στεφανώνεις;
Μαχαίρια δυο δίστομα,
Φέρνεις κι ανταμώνεις!


Η συγκατάθεση των γονιών για το γάμο της κόρης τους λεγόταν λογόπαρμαν. Η πρώτη συμφωνία για την ημέρα του γάμου γινόταν στα "τελειώματα", στο "ψαλάφεμαν". Αλλά όταν πλησίαζε ο καιρός του γάμου πήγαιναν 7-8 μέρες πριν από τη στέψη, το βράδυ συνήθως, οι στενοί συγγενείς του νέου, στο σπίτι της κόρης και έπαιρναν το λόγο, δηλαδή την τελευταία διαβεβαίωση. Έλεγαν: "Εμείς λέγομε σα οχτώ απάν να εφτάμε το γάμον. Ντο λέτε κι εσείς;". Όταν συμφωνούσαν για την ημερομηνία, γινόταν το κέρασμα της νύφης, ομελέτα ή τζαμούρ με μπόλικο βούτυρο. Τότε μάλιστα κλείδωναν κι ένα λουκέτο και το έβαζαν στην τσέπη του γαμπρού. Θα το ξεκλείδωνε όταν πήγαινε να σμίξει με τη νύφη, στη νυφική παστάδα το βράδυ της Δευτέρας.

Στον Πόντο δεν υπήρχε ο αναχρονιστικός θεσμός της προίκας. Η νύφη έκανε δώρα μόνο στο γαμπρό, στα καινούρια γονικά και στους κοντινούς συγγενείς. Παρόλα αυτά συνηθιζόταν να μεταφέρουν τα πράγματα (προίκα) της νύφης πάνω σε κάρο, συνοδευόμενο από λυράρη που έπαιζε τραγούδια του γάμου, προσκαλώντας τον κόσμο (λάλεμα) στη "χαρά".

         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου