Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Η Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης είχε προκηρύξει διαγωνισμό Θρακιώτικου παραμυθιού και πραγματικών Θρακιώτικων γεγονότων-ιστοριών (με έγκριση του Υπουργείου Παιδείας), μεταξύ των μαθητών Λυκείου-Γυμνασίου-Δημοτικού του Νομού Θεσσαλονίκης. Βραβεύτηκαν τρία από κάθε κατηγορία, από επιτροπή Καθηγητών ΑΠΘ, και αμείφτηκαν .




1.ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μάνα και είχε ένα γιο. Ήρθε ο χειμώνας και πιάσανε τα πολλά τα κρύα. Μια μέρα λέει η μάνα στο γιο της που ήταν και λίγο τεμπέλης : « βρε παιδί μου, πρέπει να πας στο δάσος να φέρεις ξύλα. Έπιασε χειμώνας και κρυώνουμε. Πρέπει να βάλουμε ξύλα στο τζάκι να ζεσταθούμε». Και ο γιος τότε αποκρίθηκε: « καλά μάνα θα πάω! Αλλά να με βάλεις ζεστή στάχτη στο δισάκι να βάλω μέσα τα ποδάρια μου να ζεσταθούν». «καλά παιδί μου θα σου βάλω». Μια και δυο πιάνει η μάνα, βάζει τη ζεστή στάχτη στο δισάκι, μετά του ετοιμάζει και λίγο ψωμί και λίγο νερό τα βάζει μέσα στον τρουβά του, βάζει και το σκοινί με το μπαλτά πίσω στο σαμάρι του γαϊδάρου. Και ανεβαίνει ο τεμπέλης πάνω στο γάιδαρο για να πάει να φέρει ξύλα. Προχώρησε αρκετά μέσα στο δάσος και αντίκρισε ένα μεγάλο ποτάμι. Για μια στιγμή ένιωσε κάτι και είδε στον ουρανό να πετάνε 39 άσπρα και 1 μαύρο περιστέρι. Βουτήξανε μέσα στο νερό για να λουστούν, και την ώρα που βγαίνανε, ξεπετάχτηκαν 39 νεράιδες ολόξανθες, όμορφες και 1 παλικάρι όμορφο. Μετά όλοι μαζί πήραν το μονοπάτι, και προχωρήσανε βαθιά μέσα στο δάσος. Περίεργος ο τεμπέλης, ακολούθησε και αυτός με το γάιδαρο του, χωρίς όμως να τον αντιληφθούν. Οι νεράιδες με το παλικάρι έφτασαν σε ένα πολύ ωραίο πύργο και μπήκαν μέσα. Ο τεμπέλης μπήκε και εκείνος στον πύργο, πάντα χωρίς να τον αντιληφθούν, αφού πρώτα άφησε τον γάιδαρο του δεμένο σε ένα δέντρο. Κρύφτηκε κάτω από τη σκάλα και παρακολουθούσε τι γινόταν. Υπήρχε μια τεράστια κάμαρα με μεγάλα τραπέζια στρωμένα, και πάνω είχανε φλιτζάνια με τσάι. Από τη μια μεριά κάθησαν οι 19 νεράιδες και από την άλλη οι υπόλοιπες και το παλικάρι κάθισε στη μέση. Ήταν πολύ στεναχωρημένο, δε μιλούσε μήτε γελούσε. Οι νεράιδες τον χάιδευαν, τον μιλούσανε, αλλά εκείνος τίποτα, ήταν αδιάφορος. Αφού τα είδε όλα ο τεμπέλης, ήρθε η ώρα να πάει να κόψει ξύλα, γιατί τον περίμενε η μάνα του, για να ζεσταθεί η δόλια.Στο γυρισμό βλέπει μια χρυσή άμαξα, να την τραβούν 4 ολόασπρα άλογα. Όταν έφτασε κοντά στον τεμπέλη, σταμάτησε η άμαξα και τον σταμάτησαν και αυτόν. Μέσα από την άμαξα βγήκε μια όμορφη κοπέλα που ήταν βασιλοπούλα. Τον ρωτάει: «Που πηγαίνεις, από που έρχεσαι, τι είδες;» εκείνος είπε για τα σαράντα περιστέρια και τον πύργο. Η κοπέλα ζήτησε να την πάει στο πύργο. Αυτός αποκρίθηκε: «εγώ δεν ξέρω το δρόμο αλλά τον ξέρει ο γάιδαρος μου». Μπροστά ο γάιδαρος με το τεμπέλη πίσω η άμαξα, φτάσανε στο πύργο. Η βασιλοπούλα πήγε μέσα στο πύργο, κρύφτηκε και περίμενε να δει τις νεράιδες με το παλικάρι. Η βασιλοπούλα είχε μαζί της ένα δηλητήριο, το έβαλε χωρίς να τη δουν στα φλιτζάνια από τις νεράιδες, όχι όμως και στη κούπα από το παλικάρι.Όταν ήπιαν οι νεράιδες το τσάι με το δηλητήριο αποκοιμήθηκαν βαθιά, και πέσανε η μια πάνω στη άλλη, ενώ το παλικάρι ήτανε ξύπνιο. Αμέσως εμφανίστηκε μπροστά του η βασιλοπούλα, πηγαίνει κοντά του, αγκαλιάζει τον αγαπημένο της και του λέει: «άντε καλέ μου να φύγουμε από εδώ πριν ξυπνήσουν οι νεράιδες». Γιατί τοπ όμορφο παλικάρι ήταν ένα βασιλόπουλο, αρραβωνιασμένο με τη βασιλοπούλα, που το είχαν κλέψει οι κακές νεράιδες, το είχαν μεταμορφώσει σε μαύρο περιστέρι, για να μη το βρει ποτέ ξανά η αγαπημένη του και να τον έχουν δικό τους. Αμέσως ανεβήκανε στην άμαξα και είπαν στο τεμπέλη να τους ακολουθήσει. Γυρίσανε στο παλάτι τους και κάνανε γάμο τρικούβερτο που κράτησε 40 μερόνυχτα. Στον τεμπέλη δώσανε μια σακούλα φλουριά και εκείνος γύρισε στο χωριό του, στη μάνα του και της είπε: «Μάνα τώρα είμαστε πλούσιοι και μπορούμε να αγοράσουμε ξύλα και όλα τα αγαθά της γης!» Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Χριστίνα Αρσενίου

77ο Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

2. ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΤΑ ΓΡΑΜΜΕΝΑ

Παραμύθι από το Σκοπό της Ανατολικής Θράκης

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας πραματευτής, που βρέθηκε σε ένα χωριό και δεν είχε που να κοιμηθεί. Χτύπησε την πόρτα μια γριάς για να περάσει τη βραδιά του. Η γριά, που ήταν μάγισσα του είπε ότι στο κοντινό χωριό, στο σπίτι του Δημήτρη του ράφτη του χωριού, γεννήθηκε ένα παιδί, το παιδί του ράφτη, που θα του φάει την περιουσία του. Το πρωί σηκώθηκε ο πραματευτής, ευχαρίστησε τη γριά και χωρίς να πει τίποτα άλλο ανέβηκε στο άλογο του και τράβηξε για το χωριό που άκουσε ότι γεννήθηκε το παιδί, να δει και να μάθει την αλήθεια. Ύστερα από δυο τρεις μέρες έφτασε στο χωριό, γύρεψε και βρήκε το σπίτι του Δημήτρη του ράφτη και μπήκε μέσα δήθεν που ήθελε μέρος για να μείνει το βράδυ. Άμα μπήκε μέσα είδε μια γυναίκα να βρίσκεται στο στρώμα και κοντά της ένα μωρό. Βρήκε εκεί και τον άντρα της και από λόγο σε λόγο έμαθε πως το παιδί ήταν αρσενικό και γεννήθηκε εκείνη τη βραδιά που ήταν στο σπίτι της γριάς. Σαν άκουσε αυτά και είδε πως ήταν αλήθεια αυτά που του είπε η γριά έβαλε στο νου του να σκοτώσει το παιδί και να μη γίνει αυτό που γράψανε οι μοίρες. Από τα λόγια του ράφτη και από το σπίτι που είδε ήταν ένα φτωχόσπιτο κατάλαβε πως ήταν φτωχοί άνθρωποι και πως είχαν και άλλα παιδιά. Γυρίζει και λέει και στους δύο «σεις που έχετε κι άλλα παιδιά γιατί δεν μου δίνετε αυτό το μικρό σε μένα; εγώ δεν έχω παιδιά και είμαι και πλούσιος και θα αγαπώ το παιδί σας σαν δικό μου παιδί, κι εγώ και η γυναίκα μου. Οι καημένοι οι φτωχοί άλλο που δεν θέλανε. Τι ήθελαν να τα κάνουν τόσα στόματα! Εφτά παιδιά είχαν ακόμα. Ποιο να πρωτοκοιτάξουν. Δώσανε στον πραματευτή το μικρό και αυτός πάλι τους έδωσε κάμποσες λίρες, γιατί είδε τα χάλια τους, πήρε το παιδί, καβάλησε το άλογο του κι έφυγε. Πήγε, πήγε μακριά και άμα έφτασε μέσα στο βουνό κατέβηκε από το άλογο και έκατσε πλάι σε ένα ποτάμι που είχε εκεί. Έκοψε ύστερα βέργες από ένα δέντρο και έκανε ένα καλάθι, έβαλε το μωρό μέσα το έκλεισε και από πάνω με ένα καπάκι που το έπλεξε και αυτό με τις βέργες και το έριξε στο ποτάμι για να πνιγεί και έτσι να μη γίνουν σωστά τα λόγια της γριάς. Ήσυχος εξακολούθησε το δρόμο του και πήγε στα χωριά που ήθελε να πάει, αγόρασε τα πράγματα που ήθελε και γύρισε στη πολιτεία που ζούσε. Πέρασαν 18-19 χρόνια. Ο πραματευτής σε αυτό το χρονικό διάστημα απέκτησε ένα κοριτσάκι. Ο πραματευτής έκανε την ίδια δουλειά και έγινε πλούσιος. Το κοριτσάκι του, 16 ετών τώρα, ο πατέρας του, του ετοίμαζε την προίκα. Δεν έλειπε τίποτα παρά μόνο ο γαμπρός ερχόταν και προξενητάδες μα αυτοί δεν βιαζόταν και έλεγαν ότι είναι μικρό το κορίτσι τους, όταν δεν τους άρεσε ο γαμπρός και παρακαλούσαν το Θεό να τους στείλει μια τύχη που θα ταίριαζε στη μοναχοκόρη τους. Μια μέρα βγήκε πάλι ο πραματευτής στα χωριά για δουλειά. Εκεί που περνούσε μέσα από ένα χωριό είδε μέσα από μια μισάνοιχτη πόρτα ένα πράγμα σα καλάθι που κρεμόταν πλάι στη σκάλα. Κοντοστάθηκε λίγο και το είδε καλά. Έμοιαζε σαν εκείνο το καλάθι που έπλεξε ένα καιρό και έβαλε μέσα εκείνο το παιδί του ράφτη. «Ας μπω μέσα να μάθω τι καλάθι είναι αυτό και που βρέθηκε» είπε με το νου του και μπήκε μέσα στην αυλή και φώναξε: «ποιος κάθεται εδώ μέσα; » Η νοικοκυρά του σπιτιού που άκουσε τη φωνή βγήκε και του λέει «τι θέλεις καλέ μου άνθρωπε; ξένος είσαι; έλα μέσα να ξεκουραστείς.» «ήθελα να μείνω λίγο εδώ στο χωριό σας. Δε μου λες έχετε κανένα χάνι εδώ; » Ο πραματευτής ήξερε ότι δεν είχε κανένα χάνι σε εκείνο το μέρος, μα το είπε έτσι για κουβέντα με τη νοικοκυρά. «Ορίστε πέρασε μέσα,και κάτσε καμιά βραδιά σα θέλεις, γιατί εδώ χάνι δεν έχουμε.» Ο πραματευτής έκανε πως στεναχωρήθηκε πως δεν είχε χάνι, αλλά μπήκε μέσα στο σπίτι και κατά βάθος ήταν ευχαριστημένος. Δεν πρόφτασε καλά καλά να κάτσει και βλέπει ένα παλικάρι να μπαίνει από τη πόρτα ως καμιά εικοσαριά χρονών όμορφο και καλοφτιαγμένο. Άρχισε τη κουβέντα και από λόγο σε λόγο ο πραματευτής ρώτησε και για το καλάθι. «Α! Αυτό το καλάθι, του λέει η γυναίκα, έχει την ιστορία του. Που να ξέρεις εσύ, αλλά θα στην πω…πάνε πολλά χρόνια από τότε, που μια μέρα πήγα στο ποταμό για να πλύνω κάτι ρούχα και να τα απλώσω στον ήλιο να στεγνώσουν. Ήταν φαίνεται γραφτό να πάω εκείνη τη μέρα στο ποτάμι που είναι έξω από το χωριό μας. Δεν έφτασα ακόμη στο ρέμα και ακούω κλάμα μικρού παιδιού να έρχεται από μακριά. Βγάζω τα πανιά που είχα να πλένω από το καλάθι μου και ετοιμάζομαι να μπω στο νερό, μα οι φωνές του παιδιού, γινόταν ακόμα πιο δυνατές. Δεν πάω να δω τι γίνεται, σκέφτηκα, και τραβώ για εκεί που άκουγα τις φωνές του παιδιού. Πηγαίνω και τι βλέπω!Ένα καλάθι κακοφτιαγμένο χωμένο μέσα στις πέτρες του ποταμού και σε κάτι τσαλιά που φέρνει το ποτάμι από μακριά και σταματούν εκεί στις πέτρες και τα κλάματα να βγαίνουν κει μέσα από το καλάθι. Ε μωρέ είπα, ποιος το έριξε το καημένο το μωρό εδώ; Ανασκουμπώνομαι, μπαίνω μέσα στο νερό, τραβάω το καλάθι έξω από εκεί που ήτανε, το φέρνω έξω στην άμμο και το ανοίγω. Ένα βυζανιάρικο μελανιασμένο από το κρύο που τίναζε τα πόδια του και τα χέρια του. Η φωνίτσα του είχε βραχνιάσει πια. Ποιος ξέρει πόσες ώρες ήταν μέσα στα νερά και από πόσο μακριά το έφερε το ρέμα. Εμείς παιδιά δεν είχαμε. Το παίρνω, το τυλίγω μέσα στα ρούχα που είχα να πλύνω και το φέρνω στο σπίτι μας. Ο άντρας μου ήταν καλός και μιας που δεν είχαμε εμείς παιδιά το κρατήσαμε και το μεγαλώσαμε. Κανένας μέχρι τώρα δεν φάνηκε να ξέρει ποιανού είναι και ποιος το έριξε μέσα στο ποτάμι. Το αγαπάμε σα δικό μας παιδί και αυτό μας αγαπάει σα να είμαστε εμείς εκείνοι που το γέννησαν και τώρα θέλεις να μάθεις ποιο είναι αυτό το παιδί του καλαθιού; να είναι αυτό που βλέπεις εδώ. Ο πραγματευτής άμα άκουσε αυτά φαρμακώθηκε, γιατί κατάλαβε ότι ήταν αυτό το παιδί που εκείνος έριξε για να χαθεί. Άρχισε να σκέφτεται τι τρόπο να βρει να σκοτώσει το παλικάρι. Έμεινε το βράδυ εκεί, τον βάλανε και έφαγε και τον στρώσανε τα καλύτερα τους στρώματα για να κοιμηθεί. Μα το βράδυ αυτός δεν έκλεισε μάτι από το κακό του και σκεφτόταν τι θα έκανε για να το σκοτώσει και στο τέλος το βρήκε. Το πρωί άμα σηκώθηκε λέει στη γυναίκα «δε με λες κυρά μου που μπορώ να βρω έναν άνθρωπο να στείλω ένα γράμμα στη γυναίκα μου γιατί είναι μεγάλη ανάγκη; εγώ έχω ακόμα δουλειά στο χωριό και δεν μπορώ να πάω. Δίνω και πέντε λίρες.» «καλά και δεν πηγαίνει ο γιος μου; δουλειά δεν έχει παλικάρι γερό είναι, τα πόδια του βαστούν και μπορεί να πάει και γρήγορα, αφού είναι τόση ανάγκη» είπε η καλή γυναίκα, άμα άκουσε και για τις πέντε λίρες. Αυτό ήθελε και ο πραγματευτής. Έκατσε έφτιαξε ένα γράμμα, το έκλεισε και το βούλωσε με βουλοκέρι και το έδωσε στο παλικάρι. «Άιντε καλό παιδί, του είπε την ώρα που του έδινε το γράμμα, πήγαινε όσο πιο γρήγορα μπορείς και άμα γυρίσεις θα σε πληρώσω πάλι για το κόπο σου και τον χτύπησε στο ώμο. Το παλικάρι πήρε το γράμμα και πετούσε από τη χαρά του, γιατί μαζί με το γράμμα έβαλε στη χούφτα του και ένα μαλαματένιο πεντόλιρο. Δεν ήταν μικρό πράγμα για να πας ένα γράμμα και να πάρεις ένα πεντόλιρο. Και ποιος ξέρει τι θα τον έδινε όταν γύριζε! Βγήκε από το χωριό του και άνοιξε τη περπατησιά του για να πάει όσο πιο γρήγορα και να γυρίσει. Πήγε και όταν κόντευε να φτάσει στη πολιτεία του πραγματευτή, είπε με το νου του, «τι τρέχει άραγε και δίνει αυτός τόσες παράδες για να πάω το γράμμα του; δεν το ανοίγω να δω τι λέει; και κάθεται στη στιγμή κάτω από ένα δέντρο, βγάζει το σουγιά του, τον καίει λίγο στη φωτιά που άναβε εκεί κοντά και σιγά σιγά ξεκόλλησε τη βούλα, άνοιξε το γράμμα και άρχισε να διαβάζει. «οτιδήποτε κάνεις, τον άνθρωπο που σου στέλνω να τον σκοτώσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Όταν θα έρθω θα σε πω γιατί και πώς. Το παλικάρι διάβασε το γράμμα και απόρησε. «βρε για το Θεό τι έκανα εγώ και θέλει το κακό μου;» στάθηκε και σκέφτηκε τι να κάνει τώρα «κάτσε να δεις τι θα σου κάνω εγώ, αφού δεν σε έφταιξα…» έκανε το παλικάρι και πήρε ένα άλλο χαρτί που είχε μαζί του και έφταιξε. « το νέο που σου στέλνω να το παντρέψεις με το κορίτσι μας όσο πιο γρήγορα μπορείς.» είχε ακούσει πως αυτός είχε ένα κορίτσι, στην κουβέντα που έκαναν εκεί στο σπίτι του. Ύστερα βούλωσε πάλι το γράμμα και ξεκίνησε. Έφτασε στη πολιτεία και ρώτησε πού είναι το σπίτι του πραγματευτή και έδωσε το γράμμα στη γυναίκα του. Αυτή σα το διάβασε και είδε τα γραφόμενα, γρήγορα ετοιμάστηκε, ετοίμασε και τη νύφη και τους στεφάνωσε. Πέρασαν τρεις μήνες και ο πραγματευτής δεν φάνηκε ακόμα. Ήτανε ήσυχος γιατί αυτή τη φορά δεν θα τη γλίτωνε ο νέος και για αυτό έβλεπε τις δουλειές του και γύριζε από χωριό σε χωριό. Τέλος ύστερα από 4 μήνες γύρισε. Φτάνει στο σπίτι του, χτυπά τη πόρτα, του ανοίγουν και μπαίνει μέσα. Αλλά τι να δει! Το παλικάρι που νόμιζε σκοτωμένο, να μπαίνει και να βγαίνει σα νοικοκύρης. «βρε γυναίκα τι έκανες; » τη ρωτά με τρόπο. «τι έκανα άντρα μου; έκανα αυτό που μου έγραψες» «τι σου έγραψα;» « να παντρέψω τη κόρη μας με το νέο που μου έστειλες, όσο πιο γρήγορα μπορώ.» «φτου που να πάρει η οργή, εγώ είπα να μη φάει τη περιουσία μου. Να μη γίνουν της μοίρας τα γραμμένα, θα τον σκοτώσω!» είπε ο πραγματευτής καταστεναχωρημένος. «τι λες βρε άντρα μου; δε βλέπεις ότι η θυγατέρα μ;ας είναι έγκυος; δεν είναι κρίμα από το Θεό να σκοτώσεις τον άντρα του παιδιού σου;»Ύστερα από αυτό, τι να έκανε ο πραγματευτής, δέχτηκε αυτό που έταξε η μοίρα!!! και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα….

Γαλήνη Βογιατζή

77ο Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

3.ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΑΚΗ

Κάποτε σε ένα μέρος της Θράκης υπήρχε ένας βασιλιάς. Ο βασιλιάς αυτός ήταν πολύ πλούσιος και είχε τρεις πολύ όμορφες κόρες. Μια μέρα καθώς καθότανε στον κήπο του ένας υπηρέτης του έδωσε μια επιστολή . Ο βασιλιάς το διάβασε και άρχισε να δακρύζει. Τότε ήρθε η πρώτη του κόρη και του λέει: γιατί κλαις και είσαι στεναχωρημένος πατέρα; Γιατί μου έστειλαν μήνυμα ότι πρέπει να πάω στο πόλεμο, αλλά εγώ είμαι γέρος και δεν μπορώ κόρη μου. Χμ! Και εγώ νόμιζα θα με παντρέψεις.Τότε του γύρισε τη πλάτη και έφυγε στεναχωρημένη και νευριασμένη. Μετά από λίγο ήρθε και η δεύτερη κόρη. Γιατί είσαι στεναχωρημένος πατέρα; ρώτησε η δεύτερη κόρη. Επειδή πρέπει να πάω στο πόλεμο αλλά εγώ δεν μπορώ είμαι γέρος και άρρωστος. Και εγώ νόμιζα σε απασχολεί πως να με παντρέψεις. Του γυρίζει τη πλάτη και φεύγει και η δεύτερη κόρη. Μετά από λίγο ήρθε η τρίτη κόρη. Γιατί κλαις πατέρα; ρώτησε η τρίτη κόρη. Ήρθαν οι άλλες και με πρόκοψαν, τώρα ήρθες και εσύ να με προ κόψεις, μικρή μου κόρη. Πες μπαμπά μου, πες, τι σε απασχολεί; Εντάξει θα σου πω! Μου έστειλαν μια επιστολή που λέει ότι πρέπει να πάω στο πόλεμο. Αλλά είμαι γέρος πως θα τα καταφέρω; Δεν πειράζει πατέρα, μη σε στεναχωρεί αυτό, θα πάω εγώ στο πόλεμο αντί για σένα. Ετοίμασε μου το καλό σου άλογο και φεύγω αύριο κιόλας.Ο βασιλιάς αφού δεν είχε άλλη επιλογή διέταξε τους υπηρέτες να ετοιμάσουν το καλό άλογο αλλά και να σφάξουν το γουρούνι για να ετοιμάσουν μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν της κόρης του. Εκείνο το βράδυ έφαγαν και ήπιαν. Την άλλη μέρα ο βασιλιάς με βαριά καρδιά αποχαιρέτησε τη κόρη του. Η τρίτη κόρη άλλαξε το όνομα της σε Θοδωρή για να μη την αναγνωρίσουν. Τα χρόνια περνούσαν και ο Θοδωρής ξεχώριζε στη μάχη. Εκεί γνώρισε ένα παλικάρι το Γιώργη που ήταν και αυτός αρχοντόπουλο. Μετά από χρόνια όταν τέλειωσε ο πόλεμος, ο Γιώργης γύρισε στο παλάτι του πατέρα του. Εν τω μεταξύ στο παλάτι του πατέρα του Θοδωρή, ο βασιλιάς είχε αρρωστήσει από τη στεναχώρια του που άφησε τη κόρη του να πάει στο πόλεμο. Όταν έφτασε στο παλάτι, ο βασιλιάς της έφτιαξε ένα χρυσό σεντούκι, να τη φυλακίσει μέσα να μη τη ξανά χάσει εκείνη τη στιγμή ο βασιλιάς διέταξε τους υπηρέτες να σφάξουν δέκα πρόβατα για να γίνει μεγάλο γλέντι για να γιορτάσουν την επιστροφή της κόρης του. Εκείνο το βράδυ πέρασε ωραία για όλους. Ο Γιώργης όμως είχε παρακολουθήσει το Θοδωρή και κατάλαβε ότι κάτι παράξενο συμβαίνει. Κρύφτηκε στο παλάτι και περίμενε να τελειώσει το γλέντι και να κοιμηθούνε όλοι. Μετά το φαγοπότι ο βασιλιάς έκλεισε τη κόρη του στο χρυσό σεντούκι. Όταν κοιμήθηκαν όλοι ο Γιώργης μπήκε μέσα στο δωμάτιο που ήταν το σεντούκι και τι να δει. Ο βασιλιάς είχε ξεχάσει το κλειδί πάνω στο σεντούκι. Ο Γιώργης τον έβγαλε από εκεί και χαρούμενοι και οι δύο που αντάμωσαν πάλι πήγαν βόλτα με τα άλογα στην εξοχή. Όταν περάσαν από το ποταμό Έβρο, ο Γιώργης πρότεινε να κάνουν ένα μπάνιο για να δροσιστούν. Ο Γιώργης μπήκε στο ποτάμι να μπανιαριστεί και έλεγε στο Θοδωρή να μπει και αυτός μέσα. Ο Θοδωρής έλεγε ότι θα μπει αλλά έσφιγγε τα ζιγκιά (χαλινάρια) του αλόγου για να φύγει. Ο Γιώργης κατάλαβε το μυστικό του φίλου του και τον έβλεπε ότι ήταν πολύ ανήσυχος. Όταν ανέβηκε στο άλογο ο Γιώργης πέταξε το δαχτυλίδι του στο στόμα του φίλου του που του έσπασε ένα από τα μπροστινά δόντια και μετά του φώναξε δυνατά, καθώς εκείνος κάλπαζε μακριά: όπου και να πας θα σε βρω! Τότε ο Θοδωρής έφυγε και πήγε στο Διδυμότειχο, στο μαγαζί της θείας του. Ο Γιώργης άρχισε να ψάχνει τον φίλο του σε πολλά μέρη. Κοίταζε όλους τους ανθρώπους με σπασμένο το μπροστινό δόντι. Κάποια μέρα έφτασε και στο Διδυμότειχο. Εκεί συνάντησε το φίλο του, τη κοπέλα με το σπασμένο δόντι και την αναγνώρισε. Αυτή του αποκάλυψε το μυστικό της και του εξήγησε ότι όφειλε να το κάνει για να βοηθήσει το πατέρα της. Ο Γιώργης συγκινήθηκε από τη γενναιότητα της και τη μεγαλοψυχία της και τη ζήτησε σε γάμο. Εκείνη δέχτηκε και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Κωνσταντίνος Γεκτίδης

11°Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς

4.Η ΦΤΩΧΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Σε ένα χωριό, στη Θράκη, ζούσε μια φτωχή γυναίκα που είχε τρία παιδιά. Πήγαινε κάθε μέρα στο σπίτι ενός πλούσιου και δούλευε εκεί σαν υπηρέτρια. Όταν έτρωγε αυτή η πλούσια οικογένεια, μετά η γυναίκα μάζευε το τραπέζι και κρατούσε τα ψίχουλα, δεν τα πετούσε και τα πήγαινε στα παιδιά της να τα φάνε. Τα παιδάκια της, έτρωγαν τα ψίχουλα και ήταν πάντα χαρούμενα και ευτυχισμένα. Αντίθετα, τα παιδιά της πλούσιας οικογένειας γκρίνιαζαν πάντα και ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένα με τίποτα. Ο πλούσιος το παρατήρησε αυτό και το ζήλεψε. Μια μέρα δεν την άφησε να πάρει άλλα ψίχουλα και την έστειλε στο σπίτι της με άδεια χέρια. Αυτό έγινε για αρκετές ημέρες συνεχόμενα. Τα παιδιά της φτωχής γυναίκας έκλαιγαν γιατί πεινούσαν. Η μαμά τους στο τέλος, μετά από μια εβδομάδα δεν άντεξε να γυρίσει στο σπίτι χωρίς έστω τα λιγοστά ψίχουλα που συνήθιζε να φέρνει. Για αυτό καταλυπημένη και πολύ απογοητευμένη, πήρε μια ξεραμένη κοπριά από το δρόμο και τη σκέπασε σε ένα σκεύος στο τζάκι. Τα παιδιά της κοιμόταν και ήταν μόνη μπροστά στη φωτιά. Κόντευε να τη πάρει ο ύπνος από τη κούραση και από τη στεναχώρια. Τότε ένας χτύπος ακούστηκε στην πόρτα. Σηκώθηκε και πήγε να ανοίξει παραξενεμένη. Ήταν ένας παππούλης, ήταν ο Χριστός. Η γυναίκα άνοιξε τη πόρτα και ο παππούς είπε : πήγαινε στο τζάκι να δείς τι έγινε η κοπριά. Μα παππούλη κοπριά είναι πως να γίνει ψωμί τόσο γρήγορα; Πήγαινε να δεις. Η γυναίκα πήγε και τι να δει. Ένα ψωμί όσο το μισό χέρι ενός μεγάλου ανθρώπου. Τα απιδιά ξύπνησαν και έφαγαν το ψωμί. Όταν πέθανε η οικογένεια του πλούσιου και της υπηρέτριας, το τραπέζι του πλούσιου ήταν ξερό, δεν είχε τίποτα. Ενώ της υπηρέτριας απ’ όλα.

Ελένη Γεκτίδη

11° Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς




5. ΤΣΙΚΑΗΜ ΘΑ ΒΓΩ

Κάποτε, σε ένα χωριό της Θράκης υπήρχε ένας χωρικός, ο οποίος ήταν πατέρας τριών παιδιών. Μια μέρα πήγε σε ένα κοντινό χωριό, για να βρεί δουλειά. Μόλις έφτασε ζήτησε να του δώσουν ένα σπίτι, για να μείνει. Το βράδυ καθώς καθόταν δίπλα στο τζάκι, άκουσε μια φωνή από το ταβάνι που τού έλεγε : Τσικαήμ θα βγω! Ο χωρικός φοβήθηκε . Σε λίγο βρήκε κουράγιο και του απάντησε: Άμα είναι να βγεις, έβγα! Η φωνή ακούστηκε πάλι: Τσικαήμ θα βγω! Ο άντρας απάντησε πάλι , θαρραλέα: Άμα είναι να βγεις, έβγα! αυτή η σκηνή επαναλήφθηκε τρεις φορές. Ξαφνικά άνοιξε το ταβάνι και άρχισαν να πέφτουν φλουριά. Ο χωρικός πήρε τα φλουριά και πήγε να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα, αφού έκρυψε τα φλουριά καλά στο δωμάτιο, πήγε στη δουλειά του. Το απόγευμα γύρισε στο σπίτι. Όταν κόντευε να βραδιάσει άκουσε ένα χτύπο στη πόρτα. Ήταν ένας παππούλης που του είπε: τα φλουριά που βρήκες να τα αφήσεις στη θέση τους, αλλιώς θα πεθάνουν τα παιδιά σου! Ο χωρικός όμως δεν υπάκουσε. Σκέφτηκε και έκανε το εξής: πήρε ένα ξύλο μεγάλο φαρδύ και έκρυψε μέσα του τα φλουριά. Ύστερα το πέταξε στο ποτάμι. Τα ορμητικά νερά του ποταμού παρέσυραν το ξύλο μακριά. Λίγο πιο κάτω ήταν δυο παιδιά. Αυτά είδα ν το ξύλο από μακριά και είπαν ο ένας στον άλλο : να ένα ξύλο για τον αφέντη μας, τέτοιο που θέλει για να κόβει τα αρνιά του. Κι έτσι το πήραν και το πήγαν στο αφεντικό τους. Εν τω μεταξύ ο χωρικός τους είδε από μακριά και τους ακολούθησε. Τα παιδιά έδωσαν το ξύλο στον αφέντη τους και εκείνος πήγε να το χρησιμοποιήσει. Τότε εμφανίστηκε ο χωρικός και τους είπε ότι μέσα στο ξύλο είχε φλουριά. Αυτοί έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Το αφεντικό τους πρότεινε να τα μοιραστούν. Ο χωρικός δεν ήθελε, γιατί φοβόταν ότι μπορεί να πεθάνουν τα παιδιά του. Το αφεντικό όμως δεν ήθελα να πάρει όλα τα λεφτά. Γι’ αυτό είπε κρυφά στη γυναίκα του να ζυμώσει ψωμί και να βάλει μερικά φλουριά μέσα σε μια πουγάτσια (μεγάλο καρβέλι ψωμιού). Όταν αποχαιρέτησαν τον χωρικό, του έδωσαν ένα καρβέλι ψωμί για το δρόμο, που είχε μέσα τα φλουριά. Καθώς περπατούσε, ο χωρικός συνάντησε ένα τσομπάνη που βοσκούσε τα πρόβατα και έτρωγε μπομπότα. Ο χωρικός του πρόσφερε τη πουγάτσια το ψωμί και του ζήτησε τη μπομπότα. Ο τσομπάνης δέχτηκε και ο χωρικός το πήρε και έφυγε. Ο τσομπάνης που δούλευε για άλλο αφεντικό, μόλις δάγκωσε το ψωμί, κατάλαβε ότι μέσα έχει φλουριά. Το κράτησε μυστικό, γύρισε στο αφεντικό του και έφυγε από τσομπάνης. Με τα λεφτά αυτά αγόρασε σπίτια και κτήματα πολλά και έζησε πλούσια. Ενώ ο χωρικός που ήταν φτωχός παρέμεινε για πάντα φτωχός!

Φρειδερίκη Γεκτίδη

11° Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς


6.Ο ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Ο πρώτος ξεσηκωμός τω Θρακιωτών έγινε το 1914. Οι άνθρωπο αυτοί έμεναν για περίπου 2 χρόνια στην Ελλάδα και έπειτα ξαναγύρισαν πίσω! Η τελική επιστροφή τους όμως έγινε το 1922 και εγκαταστάθηκαν σε διάφορους νομούς της Ελλάδας όπως η Δράμα, η Καβάλα, η Ξάνθη, η Κομοτηνή, η Αλεξανδρούπολη κα. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν στην Ελλάδα με κάρα, έχοντας μαζί τα υπάρχοντα τους, όσα βέβαια μπορούσαν να μεταφέρουν. Επίσης μαζί τους πήραν και μερικά από τα οικόσιτα ζώα τους όπως πρόβατα, αγελάδες, κότες, τα οποία θα τους βοηθούσαν στο ξεκίνημα της νέας τους ζωής στην Ελλάδα. Το ταξίδι προς την Ελλάδα δεν ήταν εύκολο. Οι άνθρωποι αυτοί άφησαν πίσω τις περιουσίες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους και ήρθαν στη Ελλάδα για ένα νέο ξεκίνημα. Ενώ ήταν Έλληνες πρόσφυγες τους ονόμαζαν Τούρκους και δεν τους ήθελαν. Πέρα από τις κακουχίες και τις κακοτοπιές οι άνθρωποι αυτοί ήταν περήφανοι και παρά το δύσκολο ξεκίνημα και τη νέα αρχή προσπαθούσαν για το καλύτερο δίχως να το βάζουν κάτω. Ένα από τα χωριά αυτά στα οποία εγκαταστάθηκαν ήταν το Καλαμπάκι Δράμας. Εκεί άλλοι έμειναν σε Τούρκικα σπίτια τα οποία βρήκαν έτοιμα, και άλλοι σε τσαντίρια. Το χωριό αυτό δεν ήταν από τα πιο κατάλληλα για να εγκατασταθούν. Δεν υπήρχε ούτε καν πόσιμο νερό. Υπήρχε ένα μεγάλο Τούρκικο πηγάδι το οποίο ονόμαζαν “ πηγάδα”. Ήταν στη μέση του χωριού και από εκεί έπαιρναν νερό όλοι οι κάτοικοι για να πιουν, να πλυθούν και να ποτίσουν τα ζώα τους. Ένα ακόμη μειονέκτημα του χωριού αυτού ήταν ότι ήταν έλος. Ένας απέραντος βάλτος με στεκούμενα νερά. Όπως όλα τα έλη ήταν γεμάτο βρωμιά και κουνούπια τα οποία όπως ήταν φυσικό έφερναν την ελονοσία. Οι άνθρωποι και ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά πέθαιναν με μεγάλη συχνότητα. Υπήρχαν πάρα πολλές δυσκολίες σε αυτό το νέο ξεκίνημα, σε αυτή τη νέα αρχή που προσπαθούσαν να κάνουν οι άνθρωποι αυτοί. Σιγά σιγά όμως μετά την πάροδο κάποιων ετών όλα τα προβλήματα ξεπεράστηκαν. Σαν προκομμένοι και νοικοκύρηδες εκμεταλλεύτηκαν τις καλαμιές που υπήρχαν λόγο των βάλτων και έγιναν καλαθάδες και καρεκλάδες. Ασχολήθηκαν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και σε αυτό τους βοήθησε πολύ το κράτος το οποίο με τα χρόνια μάζεψε τα στεκάμενα νερά και τα οδήγησε σε κανάλια τα οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ολόκληρη η περιοχή αποψιλώθηκε δημιουργώντας ένα εξαιρετικά γόνιμο και έφορο έδαφος βοηθώντας πολύ τη γεωργία η οποία ανθεί έως σήμερα.

Μαρία Ζωγράφου

23° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

7. ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Είμαι η γιαγιά Αναστασία, η ιστορία που θα σας πω είναι ένα κομμάτι από τη ζωή του πατέρα μου του Ανδρέα, από τον πόλεμο του 40. τον Οκτώβριο του 1940 οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο, δηλαδή ήθελαν να μπούνε στην Ελλάδα από την Αλβανία και να την κάνουν Ιταλική. Ο Ιωάννης Μεταξάς ο πρωθυπουργός, απάντησε ΟΧΙ, δεν θα μπείτε στην Ελλάδα. Κήρυξε τότε γενική επιστράτευση. Κάλεσε όλους τους Έλληνες από 20 μέχρι 40 χρονών να παρουσιαστούν στο στρατό, για να πολεμήσουν τους Ιταλούς. Ο πόλεμος μας έγινε στα βουνά της Ηπείρου, στα σύνορα με την Αλβανία. Εκείνο λοιπόν το φθινόπωρο του 1940 όλες οι οικογένειες που είχαν άντρες σε αυτές τις ηλικίες, αναστατώθηκαν. Το πατριωτικό αίσθημα τις έκανε που θα έδιναν για χάρη της πατρίδας τους, τα πιο αγαπημένα τους πρόσωπα. Τα παιδιά τους, τα αδέρφια τους, τους άνδρες τους, τους πατέρες τους. Από την άλλη μεριά η αγωνία για την τύχη της ζωής των αγαπημένων τους ήταν μεγάλη. Από τη δική μας οικογένεια έφευγε ο άνδρας και πατέρας της οικογένειας,ο πατέρας μου ο Ανδρέας. Το φθινόπωρο λοιπόν εκείνο στο σταθμό της Κομοτηνής όπου θα γινόταν ο αποχαιρετισμός, ψιλόβρεχε. Τα φθινοπωρινά φύλλα πεσμένα κάτω, χρυσοκίτρινα, καφεκόκκινα, στροβιλίζονται από το βροντερό αέρα, αποχαιρετώντας τα παλικάρια που έφευγαν. Φθινόπωρο επικρατούσε και στη ψυχή της μητέρας μου Μαρίας. Την καρδιά της σαν πύρινα καρφιά την τρυπούσαν η θλίψη, και η αγωνία για το μέλλον. Έφευγε ο προστάτης της οικογένειας, τώρα ποίος θα φροντίζει για αυτούς ; Ευτυχώς υπήρχε ο παππούς ο Κυριάκος. Φάνηκε ότι ήταν το πολυτιμότερο στήριγμα, στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν για την κόρη του και τον εγγονό του. Στο σταθμό η μαμά μου προσπαθεί να συγκρατήσει τα δάκρυα της . Ντρέπεται κιόλας γιατί γύρω τους γίνεται πανζουρλισμός. Ο ενθουσιασμός όλων που έχουν μαζευτεί στο σταθμό εκδηλώνεται με φωνές, με τραγούδια πατριωτικά, με προφητείες για λαμπρές νίκες των Ελλήνων. Μαντίλια ανεμίζουν, ακούγονται υποσχέσεις επιστροφής από τους στρατιώτες που φεύγουν, παρηγορητικά λόγια από τους γονείς και τα αδέρφια των επιστρατευμένων. Η μητέρα μου κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της τον τετράχρονο Γιώργο και αποχαιρετούν τον πατέρα βουβοί τώρα πια. Το τραίνο έχει ξεκινήσει. Παίρνει μαζί του τη χαρά της ζωής όλων. Σε πολύ λίγα χρόνια από το γάμο των γονιών μου, τα όνειρα τους για μια πιο όμορφη ζωή, τα πλάκωσε η φοβέρα του πολέμου. Η αβεβαιότητα του γυρισμού του πατέρα μου, η θλίψη και η μοναξιά από την απουσία του. Η αγωνία για το οικονομικό τους μέλλον. Διότι οι γυναίκες της εποχής εκείνης στηρίζονταν ηθικά και οικονομικά στους άνδρες τους. Η επιστροφή από το σταθμό στο σπίτι ήταν μοναξιά, ήταν παγωνιά ψυχής, ήταν θλίψη, ήταν κλάμα κρυφό και φανερό. Γιατί μια μάνα πρέπει να εμψυχώνει το μικρό της παιδί. Και ο παππούς, πόσο μπορεί ένας πατέρας να εμψυχώσει τη κόρη του σε τέτοιες δύσκολες εποχές. Η συμβολή του όμως ήταν πολύ ουσιαστική. Ήταν το ηθικό και οικονομικό τους στήριγμα. Στην Κομοτηνή οι γυναίκες από την άλλη μεριά, οργανώθηκαν κιόλας σε ομάδες. Άλλες φρόντιζαν να μαζεύουν χρήματα ή τρόφιμα, για να τα μοιράζουν στις πολύ άπορες οικογένειες. Άλλες μαζευόταν σε σπίτια και ξενυχτούσαν, κάνοντας νυχτέρι όπως έλεγαν, έπλεκαν γάντια, κάλτσες, κασκόλ, φανέλες, για τους στρατιώτες μας, γιατί ο χειμώνας ήταν μπροστά, και όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων πολύ βαρύς. Είναι χαρακτηριστικό μου έλεγε η μητέρα μου ότι τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες, όπως εκείνη, ξήλωναν ότι μάλλινο είχαν στη προίκα τους, κουβέρτες ή σεντόνια, ή άλλα πλεκτά, για να πάρουν το μαλλί και να το ξαναπλέξουν για τους φαντάρους μας. Πίστευαν ότι έτσι θα ζέσταναν τα σώματα αλλά και τις ψυχές των στρατευμένων μας, γιατί εκείνοι όταν θα τα έπαιρναν θα χαιρόταν πολύ, ότι κάποιοι τους σκέφτονται στην ερημιά των βουνών της Αλβανίας. Μετά από πολύ καιρό έφτασε στο σπίτι μας το πρώτο γράμμα από το πατέρα μου. Ήταν υπερήφανος έλεγε για αυτό το ελάχιστο που πρόσφερε στη πατρίδα του. Την παρουσία του στο μέτωπο. Αν τύχαινε και δεν γύριζε, ήθελε να είναι και εκείνοι περήφανοι για αυτόν. Όμως ήταν σίγουρος ότι θα γύριζε, και θα γύριζε νικητής μαζί με όλους τους Έλληνες, και τότε θα έφερνε στο γιο του σαν λάφυρο από το πόλεμο ένα φτερό, από κάποιο καπέλο Ιταλού φαντάρου. Ένα λάφυρο νίκης. Το εκλεκτό σώμα των Ιταλών αλπινιστών, με τους οποίους ο Μουσολίνι έλεγε ότι θα πήγαινε περίπατο στην Ελλάδα, είχαν στα καπέλα τους ένα φτερό. Για άγνωστους λόγους δεν ήρθε ποτέ στο Γιώργο όταν γύρισε ο πατέρας μου. Όχι γιατί δεν μπορούσε αλλά ίσως γιατί δεν ήθελε να έχει τίποτε το εχθρικό σπίτι του. Ίσως γιατί τα βλήματα που έφυγαν από το όπλο του, δεν είχαν σκοπό να σκοτώσουν έναν άνθρωπο, αλλά απλώς ήταν χρέος προς τη πατρίδα. Τις λεπτομέρειες αυτού του πολέμου δεν τις έμαθα από τον πατέρα μου, αλλά από την ιστορία όταν γράφτηκε αργότερα. Ο πατέρας μου απλά μας επιβεβαίωνε τις σκηνές που βλέπαμε στα έργα, ή διαβάζαμε στα βιβλία. Ότι δηλαδή ο χειμώνας ήταν σφοδρός , πολύ χιόνι έπεφτε στα βουνά. Χιόνι που σε καλές συνθήκες ειρήνης εμείς στις πόλεις το χαιρόμαστε, παίζοντας χιονοπόλεμο ή κάνοντας χιονάνθρωπο. Το χιόνι εκείνο το χειμώνα ήταν θέμα ζωής ή θανάτου, νίκης ή ήττας. Ο ανεφοδιασμός των στρατιωτών μας ήταν πολύ δύσκολος. Πολλοί ήταν οι στρατιώτες που πέθαιναν από την ταλαιπωρία, γιατί δεν μπορούσαν να αντέξουν το ανέβασμα στα βουνά μέσα στο πυκνό χιόνι. Άλλοι πάθαιναν κρυοπαγήματα και εγκατέλειπαν τον αγώνα. Ο μπαμπάς Ανδρέας άντεξε. Στα γράμματά του τους έγραφε ότι του έλειπαν, αλλά ότι ήταν γερός, ήταν καλά. Αυτό παρηγορούσε την οικογένεια και τόνωνε το ηθικό της. Ότι θα γύριζε γρήγορα τους έγραφε και πραγματικά γύρισε. Ο γυρισμός όμως δεν είχε καμία σχέση με τον ενθουσιασμό του αποχωρισμού. Όταν οι Γερμανοί, οι σύμμαχοι των Ιταλών μπήκαν και κατέλαβαν την Ελλάδα, ο ηρωικός Ελληνικός στρατός για τον οποίο ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Τσώρτσιλ σε ένα πύρινο λόγο του στη βουλή είπε ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες και οι Έλληνες σαν ήρωες, επέστρεψε στα σπίτια του. Ο μπαμπάς Ανδρέας με όλους όσους προερχόταν από τη Θράκη, πήραν το τρένο για τη Θεσσαλονίκη. Όμως τρένα δεν υπήρχαν όπως σήμερα, έπρεπε να περιμένουν μέρες πολλές τη σειρά τους, και πολλές φορές δεν τους χωρούσε όλους το τρένο. Τότε πολλοί αποφάσιζαν να κάνουν τη διαδρομή μέχρι το σπίτι τους με τα πόδια. Μεταξύ αυτών και ο πατέρας μου. Χρήματα δεν είχαν, επέζησαν χάρη στη φιλοξενία των ανθρώπων των χωριών που συναντούσαν στο δρόμο τους. Τους έπαιρναν στα σπίτια, τους κοίμιζαν ένα, δύο βράδια, τους έδιναν λίγο ψωμί και τους αποχαιρετούσαν. Η διαδρομή αυτή ήταν σαν τον πόλεμο. Βροχές, λάσπες, χιόνια, πείνα, κούραση. Υπήρχε και ο κίνδυνος να πάρουν λάθος δρόμο, γιατί οι δρόμοι τότε ήταν μονοπάτια, χωρίς σήμανση όπως σήμερα, να ταλαιπωρηθούν, να αρρωστήσουν, να πεθάνουν. Ο πατέρας μου γύρισε. Κουβάλησε όμως μαζί του πολλά κακά. Ψυχικά τραύματα. Ποιος ξέρει τι δυσκολίες συνάντησε στο πόλεμο που δεν ήθελε για πολλά χρόνια να διηγηθεί εικόνες να είδαν τα μάτια του, που φαίνεται τις κουβαλούσε μαζί του σαν εφιαλτικά όνειρα. Κουβάλησε τους ρευματισμούς του, πόνους δηλαδή στα γόνατα και στις άλλες αρθρώσεις, που τον ταλαιπώρησαν όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, που επηρέασαν τη δουλειά του, γιατί ήταν ράφτης και δυσκολευόταν να χρησιμοποιήσει τις ποδοκίνητες μηχανές του. Επακόλουθο ήταν οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας. Σαν ράφτης που ήταν, θυμήθηκε και μας διηγήθηκε, ότι σε κάποια διαλείμματα του πολέμου, ασκούσε το επάγγελμα του ράβοντας κουμπιά στα χιτώνια ή στα παλιά σχισμένα παντελόνια και ότι άλλο χρειαζόταν. Μάλιστα όταν διόρθωσε το παλτό κάποιου ανώτερου του πήρε πολλούς επαίνους για τη καλή του δουλειά, πράγμα που λειτούργησε πολύ θετικά στην ψυχολογία του. Μια φορά αφότου είχε επιστρέψει και η ζωή είχε βρει τους διαφορετικούς της ρυθμούς, σε σχέση με πριν από το πόλεμο, του ήρθε η όρεξη να μας διηγηθεί κάτι από αυτόν. Όταν επέστρεψε στο σπίτι το βράδυ εκείνο από τη δουλειά του, είχε παραδώσει και το τελευταίο παντελόνι στους πελάτες, διότι ήταν παραμονή Χριστουγέννων, κουβαλούσε ένα καλάθι με κάστανα και φιρίκια μήλα. Φαίνεται ότι θα είχε πιει και κανένα ουζάκι με τους φίλους του, γιατί ήταν ασυνήθιστα πρόσχαρος. Γύρω στην ξηλόσομπα μας ψήναμε τα κάστανα. Και ρώτησε τότε αν θέλαμε να ακούσουμε μια ιστορία από το πόλεμο. Είναι μεγάλη τύχη, άρχισε να μας λέει που γύρισα ζωντανός. Εγώ βέβαια το λέω θεία χάρη, θεία βοήθεια, θεία προστασία. Ακούστε τι συνέβη. Όλες οι ώρες της ημέρας και της νύχτας δεν ήταν πολέμου. Σε μια τέτοια ώρα ανάπαυλας, καθόμαστε εγώ και η ομάδα μου σε μια πλαγιά, περιμένοντας διαταγές με τα όπλα στο χέρι. Τέτοιες ώρες κανείς δεν έχει όρεξη για λόγια. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι κάτι έλεγαν για την οικογένεια, για τα παιδιά τους, έτσι για να περάσει η ώρα. Στην άλλη πλαγιά, μια άλλη ομάδα έλεγαν και γελούσαν. Είπα να πάω να κάνω ένα τσιγάρο μαζί τους. Κατηφόρισα από το δικό μας λόφο, και ξανά ανηφόρισα στην άλλη παρέα. Δεν πρόλαβα να ανάψω το τσιγάρο μου και ένας εκκωφαντικός θόρυβος έριξε το τσιγάρο από το χέρι μου. Πέσαμε όλοι κάτω. Σε λίγο όταν σηκωθήκαμε είδα με έκπληξη, ότι ένας όλμος είχε πέσει την ομάδα μου, που είχα εγκαταλείψει για λίγο, για ένα τσιγάρο. Θεώρησα ότι είχε συμβεί ένα θαύμα. Προσευχήθηκα τότε και υποσχέθηκα στο Θεό, ότι αν γύριζα ζωντανός στο σπίτι μου, θα πήγαινα με τα παιδιά να προσκυνήσουν τον Άγιο Νικόλαο. Πρέπει να κάνω μια παρένθεση εδώ και να πω, ότι ο πατέρας μου πραγματοποίησε την υπόσχεση του. Το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου βρίσκεται μέσα στη λίμνη Βιστονίδας, είναι μεγάλο προσκύνημα για το τόπο μας, όπως και η παναγία η φανερωμένη και απέχει από τη Κομοτηνή 20 με 25 χιλιόμετρα περίπου. Από τα παιδιά της ομάδας μου, ένας μόνος ζούσε, βαριά όμως τραυματισμένος. Είναι ο συμπατριώτης μας ο κυρ- Αναγνώστης που έχει το περίπτερο έξω από τη Παναγία την εκκλησία. Όλη η οικογένεια είχαμε μείνει άφωνοι, χαρούμενοι όμως για αυτό που είχε συμβεί στον δικό μας πατέρα. Και επειδή αυτή τη βραδιά είχε κέφια, μας διηγήθηκε και ένα ευτράπελο. Ένα βράδυ φύλαγε σκοπός. Κρύο, αέρας, βροχή, κούραση και φόβος για το τι θα συμβεί την άλλη στιγμή, τον είχαν καταβάλλει. Κάποια στιγμή αισθάνεται ένα χέρι να ακουμπάει τον ώμο του. Γυρίζει απότομα με εφ’ όπλου λόγχη έτοιμος να πυροβολήσει νομίζοντας ότι ήταν κάποιος εχθρός. Ε ! Συνάδελφε! Ο Γιάννης είμαι. Ήρθα να σε κεράσω ένα τσιγάρο, και να κάνουμε παρέα γιατί δεν έχω ύπνο. Έτσι κάπως πιο ευχάριστα, από τη μοναξιά και την αγωνία πέρασε εκείνη η σκοπιά. Αυτά είναι όσα μας είπε ο πατέρας μου για τον πόλεμο που έζησε. Τα άλλα, τα πολλά, τα κράτησε στη ψυχή του, και τα πήρε μαζί του στο μακρινό του ταξίδι.

Φιλιώ Σαββίδου

77° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

8. ΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑΝΝΗ ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ

Ο Γιάννης έφυγε από το σπίτι του όταν ήταν ακόμη μικρό το παιδί του. Λεφτά δεν είχε για να ζήσει την οικογένεια του, ούτε δουλείες στο χωριό που ζούσε. Άφησε λοιπόν γυναίκα και παιδί και έφυγε μακρια να δουλέψει, να βγάλει πολλά λεφτά και να γυρίσει πίσω να ζήσουν σαν πλούσιοι.Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς αποφάσισε πως είχε μαζέψει πια πολλά λεφτά και ήταν καιρός να γυρίσει πίσω. Ετοίμασε τα πράγματα του και είπε στο αφεντικό του : «Αφεντικό είναι καιρός να γυρίσω στο σπίτι μου, στη γυναίκα και στο παιδί μου, σε χαιρετάω λοιπόν, να είσαι καλά.» Το αφεντικό του, τον αγκάλιασε, τον χαιρέτησε και ο Γιάννης πήρε το δρόμο του γυρισμού. Δεν είχε κάνει όυτε δέκα βήματα, όταν το αφεντικό του, τον φώναξε «Γιάννη, Γιάννη γύρνα πίσω να σου δώσω μια συμβουλή». Γυρίζει λοιπόν ο Γιάννης και το αφεντικό του του λέει: «Δώσε μου μια λίρα να σου δώσω μια συμβουλή». Βγάζει ο Γιάννης μια λίρα και του τη δίνει. «Όταν βλέπεις κάτι παράξενο, να μην είσαι περίεργος και να μη ρωτάς τι είναι» του λέει το αφεντικό του. Ο Γιάννης τον ευχαρίστησε για τη συμβουλή και ξεκίνησε πάλι. Δεν είχε κάνει δέκα βήματα όπου του ξανά φώναξε : «Γιάννη, Γιάννη γύρνα πίσω να σου δώσω μια συμβουλή». Ξαναγυρνάει λοιπόν ο Γιάννης και του λέει πάλι το αφεντικό του :«Δώσε μου μια λίρα να σου δώσω άλλη μια συμβουλή». Του δίνει λοιπόν μια λίρα και του λέει το αφεντικό «μη βάλεις στο στόμα σου σταγόνα ποτό». Και πάλι ευχαρίστησε το αφεντικό και ξεκίνησε να φύγει. Και πάλι τον ξαναφώναξε πίσω «Γιάννη, Γιάννη γύρνα πίσω να σου δώσω μια συμβουλή». Δίνει πάλι μια λίρα και του λέει «όταν θυμώνεις, το θυμός σου να τον κρατάς για την άλλη μέρα». Χαιρέτησε λοιπόν για τελευταία φορά το αφεντικό του και έφυγε. Μετά από ώρες περπάτημα βλέπει στο δρόμο ένα φοβερό θέαμα. Άνθρωποι σκοτωμένοι και κάποιον να στέκεται πιο πέρα. Αμέσως θέλησε να ρωτήσει τι συνέβη αλλά θυμήθηκε το αφεντικό του και την πρώτη συμβουλή του. «Όταν βλέπεις κάτι παράξενο, να μην είσαι περίεργος και να μη ρωτάς τι είναι». Προχώρησε λοιπόν και δε ρώτησε. Τότε ο άνθρωπος που είχε δει τον φωνάζει και τον ρωτάει :«γιατί δεν με ρώτησες ποιοι είναι αυτοί οι σκοτωμένοι;»,«δεν είμαι περίεργος», απαντάει ο Γιάννης. «Τότε θα σου χαρίσω τη ζωή. Όσοι περνούσαν από εδώ και ρωτούσαν, τους σκότωνα γιατί σιχαίνομαι τη περιέργεια. Είσαι ο πρώτος που δεν ρώτησε». Έντρομος ο Γιάννης απομακρύνθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και συνέχισε το δρόμο του. Μόλις έφτασε το βράδυ έψαξε και βρήκε ένα πανδοχείο να περάσει τη νύχτα. Κάθισε να φάει κάτι πριν κοιμηθεί. Όλοι στην τραπεζαρία πίνανε γιατί κάποιος τους κερνούσε όμως ο Γιάννης θυμήθηκε τη δεύτερη συμβουλή του αφεντικού του και δεν έβαλε γουλιά στο στόμα του. Όσοι είχαν πιει κοιμήθηκαν τόσο βαριά, που δεν κατάλαβαν αυτόν που μπήκε στα δωμάτια τους το βράδυ και τους έκλεψε ότι πολύτιμο είχαν. Ο Γιάννης μόνο κοιμόταν ελαφριά και έτσι δεν κατάφεραν να τον κλέψουν και αυτόν. Μετά από δύο ακόμη μέρες δρόμο έφτασε επιτέλους στο σπίτι του. Ήταν αργά το βράδυ, και πριν χτυπήσει τη πόρτα, κοίταξε κλεφτά από το παράθυρο. Βλέπει τότε τη γυναίκα του να αγκαλιάζει ένα παλικάρι και να του χαϊδεύει τα μαλλιά. «Η γυναίκα μου δεν με περίμενε και ξαναπαντρεύτηκε». Και θύμωσε πάρα πολύ. Τότε θυμήθηκε το αφεντικό του που του είχε πει το θυμό του να τον κρατάει για την άλλη μέρα και βρήκε ένα μέρος να περάσει τη νύχτα με σκοπό να πάει την άλλη μέρα στο σπίτι του. Την άλλη μέρα το πρωί καθώς πλησίαζε στο σπίτι του, βλέπει το παλικάρι να βγαίνει από το σπίτι και να φωνάζει στη γυναίκα του «μητέρα θα αργήσω σήμερα στη δουλειά. Μη με περιμένεις να φάμε το μεσημέρι.». «Αχ, τι θα πάθαινα!» φώναξε ο Γιάννης. Το παιδί μου ήταν, και εγώ θύμωσα τόσο χτες που θα του έκανα κακό. Τι καταστροφή θα παθαίναμε! Νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τις συμβουλές του αφεντικού του, αγκάλιασε τη γυναίκα του και το παιδί του, αφού τους φανέρωσε ποιος ήταν, και κλαίγανε και οι τρεις για πολύ ώρα. Τους έδειξε μετά και όλες τις λίρες που είχε μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Πρόδρομος Αντωνιάδης

15° Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς

9. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΗ

Κάποτε, αρχές του 20ου αιώνα, στην όμορφη Τσατάλτζα της Ανατολικής Θράκης ζούσε ένας εργατικός, έξυπνος και γεροδεμένος γεωργός, ο Κυριάκος Αλεξανδρίδης. Δούλευε σκληρά και με μεράκι, και όλοι τον θαύμαζαν για τις αντοχές του, την επιμονή του αλλά και για την καλοσύνη, την τιμιότητα και την ευγένεια του. Ήρθε μια μέρα που, μετά από σκληρή δουλειά, αποφάσισε να βγει μια βόλτα. Καθώς περπατούσε ξέγνοιαστος, είδε από μακριά μια κοπέλα, όμορφη και στολισμένη τόσο ωραία, που φεγγοβολούσε κάτω από το φως του καυτού μεσημεριανού ήλιου. Φαινόταν να είναι από αρχοντική γενιά και περπατούσε στητή και καμαρωτή στο δρόμο, με το πατέρα της για συνοδό. Ο Κυριάκος θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Γύρισε όλη τη περιοχή και ρώτησε πολλούς, ακόμη και μικρά παιδιά αν γνώριζαν ποια ήταν η κοπέλα. Μα κανένας δεν ήξερε να του πει ποια ήταν αυτή η ξένη αρχόντισσα και από που καταγόταν. Στο τέλος ένας σοφός ηλικιωμένος του είπε πως το όνομα της ήταν Ολυμπιάδα, και πως μαζί με το πατέρα της, τον αφέντη Ζησάκη, κατοικούσαν στο μεγάλο αρχοντικό που δέσποζε στα προάστια της πόλης. Ο σοφός που γνώριζε πολλά, του είπε επίσης ότι την κοπέλα δεν την έβλεπαν συχνά στα μέρη τους. Και αυτό γιατί ο αυστηρός πατέρας δεν ήθελε να την αντικρίσουν οι ταπεινοί χωρικοί και να τους τυφλώσει η ομορφιά της. Ήθελε ένα γαμπρό με περιουσία, σπουδαγμένο και διάσημο. Ο καημένος ο Κυριάκος αναστέναξε, αφού ούτε μορφωμένος ήταν ούτε διάσημος. Καλλιεργούσε ένα μικρό χωράφι που ίσα ίσα έφτανε για να τον θρέψει. Όμως δεν έχασε την ελπίδα του και απέδειξε για ακόμη μια φορά την υπομονή και την επιμονή του. Γύρισε λοιπόν στο σπίτι του και άρχισε να καταστρώνει τολμηρά και παράξενα σχέδια, μέχρι που ήρθε το απόβραδο και ένιωσε μια νύστα να τον τυλίγει, μια πολύ μεγάλη επιθυμία να πέσει στο κρεβάτι του και να τον ταξιδέψει ο ύπνος μαγικά. Αλλά συνέχισε να σκέφτεται. Ξαφνικά ! Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό του, μια νότα μέσα στη συμφωνία της νύστας, της αποφασιστικότητας και της σκέψης. Σίγουρα ο πατέρας της Ολυμπιάδας θα τον έδιωχνε αμέσως μόλις έβλεπε ότι ήταν ένας ταπεινός γεωργός. Φοβόταν μάλιστα ότι θα αδιαφορούσε τελείως για το χαρακτήρα του, για την εργατικότητα και την τιμιότητα του. Ίσως οι υπηρέτες να μην του επέτρεπαν καν τη είσοδο, ξέροντας τον αφέντη τους και τις επιθυμίες του, αφού η εμφάνιση του θα μαρτυρούσε τη φτωχική καταγωγή του. Αν όμως ο Κυριάκος έστελνε την προξενήτρα; Τη γνώριζε καλά από το πατέρα και την μητέρα του, γιατί αυτή τους είχε ζευγαρώσει. Ο άρχοντας θα νόμιζε ότι τη στέλνει κανένας φημισμένος, μορφωμένος και πλούσιος, και θα την άφηνε τουλάχιστον να τον συναντήσει. Έτσι, το επόμενο πρωινό, προτού αρχίσει την κουραστική του δουλειά, πέρασε από το σπίτι της προξενήτρας για να ζητήσει τη μεγάλη αυτή χάρη. Όταν η προξενήτρα του άνοιξε τη πόρτα, αναφώνησε: «καλώς τον Κυριάκο! Τι θέλεις, παιδί μου;». Ο Κυριάκος ότι είχε συμβεί και μετά γονάτισε μπροστά της και της ζήτησε παρακαλεστά τη μεγάλη χάρη. Η προξενήτρα η καρα-Μάρω, το σκέφτηκε για πολύ ώρα, ζυγιάζοντας τη κατάσταση, και τελικά του απάντησε με ένα μεγάλο χαμόγελο: «το σχέδιο σου να μην πας ο ίδιος στον άρχοντα είναι έξυπνο και φρόνιμο. Και επειδή γνωρίζω εσένα και την οικογένεια σου από χρόνια, θα σου κάνω το χατίρι. Όμως εντάξει ο άρχοντας να με δεχτεί, αλλά έπειτα….η κατάσταση σου και η καταγωγή σου θα τον εξοργίσουν, αφού ξέρεις κάθε άρχοντας θέλει γαμπρό πλούσιο και σπουδαίο. Όσο και να παινέψω τα μεγάλα χαρίσματα σου, ψέματα για σένα δεν μου κάνει η καρδιά να πω». Η προξενήτρα τον κοίταξε με περίλυπο ύφος. Αυτός αναστέναξε, αλλά μετά σοβάρεψε και της είπε με στόμφο: «τα πάντα είναι στο χέρι σου τώρα, ακόμα και είναι πολύ πιθανό να αρνηθεί, θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα προσπαθήσεις σκληρά. Η ελπίδα πεθαίνει πάντοτε τελευταία!». Ακούγοντας τα λόγια του, εκείνη συγκινήθηκε και του υποσχέθηκε να βάλει τα δυνατά της για να πείσει τον πατέρα της Ολυμπιάδας. Έτσι, λίγη ώρα αργότερα, η προξενήτρα κίνησε για την πόλη και ο Κυριάκος για το χωράφι του. Με την ελπίδα βαθιά μέσα του, ο Κυριάκος δούλευε ακόμα πιο πολύ, ακούραστος πάντα. Όμως ένιωθε ανήσυχος και συνέχεια αναλογιζόταν την προσπάθεια της κυρα-Μάρως. Οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά αργά για αυτόν, ενώ η ελπίδα του λες και είχε βουλιάξει σε μια απύθμενη τάφρο και είχε χαθεί για πάντα. Το βράδυ είχε άσχημους εφιάλτες. Έβλεπε τον άρχοντα που γινόταν έξαλλος και ξεσπούσε πάνω στη προξενήτρα. Διέταζε ύστερα, λέει, να τον φυλακίσουν μαζί της στα ανήλιαγα μπουντρούμια του αρχοντικού. Τέτοια και άλλα απαίσια, τρομαχτικά όνειρα τον γέμιζαν αγωνία και τον έκαναν να ξυπνάει αρκετές φορές καταμεσής της νύχτας. Ώσπου την επόμενη μέρα, καθώς δούλευε στο χωράφι του, είδε την σκυφτή και ταλαιπωρημένη σιλουέτα της προξενήτρας. Αμέσως παράτησε τα εργαλεία του και έτρεξε σαν σίφουνας προς το μέρος της. Παρατήρησε το απογοητευτικό βλέμμα της και η ανησυχία του κορυφώθηκε. Εκείνη άνοιξε το στόμα της και αργά αργά είπε: «Λυπάμαι, Κυριάκο μου, αλλά ο πατέρας της Ολυμπιάδας είναι αμετάπειστος». Ύστερα του είπε τι είχε συμβεί στη πόλη. Όπως είχαν προβλέψει, ο άρχοντας την είχε δεχτεί με χαρά στην αρχή. Όταν όμως τη ρώτησε ποιος ήταν αυτός που την είχε στείλει, εκείνη διστακτικά του είπε τα πάντα για τον Κυριάκο, για την εργατικότητα, την τιμιότητα και τη λεβεντιά του, χωρίς να κρύψει όμως την καταγωγή του και για το πως έβγαζε το ψωμί του από ένα μόνο χωραφάκι. «Στην αρχή με κοίταζε αμίλητος, με ένα αλλόκοτο βλέμμα, μετά όμως μου έριξε μια ματιά που έσταζε δηλητήριο. Φώναζε πως τόλμησε κάποιος από ταπεινή γενιά να στέλνει προξενήτρα στο αρχοντικό του και να τον απασχολεί χωρίς λόγο. Έπειτα διέταξε να με πετάξουν έξω…». Ο Κυριάκος ένιωσε ξαφνικά έναν αβάσταχτο πόνο. Το σχέδιο του είχε αποτύχει. Αμέσως μετά αισθάνθηκε μεγάλες ενοχές για την καημένη την προξενήτρα, που για αυτόν είχε κουραστεί και είχε υποστεί την οργή του άρχοντα. Η προξενήτρα έσκυψε το κεφάλι της και είπε αυτά τα τελευταία λόγια προτού πάει στο σπίτι της για να ξεκουραστεί: «Ο άρχοντας είπε και κάτι ακόμα. Είπε πως, αν πράγματι αγαπάς τη θυγατέρα του, και είσαι άξιος να την παντρευτείς, θα σου δώσει μια ευκαιρία». Ο Κυριάκος ένιωσε την ελπίδα να γεννιέται πάλι μέσα του και με μεγάλη χαρά ρώτησε τι όριζε ο άρχοντας να κάνει. Η προξενήτρα είδε την ευθυμία στο πρόσωπό του και απάντησε συλλογισμένη: «Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι…να γίνεις διάσημος και όλος ο κόσμος να σε αγαπά και να σε θαυμάζει. Το ξέρω παιδί μου ότι είναι ένα δύσκολο κατόρθωμα για έναν γεωργό σαν και εσένα. Ο άρχοντας το είπε για να σε παιδέψει και να παίξει μαζί σου. Μη ξεχνάς όμως ότι όλοι σε θαυμάζουν για την υπομονή, την επιμονή και το θάρρος σου! Μπορεί κάτι να σκεφτείς ώστε να τα καταφέρεις!» Η προξενήτρα μιλούσε με το χέρι στη καρδιά εκείνη τη στιγμή, και εκείνος το κατάλαβε. Αφού την ευχαρίστησε, την αποχαιρέτησε και άρχισε να σκέφτεται πως μπορεί να γίνει διάσημος, σε τι θα μπορούσε να διαπρέψει. Περνούσαν οι μέρες και ο ήρωας της ιστορίας μας δεν είχε ανακαλύψει ακόμη τι θα τον έκανε ξακουστό αλλά δεν απογοητευόταν. Στο μεταξύ πλησίαζε το μεγάλο πανηγύρι και η μικρή τους πόλη θα γέμιζε κόσμο. Ο Κυριάκος σκέφτηκε ότι πηγαίνοντας εκεί μπορεί να του ερχόταν καμιά ιδέα για το πρόβλημα που τον απασχολούσε. Στο πανηγύρι, την Κυριακή του Θωμά, μαζεύονταν όλοι. Οι μεγάλοι μουσικοί που έπαιζαν εύηχα τραγούδια, οι έμποροι με τη πραμάτεια τους, και το πιο σπουδαίο, οι αθλητές. Γίνονταν όπως σε κάθε πανηγύρι αθλητικές επιδείξεις, και κυρίως αγώνες πάλης. Τον Κυριάκο ποτέ δεν τον έλκυε η πάλη αλλά από περιέργεια αποφάσισε να πάει και να παρακολουθήσει έναν αγώνα. Το απόγευμα λοιπόν, έβαλε τα καλά του, και πήγε στο πανηγύρι. Παρατήρησε ότι υπήρχε πολύς κόσμος συγκεντρωμένος. Χώθηκε μες στην πολυκοσμία και την οχλοβοή και σύντομα κατάφερε να βρεθεί μπροστά στον αγωνιστικό χώρο της πάλης. Ξαφνικά, δίπλα του βρέθηκε ο πρόσχαρος ηλικιωμένος που του είχε δώσει πληροφορίες σχετικά με την Ολυμπιάδα και τον πατέρα της. Ο Κυριάκος τον χαιρέτησε με ένα πλατύ χαμόγελο. Εν τω μεταξύ στον αγωνιστικό χώρο έκανε την εμφάνισή του ένας αρκετά μεγάλος στην ηλικία παλαιστής. Απέναντι του έστησαν ένα μεγάλο πιθάρι. Ο Κυριάκος παραξενεύτηκε. Βλέποντας τον να απορεί ο γέρος άρχισε να μιλάει: «Είναι ένα παραδοσιακό έθιμο. Προτού αρχίσουν οι αγώνες, ένας παλαίμαχος έμπειρος παλαιστής παλεύει με ένα πιθάρι. Στόχος του είναι να το διαλύσει». Ο Κυριάκος παρακολουθούσε εκστασιασμένος τον παλαιστή να εφαρμόζει διάφορες λαβές και να χτυπάει το πιθάρι με δύναμη και μανία. Ώσπου, κάποια στιγμή, το έσπασε βγάζοντας μια κραυγή. Το κοινό ξέσπασε σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα, και ο παλαιστής φανερά ευχαριστημένος με τον εαυτό του αποσύρθηκε από τον αγωνιστικό χώρο. Αμέσως μετά ο ντελάλης άρχισε να λέει τα εξής λόγια: «παλαιστή, παλαιστή, μη θλίβεσαι επειδή νικήθηκες, μη χαίρεσαι ότι νίκησες. Οι μάνες κοπιάζουν αλλά οι πατεράδες δεν το εκτιμούν». Ο Κυριάκος αναλογίστηκε για λίγο την σημασία αυτών που είπε ο ντελάλης. Είχε μπερδευτεί πολύ με τα λεγόμενα του. Ενώ όμως ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του, τον επανέφεραν στην πραγματικότητα τα λόγια του γέρου: «Ο ντελάλης λέει αυτά τα λόγια κάθε φορά προτού αρχίσουν οι αγώνες. Είναι δυσνόητα για κάποιον νέο όπως εσύ». Στο μεταξύ, δύο παλαιστές είχαν ήδη πάρει θέση και ο πρώτος αγώνας ήταν έτοιμος να αρχίσει. Ο Κυριάκος παρατήρησε ότι οι παλαιστές, όπως αργότερα και όλοι οι υπόλοιποι, έκανα μια εντυπωσιακή είσοδο στο χώρο, χτυπώντας τα χέρια τους στα γόνατα. «Οι παλαιστές αλείφονται με λάδι πριν αγωνιστούν…» άρχισε ο γέρος, «…και φορούν ένα κοντό παντελόνι ως τα γόνατα, το κισπέτι. Νικητής ανακηρύσσεται αυτός που θα καταφέρει να ρίξει τον αντίπαλο του με την πλάτη στο χώμα». Λίγο αργότερα, δόθηκε σήμα για να ξεκινήσει η πάλη. Το παλικάρι παρακολουθούσε έκθαμβο. Εκείνο που τον εντυπωσίαζε ήταν ότι δεν αρκούσε μόνο η δύναμη των αθλητών, αλλά έπρεπε με επιδεξιότητα και πονηριά να χρησιμοποιήσουν τη σωστή λαβή και να ρίξουν κάτω το γλιστερό σώμα του αντιπάλου. Όταν ανακηρύχθηκε ο νικητής και το πλήθος τον επευφημούσε, ο Κυριάκος είχε πάρει την απόφαση του. Αν έμελλε να γίνει γνωστός και σπουδαίος, άξιζε πραγματικά να χρησιμοποιήσει τη δύναμη αλλά και την εξυπνάδα του στους αγώνες πάλης! Έτσι, με το καιρό, έμαθε τα πάντα για τη πάλη. Όλες τις λαβές, κάθε μια κίνηση, όλα τα έθιμα και τους κανόνες. Όταν τελείωνε από τις δουλειές στο χωράφι, το παλικάρι μας εξασκούνταν ατέλειωτες ώρες αλλά παράλληλα συμμετείχε και σε αγώνες. Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, ο Κυριάκος γινόταν όλο και καλύτερος, η φήμη του έφτανε πέρα από τη Τσατάλτζα, μέχρι τη πόλη και ακόμα πιο μακριά. Πέρασε ο καιρός και ο Κυριάκος Αλεξανδρίδης φημιζόταν όλο και περισσότερο, όλο και πιο πολύ του έδειχναν σεβασμό οι υπόλοιποι παλαιστές. Εξαιτίας του μεγάλου ταλέντου και της εμπειρίας του δεν τον φώναζαν πια Αλεξανδρίδη, αλλά Κυριάκος ο Πεχλιβάνης, γιατί τότε πεχλιβάνηδες λέγανε τους παλαιστές. Μια ηλιόλουστη μέρα ξεκίνησε για ένα πανηγύρι στη πόλη. Πήρε ένα κάρο και αναχώρησε. Ανυπομονούσε να φτάσει στο πανηγύρι αυτό, διότι ήταν το μεγαλύτερο της περιοχής, και λογιών λογιών παλαιστές από παντού μαζευόταν εκεί και προκαλούσαν τους υπόλοιπους. Οι ώρες που πέρασε ταξιδεύοντας του φάνηκαν ατέλειωτες. Όταν επιτέλους έφτασε , η νύχτα άρχισε να αγκαλιάζει τη πόλη. Το πανηγύρι ήταν την επόμενη ημέρα και έτσι άρχισε να ψάχνει για κάποιο πανδοχείο για να περάσει τη νύχτα του και να ξεκουραστεί. Προς μεγάλη του απογοήτευση, όλα τα πανδοχεία μέσα στη πόλη φιλοξενούσαν μουσικούς, αθλητές κι εμπόρους και δεν είχε μείνει ούτε ένα μικρό δωμάτιο. Σε κάποια πανδοχεία, κάποιοι ένοικοι του πρόσφεραν τα δωμάτια τους, μόλις αναγνώριζαν ποιος είναι. Αλλά αυτός ήταν αρκετά αξιοπρεπής για να τους στερήσει τη ξεκούραση τους. Ψάχνοντας, έφτασε έξω από το κέντρο της πόλης και πέρασε μπροστά από μια μικρή ταβέρνα. Από το εσωτερικό της ακούγονταν θεσπέσιες μελωδίες. Μπήκε μέσα για να ικανοποιήσει τουλάχιστον τη πείνα του και την περιεργάστηκε. Στα λιγοστά τραπεζάκια καθόταν μερικοί κάτοικοι τρώγοντας και πίνοντας. Σε μια γωνία, τρεις μουσικοί έπαιζαν ασταμάτητα, παραδοσιακά τραγούδια, ενώ ένας τραγουδιστής τραγουδούσε χορεύοντας. Στον πάγκο καθόταν ο ιδιοκτήτης και τους άκουγε με άπλετη ευχαρίστηση. Ο Κυριάκος τον πλησίασε και τον ρώτησε αν μπορούσε εκτός από φαγητό να του προσφέρει και φιλοξενία. Εκείνος τον κοίταξε καχύποπτα και τον ρώτησε ποιος ήταν. Και όταν ο Κυριάκος του είπε, άνοιξε διάπλατα το στόμα του και αμέσως μετά καλωσόρισε και καλοδέχτηκε το φημισμένο παλαιστή. Του πρόσφερε φαγητό και στη συνέχεια του ένευσε να τον ακολουθήσει. Τον οδήγησε σε ένα μικρό δωμάτιο με ένα στενό κρεβάτι στη μέση. Ο Κυριάκος τον ευχαρίστησε θερμά και ξάπλωσε. Αμέσως ένιωσε χαλαρός και σε ελάχιστη ώρα είχε αποκοιμηθεί. Την επόμενη μέρα ξύπνησε αναζωογονημένος. Ήταν έτοιμος για το πανηγύρι. Καλημέρισε το ταβερνιάρη και βγήκε έξω. Ο καιρός ήταν υπέροχος και ένα απαλό ανοιξιάτικο αεράκι φυσούσε. Καθώς προχωρούσε, παρατηρούσε τους ανθρώπους, τα σπίτια, τις αγορές και τα άλλα κτίσματα. Όλα συνέθεταν ένα έργο τέχνης, το κάθε τι ήταν μια πινελιά καθοριστική για το σύνολο. Οι δρόμοι ήταν πλακόστρωτοι οι κάτοικοι ευγενικοί και κοινωνικοί, το κάθε κτήριο ήταν ένα στολίδι. Ο Κυριάκος δεν κατάλαβε πότε έφτασε στο πανηγύρι. Τρόμαξε όταν είδε πόσοι πολύ παλαιστές είχαν ταξιδέψει μέχρι τη πόλη για να αγωνιστούν. Νέοι και μεγαλύτεροι στην ηλικία, ψηλοί και κοντοί, γνωστοί και άγνωστοι, έμπειροι και αρχάριοι. Όλοι συζητούσαν μεταξύ τους και παινεύονταν ή σχολίαζαν τους υπολοίπους. Κάποιοι είχαν σχηματίσει μεγάλες παρέες και μιλούσαν για τους τόπους τους. Ο Κυριάκος μπήκε σε μια παρέα παλαιστών από τη Τσατάλτζα και άρχισε να φλυαρεί μαζί τους μέχρι να αρχίσουν οι αγώνες. Επιτέλους ένας ηλικιωμένος παλαιστής μπήκε στο χώρο και άρχισε να προσπαθεί να διαλύσει ένα πιθάρι. Μόλις τα κατάφερε, ο ντελάλης είπε τα συνθηματικά λόγια και κάλεσε στον αγωνιστικό χώρο δύο παλαιστές. Ο ένας ήταν ο Κυριάκος. Προτού αρχίσει να παλεύει, έριξε μια εξονυχιστική ματιά στο κοινό του. Και τότε, η καρδιά του σκίρτησε, γιατί διέκρινε ανάμεσα στους θεατές την Ολυμπιάδα και τον πατέρα της. Πήρε δύναμη γιατί σκέφτηκε ότι θα μπορούσε όχι μόνο να κερδίσει τους αγώνες αλλά και τη καρδιά της αγαπημένης του. Αλλά και η Ολυμπιάδα εντυπωσιάστηκε από το πόσο καλά πάλευε ο Κυριάκος, πόση δύναμη είχε, με πόση επιδεξιότητα μπέρδευε τον αντίπαλο του. Και όταν ανακηρύχθηκε νικητής, ήταν η πρώτη που ξέσπασε σε θυελλώδη χειροκροτήματα. Το κοινό ακολούθησε το παράδειγμα της και τον αποθέωσε. Την ίδια νύχτα, ο Κυριάκος συλλογιζόταν ξαπλωμένος στο κρεβατάκι στην ταβέρνα. Θυμήθηκε τι του είχε ζητήσει ο άρχοντας. Να γίνει διάσημος και να τον αναγνωρίζει η κοινωνία. Όλα αυτά τα είχε καταφέρει πια. Κάθε μια του προσπάθεια ήταν σαν ένα κομμάτι κάποιου παζλ. Και το παζλ αυτό ήταν η φήμη! Το αποφάσισε. Θα πήγαινε στο πατέρα της Ολυμπιάδας και θα του ζητούσε το χέρι της κόρης του. Όμως ήθελε εκείνος να καταλάβει ότι αυτός ήταν ο Κυριάκος Αλεξανδρίδης που τον έστειλε κάποτε την προξενήτρα. Ιδέες κλωθογύριζαν στο μυαλό του, μέχρι που κατέστρωσε το τέλειο σχέδιο. Ανυπομονούσε να έρθει η επόμενη μέρα τόσο, που δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Την επόμενη μέρα κίνησε για το αρχοντικό. Όταν το είδε να ορθώνεται μπροστά του, ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό. Χτύπησε τη πόρτα δυνατά. Άκουσε βήματα από μέσα και σε λίγη ώρα του είχε ανοίξει μια υπηρέτρια. «Θα επιθυμούσα να συναντήσω τον αφέντη σας. Πείτε του ότι τον ζητάει ο Κυριάκος Πεχλιβάνης, ο παλαιστής», είπε τραυλίζοντας. Η υπηρέτρια έφυγε και σε λίγο γύρισε και επιβεβαίωσε ότι ο αφέντης της ήθελε πολύ να τον συναντήσει. Έπειτα από αυτό ο Κυριάκος την ακολούθησε στα ενδότερα. Θαύμασε τη χλιδή που επικρατούσε παντού. Κρεμασμένοι στους τοίχους ήταν πανέμορφοι πίνακες, ενώ υπήρχαν τόσοι πολλοί διάδρομοι, που αυτός ένιωθε ότι ήταν παγιδευμένος σε ένα λαβύρινθο, ακόμα και αν ακολουθούσε την υπηρέτρια. Που και που έβλεπε άλλους υπηρέτες, οι οποίοι υποκλίνονταν στο πέρασμα του, όπως τους είχε διατάξει ο αφέντης τους. Επίσης υπήρχαν τοποθετημένα εδώ και εκεί ακριβά έπιπλα, ενώ το πάτωμα ήταν στρωμένο με περίτεχνα χαλιά. Κάποια στιγμή, η υπηρέτρια ανακοίνωσε ότι είχαν φτάσει. Άνοιξε μια μεγάλη, βαριά πόρτα και του έτεινε να περάσει μέσα. Ο Κυριάκος οπλίστηκε με όλο του το θάρρος και μπήκε μέσα με αποφασιστικότητα. Ο πατέρας της Ολυμπιάδας τον περίμενε καθισμένος με το χαμόγελο στα χείλη. Ήταν η πρώτη φορά που ο Κυριάκος μπόρεσε να τον παρατηρήσει προσεκτικά. Ήταν αρκετά μεγάλος στην ηλικία, με ζαρωμένο πρόσωπο, μέσος στο ανάστημα. Είχε ένα πονηρό βλέμμα και φαινόταν συνεχώς έτοιμος να γελάσει τους πάντες. «Σε τι οφείλω την τιμή της επίσκεψής σου, παιδί μου;» τον ρώτησε. Ο Κυριάκος πήρε ένα πολύ σοβαρό ύφος και απάντησε: «θα ήθελα να σου πω μια ιστορία, άρχοντα που είναι πολύ γνωστή στα μέρη μας. Άκου προσεκτικά. Κάποτε ήτανε ένα αγόρι, ο Πασχάλης, που έκανε κάτι ξεχωριστό. Τον Πασχάλη, λοιπόν, τον πλάκωσε μια βαριά αρρώστια. Η μάνα του η καημένη παρακάλεσε την Παναγία να τον γιατρέψει, και σε αντάλλαγμα αυτός θα δούλευε για τρία ολόκληρα χρόνια στην εκκλησία. Κι έτσι, το παιδί έγινε καλά και στρώθηκε στη δουλειά. Όμως κάποια μέρα παρατήρησε ότι ο παπάς άρπαζε τα χρήματα απ’ την εκκλησία. Κι έτσι, αποφάσισε να τον σταματήσει. Αλλά ο παπάς το κατάλαβε και πήγε να τον πιάσει. Αυτός ξέφυγε και φώναξε το Δεσπότη. Ο Δεσπότης έδωσε στο αγόρι μια μεγάλη ψαλίδα και του είπε να κόψει τα γένια του παπά, για να τον τιμωρήσει. Το παιδί όμως αρνήθηκε, κι έτσι του τα έκοψε ο Δεσπότης. Μετά αφόρισε τον παπά και είπε τα καλύτερα λόγια για το παιδί στο κόσμο. Οι κάτοικοι του χωριού το εκτίμησαν αυτό, και έτσι άρχισαν να τον φωνάζουν Μπαρμπέρη. Και με το καιρό, αυτό το παρατσούκλι έγινε το επώνυμο του.» Μόλις ο Κυριάκος τελείωσε τη σύντομη αφήγησή του, ο άρχοντας τον κοίταξε κατάματα και του είπε: «μα γιατί μου την είπες αυτή την ιστορία, παιδί μου; έχω δει ανθρώπους και ανθρώπους, μα ούτε ένας δεν με συνάντησε για να μου αφηγηθεί μια ιστορία.» Ο Κυριάκος γέλασε αμυδρά. «Το παραμύθι αυτό μιλά για ένα παιδί που το επίθετο του άλλαξε, αφού έκανε ένα κατόρθωμα.»του είπε. «κι εγώ, ο Κυριάκος Πεχλιβάνης, είμαι η ενσάρκωση αυτού του μύθου! Θυμάσαι, άρχοντα, που πριν από καιρό ήρθε μια προξενήτρα απεσταλμένη από κάποιον Κυριάκο Αλεξανδρίδη;» Ο άρχοντας ένευσε καταφατικά. Ο Κυριάκος συνέχισε: «την προξενήτρα την έδιωξες, αλλά έδωσες στον Κυριάκο μια ευκαιρία. Θα παντρευόταν την κόρη σου μόνο εάν γινόταν διάσημος και τον αναγνώριζε η κοινωνία. Μόνο εάν έμπαινε στον κόσμο της φήμης». Ο Κυριάκος μιλούσε πιο δυνατά, ήθελε να μάθει ο άρχοντας, πως ένας αγρότης έγινε διάσημος παλαιστής. Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε: «Ο Κυριάκος που λες, έγινε σπουδαίος παλαιστής, κι έτσι τον μετονόμασαν σε Κυριάκο Πεχλιβάνη. Εγώ είμαι αυτός». Ο άρχοντας τον κοίταξε με έκπληκτο ύφος, και μετά τον ρώτησε με όση ψυχραιμία του είχε απομείνει :« και τι ζητάς από μένα;» Αυτή τη φορά ο Κυριάκος γέλασε φανερά και δυνατά :«Το χέρι της κόρης σου». Και ο άρχοντας Ζησάκης που είχε νικηθεί από τα ίδια του τα λόγια, δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Στον γάμο κάλεσαν πολλούς, αλλά ανάμεσά τους ο Κυριάκος ξεχώρισε δύο : την προξενήτρα που τον είχε βοηθήσει και τον γέρο, που τόσα του είχε μάθει. Όλοι οι καλεσμένοι ήταν ντυμένοι με παραδοσιακές θρακιώτικες στολές, χόρευαν, τραγουδούσαν και έπιναν στην υγειά του γαμπρού και της νύφης. Ο Κυριάκος Μπεχλιβάνης συνέχισε να παλεύει και να τιμά το όνομά του. Όπως άλλωστε και τα παιδιά του, πρόσφυγες πια στη Γέφυρα Θεσσαλονίκης, διατήρησαν την παράδοση παλεύοντας ανήμερα την Κυριακή του Θωμά. Ο εγγονός του δεν έγινε παλαιστής. Όμως αφηγήθηκε στον δικό του εγγονό την ιστορία αυτή, και αυτός με τη σειρά του πάλεψε με χαρτιά και μολύβια για να σας τη μεταφέρει!

Θοδωρής Μπεχλιβάνης

Αρσάκειο Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

10. Ο ΝΤΙΓΚΙΜΠΟΖΗΣ

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασιλοπούλα, είχαν και ένα μικρό αγόρι και ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Όμως μετά από λίγο καιρό αρρώστησε η βασιλοπούλα και πέθανε. Το μικρό αγόρι, το πριγκιπόπουλο, έμεινε ορφανό. Ευτυχώς που είχε και ένα άλογο πολύ έξυπνο, τον Ντιγκιμπόζη. Όλη την ημέρα έπαιζαν μαζί, μόνο το βράδυ χώριζαν. Μετά από λίγα χρόνια ο μπαμπάς του αναγκάστηκε να παντρευτεί. Πήρε μια κακιά γυναίκα που δεν αγάπησε καθόλου το αγοράκι μα πολύ περισσότερο δεν αγάπησε τον Ντιγκιμπόζη, γιατί κατάλαβε ότι ο Ντιγκιμπόζης ήταν πολύ έξυπνος. Όσο περνούσε ο καιρός η κακιά μητριά μισούσε το αγοράκι όλο και περισσότερο. Ώσπου αποφάσισε να το σκοτώσει. Έτσι μια μέρα που το αγοράκι ήταν στο σχολείο η μητριά αποφάσισε να βάλει στα σκαλιά γυαλιά ώστε όταν το παιδάκι γυρίσει από το σχολείο, να πατήσει στα γυαλιά, να κοπεί και να πεθάνει. Ο Ντιγκιμπόζης που είχε καταλάβει ότι η μητριά ήθελε να σκοτώσει το μικρό, του ζήτησε κάθε μέρα που γύριζε από το σχολείο να περνά πρώτα από αυτόν για να τον λέει τι να προσέχει. Έτσι και την ημέρα που η κακιά μητριά έβαλε γυαλιά στην σκάλα, το πριγκιπόπουλο πέρασε από τον Ντιγκιμπόζη πρώτα και τον ρωτά τι κάνει. Αυτός λέει:«εγώ είμαι καλά. Εσύ δεν είσαι καλά».Γιατί; ρωτά ο μικρός. «Γιατί η μητριά σου σήμερα θέλει να σε σκοτώσει. Έβαλε σπασμένα σκαλιά στη σκάλα. Πρόσεξε! Μπες στο σπίτι από τη πίσω πόρτα. Έτσι και έκανε ο μικρός. Η μητριά την άλλη μέρα έβαλε δηλητήριο στο φαγητό του μικρού. Όταν ο μικρός γύρισε από το σχολείο πέρασε πάλι από το άλογό του. «Καλημέρα Ντιγκιμπόζη, τι κάνεις;»«εγώ καλά είμαι, εσύ δεν είσαι καλά.»Γιατί; «Γιατί η μητριά σου σήμερα έβαλε δηλητήριο στο φαγητό σου. Πες ότι σήμερα δεν πεινάς και μη τρως . Έτσι και έκανε. Μπήκε ο μικρός στο σπίτι και η μητριά του τον υποδέχτηκε δήθεν χαρούμενη. «κάτσε να φας, του λέει, μαγείρεψα το αγαπημένο σου φαγητό».«δεν πεινάω, δεν θα φάω σήμερα». Η μητριά κόντεψε να πεθάνει από το κακό της. Υποψιάστηκε ότι κάτι συμβαίνει, κάποιος προειδοποιεί το μικρό. Έτσι παραμόνεψε για να δει ποιος συμβουλεύει το μικρό και άκουσε τον Ντιγκιμπόζη που τον συμβούλευε από που και τι να προσέχει. Γι’ αυτό σκέφτηκε να σκοτώσει πρώτα τον Ντιγκιμπόζη. Πρώτα συμφώνησε με το γιατρό και έκανε ότι ήταν πολύ άρρωστη. Ο γιατρός είπε στον άντρα της ότι για να γίνει καλά η γυναίκα του, πρέπει να φάει κρέας από άλογο, και μάλιστα μόνο τον Ντιγκιμπόζη αν έτρωγε θα γινόταν καλά. Το άκουσε αυτό ο Ντιγκιμπόζης και το είπε στο πριγκιπόπουλο. «πάρε τη στολή σου, λέει ο Ντιγκιμπόζης στο μικρό, και πάμε να φύγουμε.»και έφυγαν κρυφά. Ο πρίγκηπας έπρεπε να βρει δουλειά για να ζήσει. Έτσι πήγε σε ένα μανάβη να δουλέψει. Ο Ντιγκιμπόζης του είπε: «εγώ θα φύγω γιατί ο μανάβης δεν μπορεί να συντηρεί και μένα, δεν με χρειάζεται. Εσύ πάρε μαλλιά από τη χαίτη μου και όταν με χρειαστείς κάψε μια τρίχα και εγώ θα’ ρθω αμέσως.» Μια μέρα ο μανάβης πήγε στην εκκλησία. Ο πρίγκηπας θέλησε να δοκιμάσει αν στα αλήθεια θα ερχόταν ο Ντιγκιμπόζης. Έκαψε μια τρίχα του και σε λίγο έφτασε ο Ντιγκιμπόζης. Ο πρίγκιπας τον αγκάλιασε, τον φίλησε και ανέβηκε πάνω στη ράχη του. Ο Ντιγκιμπόζης άρχισε να τρέχει από τη χαρά του μέσα στον λαχανόκηπο. Τα λάχανα τα κατέστρεψαν τα πάτησαν όλα. Όταν γύρισε ο νοικοκύρης ο μανάβης είδε τα λάχανα. «Ποιος το έκανε αυτό;»«Το άλογο του βασιλιά λέει ο πρίγκιπας». Αυτό το είπε γιατί είχε δει την μικρή κόρη του βασιλιά και την αγάπησε και προσπαθούσε να βρει τρόπους για να πάει κοντά της. Πήγε ο μανάβης στο βασιλιά μαζί με το πριγκιπόπουλο για να ζητήσουν το λόγο. Τον είδε και η μικρή κόρη του βασιλιά και τον αγάπησε και αυτή. Ο βασιλιάς είχε και άλλες δύο κόρες. Όταν έφτασε ο καιρός να παντρευτούν κάλεσε όλους τους πρίγκιπες της περιοχής να περάσουν μπροστά από το παλάτι του. Έδωσε στις κόρες από ένα μήλο. Θα πετούσαν το μήλο σε όποιον πρίγκηπα ήθελαν και άρεσαν. Οι δύο κόρες πέταξαν γρήγορα τα μήλα τους. Η μικρή κόρη περνούσαν -περνούσαν οι πρίγκιπες και το μήλο δεν το έριχνε. Περίμενε τον μικρό πρίγκηπα που δούλευε στο μανάβη. Στο τέλος τον βλέπει που περνά και ρίχνει το μήλο της. Ο βασιλιάς θύμωσε δεν τον ήθελε για γαμπρό του. Δεν ήξερε ότι ήταν πριγκιπόπουλο. Αγαπούσε και ήθελε μόνο τους άλλους δύο γαμπρούς του. Τον τρίτο τον θεωρούσε παρακατιανό. Κάποια φορά, το διπλανό βασίλειο κήρυξε τον πόλεμο στο βασιλιά. Ο βασιλιάς πήρε τους γαμπρούς του τους δύο που αγαπούσε πολύ, τους έδωσε τα πιο καλά άλογα και ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν για τον πόλεμο. Η μικρή του κόρη πήγε να ζητήσει ένα άλογο για το δικό της άντρα να πάει και αυτός να πολεμήσει. Ο βασιλιάς θύμωσε, δεν τον ήθελε, αλλά στο τέλος του έδωσε ένα άλογο κουτσό. Το έξυπνο πριγκιπόπουλο ξεκίνησε με το κουτσό άλογο. Σε μια λάσπη μέσα, βούλιαξε το άλογο, πέρασαν οι άλλοι δύο γαμπροί τον χαιρέτησαν κοροϊδευτικά και συνέχισαν. Μόλις φύγαν μακριά, ο μικρός γαμπρός καίει μια τρίχα του Ντιγκιμπόζη, και ο Ντιγκιμπόζης εμφανίζεται. Αφήνει το κουτσό άλογο, παίρνει τον Ντιγκιμπόζη και άρχισαν να τρέχουν. Στο πόλεμο ο μικρός γαμπρός πολέμησε γενναία. Ο βασιλιάς του χάρισε ένα σταυρό και ένα μαντήλι, δεν τον γνώρισε γιατί είχε μεταμορφωθεί. Μετά από καιρό ο βασιλιάς τυφλώθηκε. Άκουσε ότι κάποιος πουλούσε νερό αθάνατο, και αν το έβαζε στα μάτια του θα έβλεπε. Κάλεσε τους δύο γαμπρούς του να τους στείλει να βρουν το αθάνατο νερό. Πήγε και η μικρή του κόρη και παρακάλεσε να πάει και ο άντρας της μαζί τους. Ο βασιλιάς θύμωσε αλλά τελικά δέχτηκε να πάει και αυτός. Ξεκίνησαν οι δύο με τα καλύτερα άλογα και ο τρίτος πάλι με το κουτσό άλογο. Στο δρόμο ο τρίτος γαμπρός καίει μια τρίχα του Ντιγκιμπόζη , που έρχεται αμέσως. Ανεβαίνει ο μικρός πρίγκηπας επάνω στο άλογο και αρχίζει να τρέχει. Ο Ντιγκιμπόζης ήταν το πιο γρήγορο άλογο και φτάνουν πρώτοι στο μπακάλη που πουλούσε το αθάνατο νερό. Αγοράζει το νερό ο μικρός πρίγκηπας και πληρώνει το μπακάλη για να μεταμφιεστεί αυτός για λίγο σε μπακάλη, έτσι και έγινε. Ήρθαν σε λίγο οι δύο καλοί γαμπροί. Αυτός τους έδωσε αντί για το αθάνατο νερό από τη βρύση. Τους το έδωσε και τους λέει, πάρτε το και δεν θέλω λεφτά, μόνο γυρίστε να βάλω μια σφραγίδα στον πισινό σας. Έτσι και έγινε, πήραν το νερό και ξεκίνησαν. Έφτασαν πρώτοι, από πίσω έφτασε και ο μικρότερος με το κουτσό άλογο. Πάει πρώτος ο γαμπρός στο βασιλιά, το βάζει ο βασιλιάς στο μάτι του αλλά τίποτε. Πάει και ο δεύτερος , το ίδιο και αυτός. Πάει και η τρίτη κόρη. Με το αθάνατο νερό, και μια πίτα για το μπαμπά της. Έβαλε επάνω το σταυρό που πήρε ο άντρας της από το πόλεμο, και τη πίτα τη σκέπασε με το μαντήλι. Πάει κοντά στο βασιλιά και του λέει «Μπαμπά δοκίμασε και του άντρα μου το νερό». Ο βασιλιάς που δεν τον συμπαθούσε καθόλου γιατί νόμιζε ότι δεν ήταν από βασιλική οικογένεια, θύμωσε και δίνει μια το χέρι της κόρης του που κρατούσε το νερό. Πετάγεται το νερό και πάει μια σταγόνα στο μάτι του. Το μάτι του ανοίγει αμέσως. Παίρνει το μπουκάλι αμέσως ο βασιλιάς και πλένει τα μάτια του. Τα μάτια του ανοίγουν αμέσως και είδε. Και είδε και τη πίτα με το μαντήλι. Σηκώνει και το μαντήλι και βλέπει το σταυρό, τα γνώρισε αμέσως. Αυτά τα έδωσα εγώ στον πιο γενναίο στον πόλεμο. Αυτός είναι ο άντρας μου λέει η κόρη. Και αυτός που έφερε το νερό πάλι ο άντρας μου ήταν. Και για να ξέρεις οι δύο καλοί γαμπροί πήγαν να πάρουν το αθάνατο νερό αλλά ο άντρας μου είχε φτάσει πρώτος. Αυτός τους πούλησε το νερό της βρύσης για αθάνατο. Και αν δεν πιστεύεις κοίταξε το πισινό τους, έβαλε και μια σφραγίδα. Τους βλέπει ο βασιλιάς, ήταν όλα αλήθεια. Κάλεσε το μικρό γαμπρό κοντά του τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του ζήτησε συγνώμη. Τον πήρε κοντά του στο βασίλειο του, τον έκανε βασιλιά και στοκαλύτερο στάβλο βάλανε τον Ντιγκιμπόζη που από τότε πρώτος έσερνε τη βασιλική άμαξα. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, και κάνανε ένα μεγάλο γλέντι και πέρασε και ο παππούς μου απ’ έξω και τον κεράσανε ένα κομμάτι πίτα και έφαγε και χόρεψε. Και κάθε φορά που μας το λέει ο παππούς κλαίει, κλαίει από συγκίνηση γιατί θυμάται που το έλεγε όταν ήταν μικρός η μαμά του. Αυτός το έλεγε στο μπαμπά μου όταν ήταν μικρός και τώρα το λέει σε μας τα εγγονάκια του, κάθε βράδυ που είμαστε στο χωριό.

Δημοσθένης και Αγγελική Τσορμπατζούδη

11°Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς

11. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΒΗΣΟΣ

Βρισκόμαστε στο έτος 1917. Είναι δώδεκα Μαΐου και ξεκινάει άλλη μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα στο μικρό χωριό Καβησό. Μια συνηθισμένη μέρα και μια συνηθισμένη ημερομηνία, που τίποτα δεν προμήνυαν την καταστροφή και τη λαίλαπα που ερχόταν στο χωριό σαν αφηνιασμένο άλογο. Το χωριό βρίσκεται δίπλα σε ένα μικρό παραπόταμο της Μαρίτσας (ποταμός Έβρος). Από τη μία μεριά του μικρού ποταμού και από την άλλη τα λιγοστά χωράφια που έτρεφαν το χωριό. Στο χωριό υπήρχαν τρεις μαχαλάδες όπου ζούσαν Έλληνες, Τούρκοι, Βούλγαροι, πριν το μεγάλο πόλεμο ζούσαν αρμονικά και αν όχι αγαπούσαν, τουλάχιστον ανέχονταν ο ένας τον άλλο και τους ένωναν τα μικρά καθημερινά προβλήματα. Μέσα στη δύνη του πολέμου άρχισαν να επικρατούν η καχυποψία και ο φόβος που εκδηλώθηκαν εκείνη την ημέρα. Η καμπάνα της εκκλησίας χτυπούσε σαν μανιασμένη. Έλληνες και Βούλγαροι άρχισαν να τρέχουν σαν αλλόφρονες προς την εκκλησία και την είδαν να καίγεται. Λίγο παραπέρα οι Τούρκοι κοιτούσαν απορημένοι. Τότε άρχισε να εξαπλώνετε η φήμη ότι οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στην εκκλησία. Τότε το αγριεμένο πλήθος των Ελλήνων και Βουλγάρων άρχισε να κινείται επιθετικά προς τους Τούρκους οι οποίοι άρχισαν να τρέχουν φοβισμένοι προς τα σπίτια τους. Αυτό ήταν. Τότε ξεκίνησε ένας κύκλος βίας και αίματος που έδειχνε ότι δεν θα κλείσει ποτέ. Έλληνες και Βούλγαροι επιτίθονταν στα σπίτια των Τούρκων με ότι είχαν στα χέρια τους, από φτυάρια μέχρι δρεπάνια και έκαιγαν τα σπίτια. Πολλές Τουρκικές οικογένειες εγκατέλειψαν το χωριό ενώ κάποιοι κρύφτηκαν στα σπίτια Ελλήνων. Ένα από αυτά ήταν της προγιαγιάς μου η οποία τους έκρυψε κάτω στο κελάρι για να μην ακούγονται οι φωνές των μικρών παιδιών. Φτωχοί άνθρωποι οι Τούρκοι με μικρά παιδιά και χωρίς στον ήλιο μοίρα. Ορκίζονταν ότι ούτε οι ίδιοι ούτε και οι υπόλοιποι Τούρκοι είχαν κανένα λόγο να κάψουν την εκκλησία. Και οι όρκοι τους δεν απείχαν πολύ από την αλήθεια. Μόνο που κανένας τους τότε δεν γνώριζε ότι Βούλγαροι κομιτατζήδες είχαν κάψει κρυφά την εκκλησία και είχαν ρίξει το φταίξιμο στους Τούρκους. Αυτό επαληθεύτηκε μετά από τρεις μέρες που ήρθαν οι κομιτατζήδες στο χωριό και άρχισαν να σφάζουν και να καίνε τα σπίτια Ελλήνων και Τούρκων αδιακρίτως. Οι Έλληνες για να σωθούν εγκατέλειψαν το χωριό και αυτοί με τη σειρά τους. Ο προπάππους μου και η προγιαγιά μου έφυγαν και αυτοί, εγκαταστάθηκαν προσωρινά σε ένα άλλο μεγάλο Ελληνικό χωριό της Φέρρες. Μετά από λίγο καιρό οι Έλληνες άρχισαν να οργανώνονται σε αποσπάσματα για να διώξουν την Βουλγάρικη απειλή αλλά και τον Τούρκικο στρατό ο οποίος ήθελε να κατακτήσει και αυτός περιοχές του Έβρου. Οι Έλληνες αγωνίστηκαν σκληρά μέχρι το τέλος του μεγάλου πολέμου(Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) όπου με τη συνθήκη των Σεβρών ο Έβρος και όλη η Δυτική Θράκη έμεινε στα χέρια των Ελλήνων. Η Καβησός, το όμορφο αυτό χωριουδάκι δεν υπήρχε πια. Στη θέση του υπήρχαν μόνο ερείπια και αποκαΐδια που πρόδιδαν την φρίκη και τη δυστυχία που είχε προηγηθεί. Ο προπάππους και η προγιαγιά μου μαζί με άλλους Έλληνες έφυγαν από τις Φέρρες και πήγαν λίγο πιο πέρα και έκαναν ένα καινούριο χωριό που το έδωσαν το όνομα Καβησό για να τους θυμίζει το χωριό που άφησαν με όλες τις αναμνήσεις.

Στέφανος Κυριαζίδης

23° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

12. ΤΟ ΓΟΥΡΟΥΝΑΚΙ

(ένα παραμύθι από τη Θράκη)

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και όπως συνηθίζεται σε όλα τα χωριά της Θράκης, σφάζανε το καθιερωμένο γουρουνάκι. Έτσι και ο γέρος και η γριά της ιστορίας μας σφάξαν το γουρουνάκι τους και αφού το τεμάχισαν το βάλανε σε μια σκαφίδα και είπαν να το μαγειρέψουν. Έλα όμως που τους είχαν τελειώσει τα ξεράδια τους. Θα έπρεπε να πάνε στο δάσος να μαζέψουν. Βάλανε και το κλειδί κάτω από ένα κεραμίδι της σκεπής του σπιτιού τους, πάνω από τη πόρτα. Για να μη χαθούν μέσα στο δάσος η γριά πήρε λίγα άχυρα και τα σκορπούσε κάτω για να μπορούν να θυμούνται το δρόμο. Εκεί που περπατούσαν συναντάνε ένα γύφτο. «Που πάτε τέτοια μέρα ; σήμερα σφάζουν τα γουρούνια» είπε ο γύφτος. «Α! Εμείς το σφάξαμε το γουρουνάκι και τώρα πάμε να μαζέψουμε ξεράδια για να το μαγειρέψουμε», τον πρόλαβε η γρια. «και γιατί σκορπάτε άχυρα;»,«για να θυμόμαστε το δρόμο για το σπίτι μας, αλλά μη πας στο σπίτι μας και ανοίξεις τη πόρτα με το κλειδί που έχουμε κάτω από το κεραμίδι και μας κλέψεις το γουρουνάκι μας. «Εγώ; που δεν ξέρω καν που είναι το σπίτι σας;» Ήσυχοι η γριά και ο γέρος, πως κανείς δεν θα πειράξει το γουρουνάκι συνέχισαν το δρόμο τους. Όταν γύρισαν μετά από λίγο σπίτι, ανακάλυψαν ότι το γουρουνάκι είχε εξαφανιστεί. Δεκάδες μύγες κάλυπταν το σκαφίδι. «Οι μύγες θα το έφαγαν, φώναξε η γριά». Και άρχισαν και οι δύο να κοπανούν τις μύγες με τον τέντζερη και την μαγκούρα. Δίνει μια ο γέρος της γριάς, και η γριά άρχισε να κλαίει. Μετά από λίγο γύρισαν τα παιδιά τους. «Τι έπαθες και κλαις; ρώτησε ο γιος» «Αχ! Γιε μου, μας έφαγαν οι μύγες το γουρουνάκι μας» και του είπε ότι έγινε. «Μάνα, έπρεπε να κάνεις καλά τη δουλειά. Έπρεπε να αλατίσεις καλά το γουρουνάκι για να μη το πειράξουν οι μύγες, της είπε στο τέλος». Αργότερα πήγαν στο ποτάμι όλοι μαζί η οικογένεια κι έπλυναν τα στρωσίδια και τις πετσέτες τους. Αφού τελείωσαν, πήραν το δρόμο του γυρισμού. Στο δρόμο συνάντησαν ένα αγριογούρουνο και το σκοτώσανε. Έτσι είχαν κρέας για τα Χριστούγεννα!!

Βελέντζα Παρασκευή

4°Δημ. Σχολείο Θέρμης


13. ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΑΠ’ ΤΑ ΠΑΛΙΑ…!

Ένα πρωί στο παλιό σπίτι της γιαγιάς μου, ξύπνησα με ένα παράξενο όνειρο, ήμουν έκπληκτος και ξαφνιασμένος από το πόσο ζωντανό το αισθανόμουν ακόμη! Έτρεξα να κουρνιάσω στην αγκαλιά της γιαγιάς μου της Ευθυμίας που με μοναδική πάντα αγάπη με κράτησε σφιχτά προσπαθώντας να με ηρεμήσει σαστισμένη από τη γρήγορη ανάσα μου. «Τι έπαθες αγόρι μου γλυκό ;» με ρώτησε. «Γιαγιά είδα ένα παράξενο όνειρο…» της είπα. Εκείνη χαιρόταν με τα όνειρα και της άρεσε πάντα να προσπαθεί να τα εξηγήσει και να τρυπώνει μέσα στο μυαλό και τις επιθυμίες μου, για να μπορεί πάντα να τις ικανοποιεί, με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Ήταν ένα χάρισμα που την έκανε τόσο μοναδική μαζί με τόσα άλλα που είχε και που έκανα όλο το κόσμο να την αγαπά τόσο πολύ. Η καταγωγή της από την Περίσταση της Θράκης και όλα όσα έχει περάσει στη ζωή της ήταν μια δύναμη που πάντα θαύμαζα και αναρωτιόμουν πότε θα μου έλεγε αυτές τις ιστορίες. «Πες μου αγόρι μου, τι όνειρο είδες, πες μου και εγώ θα σου πω τι σημαίνει.» μου είπε με προσμονή και αγωνία να με ησυχάσει, «να γιαγιάκα μου, είδα ότι ήμουν σε ένα πολύ παλιό σπίτι, χωρίς καλοριφέρ και χωρίς τηλεόραση και χωρίς φαγητό και τίποτα, και ήσουν και εσύ εκεί και έκλαιγες και ήταν λέει το χωριό του παππού του Θεοφάνη και της γιαγιάς της Αργυρώς και εκείνοι έκλαιγαν αλλά δεν ξέρω γιατί… γιαγιά μου, δεν θέλω να κλαίς.» και ξέσπασα σε λυγμούς σφίγγοντας την περισσότερο, προσπαθώντας εγώ να την παρηγορήσω! Ήταν κάτι τόσο αναπάντεχο για εκείνη, νομίζω ότι εκείνη η φορά ήταν η μόνη φορά που αισθάνθηκα να είμαι εγώ η μεγαλύτερη αγκαλιά! Δεν ήταν το όνειρο που έπρεπε να εξηγήσει αυτή τη φορά, δεν ήμουν εγώ που έπρεπε να ηρεμήσει, ήταν όλες αυτές οι αναμνήσεις που είχε πάντα στο μυαλό φυλαγμένες γιο όσους ήξεραν, έζησαν και αγάπησαν μαζί της τη χρονιά του 1922. όλα όσα μπορούσε μόνο να μοιραστεί και να εμπιστευτεί με όσους αγαπούν πραγματικά και μπορούν να κλάψουν μαζί της, όπως εγώ εκείνο το πρωί. Και έτσι έγινε, με κοίταξε κατάματα και σκούπισε τα δακρυσμένα μου μάτια με το μαντήλι που πάντα είχε μαζί της, μου χαμογέλασε όλο αγάπη, ήταν αρκετό για να ηρεμήσω. Ήταν σαν να καταλάβαινα ότι ένα παραμύθι θα ξεκινούσε, ένα ταξίδι, μια ζωή από τα παλιά εκείνα χρόνια της γιαγιάς και του παππού από τη Θράκη, την παλιά Περίσταση. Διάβαζα από τα μάτια της, το βλέμμα της και ένιωθα μαζί της, άκουγα τις λέξεις να έρχονται μια μια και η φαντασία μου άρχιζε να ζωγραφίζει τις εικόνες του ονείρου μου. Ήταν λέει χτισμένη στα Δυτικά παράλια της Προποντίδας, τώρα ονομάζεται Άσαρκοι. Είχε Δημοτικό σχολείο και Γυμνάσιο και τρεις μεγάλες εκκλησίες, την Παναγία, τον άγιο Ιωάννη και τον άγιο Νικόλαο, αλλά και άλλες μικρότερες. Οι δρόμοι στρωμένοι με τσιμέντο αλλά οι περισσότεροι με πέτρες και τέσσερις πέντε από αυτούς οδηγούσαν στη θάλασσα, ένας στη πλατεία, ο λεγόμενος όπως είπε, δρόμος της Καλλιπόλεως, και ένας ακόμη που οδηγούσε μέχρι και τον ποταμό Έβρο! Μιλούσε με τόσο καμάρι και νοσταλγία για εκείνο το μέρος των γονιών της, έβλεπα με πόση αγάπη γέμιζαν τα μάτια της, γυάλιζαν τόσο που ήταν σαν καθρέφτης, σαν να ονειρευόταν εκείνη τώρα με τη σειρά της, αλλά ξύπνια! Η γιαγιά είναι πολύ της εκκλησίας και η αγάπη της για το Θεό δεν νομίζω να χωράει πουθενά , έτσι οι αναφορές για την εκκλησία ήταν πάντα αναλυτικές και με όλες τις σχετικές πληροφορίες, όπως εκείνη που ανέφερε ότι η παλιά Περίσταση ήταν η έδρα του Μητροπολίτη της περιοχής, που έδειχνε πόσο σημαντική ήταν σαν Δήμος. Ακόμη ότι όλα τα αγαθά που καλλιεργούσαν οι Περιστασιακοί, σιτάρι, κριθάρι, σμιγός, καναρόσπορος, γλυκάνισο, πατάτες, κρασί, λευκό και κίτρινο μετάξι, ήταν περιζήτητα σε όλες τις αγορές! Από όλες τις περιγραφές μου δημιουργήθηκε μια εικόνα τελείως αντίθετη από εκείνο το όνειρο μου, αν και πλέον είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα να ακούω την όμορφη διαδρομή των αναμνήσεων της αγαπημένης μου γιαγιάς. Εκείνη ήξερε ότι αρκούσε να με έχει δίπλα της για να κάνει ξανά αυτό το ταξίδι, ήμουν ο ιδανικός συνεπιβάτης, διψασμένος για τέτοιες ιστορίες ισάξιων των μεγάλων παραμυθιών αλλά με τη μεγάλη διαφορά ότι ήταν η ίδια η ζωή αληθινή και ζωντανή ακόμη από γενιά σε γενιά και αιώνια χαραγμένη στις μνήμες της ιστορίας μας. Όμορφα που τα εξιστορεί τόσο μοναδικά και γαλήνια, μα και με τόση πίκρα μερικές φορές, όπως τώρα. Τώρα που έπρεπε να φύγουν, κατάλαβα πόσο δυνατό ήταν το όνειρο που είδα, πως μπόρεσε να την κάνει να σκεφτεί ξανά και να τα θυμηθεί όλα, γιατί πάντα έτσι γίνεται, δεν ξεχνάς ποτέ ότι σε έχει πληγώσει πολύ. Έπρεπε να φύγουν, για αυτό έκλαιγαν όλοι, έπρεπε να μη κλαίνε και να συνεχίσουν να ζουν όπως η τύχη και η μοίρα θα τους όριζε. Όπου γης και πατρίς, μου είπε. Έτσι είπαν μετά από όλα, και ξεκίνησαν μαζί με όλους τους άλλους Θρακιώτες της παλιάς Περίστασης και Ανατολικοθράκες, με πλοία και άμαξες για τη Θεσσαλονίκη, την μεγάλη πόλη. Ο παππούς και η γιαγιά ξεκίνησαν με μια άμαξα, όλα τα υπάρχοντα τους έφταναν να χωρέσουν εκεί, και μαζί με τις επτά κόρες τους πήραν ένα μακρινό δρόμο, ταξιδεύοντας σε μέρη που ποτέ δεν είχαν ξαναβρεθεί, ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους αλλά πατριώτες Έλληνες που ακόμα δεν είχαν γνωρίσει καλά. Όλοι τους περπατούσαν ασταμάτητα και κάθε που έπεφτε το φως ξαπόσταιναν σε κάποιο μέρος μαζί πάντα με άλλους, για να προφυλάσσονται από τους λύκους και τα τσακάλια της εποχής τους. Όταν έφτασαν τελικά θαμπώθηκαν από το πόσο μεγάλη ήταν η πόλη αυτή και πόσο πόσο μεγάλοι δρόμοι και τα στενά της. Δεν έμελλε όμως να μείνουν εκεί, τους είπαν ότι πρέπει να εγκατασταθούν στις γύρω περιοχές. Έτσι άρχισαν πάλι την αναζήτηση της γης της επαγγελίας και έμελλε να είναι μετά από αναζήτηση κοντά στην Κατερίνη. Εδώ λοιπόν σε αυτό το μέρος ήρθαν και έχτισαν τα σπιτικά τους με σκληρή δουλειά και να ανοίξουν δρόμους, να χτίσουν την πρώτη τους εκκλησία, το σχολείο, όλα όσα έπρεπε να ξαναζωντανέψουν το όνειρο που άφησαν πίσω τους. Αυτό το σπίτι είναι χτισμένο από τότε και εδώ μέσα σε αυτό μόνο η γιαγιά μου, η μια από τις επτά κόρες έμεινε για να μεγαλώσει τα δικά της παιδιά και εγγόνια, εμένα και τα δύο αδελφάκια από τον θείο Θεοφάνη, την Ευθυμία και τον Χρήστο. Οι αδελφές της, άλλες στη Θεσσαλονίκη, στη Κατερίνη και τις γύρω πόλεις και χωριά, παντρεύτηκαν και έκαναν τις οικογένειες τους όπως και εκείνη. Όμως εδώ είναι ένα σπίτι που η γιαγιά μου νοιώθει πιο κοντά σε όλα, εδώ μεγάλωσε, εδώ αγάπησε και νοστάλγησε όσα με τη σειρά τους διηγήθηκαν οι δικοί της γονείς. «Η νέα Περίσταση είναι το λιμάνι όλων αυτών των προσφύγων που ήρθα από τη Θράκη» μου είπε. Και τώρα ένοιωθα ότι όλα όσα μου είπε ήταν σαν να ήθελε να μου μεταδώσει αυτήν την αύρα των ανθρώπων αυτών, να με κάνει να μεγαλώσω με αυτή τη χαρά και την γαλήνη, την δύναμη για ζωή, την αγάπη για τους ανθρώπους και όλα τα αγαθά που εκείνη είχε. Την αγαπώ τόσο, μα δεν είμαι αρκετά μεγάλος για να το συνειδητοποιήσω! Χαίρομαι γιατί τώρα που συνεχίζει την ιστορία της βλέποντας από το παράθυρο με αυτό το βλέμμα των αναμνήσεων, είναι μια καλή ευκαιρία να ξανά κοιμηθώ στην αγκαλιά της! Καληνύχτα γιαγιάκα μου!

Πάρης Αηδινίδης

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης

14. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΤΩΧΟΥ ΑΓΟΡΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟ

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός και μια φτωχιά οικογένεια κι η οικογένεια αυτή είχε έξι παιδιά, κι ήταν η γυναίκα του έγκυα. Αν γεννιόταν θα γινόταν εφτά τα παιδιά, και δύο αυτοί γίνονται εννιά. Τέλος πάντων μια μέρα πήγε ένας με ένα άλογο σε αυτό το χωριό και πούλαγε κουλούρια. Αυτός όταν νύχτωσε κανείς δεν τον έπαιρνε στο σπίτι για μουσαφίρη του. Αυτός ο φτωχός όμως τον λυπήθηκε και τον πήρε σπίτι του. «Έλα στο σπίτι μου, φτωχός είμαι, παιδιά έχω και μία κάμαρα μόνο, δεν έχω μέρος να κοιμηθείς αλλά έχω ένα τζάκι όλη νύχτα καίει, εγώ κάθομαι στο τζάκι κι εκεί κοιμάμαι και ζεσταίνομαι κιόλας και έτσι εσύ θα κοιμηθείς από το άλλο το μέρος». Τέλος πάντων, τον πήρε τον πήγε σπίτι του, είχε αυτός όπως είπαμε έξι παιδιά , πλάγιασαν, πλάγιασε και η γυναίκα του που ήταν έγκυα. Ο νοικοκύρης και ο μουσαφίρης κάθισαν στο τζάκι εκεί συνήθιζε η οικογένεια να στέκονται όρθιοι, εκεί κοιμόνταν και ζεσταίνονταν. Εκείνη τη βραδιά να πιάσουν τη γυναίκα οι πόνοι να γεννήσει το μωρό. Μόλις γεννήθηκε το παιδί κατεβαίνει μια μοίρα πήρε κρεμμύδι και άνοιξε την πετσέτα και κάθισε εκεί να φάει και λέει «αυτό το παιδί θα περάσει φτώχεια μεγάλη, θα τρώει για φαΐ κρεμμύδι και ψωμί » σηκώθηκε έφυγε, κατεβαίνει άλλη μοίρα εκείνη όμως είχε τυρί και ψωμί «αυτό το παιδί θα μεγαλώσει αλλά πλούτη δεν θα έχει το τυρί και το ψωμί όμως δεν θα λείπει από το σπίτι του». Κατεβαίνει και η τρίτη μοίρα και λέει «αυτό το παιδί όταν θα μεγαλώσει θα είναι πλούσιο πολύ και θα φάει τα πλούτη του μουσαφίρη που κάθεται στο τζάκι». Ο μουσαφίρης άκουσε αυτό το πράγμα και το πρωί λέει στον σπιτονοικοκύρη «πόσα παιδιά έχεις ;» «έχω έξι παιδιά και αυτό εφτά », «πολλά δεν είναι για σένα φτωχός άνθρωπος, δεν δίνεις σε μένα το νεογέννητο παιδί ;», «να στο δώσω, πάρτο». Το πήρε αυτός αλλά για να το σκοτώσει όχι για να το πάρει σπίτι του. Όταν πήγε σε ένα χωριουδάκι μικρό στην άκρη από το ποτάμι εκεί, και πάει μια με το μαχαίρι και το σκότωσε. Το άφησε σε ένα τσαλάκι εκεί πέρα. Εκείνο το χωριό είχε κάθε σπίτι μια, δυο κατσίκες και έναν κατσικάρι και τις φύλαγε. Ήταν και μια φτωχή γριά σ’ αυτό το χωριό και κάθε βράδυ που πάενε η κατσίκα, πίσω πάενε να την αρμέξει η γριά, γάλα δεν είχε. Μια μέρα πιάνει τον κατσικάρη και του λέει « βρε παιδί μου, τόσα κατσίκια έχεις, το δικό μου κατσίκι κοιτάζεις να αρμέξεις, που έχω ένα κατσίκι και παίρνεις το γάλα και το τρως; εγώ τι θα φάω; », «γιαγιά εγώ ούτε την κατσίκα σου αρμέγω αλλά ούτε καμιά άλλη κατσίκα αρμέγω. Αλλά θα παρακολουθήσω τι γίνεται». Κι έτσι κι έγινε την άλλη μέρα παρακολούθησε αυτός τη κατσίκα, την βλέπει να πηγαίνει ίσια στο μωρό και βίζενε το μωρό τη κατσίκα και μεγάλωνε. Το πήρε ο κατσικάρης, το πήγε στη γριά και της λέει «να ποιος έτρωγε το γάλα από τη κατσίκα σου», το πήρε η γριά μέσα στη χαρά το μεγάλωσε και το έκανε παλικάρι. Έγινε δεκαοχτώ χρονών. Λέει στους συχωριανούς η γριά«παιδιά μου εγώ είμαι φτωχή γυναίκα, εκεί πιάνετε άλλο τσομπάνη να πιάσετε το δικό μου το παιδί πλάι με τα κατσίκια»,«εντάξει» απαντούν οι συχωριανοί. Το πιασάν, και αυτό έφτιαξε μια όμορφη φλογέρα και τραγουδούσε πολύ ωραία στα κατσίκια. Ο κουλουρτζής που μιλήσαμε στην αρχή πήρε πάλι το άλογο και τα κουλούρια του και πήγε πάλι στο ίδιο χωριό για να πουλήσει κουλούρια. Στο δρόμο που πήγαινε άκουσε το παιδί που έπαιζε τη φλογέρα και του άρεσε πολύ. Πήγε κοντά του για να του μιλήσει, μόλις όμως το παιδί τον είδε σταμάτησε να παίζει.«παίξε παιδί μου γιατί μου άρεσε αυτό που έπαιζες και κοντοστάθηκα να σε ακούσω» και το παιδί ξανάρχισε να παίζει. «Ποιανού παιδί είσαι; », «Μια γριά με μεγάλωσε, εγώ δεν έχω μάνα ούτε πατέρα».«Μπορείς να με πας στο σπίτι σου;», «να σε πάω». Τον πήρε και τον πήγε σπίτι του. Λέει στη γριά «θα σε δώσω δύο εκατομμύρια, θα με δώσεις το παιδί ;», «αμ εγώ τρόμαξα να βρω ένα παιδάκι να μεγαλώσω πως θα στο δώσω τώρα;» λέει η γριά. «Μα δύο εκατομμύρια θα σε δώσω για το παιδί. Εγώ παιδιά δεν έχω, θα το πάρω σπίτι μου». Και όμως ο κουλουρτζής είπε ψέματα στη γριά είχε δύο παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ε άμα άκουσε τα εκατομμύρια η γριά σε λέει «δύο εκατομμύρια είναι αυτά εμένα με φτάνουν και με περισσεύουν, πάρτο το παιδί». Πήρε η γριά τα λεφτά. Στο δρόμο που πήγαινε ο κουλουρτζής δίνει στο παιδί ένα γράμμα. Πηγαίνοντας το παιδί να παραδώσει το γράμμα του εμφανίζεται μια μοίρα και του λέει :«Που πας παιδί μου;» , «να πηγαίνω σε αυτό το χωριό εδώ γιατί ένας κύριος μου έδωσε ένα γράμμα», «αυτό το γράμμα δεν θα το πας στο χωριό αλλά θα το δώσεις σε μένα ». «Μα πως να σου δώσω εσένα αυτό το γράμμα;»,«δεν θα πας αυτό το γράμμα, θα πας αυτό που θα σε δώσω». Το αρχικό γράμμα έγραφε ο κουλουρτζής στη γυναίκα του : «Γυναίκα σε στέλνω ένα παλικάρι αλλά ως το πρωί να μη ζει να το σκοτώσεις». Το γράμμα που έδωσε η μοίρα στο παιδί έγραφε: «Γυναίκα αυτό το παλικάρι που σε στέλνω είναι πολύ καλό παιδί και ως το πρωί να το παντρέψεις με τη θυγατέρα μας». Το πήγε το παιδί το γράμμα σε αυτήν τη γυναίκα, το διάβασε και εκείνη την ώρα φώναξε τον παπά και τους πάντρεψε. Όταν γυρίζει ο κουλουρτζής το άλλο πρωί πιάνει τη γυναίκα του και την λέει :«τι έγινε γυναίκα εκείνο που σου έγραψα το έκανες; »«βέβαια άντρα μου το έκανα όπως πρόσταξες». «Τι έγινε;» λέει ο άντρας, «να πας να τα δεις σαν περδικάκια κοιμούνται αγκαλιασμένα» λέει η γυναίκα. Ανοίγει τη πόρτα ο άντρας και τι να δει; αυτόν να αγκαλιάζει τη θυγατέρα του. Τότε πήγε κατευθείαν σε αυτούς που φυλούσαν τα αμπέλια του και τους είπε : «αύριο θα στείλω το γαμπρό μου και θέλω να τον σκοτώσετε». Όταν γυρίζει σπίτι ο άντρας λέει στη γυναίκα του «αύριο το χάραμα θα σηκώσεις το γαμπρό μας να πάει να φέρει σταφύλια». Πάει να τον σηκώσει το άλλο πρωί η καημένη, τα λυπήθηκε όμως που κοιμόντουσαν σαν προβατάκια και δεν τα σήκωσε. Αλλά σήκωσε το γιο της λέγοντας του «ο μπαμπάς σου πρόσταξε να πας να φέρεις σταφύλια για να φάμε». Ενώ ήταν ακόμη χάραμα ο γιος του σηκώθηκε ανέβηκε στο άλογο του και ξεκίνησε να πάει να μαζέψει σταφύλια. Οι εργάτες που είχαν στήσει καρτέρι μέσα στη νύχτα μπέρδεψαν και σκότωσαν το γιο νομίζοντας ότι ήταν ο γαμπρός. Ξυπνάει ο κουλουρτζής και ρωτάει τη γυναίκα του «τι έγινε γυναίκα αυτό που σου είπα το έκανες; »,«Ναι » του απαντάει εκείνη αλλά αντί για το γαμπρό μας έστειλα το γιο μας. «αχ να’ ξερες τι έκανες» λέει και σηκώνετε και καβαλάει γρήγορα το άλογό του ο άντρας για να προλάβει το φονικό. Οι εργάτες κατάλαβαν το λάθος τους και σάστισαν, όταν είδαν το δεύτερο άλογο να έρχεται νόμισαν ότι αυτός είναι ο πραγματικός γαμπρός και πυροβόλησαν και σκότωσαν και αυτόν. Όταν είδαν ότι σκότωσαν και το αφεντικό τους φύγανε τρέχοντας. Και έμεινε το παλικάρι όπως είπαν οι μοίρες. Έφαγε και τα πλούτη του κουλουρτζή.

Μαριάννα Ζάλλη και Μοσχούλα Κωνσταντίνου

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης


15. Η ΜΑΓΙΚΗ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ

Μια φορά και έναν καιρό στην Ανατολική Θράκη, δίπλα στον Έβρο τον ποταμό, ήταν ένα χωριουδάκι. Εκεί ζούσε ένα ζευγαράκι πολύ μαλωμένο και πολύ φτωχό. Κάθε μέρα το ζευγαράκι μάλωνε, όμως από μέσα τους ήθελαν να πραγματοποιήσει ο Θεός την ίδια ακριβώς ευχή…Να έχουνε φαγητό, νερό και χρήματα. Μια μέρα λοιπόν ήρθε ένας άγγελος Κυρίου και τους έδωσε μια κατσαρόλα. «Με τούτη τη κατσαρόλα , θα ευτυχίσετε και θα έχετε όλα τα καλά του κόσμου! Όμως μη την ανοίξετε!» αυτά τα λόγια τους είπε και εξαφανίστηκε . Το ζευγάρι ήταν πολύ ευχαριστημένο και αγαπημένο τώρα, και είχε όλα τα καλά. Σιγά σιγά όμως οι απορίες της γυναίκας μεγάλωναν κι όλο έλεγε: «Τι να έχει μέσα η κατσαρόλα;». Ο καιρός περνούσε και το ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένο με τη βοήθεια της κατσαρόλας… Μια νύχτα όμως η γυναίκα μη μπορώντας να αντέξει την περιέργεια που την έπνιγε, σηκώθηκε κρυφά από τον άντρα της και άνοιξε τη κατσαρόλα. Ευθύς ένα άσπρο περιστέρι πέταξε απ’ την κατσαρόλα προς το ανοιχτό παράθυρο. Η γυναίκα άκουσε το φρρρ και πριν προλάβει να κάνει κάτι όλα είχαν τελειώσει γιατί μαζί με το περιστέρι πέταξαν και τα πλούτη και το ζευγάρι έγινε πιο φτωχό και από πρώτα. Σε λίγες μέρες άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε ξανά και είπε στη γυναίκα «Δε με άκουσες και δες τι πάθατε!» τότε η γυναίκα τον ρωτά «Μπορώ να κάνω κάτι για να επανορθώσω; » Ναι της απαντάει κοφτά ο άγγελος και συνεχίζει «μόνο αν σκοτώσεις τον άντρα σου, θα χαρείς όλα τα πλούτη ξανά», και της έδωσε ένα κοφτερό μαχαίρι. Η γυναίκα τρέμοντας έτρεξε μακριά από το σπίτι τα βήματά της την οδήγησαν στον ποταμό. Εκεί κάθισε και σκέφτηκε με δάκρυα στα μάτια «καλύτερα εγώ παρά εκείνος». Με μια γρήγορη κίνηση μπήγει το μαχαίρι στο στήθος της και πέφτει νεκρή στην άκρη του ποταμού. Ο άντρας της γυρνώντας στο σπίτι, βλέπει τη γυναίκα του να λείπει και τρέχει να τη βρει. Έψαχνε και φώναζε το όνομά της παντού μέχρι που έφτασε στο ποταμό . Βλέπει τη γυναίκα του πεσμένη κάτω, νεκρή, άφωνη και άψυχη. Όχι, αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει. Ανέβηκε ψηλά στα βράχια του ποταμού και ετοιμάστηκε να γκρεμιστεί, όταν ο άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε ξανά και με δυνατή φωνή του λέει :« την αγαπάς πολύ..και αυτή σε αγαπάει… γι’ αυτό θα της ξαναδώσω τη ζωή, μόνο αν είστε αγαπημένοι!». Το’ πε και το’ κανε, γιατί οι άγγελοι παιδιά, ποτέ δεν λένε ψέματα και μπορούν ακόμη και πεθαμένους να αναστήσουν με τη δύναμη του Θεού, και όχι μόνο στα παραμύθια… και αν ρωτάτε για το ζευγαράκι μας, έζησε ευτυχισμένο και δεν χρειάστηκε πια πλούτη για να ζήσει αφού είχε την αγάπη, γιατί η αγάπη δεν βρίσκεται μέσα σε κατσαρόλες…και αυτό δεν είναι παραμύθι.

Παρασκευή Γαβριηλίδου

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης





16. ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ

ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ

Ο παππούς του πρώτου ξαδέρφου του πατέρα μου, ζούσε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλία. Η Στενήμαχος ονομάστηκε έτσι γιατί στο σημείο που το ποτάμι είναι στενό έγινε μια μεγάλη μάχη ανάμεσα στους Έλληνες και στους Βούλγαρους με πέτρες. Αυτές οι μάχες ήταν τόσο δυναμικές που στο τέλος υπήρχαν και νεκροί. Μια ιστορία που μου είπαν είναι ότι είχαν έρθει οι Βούλγαροι στη Στενήμαχο και ήθελαν με κάθε τρόπο να διώξουν τους Έλληνες και να πάρουν όλα τα υπάρχοντα τους. Δηλαδή αυτό που έκαναν ήταν να μπαίνουν σε ελληνικά σπίτια και αν αυτό είχε τρείς κάμαρες, αυτοί έπαιρναν τις δύο και άφηναν την ελληνική οικογένεια με δύο και τρία παιδιά να κοιμούνται σε μία κάμαρα. Οι Βούλγαροι ήταν τόσο ανεπρόκοποι και τεμπέληδες, ώστε όταν ήταν να κόψουν ένα κούτσουρο, το έκοβαν μέσα στη κάμαρα, που το πάτωμα ήταν ξύλινο, ώστε να σπάσει και από το θόρυβο να εξοργίσουν την οικογένεια και να θελήσουν να φύγουν. Ακόμα και τις φυσικές τους ανάγκες, τις έκανα μέσα στο σπίτι και η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Στην Στενήμαχο κάθε μέρα οι κάτοικοι που είχαν αγελάδες τις πήγαιναν στο βοσκό για να τις πάνε να βοσκήσουν στο βουνό. Μια μέρα λοιπόν μια κυρά πήγε την αγελάδα της στο βοσκό και καθώς γύριζε συνάντησε μια άλλη κυρά και τις έπιασε τη κουβέντα. Δεν είχαν καταλάβει πότε πέρασε η ώρα, τις έπιασε το απόγευμα και ξαφνικά είδα τις αγελάδες να κατεβαίνουν από το βουνό. Έτσι οι αγελάδες τους τις βρήκαν στο ίδιο μέρος που τις άφησαν.

Άννα Ραφαηλία Παπαλεξίου

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης

17. Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Στα παλιά χρόνια, τότε που κυβερνούσαν βασιλιάδες τα κράτη, ζούσε ένας βασιλιάς, μεγάλος και τρανός. Το βασίλειο του απλωνόταν στις απέραντες πεδιάδες της Θράκης. Μεγάλο βασίλειο, πλούσιο. Είχε ότι επιθυμούσε η καρδιά του. Μια κόρη που υπεραγαπούσε, καλή γυναίκα και άφθονα πλούτη. Το μεγάλο του παράπονο ήταν που δεν μπόρεσε να αποκτήσει ένα γιο για να τον διαδεχτεί στο θρόνο. Δίπλα στο μεγαλοπρεπές παλάτι του, ζούσε μια φτωχή οικογένεια. Παρόλο τη φτώχεια τους και τα πολλά παιδιά που είχαν ζούσαν ευτυχισμένοι στην καλύβα τους. Περνούσαν τα χρόνια. Ένα βράδυ, ο βασιλιάς είδε ένα όνειρο που τον συγκλόνισε και τον τρόμαξε ταυτόχρονα, είδε λέει, πως η γυναίκα του φτωχού γείτονά του θα γεννούσε ένα αγόρι, όμορφο, δυνατό και άξιο που θα του έπαιρνε την βασιλεία, κάτι που δεν ήθελε. Τον προβλημάτισε πολύ αυτό το όνειρο. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Άραγε θα έβγαινε αληθινό; Σκέψη στη σκέψη αποφάσισε να επισκεφτεί το γείτονα. Μόλις αντίκρισε την έγκυο γυναίκα του, πείστηκε ότι το όνειρο μπορεί και να έβγαινε αληθινό. Έτσι κατέστρωσε ένα σχέδιο δράσης. Μπορεί να μην είχε δικό του γιο, αλλά δεν θα επέτρεπε να αλλάξει γένος το βασίλειό του! Ξανά πηγαίνει στο γείτονα αποφασισμένος να πάρει το νεογέννητο αγόρι. Έταξε λαγούς με πετραχήλια στους άμοιρους γονείς του μωρού. Δεν το δίνανε και έτσι έβαλε μπρος τα μεγάλα μέσα, το χρήμα. Ο φτωχός άνθρωπος είχε και άλλα παιδιά να σκεφτεί. Λόγια στα λόγια, τάμα στο τάμα ο φτωχός άνθρωπος πείσθηκε πως το μωρό του θα ζούσε αρχοντικά, θα μορφωνόταν και συνάμα θα ζούσε καλύτερα και όλη η υπόλοιπη οικογένεια. Άσε που θα το έβλεπαν και κάθε μέρα, μια και δεν θα πήγαινε και πολύ μακριά. Ο βασιλιάς πήρε το μωρό και αμέσως έβαλε το σχέδιο του σε εφαρμογή. Το βράδυ χωρίς να τον δει κανείς πήρε το μωρό, καβάλησε το γρήγορο άλογό του και πήρε τα όρη, τα άγρια βουνά για να το εξαφανίσει. Κατά βάθος όμως ήταν καλός άνθρωπος δεν μπόρεσε να το σκοτώσει όπως προσχεδίαζε. Το πέταξε σε ένα πουρνάρι πολύ μακριά ελπίζοντας να μην το βρει κανείς. Όμως ότι γράφει δεν ξεγράφει που λέει και ο θρακιώτικος λαός. Το μωρό αυτό θα ζούσε και θα βασίλευε! Το βρήκαν λοιπόν κάποιοι καλόκαρδοι άνθρωποι εκεί στην ερημιά να κλαίει πεταμένο πάνω στο πουρνάρι, το καταλυπήθηκαν και το πήραν μαζί τους. Πήγαιναν στο βασιλιά. Έπρεπε να πληρώσουν τους φόρους που είχαν καθυστερήσει. Φτάνουν στο παλάτι, ζητούν ακρόαση από τον μεγαλειότατο άρχοντα τους, έχοντας μαζί τους και το παιδί. Ο βασιλιάς το αναγνώρισε αμέσως. Πως όμως θα το πάρει από τους χωρικούς. Πάλι το χρήμα και η πονηριά! Ρωτάει τάχα χωρίς να ξέρει. Είναι αγόρι για κορίτσι αυτό το όμορφο παιδί; «Δεν ξέρουμε βασιλιά μου, στο δρόμο μας για εδώ το βρήκαμε πεταμένο σε ένα πουρνάρι». Αφού το είδαν όλοι ότι ήταν αγόρι λέει ο βασιλιάς «Αφήστε το σε μένα μιας και ο Θεός δεν μου έδωσε γιους και σας χαρίζω όλους τους φόρους. Χαρούμενοι οι χωρικοί μ’ αυτή την εξέλιξη, άφησαν το παιδί στο βασιλιά και γύρισαν σπίτια τους. Πάλι σε σκέψεις μπήκε ο βασιλιάς. Τι να το κάνει αυτό το παιδί για να το εξαφανίσει. Έτσι του ήρθε μια άλλη ιδέα. Έκανε μια ξύλινη κάσα. Έβαλε μέσα το αγόρι και ένα σημείωμα που έγραφε ότι ήταν αβάπτιστο και πέταξε τη κάσα στο θρακικό πέλαγος. Η θάλασσα παρέσυρε τη κάσα βαθιά, εκεί όπου ψάρευαν οι καλόγεροι. Εκείνη τη μέρα λοιπόν αντί για ψάρια, ψάρεψαν την ξύλινη κάσα που πέταξε στη θάλασσα ο βασιλιάς. Μη ξέροντας τι να κάνουν, την πήγαν στον Ηγούμενο. Ο Ηγούμενος την άνοιξε και βλέποντας το αγόρι σάστισε. Το βάφτισαν, το περιποιήθηκαν και το μεγάλωσαν οι καλόγεροι το αγόρι. Το κάνουν καλογεράκι. Καθώς μεγάλωνε τους έδινε χαρά τραγουδώντας, ψέλνοντας και βοηθώντας τους στις δουλειές. Έγινε παλικάρι ξακουστό για τη γλυκιά φωνή του. Ένας με τον άλλο οι επισκέπτες του μοναστηριού έλεγαν για το παλικάρι με τη θεϊκή φωνή που ζούσε με τους καλόγερους που το βρήκαν σε μια κάσα στη θάλασσα. Έτσι έφτασε και στα αφτιά του βασιλιά. Ταίριαζε η ιστορία αυτού του παλικαριού με τη δική του ξεχασμένη πια ιστορία. Η περιέργεια του, τον έτρωγε και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί τις νύχτες. Αποφάσισε λοιπόν να πάει και αυτός στο μοναστήρι αυτό. Έπρεπε να δει με τα μάτια του αυτό το παλικάρι. Ανήξερο το παλικάρι τραγούδησε και έψαλε για το βασιλιά βάζοντας τα δυνατά του για να εντυπωσιάσει. Ήθελε το παλικάρι να δει και τον κόσμο έξω από το μοναστήρι . Ήταν βέβαια δύσκολο να αποχωριστεί τους καλόγερους που τον μεγάλωσαν με τόση στοργή και αγάπη. Όταν όμως ο βασιλιάς του ζήτησε να πάει ένα γράμμα στη γυναίκα του, η επιθυμία του φούντωσε. Έγραφε στο γράμμα ο βασιλιάς. «Γυναίκα αυτό το παλικάρι που θα σου φέρει το γράμμα, να το ζεματίσεις με καυτό λάδι». Πήρε το γράμμα και ξεκίνησε για το παλάτι του βασιλιά, έχοντας μια αποστολή. Να παραδώσει το γράμμα στη βασίλισσα. Στο δρόμο συνάντησε ένα σεβάσμιο γέροντα. «Που πας παλικάρι μου; », «Πάω αυτό το γράμμα στη βασίλισσα, απάντησε με την αφέλεια του το, παλικάρι, φιλώντας το χέρι του γέροντα. Δώστο μου εμένα αυτό το γράμμα λέει ο γέροντας. Του το δίνει το παλικάρι, γιατί κανείς δεν ξεφεύγει από το γραμμένο. Αλλάζει το γράμμα ο γέροντας χωρίς να το καταλάβει το παλικάρι. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει επιτέλους στο παλάτι. Αφού παραδίδει το γράμμα στη βασίλισσα, ζήτησε να φάει και να ξεκουραστεί. Η βασίλισσα διαβάζοντας το γράμμα άρχισε κιόλας τις ετοιμασίες. Το γράμμα που πήρε από το βασιλιά έλεγε. Αυτό το παλικάρι διάλεξα για τη κόρη μας. Θέλω να την παντρέψεις πριν γυρίσω. Μετά από τρεις μέρες που γύρισε ο βασιλιάς, πιστεύοντας ότι η γυναίκα του θα είχε κάνει ότι της παρήγγειλε, βρήκε γλέντια και χαρές στο παλάτι. Παντρεύτηκε η μοναχοκόρη του. Ως εκεί άντεξε η καρδιά του. Του ήρθε ταμπλάς κι έσκασε από το κακό του. Το παραμύθι μας τελειώνει βρίσκοντας το παλικάρι και τη μοναχοκόρη του βασιλιά να ζουν καλά και εμείς καλύτερα.

Σταυρούλα Τσιμπλιαράκη

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης



18. ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κοντιβι καλοκαιρ’ . Απού μέρις η πιθιράμ’ μι παραγγιλι ντη μ Παρασκ’ βι να πααίνου να ντη βοηθήσου στου φούρνισμα. Του πουρνό ιτοίμασ’ κα ιγώ, ιτοίμασα κι του π’ δίμ, ‘ηνταν πιντέξ’ μηνώ, κι πήρα ντη στράτα για τση πιθιράσουμ’ του σπίτ’, που ήνταν στου σκουλιό ντου μαχαλά. Μόλις είχι σ’κουθεί ου ήλιος κανά μπόι, όταν έφτασαμι στου σπίτ’. Η πιθιράμ’ ε’ιχι ζ’μώσι απ’ του πουρνό κι τα ψουμιά ήνταν ετ’ μα στη πνακουτή. Ερλέχτσα ντου μικρό στου χαγιάτ’ , απάν’ στη ψάθα, ντου στέριουσα μη τρεις μαξ’ λάρις στα ντραμπαζάνια κι ντ’άφ’κα ικεί να κάνου ντη δ’λειάμ’ γιατί ήνταν πουλύ γιαβάσκους. Σιαπέρα απ’του χαγιάτ’ ήνταν ου φούρνος κι ακόμα σιαπέρα μια μιγάλ’ ασκαμνιά που έκαν’νι πουλύ νόστιμις ματζούλις. Πήρα τα πουρνάρια, τ’ άχουσα στου φούρνου κι τά’ βανα φουτιά. Έριχνα κάθι τόσου πουρνάρια ίσαμ’ να κάψ’ ου φούρνους κι να είνι έτ’μους για φούρνισμα. Όταν άσπρισι, τράβηξα τα καρβούνια μπρουστά μι του σράβλιστου κ’ύστ’ρα μη ντη πάνα καθάρσα απού κάτ’τσι στάχτιςν κ’ ήνταν έτ’μους για φούρνισμα. Αρχίνιψα τότις να τραβώ του μισάλ’ κι να ρίχνου τα ψουμιά απ’ ντη πνακουτί στου φκιάρ’ κι να τα φουρνίζου ένα ένα. Κείν’ ντη ώρα που φούρνιζα, έρντι ένας αρκουδιάρ’ς μη ντ’ αρκουδάκλατ’. Μόλις ίδι αυτή του μικρούτσ’κου κι χουρίς να ντη πάρουμι χαμπάρ’, γιακναντίζ’, γκερεντίζ’, τσι χειρούκλιτ’ς κι απάζ’ του πιδούδιμ’ μεσ’ντι’ αγκαλιάτ’ς. Του μικρούτσ’κου αρχίνιψι να κλαίει. Ιγώ γυρνώ του κιφάλιμ’, κ’τάζω ντ’αρκουδάκλα μι του πιδίμ’σντ αγκαλιάτ’ς κι αρχινώ να τσιριμαχώ, να κάν΄θα λουλιά. Η αρκουδιάρ’ς σιασίρντ’σι. «Ησύχασε κυρά μ’ δε θα το επιράξει το μικρό. Γέννησε και το αρκουδάκι ψώφισε, για αυτό πήρε το μικρό μόλις το είδε. Μη φοβάσαι θα το αφήσει», ίλίγι ο αρκουδιαρ’ς κι προσπαθούσι να παρ’ του μικρούτ’κου. Μόλις του πήρι απ’ντ’αρκούδα μι του’δουσι κι γύριψι να ντου σχουρέσου που μι λαχτάρ’σι τόσου πουλύ. Ιγώ μόν’που δε κατρήθ’κα απ ντου φόβουμ’. Τα πουδάριαμ’ έτριμαν κ’είχα γιν’ κίτριν’θα φλουρί. Μ’ ούλουν τούτον ντου σαματά, η πιθιράμ’βγήκι απ’του κιλάρ’ στου χαγιάτ κι αρχίνιψι να φουνάζ΄ντ’αρκουδιάρ’. «Γκριμίσκι απ’ιδώ κι συ κι αρκουδάκλα’ς ». Ιγώ να μη τα πουλυλουγούμι έκανα ώρα να συνέρτου. Καλά που πρόκανα να φουρνίσου του ψουμί.

Μαρία Χριστίνα Γεωργιτζίκη

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης


19. ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Εκεί, στην «Τούμπα Μπαγλαρί», μια μικρή περιοχή της Ξάνθης. Η μικρή Πιπίνα κοιμόταν και ονειρευόταν. Και κάθε βράδυ σχεδόν το ίδιο όνειρο. Ένα σμήνος από μικρές πυγολαμπίδες σχημάτιζαν στον σκοτεινό ουρανό ένα φωτεινό «Θ»(θήτα). Και οι μέρες περνούσαν, οι νύχτες έρχονταν και η μικρή Πιπίνα είχε γίνει κιόλας 12 χρονών κι ακόμη δεν μπορούσε να δώσει μια εξήγηση σ’ εκείνο το όνειρο. Το σπίτι που ζούσε δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, όμως ήταν πάντα τακτοποιημένο και καθαρό. Από το παράθυρο του δωματίου της έβλεπε το επιβλητικό τζαμί και τους όμορφους κήπους από τα τσιφλίκια του πάνω μαχαλά. Πολλές ήταν οι φορές που καθόταν στο περβάζι και προσπαθούσε να δώσει με το νου της σχήματα στα σύννεφα του ουρανού. Ήξερε ότι οι γονείς της δεν ήταν οι πραγματικοί της, όμως την αγαπούσαν και την μεγάλωναν καλύτερα ίσως και από δικό τους παιδί. Ποτέ δεν έμαθε ποιοι ήταν οι πραγματικοί γονείς της και δίσταζε να ρωτήσει γιατί φοβόταν την απάντηση. Το βλέμμα της Πιπίνας ήταν πάντα μελαγχολικό. Το μόνο που έλαμπε ήταν τα ξανθά μαλλιά της σε αντίθεση με το μελαψό δέρμα της. Κυριακή σήμερα και σε λίγο θα συναντιόταν με τους φίλους της Ομάρ και Αϊμέ για να παίξουν στην αυλή του σπιτιού τους. Μα δεν ήταν αυτό που της έδινε τόση χαρά. Θα περνούσε πάλι μπροστά από το μικρό καπνοπωλείο για να ακούσει γλυκές ιστορίες από τη ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια του την κα Δέσποινα. Πως ήρθε πρόσφυγας στη Θράκη, στο κατώφλι της Κωνσταντινούπολης, κουβαλώντας τα λιγοστά υπάρχοντά της και με το φόβο του τσανταρμά δηλαδή του χωροφύλακα, πως είχε χάσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τη μνήμη της, πως ταλαιπωρήθηκε να επιβιώσει κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και άλλα πολλά. «Καλημέρα κα Δέσποινα», «Καλημέρα μικρή μου! Κόπιασε να σε τρατάρω. Έφτιαξα κανταΐφι, που σ’ αρέσει.». Από το μικρό ραδιοφωνάκι ακουγόταν ρυθμική θρακιώτικη μουσική. Η Πιπίνα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα της από τα μελιά μάτια της κας Δέσποινας. Οι βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό της φανέρωναν τα δύσκολα χρόνια που πέρασε ενώ μια γλυκιά μελαγχολία ήταν ζωγραφισμένη παντού στο πρόσωπό της. Υπήρχαν στιγμές που νόμιζε ότι το μυαλό της ταξίδευε κάπου αλλού, δεν έλειπε ωστόσο το χαμόγελο από τα χείλη της. «Αχ, γιαβρί μου, έτσι τη φώναζε, εχθές κουράστηκα πολύ και πονάνε τα χέρια μου». Η Πιπίνα τότε αυθόρμητα πήρε τα χέρια της κας Δέσποινας και άρχιζε να τα χαϊδεύει για να τα γιατρέψει. Ήταν σκληρά και ταλαιπωρημένα. «Είδες πως έγιναν τα χέρια μου γιαβρί μου; Από τότε που ήρθα από την Πόλη δουλεύω στα καπνά. Αρχικά, με πήρε στο κτήμα του ο Χουσεΐν Μπέη και έμενα μαζί με άλλα εννέα άτομα σε μια αποθήκη. Να’ ναι καλά ο άνθρωπος. Μου έμαθε τη δουλειά και αργότερα μπόρεσα να νοικιάσω δική μου γη. Επειδή είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος μάλιστα από τη δουλειά μου, μου χάρισε και ένα βόδι. Αρχικά έσπειρα σιτάρι για να έχω τουλάχιστον σταρένιο ψωμί να τρώω,πονούσε το στομάχι μου από τα αγριόχορτα που συνήθιζα να τρώω, και μετά έσπειρα καπνά και τα πουλούσα. Από τη νύχτα ξεκινούσα να πάω να τα σπείρω για να μη με πιάσει ο ήλιος και όταν ερχόταν τον Άγουστο η ώρα να τα σπάσω πάλι από τη νύχτα ξεκινούσα. Φυλλαράκι φυλλαράκι τα περνούσα από την κλωστή και τα κρεμούσα να λιάζονται για πολύ καιρό μέχρι να ξεραθούν. Με πολλή δουλειά μέρα και νύχτα έκανα αυτό το μαγαζάκι. Δόξα το Θεό! Ήρθα εδώ στη Ξάνθη και έγινα κομμάτι της, γνήσια Θρακιώτισα! Οι άνθρωποι είναι όλοι φιλήσυχοι, φιλόξενοι και αξιοπρεπείς. Η σκέψη μου και η καρδιά μου όμως θα είναι πάντα στραμμένη στις ρίζες μου. Ζω το χθες, το σήμερα και κάνω όνειρα. Αυτά με κρατάνε ζωντανή». «Κα Δέσποινα, τι είναι αυτό το λουρί κρεμασμένο στο καρφί;»,«Α! Αυτό είναι το λουρί της Μαριγώς, της αγαπημένης μου αγελάδας. Βλέπεις εκεί στη Πόλη είχαμε μια φάρμα με αγελάδες. Μια μέρα χάσαμε τη Μαριγώ και το μόνο που βρήκαμε κρυμμένο στα άχυρα ήταν το λουράκι της. Τότε, όπως συνηθιζόταν, πήγαμε στον πασά που φημιζόταν ότι είχε μαντικές ικανότητες. Κοίταξε τα νύχια του για αρκετή ώρα και μας είπε ποιος είχε πάρει την αγελάδα μας. Όμως ας μη σε ζαλίζω, για πες μου εσύ πως τα περνάς;». «Είμαι καλά, όμως νοιώθω ότι κάτι μου λείπει. Ότι ανήκω κάπου αλλού. Και βλέπω συνέχεια εκείνο το όνειρο». «Να προσεύχεσαι συχνά. Είσαι τυχερή που αυτοί οι δύο άνθρωποι σε φροντίζουν σα δικό τους παιδί. Θα προσεύχομαι και εγώ για σένα να βρεις σύντομα αυτό που σου λείπει. Πάνε τώρα στους φίλους σου που σε περιμένουν και πάρε και αυτά τα άσπρα καλαμπόκια να φάτε. Θα χαρώ να σε δω και την επόμενη Κυριακή». Μια έκπληξη όμως περίμενε την Πιπίνα την επόμενη Κυριακή. Όταν μπήκε στο μικρό καπνοπωλείο της κας Δέσποινας τη βρήκε να κλαίει αγκαλιά με μια φωτογραφία. Μπήκε διστακτικά μέσα και της μίλησε. «Καλημέρα κα Δέσποινα!». «Καλημέρα μικρή μου. Και σκούπισε γρήγορα γρήγορα τα δάκρυά της.». «Κα Δέσποινα, ποιοι είναι αυτοί στη φωτογραφία; ». «Ο γιος μου,, η νύφη μου και το δίχρονο κοριτσάκι τους. Έχασα τα παιδιά μου από ελονοσία και η εγγονή μου..» δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Και η εγγονή σου, κα Δέσποινα ;». «Δεν ξέρω γιαβρί μου. Μου είπαν ότι πέθανε, όμως μέσα μου πιστεύω ότι ζεί και ότι κάποτε θα τη βρω γι’ αυτό ο Θεός με κρατάει ακόμη ζωντανή.» Η φωτογραφία έπεσε από τα χέρια της κας Δέσποινας. Τότε η Πιπίνα διάβασε στο κάτω μέρος της φωτογραφίας.- Οικογένεια Ανθόπουλόυ Δημήτρη-. Είναι σίγουρη ότι κάπου είχε ξανακούσει αυτό το επίθετο ή το είχε δει γραμμένο. Χαιρέτησε ευγενικά την κα Δέσποινα κι έτρεξε αυτή τη φορά στο σπίτι της κι όχι στο σπίτι των φίλων της. «Αννέ, αννέ», φώναξε που σημαίνει μάνα, μάνα. «Δώσε μου σε παρακαλώ το μενταγιόν που είπες ότι φορούσα όταν ήμουν μικρή». Ναι, τώρα βεβαιώθηκε. Ο άντρας και η γυναίκα που ήταν στη μικρή φωτογραφία από το μενταγιό ήταν οι ίδιοι που χαμογελούσαν και στη φωτογραφία της κας Δέσποινας. Στο πίσω μέρος του μενταγιόν ήταν χαραγμένες οι λέξεις : Οικογένεια Ανθόπουλου Δημήτρη. Ποτάμια τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της συνοδευόμενα όμως από ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη της. Τα συναισθήματα ήταν τόσο μπερδεμένα. Και πριν καταλάβει καλά καλά τι είχε γίνει, την πήρε ο ύπνος με το μενταγιόν στο λαιμό της. Και νάτες πάλι αυτές οι μικρές πυγολαμπίδες να σχηματίζουν ένα τεράστιο φωτεινό Θ ! μα αυτή τη φορά ήρθαν και άλλες και αυτές σχημάτισαν ένα τεράστιο φωτεινό Ρ ! και μετά ήρθαν και άλλες που σχημάτισαν ένα τεράστιο φωτεινό Α ! και μετά ένα Κ και τέλος ένα Η ! θήτα, ρο, άλφα, κάπα, ήτα ! ΘΡΑΚΗ! Ώστε αυτό σήμαινε λοιπόν το όνειρό της. Εκεί στη Θράκη βρήκε τη γιαγιά της, βρήκε αυτό που τηε έλειπε. Την αληθινή οικογένειά της. Δεν υπάρχει ούτε τρόπος ούτε τόπος μαγικός για να γίνει το θαύμα. Ψυχή μόνο θέλει. Και απ’ αυτήν έχουν μπόλικη οι Θρακιώτες. Χιλιοτραγουδισμένη Θράκη, η σκέψη και η καρδιά μας είναι πάντα στραμμένη σε σένα!

Αθηνά Μαχαίρα

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης

20. ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η προγιαγιά μου η Λουίζα είναι η μαμά της γιαγιάς μου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, μέχρι το μεγάλο διωγμό. Όταν έφυγαν και ξεκίνησε η προσφυγιά, ξεκίνησαν για τη Βουλγαρία. Ο προ προπάππους μου ο Δημητρός είχε φύγει πιο μπροστά για να ετοιμάσει το σπίτι να πάει η οικογένειά του. Η προ προγιαγιά μου η Κερατσό πέρασε μεγάλες στεναχώριες. Είχε πέντε παιδιά και ήταν εντελώς μόνη. Κάθε λίγο οι Τούρκοι έκαναν έφοδο στο σπίτι και το έκαναν άνω κάτω ψάχνοντας τον προ προπάππο μου τον Δημητρό. Μετά από καιρό ο προ προπάππος μου ο Δημητρός βρήκε έναν έμπιστο άνθρωπο, τον πλήρωσε για να φέρει την οικογένεια του στη Βουλγαρία. Η προ προγιαγιά μου η Κερατσό μάζεψε τα πράγματα που μπορούσε να κουβαλήσει αυτή και τα παιδιά. Ξεκίνησαν λοιπόν το βράδυ να περάσουν τα σύνορα και το πρωί ήταν κρυμμένοι στο δάσος να μην τους δουν οι Τούρκοι και το βράδυ προχωρούσαν. Την δεύτερη βραδιά ξεκίνησαν να προχωρούν είχε πολύ πυκνό σκοτάδι, δεν φαινόντουσαν άστρα και φεγγάρι. Τότε χάθηκε η προγιαγιά μου η Λουίζα. Έψαχναν να τη βρούνε όλη τη νύχτα. Φώναζαν μέχρι που τη βρήκαν. Αλλά τους άκουσαν οι Τούρκοι και τους γύρισαν πίσω στη πατρίδα τους. Πέρασε αρκετός καιρός. Ο προ προπάππος μου ο Δημητρός είχε ανοίξει μαγαζί στο Τσαραΐ της Γιάμπολης και πουλούσε ξηρούς καρπούς και γεμίσια. Έβγαζε καλά λεφτά. Μάζεψε πάλι αρκετά και βρήκε πάλι έναν έμπιστο άνθρωπο να φέρει την οικογένειά του στη Βουλγαρία. Πάλι γέμισε η γιαγιά η Κερατσό τα ζεμπίλια (τσάντες), τα φόρτωσε στα παιδιά και πήρε και αυτή τα υπόλοιπα πράγματα. Ξανά ήταν κρυμμένοι στο δάσος το πρωί και το βράδυ προχωρούσαν. Μετά από πολύ μεγάλη ταλαιπωρία πέρασαν τα σύνορα και τους περίμενε ο προ προπάππος μου ο Δημητρός. Φορτώθηκαν σε ένα κάρο και έφτασαν στη Γιάμπολη. Εκεί έζησαν δύο χρόνια. Ένα χρόνο στη Γιάμπολη και ένα στη Φιλιππούπολη. Όταν ησύχασαν τα πράγματα γύρισαν στην Ελλάδα και έμειναν στη Θεσσαλονίκη. Μετά ο προ προπάππος μου ο Δημητρός ήθελε να γυρίσει στη πατρίδα. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν στη Ξάνθη που είναι κοντά στα σύνορα. Έκανα σπίτι εκεί με την ελπίδα να γυρίσουν. Έμειναν στη Ξάνθη όπου τελικά είχαν μαζευτεί όλοι και της πατρίδας τους το όνομα έμεινε στις οδούς. Μαζεύονταν κάθε Σάββατο κι έκανα ζορφίξ (συγκέντρωση) και αναπολούσαν τα παλιά. Δηλαδή πως περνούσαν στη πατρίδα τους, με το λαντό(παϊτόνι) που πήγαιναν τη βόλτα τους, που πήγαιναν επίσης στα απρέμιντί που χόρευαν και τραγουδούσαν. Διατήρησαν τα ήθη και τα έθιμα τους που ακόμη και σήμερα η γιαγιά μου η Μαίρη τα κρατάει. Δυστυχώς όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι έμειναν με το όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ αλλά ευτυχώς είχαν τις αναμνήσεις τους για παρέα μέχρι το τέλος.

Μαρία-Χριστίνα Εμμανουηλίδου

77° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης




21. Η ΓΝΗΣΙΑ ΘΡΑΚΙΩΤΙΣΑ

Η εκπαίδευση : Στο σχολείο πηγαίναμε πρωί-απόγευμα. Τα παιδιά μέσα στη τάξη ήταν 30-50 αναλόγως με τα παιδιά. Στη τάξη μας είχαμε μια δασκάλα ή δάσκαλο. Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί. Καταρχήν εάν δεν πήγαινες διαβασμένος τους έλεγε: άνοιξε τα χέρια. Δεύτερον εάν δεν πήγαινες την Κυριακή στην εκκλησία, την Δευτέρα τον έβαζαν τιμωρία. Στο σχολείο πηγαίναμε με τη ποδιά. Η τσάντα μας ήταν από ύφασμα όπου την έραβε η μαμά. Μέσα στη τσάντα βάζαμε ένα βιβλίο, είχα ένα ή δύο τετράδια όπου πίσω από τα τετράδια είχε την προπαίδεια και από εκεί την μαθαίναμε. Επίσης είχαμε ένα μολύβι, και για να ξύσουμε το μολύβι παίρναμε το μαχαίρι. Εκδρομή μας πήγαιναν με τα πόδια, δηλαδή μας πήγαιναν στο γειτονικό χωριό. Αφού γυρνούσαμε από το σχολείο, πηγαίναμε στο στάβλο και βοηθούσα τους γονείς μου.Τα εθίματα : Την Καθαρή Δευτέρα ζυμώναμε μια πίτα(ψωμί). Το ψήναμε πάνω στη σόμπα. Το πρωί και το μεσημέρι δεν τρώγαμε από το ψημένο ψωμί, τρώγαμε το βράδυ το ψωμί και έλεγε ποιόν θα πάρεις. Του Αγίου Θεοδώρου με τις ελεύθερες κοπέλες πηγαίναμε σε ένα σπίτι κάναμε γλυκά και με το γραμμόφωνο βάζαμε μουσική και χορεύαμε. Μέσα στο χωριό είχε δύο βρύσες και πηγάδι. Με τις στάμνες που τις βάζαμε στον ώμο πηγαίναμε στις βρύσες και βάζαμε νερό για να πιούμε.Τα παιχνίδια μας : Για να φτιάξουμε τη μπάλα χτενίζαμε την ουρά της αγελάδας και παίζαμε μ’ αυτές. Το Πάσχα σφάζαμε το αρνί και το είχαμε για καλό (για τάμα). Με τα κοκαλάκια από τα πόδια τους τα παίρναμε και παίζαμε με τη μπάλα. Παίζαμε διάφορα παιχνίδια. Τα χρόνια μας ήταν ήσυχα. Στο σχολείο πηγαίναμε με τα πόδια μόνοι μας. Είχαμε ένα ζευγάρι ρούχα, παπούτσια κ.α. Στη πρώτη Μαρτίου βάζαμε τον Μάρτη και περιμέναμε τον πελαργό για να μας φέρει το φόρεμα και τα παπούτσια. Κάποιοι τα μάγουλά μας κοκκίνιζαν και αυτό σήμαινε πως ήμαστε ερωτευμένοι.Τα κάλαντα της Θράκης :Τα κάλαντα τα τραγουδούσαμε τα Χριστούγεννα. Τα κάλαντα τα λέγαμε το απόγευμα. Τότε δεν υπήρχαν φώτα, τότε είχα τις γκαζόλαμπες. Τα κάλαντα που λέγαμε την Πρωτοχρονιά ήταν : Σούρμα μπάμπου γηρό κουρμί γηρό σταυρί.

Φωτεινή Βυζιώτη

Δημ. Σχολείο Λαγυνών


22. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΘΡΑΚΙΩΤΙΣΑΣ

Μια φορά κι έναν καιρό στο Πούσιτο Ξάνθης ζούσε μία από τις πολλές πολύτεκνες οικογένειες. Ο Μπαρμπα Απόστολος ο Μαυροειδής και η φαμίλια του. Είχαν έξι αγόρια και μια κόρη, το πιο μικρό παιδί η Αναστασούδα. Η Αναστασούδα ήταν το χαϊδεμένο παιδί της φαμίλιας, τα αδέλφια της την λάτρευαν, η μάνα της ήταν όλο καμάρι και ο πατέρας πίστευε πωε είχε το πιο όμορφο κορτσούδι του ντουνιά. Δούλευαν όλοι μαζί στα χωράφια, είχαν λιόσπορους και τα χρήματα ήταν λιγοστά, όμως είχαν αξιοπρέπεια και όρεξη για ζωή! Τα βράδια καθόντουσαν όλοι μαζί για να φάνε μετά από μια κοπιαστική ημέρα. Τραγουδούσανε όλοι μαζί τραγούδια της τάβλας αλλά και χόρευαν! Τα τραγούδια που έλεγαν ήταν : με γελάσανε τα πουλιά, βασίλεψε ο αυγερινός, σ’ αυτό το αλώνι το φαρδύ και το πιο αγαπημένο τους τραγούδι, που το έλεγαν για να πειράξουν την Αναστασούδα είναι το : έλα Ναστασούδαμ’ κάτσε να σου πω παράτησε το Χρήστο να σε πάρω ‘γω. Πως να τον παρατήσουν του Μονοχολή πουλύ μικρή με πήρε δώδεκα χρωνη. Με τάιζε το μέλι και τη ζάχαρη… Έτσι περνούσαν τα χρόνια και η Αναστασούδα η Μαυροειδή έγινε δεκαπέντε χρονών, όμορφη και καλή νοικοκυρά. Ο έρωτας όμως ήρθε και χτύπησε την πόρτα της καρδιάς της. Αγάπησε το Χρήστο, το Μακεδόνα που υπηρετούσε τη πατρίδα στα μέρη της «Χωρίς εσένα δε φεύγω στη Μακεδονία Αναστασούδα», της έλεγε ο Χρήστος που ήταν ψηλός, όμορφος και αποφασιστικός ο Μακεδόνας. Η φαμίλια δεν τον ήθελε για γαμπρό, κι αυτό γιατί δεν ήθελαν να αποχωριστούν το χαϊδεμένο τους κοριτσάκι και επίσης δεν ήταν Θρακιώτης, ήταν σημαντικό για αυτούς. Δευτέρα μεσημέρι ο Χρήστος ο Αλευράς απολύεται και Δευτέρα βράδυ φτάνει στη Θεσσαλονίκη στο χωριό Λαγυνά μαζί με την Αναστασούδα. Την έκλεψε από το Μαυροειδέϊκο. Με τον καιρό το πήραν απόφαση ότι ο Μακεδόνας ήταν το τυχερό της. Έστησαν το νοικοκυριό τους πάνω στην αγάπη και το σεβασμό. Νοικοκύρης ο Μακεδόνας, χτίστης μάστορας από τους καλύτερους του χωριού, αλλά και η Αναστασούδα η καλύτερη νοικοκυρά της περιοχής και ας ήταν κι μικρούλα. Εκείνη ήταν που δίδαξε στις γυναίκες του χωριού πως να πλέκουν με το βελονάκι τα τσεμπέρια τους. Εκείνη ήταν που δίδαξε στις συχωριανές της και ένα σωρό χρήσιμα πράγματα γύρω από το νοικοκυριό. Η ζωή της ήταν πάντα γεμάτη αγάπη, με το Μακεδόνα και τα τέσσερα παιδιά της, όμως παρόλα αυτά νοσταλγούσε τη πατρίδα της. Το μπουμπάκο της (το μπαμπά της), τη μάνα της, αλλά και τους αδερφάδες της που την τραγουδούσαν. Λίγες φορές τους ξαναείδε, είχαν δίκιο οι δικοί της, ήταν μακριά στα ξένα. Έχασε και τον αγαπημένο της το Χρήστο τον Μακεδόνα πολύ νωρίς και δεν πρόλαβε να τον χορτάσει, όπως έλεγε. «Τώρα μου κόψαν τα φτερά και πάω περπατώντας», ψιθύριζε η Αναστασούδα. Πάντρεψε τα παιδιά της και απέκτησε εγγόνια, πολλά εγγόνια. Τα μάζευε όλα γύρω της και τα μιλούσε συνέχεια για την πατρίδα της και για την αγάπη της, τον παππού τους τον Μακεδόνα. Ένας νοντάς ήταν που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, μα ήταν στολισμένος, νοικοκυρεμένος. Από την Ανατολική μεριά του τοίχου εικονοστάσι με την Παναγιά να δεσπόζει και το καντήλι πάντα αναμμένο. Γύρω γύρω στους τοίχους είχε πάντες από τα χέρια της, φτιαγμένο κάτω, στρωμένο υφαντό, κιλίμι με μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα και πολλά μαξιλάρια όλα κεντημένα, που τα έβαζαν κάτω τα εγγόνια και καθόντουσαν για να ακούνε τις ιστορίες κυρίως από τον τόπο της. Δεν είχε χρήματα πολλά για να αγοράσει διάφορα, γι’ αυτό και έβαζε ένα κατσαρολάκι στο σπιρτολόγο, έβραζε νερό, έριχνε ζάχαρη και λίγο πολύ λίγο κακάο, έκοβε και από μια μπουκιά ψωμί και τρατάριζε τα εγγόνια της. Αχ ! Τι νόστιμο που ήταν ένα φλιτζανάκι με κακάο και να βουτάς το ψωμάκι, σαν να ήταν η θεία κοινωνία για τα εγγόνια της. Μα δεν ήταν το κακάο, ήταν τα λόγια της που έσταζαν μέλι, ήταν η ίδια το φως και ο πολιτισμός . Η Αναστασούδα έγινε γιαγιά Τασό, ήρθε η ώρα να αφήσει τούτο το κόσμο. «Μέχρι της εννιά το βράδυ, είπε, να’ ρθείτε να με χαιρετήσετε γιατί μετά θα με περιμένει αυτό που λαχταρώ. Λαχταρώ να πάω εκεί που δεν είμαι ξένη είπε, εκεί που η Θράκη και η Μακεδονία είναι μαζί, εκεί που είναι τ’ αδέρφια μου και οι γονείς μου. Εκεί που είναι ο Χρήστος μου και άνοιξε την αγκαλιά του και με περιμένει». Έτσι και έγινε πέρασαν όλα τα παιδιά της και τα εγγόνια της και τη χαιρέτησαν και για το καθένα ξεχωριστά είχε μιαν ευχή. Εννιά παρά δέκα γύρισε και είδε το ρολόι στο τοίχο. «Και τώρα αφήστε με μόνη, τους είπε, ήρθε η ώρα να ξανασμίξω με την αγάπη μου, τον Μακεδόνα». Έτσι και έγινε όπως τα λογάριαζε. Έγραψε την ιστορία της μέσα από το ήθος της και τον πολιτισμό της, το πολιτισμό της Θράκης.

Ελευθερία Καμπαγιοβάννη

Δημ. Σχολείο Λαγυνών

23. Η ΑΛΗΘΙΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΜΑΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΘΡΑΚΗ
Αύγουστος 1924…..Ήτανε Αύγουστος του 1924 ο τελευταίος μήνας αυτού του ζεστού και κουραστικού καλοκαιριού κι ο καιρός άρχισε να δροσίζει λίγο. Κόντευε Σεπτέμβριος, ερχόταν η κατάλληλη εποχή για την μετακόμιση των ανθρώπων από τη Β. Θράκη στην Μακεδονία. Οι γονείς της μικρής Σταματίας, του μικρού Χρήστου, και πέντε ακόμη παιδιών όπως και πολλοί άλλοι γονείς είχαν μάθει την απόφαση των πολιτικών για την αλλαγή των συνόρων, δηλαδή ότι τα σύνορα θα τελείωναν στην Β. Μακεδονία κι είχαν προβλέψει ότι πρέπει να φύγουν. Η 6χρονη Σταματία είχε μάθει τελευταία την είδηση της μετακόμισης, μα δεν ήξερε το λόγο που φεύγουν. Κανείς δεν της απαντούσε σ’ αυτή την ερώτηση. Ήταν όλοι τους πολύ στεναχωρημένοι μα προσπαθούσαν να μη το δείχνουν. Ήθελαν να είναι αισιόδοξοι. Ώσπου μια μέρα…. -Σταματία γιατί κλαίς; τι σ’ έπιασε τώρα και γιατί είσαι μες τις λάσπες; – Α! Ρε Κατερίνα, μ’ αρέσει που ρωτάς κιόλας, λες και δεν ξέρεις! Μετακομίζουμε, φεύγουμε από εδώ για πάντα. Για πάντα! Δεν σου λέει τίποτα αυτό; Και εκτός απ’ αυτό δεν μας λένε και το γιατί. Έχουμε το δικαίωμα να ξέρουμε γιατί φεύγουμε απ’ την πατρίδα μας. Όλη μέρα αυτό σκεφτόμουν και καθώς πήγαινα στα χωράφια δεν πρόσεξα κι έπεσα μες τις λάσπες. Το θεωρείς παράλογο; – Όχι βέβαια. Κι εγώ στεναχωριέμαι. Ηρέμησε, μην κλαις, κάτι θα κάνουμε και θα το ανακαλύψουμε. Εμείς πάντα σκεφτόμαστε κάτι, έτσι δεν είναι; -Ναι, καλά, για σένα είναι όλα εύκολα επειδή είσαι μεγάλη. -Σιγά τη μεγάλη, μόνο 13 χρονών είμαι και εκτός αυτού αν θέλεις, όλα τα καταφέρνεις. Αν πάλι θες πια τόσο πολύ να μάθεις το λόγο, μπορούμε να φωνάξουμε και τα άλλα αδέλφια μας και κάτι φίλους και να πάμε το βράδυ να κρυφακούσουμε τι θα πούνε στη συγκέντρωση τους οι μεγάλοι! -Ουάου! Καταπληκτική ιδέα! Πάω να φωνάξω τα παιδιά. – Στάσου περίμενε… – Πάω… – Ουφ, τέλος πάντων. Σημασία έχει ότι σταμάτησε να κλαίει. Έτσι όταν ήρθε το βράδυ….- Γρήγορα παιδιά, ελάτε! – Κατερίνα! Κατερίνα! Τι λένε; – Σταματία! Μη φωνάζεις, θες να μας καταλάβουν; περίμενε ν’ ακούσω και θα σου πω…- Τι λένε βρε παιδιά; Κάτι για σύνορα ακούω. – Άσε Χρήστο, κατάλαβα τι εννοούνε. Οι πολιτικοί αποφάσισαν ότι τα σύνορα της Ελλάδας είναι μέχρι τη Βόρεια Μακεδονία.- Τι ;;; – Τι ;;; Δεν είναι δυνατόν! Θα πάω εκεί και θα τους δείρω αυτούς τους πολιτικούς. Είναι κακοί! Δεν τους αγαπάω! – Σταματία, ηρέμησε! Δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα και πάλι όταν φύγουμε θα σκορπιστούμε. – Γιατί ; – Γιατί δεν χωράμε όλοι σε ένα μέρος. Είμαστε πάρα πολλοί. – Ωχ ! Έχουμε να περάσουμε περιπέτειες…. – Και να φανταστείς την μεθεπόμενη εβδομάδα, φεύγουμε… – Όχι! Όχι ! Όχι ! Δεν θα το επιτρέψω να συμβεί αυτό. Να φύγουμε από τον τόπο που μεγάλωσα! – Πως μεγάλωσες καλέ, έχεις ακόμα να μεγαλώσεις…- Χρήστο δεν είναι η ώρα για να την κοροϊδέψεις. Δεν βλέπεις ότι κλαίει; – Καλά ντε, συγνώμη!… – Λοιπόν, παιδιά, ως μεγαλύτερη σας λέω ότι είναι αργά και πρέπει να πάμε να κοιμηθούμε. Αν δεν μας βρουν οι γονείς μας στο σπίτι, θα τρομάξουν και θα νομίσουν ότι πάθαμε κάτι. – Ναι, δίκιο έχεις…- Ναι! Ναι! Σωστά, η Κυριακή έχει δίκιο. Πάμε στα σπίτια μας, άντε γεια. Τα λέμε αύριο. – Γεια! – Γεια ! – Καληνύχτα – Καληνύχτα σε όλους σας και εύχομαι να βρούμε κι εμείς μια λύση με την επαναστάτρια αδελφή μου….Σεπτέμβριος 1924…. Μια εβδομάδα αργότερα όλοι ετοιμαζόντουσαν να φορτώσουν τα πράγματά τους στα κάρα. Η Σταματία και η Μάρω όμως αρνιόντουσαν να βοηθήσουν. – Κορίτσια γιατί δεν βοηθάτε; Όλα εμείς θα τα κάνουμε; – Τι λες μωρέ; φεύγουμε που φεύγουμε απ’ τον τόπο που γεννήθηκα να βοηθήσω κιόλας; – Αυτό ξαναπές το ξαδέρφη! Αρνούμαι το παιδί μου να γεννηθεί σε άλλο τόπο! Είπε η ξαδέρφη τους, η Μάρω που ήταν έγκυος. – Μπράβο Μάρω! Είδατε έχουμε και άλλον με το μέρος μας. – Σταματία τους παρασύρεις όλους! Της είπε η αδερφή της η Κατερίνα, όπως την έλεγαν όλοι. Αλλά αυτή δεν άκουγε κανέναν. Δεν μπόρεσε όμως να κάνει κάτι κι έτσι αναγκαστικά την επόμενη εβδομάδα τους ακολούθησε. Βασικά την πήραν μαζί τους με χίλιους κόπους….- Σταματία σε παρακαλώ έλα, μην κάνεις σαν μωρό..- όχι δεν έρχομαι. – Παιδιά, νομίζω ότι πρέπει να την πάμε στο κάρο αγκαλιά! – Αφήστε με κάτω τώρα! – Ελάτε παιδιά, φτάσαμε! – Ξεκινήστε, ανέβηκε και ο τελευταίος. Τότε τα άλογα ξεκίνησαν να τρέχουν και η μικρή Σταματία έκοψε γρήγορα τρία λουλούδια που ήταν εκεί δίπλα της, πήρε μια χούφτα χώμα και τα έβαλε σε ένα γυάλινο βάζο. Ύστερα καθώς αποχαιρετούσε τη Θράκη και κάποια ζωάκια που ήταν φίλοι της, κλαίγοντας, κοιτούσε τα ερημωμένα σπίτια και υποσχέθηκε ότι το βάζο με τα λουλούδια της και το χώμα θα το κρατήσει για όλη της τη ζωή, για να θυμάται την πατρίδα της και όσα έζησε εκεί. Σε λίγο η ώρα πέρασε και οι άνθρωποι βγήκαν από τα κάρα για να φάνε μεσημεριανό. Η Σταματία όμως δεν πεινούσε. Δεν είχε όρεξη για τίποτα. – Τα άλογα κουράστηκαν. Δεν γίνεται να συνεχίσουμε. Πρέπει να διανύσουμε τουλάχιστον ογδόντα χιλιόμετρα συνεχόμενα. Άρα θα περάσουμε την υπόλοιπη μέρα εδώ. – Εντάξει, τώρα θα ταΐσουμε τα άλογα και θα τους φέρουμε νερό για να πιουν μέχρι να ξεκουραστούν. Το απόγευμα κατά το βράδυ θα ξεκινήσουμε για να φύγουμε. Κατά τις 11 με 12, μπορεί και πιο νωρίς, τη νύχτα θα σταματήσουμε πάλι και θα ψάξουμε να βρούμε μέρος να διανυκτερεύσουμε. – Ωραία, έως εδώ καλά θα είμαστε. Από εκεί και πέρα όμως; – Τι εννοείς ; – Όταν θα φτάσουμε στον προορισμό μας, δεν θα είναι όλα εύκολα. Οι άνθρωποι εκεί δεν θα μας δεχτούν και σαν ήρωες. Έχουμε ν’ ακούσουμε… εκτός απ’ αυτό, δεν νομίζω να ζήσουμε όλοι μαζί. Είμαστε πολλοί, αποκλείεται να χωρέσουμε σε ένα μέρος.. – Ναι, ναι! Φοβάμαι ότι από ένα σημείο και μετά θα πρέπει να χωριστούμε σε 4 ομάδες και θα διαλέξουμε 1 αρχηγό για κάθε μία. Τότε θα κινηθούμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις. – Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι… – Ακριβώς, ότι δεν θα ζούμε πια όλοι μαζί! Λυπάμαι, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα συναντιόμαστε πια. Θα οργανώνουμε πολύ συχνά συγκεντρώσεις. – Ε!! Κυριακή, άκουσες τι είπαν οι μεγάλοι; – Ναι, πρέπει να το πούμε επειγόντως στη μικρή, θα την ενδιαφέρει. – Τι λες ρε Μάρω! Αν το ακούσει θα θυμώσει ακόμα περισσότερο. – Μην ανησυχείτε το άκουσα. Εδώ είμαι και εγώ. – Τι ;;; Σταματία… κοίτα, δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημα τα πράγματα. – Όχι, όχι μη στεναχωριέσαι. Δεν πρόκειται να κάνω φασαρία…ίσα ίσα το αποφάσισα. Δεν θα κάνω τίποτα ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Και να το ξέρετε όλοι σας ! Θα φύγω απ’ το καραβάνι ΘΑ ΦΥΓΩ ! Θα κατευθυνθώ βορειοδυτικά. Έτσι μπορεί να βρω κάποιο μέσο να επιστρέψω πχ κάποιο άλογο. – Βορειοδυτικά έχει μία λίμνη…- Τέλος πάντων, σας το λέω. Δεν θα με ξαναδείτε! – Ρε συ, Κυριακή, δεν νομίζεις ότι παραπάει αυτή η ιστορία; – Μην ανησυχείς Μάρω, παιδί είναι. Θα της περάσει. Τι το επικίνδυνο μπορεί να κάνει;Το βράδυ….- Ανεβείτε όλοι φεύγουμε…Λέγανε όλοι και μετρούσαν τους ανθρώπους για να σιγουρευτούν ότι δεν λείπει κανείς. Σε λίγη ώρα ο αρχηγός του καραβανιού, τους είπε ότι περνάνε από το «άγριο δάσος» , όπως το λέγανε, το οποίο είχε πολλά άγρια ζώα, ξερά δέντρα, ακόμη υπήρχε κι ένας θρύλος για ένα κορίτσι που χάθηκε εκεί πριν 5ο χρόνια και τώρα κάθε βράδυ, ακούγεται η απελπισμένη φωνή της για βοήθεια. Για αυτό τους συμβούλεψε, να μην βγουν ούτε για λίγο έξω από το κάρο. Και για να μην υπάρξει κίνδυνος με τα μικρά παιδιά, να τα απασχολήσουν με κάτι άλλο ή να τα βάλουν για ύπνο. – Ρούλα, Κυριακή, Μάρω. Εσείς είστε οι πιο μεγάλες, σίγουρα θα ξέρετε γιατί τρέχουν τόσο γρήγορα τα άλογα! – Είναι γιατί περνάνε το «άγριο δάσος». Εκείνο με το θρύλο! – Τι ;;; Βοήθεια! Φοβάμαι! – Μην στεναχωριέσαι, θα είμαστε απόλυτα ασφαλείς. – Μαμά , δε θέλω να μας φάνε τα άγρια ζώα! – Ούτε εγώ… – Παιδιά μη φοβάστε! Δεν είναι σίγουρο ότι ο θρύλος είναι αληθινός. Οι άνθρωποι παλιά βγάζανε ιστορίες από το μυαλό τους, τις οποίες τις λέγανε τόπο πολύ καιρό ώστε στο τέλος τις πίστευαν και οι ίδιοι. Άντε τώρα, πηγαίνετε για ύπνο και εγώ θα σας πω την αγαπημένη σας ιστορία. – Ναι.. ζήτω! – Ζήτω! Στα περισσότερα κάρα τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Όμως στο κάρο νούμερο 8, βρισκόταν η Σταματία η οποία δεν ήταν όπως τα άλλα παιδιά. Αυτήν δεν την φόβιζαν οι θρύλοι και ποτέ δεν αστειευόταν. Τις αποφάσεις που έπαιρνε τις έπαιρνε πολύ γρήγορα, κι αυτή τη φορά, θα έκανε καθαρή τρέλα, θα έφευγε από το καραβάνι έστω στη μέση του «άγριου δάσους». Έτσι περπάτησε σιγά-σιγά προς την έξοδο, πήρε φόρα και πήδηξε από το κάρο. Μπροστά στα μάτια της έβλεπε το καραβάνι να φεύγει κι είπε : – Εγώ το’ χα πει, κανείς δεν θα με απομακρύνει ποτέ απο την πατρίδα μου. Και ένιωσε ότι ήταν γενναία και χάρηκε πάρα πολύ. Η χαρά της όμως αυτή θα της κοβόταν μαχαίρι. Μετά από λίγα λεπτά νύχτωσε και το σκοτάδι απλώθηκε στο δάσος. Ο καιρός έγινε πιο κρύος και το κορίτσι ένιωθε μια ανατριχίλα να διαπερνά όλο της το σώμα κι όσο περνούσε η ώρα όλο και πιο τρομακτικό γινότανε το τοπίο. Οι νυχτερίδες και οι κουκουβάγιες βγήκαν κι άρχισαν να πετούν στον μαύρο ουρανό, τα νυχτόβια ζώα άρχισαν να τριγυρίζουν στο δάσος κι όλα αυτά φαινόντουσαν τεράστια στα μάτια του μικρού κοριτσιού. Τότε τα σύννεφα έκρυψαν το φεγγάρι και τότε κυριαρχούσε το απόλυτο σκοτάδι. – Αμάν! τι είναι αυτό το ιπτάμενο ποντίκι κι όλα αυτά τα τέρατα; κι αυτά τα ξερά δέντρα θα με κάνουν κομματάκια! Τι ;;; τι έγινε το φεγγάρι ;;; κρύφτηκε δεν το βλέπω! Αχ! Κάτι πάτησα. Δεν βλέπω που πάω. Ααααα! Μ’ έπιασε η κακιά ξερή λεύκα. Βοήθεια ! Μαμά ! Κατερίνα ! Ρούλα ! Κυριακή ! Τι χαζομάρα έκανα; δεν έπρεπε να φύγω. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά. Έπιασε μια τρομερή βροχή, με κάτι αστραπές, που ακούγονταν σα βόμβες! Και σε λίγη ώρα το νερό έφτασε μέχρι το γόνατο. Το χειρότερο όμως ήρθε ύστερα. Ο θρύλος που ήξερε για εκείνο το κορίτσι που χάθηκε και δεν το ξαναείδε κανείς και που το πνεύμα της φωνάζει ακόμη βοήθεια επαληθεύτηκε. Ακουγόντουσαν απελπισμένες φωνές που σου σπάραζαν τη καρδιά και πάνω σε ένα δέντρο ήταν το κολιέ κι ένα κομμάτι ρούχου από το κορίτσι εκείνο. Τότε γεννήθηκαν μέσα της απορίες μήπως θα γινόταν και αυτή σαν εκείνο το παιδί. Δεν ήθελε να ξέρει…. Εν τω μεταξύ, στο καραβάνι πήραν χαμπάρι ότι έλειπε η Σταματία και κάνανε μεταβολή προς το «άγριο δάσος». Όλοι ήταν πολύ ανήσυχοι. Ευτυχώς όμως, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο έφτασαν. Η νύχτα δεν τους επέτρεπε να δουν. Έτσι δοκίμασαν να ανάψουν τα κεριά αλλά η βροχή τα έσβηνε. Όμως και πάλι δεν είχαν χαθεί όλες οι ελπίδες. Η φωνή της Σταματίας που φώναζε βοήθεια ακούστηκε. Έτσι ακούγοντας προσεκτικά την βρήκαν. Το ρούχο της είχε γαντζωθεί στο δέντρο. Έτσι με προσοχή την ελευθέρωσαν και την πήραν στο κάρο όπου εκεί είχε και φως και ζέστη. Η καημένη όμως είχε πάθει τέτοιο σοκ, που δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια της. – Σταματία, Σταματία, άνοιξε τα μάτια σου, εγώ είμαι η Κατερίνα, η αδερφή σου και είσαι μέσ’ το κάρο. Μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι εδώ!- Ε ! τι έγινε; – Χάθηκες στο «άγριο δάσος». Το καταλάβαμε έγκαιρα. Έτσι επιστρέψαμε να σε βρούμε. – Δηλαδή είμαι καλά; – Ναι βέβαια..- Γιούπι ! Είμαι καλά, είμαι καλά. Συγνώμη για όλα όσα σας έκανα και σας υπόσχομαι ότι δεν θα το ξανακάνω ποτέ ! Πάντα θα ακολουθώ την ομάδα μου και δεν θα φεύγω γιατί αυτή ξέρει που θα ζήσουμε,ε καλύτερα. Επίσης, κατάλαβα ότι δεν πρέπει να στεναχωριέμαι που φεύγουμε γιατί βασικά δεν αφήνω πίσω μου τη Θράκη γιατί όλοι εμείς αποτελούμε ένα κομμάτι της και ο τρόπος ζωής και τα έθιμά μας είναι ένα μέρος της. Έτσι θα είναι πάντα στη μνήμη μας και στη καρδιά μας κι ο τόπος που ζήσαμε θα είναι διαθέσιμος να τον επισκεφτούμε. – Αυτή η περιπέτεια σε έκανε πολύ πιο ώριμη…. – Ναι, ναι.. Η ώρα ήταν 12 τα μεσάνυχτα και η Σταματία χρειαζόταν ξεκούραση. Έτσι άλλαξε, πλύθηκε και πήγε για ύπνο. Ήταν μια πολύ κουραστική μέρα. Από τότε και πέρα σε όλη της τη ζωή τήρησε την υπόσχεση της και η Θράκη ζούσε πάντα μέσα στη καρδιά της!

Παναγιώτα Στεφούδη

13° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης


24. ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Χριστουγεννιάτικα έθιμα : Μια φορά και έναν καιρό, όταν ζούσε ο προπάππος μου και η μαμά μου ήταν μικρό παιδάκι, στην ηλικία τη δικιά μου, τα Χριστούγεννα ήταν πάντα χιονισμένα. Μόλις κλείνανε τα σχολεία για τις γιορτές των Χριστουγέννων, η μαμά μου πήγαινε στο χωριό του προπάππου μου. Εκεί μαζεύονταν όλη η οικογένεια, δηλαδή όλα τα παιδιά και τα εγγόνια του προπάππου μου για να περάσουν μαζί τις γιορτές. Το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, ο προπάππους μου μαζί με τους γαμπρούς του (γιο δεν είχε), άρχιζαν από νωρίς το σφάξιμο του γουρουνιού. Ένα έθιμο που ακόμα και σήμερα γίνεται σε πολλά θρακιώτικα χωριά. Αφού σφάζανε το γουρούνι αρχίζανε το γδάρσιμο και το καθάρισμα του. Καθαρίζανε τη λίγδα (πάχος) από το κρέας και τα εντόσθια. Μετά με ένα σατήρι (μικρό τσεκούρι ) αρχίζανε το κομμάτιασμα του γουρουνιού. Αλατίζανε με χοντρό αλάτι το κρέας και τα έντερα τα δίνανε στις κόρες του προπάππου μου για να τα χιλιοπλύνουν και να τα καθαρίσουν. Με τα έντερα έφτιαχναν λουκάνικα και την περιβόητη «μπάμπω» που ακόμη κάνει η γιαγιά μου. Η «μπάμπω» γίνεται από το παχύ έντερο του γουρουνιού που το γεμίζουν με κομματάκια ψαχνού κρέατος, ρύζι, κρεμμύδι, πράσο, αλάτι και μαύρο πιπέρι. Το στομάχι (ντάτνους) του γουρουνιού το γέμιζαν και αυτό με τον ίδιο τρόπο όπως και τη «μπάμπω». Με το μπροστινό και κάτω μέρος του ζώου όπως και τα πλευρά έφτιαχναν τη «πουσιουρτή» ή «πασιουρτή». Βραστό κρέας με μπόλικο λίπος και πράσο. Ενώ τη λίγδα (πάχος) την κρατούσαν και τη χρησιμοποιούσαν ως λάδι για το φαγητό. Όλα αυτά τα μοιράζονταν τα παιδιά του προπάππου μου και μετά τις γιορτές τα έπαιρναν στα σπίτια τους. Εν τω μεταξύ η προγιαγιά μου άνοιγε πέτουρα (φύλλα για πίτα) για να ετοιμάσει το γλυκό του μεσημεριού. Μια στριφογυριστή πίτα με γέμιση από σουσάμι που αφού πρώτα την έψηνε μετά τη σιρόπιαζε (σαραγλί). Το απόγευμα, μόλις σουρούπωνε, τα «ραγκάτσια» (τα παλικάρια) του χωριού ετοιμαζόντουσαν για τα κάλαντα . Διάλεγαν τον «Τσιότρα μπασή» έναν δυναμικό νέο, για αρχηγό τους, που ήταν υπεύθυνος όλης της προετοιμασίας, τον ταμία, ένα φρόνιμο και τίμιο νέο, και τον χειριστή της «νταμούρκας» (μουσικό όργανο). Η «νταμούρκα» ήταν ένα πήλινο αγγείο κυλινδρικού σχήματος, πολύ εξογκωμένο στο ένα άκρο του που καλυπτόταν με δέρμα. Πρώτα πήγαιναν στην εκκλησία του χωριού για να πουν το τραγούδι Χριστού και μετά στο σπίτι του παπά για να τους δώσει την ευχή του. Έπειτα περνούσαν απ΄ όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά έλεγαν όλα τα τραγούδια μόνο στα σπίτια που είχαν κορίτσια της παντρειάς. Το βράδυ μαζευόταν όλη η οικογένεια για το δείπνο. Ο προπάππος μου αρνιόταν να καθίσει στο τραπέζι. Ήθελε, όπως και στο σπίτι του δικού του παππού να καθίσει στο σοφρά (ένα τραπέζι στρογγυλό χωρίς πόδια). – Έτσι καταλαβαίνεις Χριστούγεννα έλεγε. Για αυτό οι γυναίκες στρώνανε τα «εννέα» φαγητά στο σοφρά . Όλοι καθισμένοι γύρω από το σοφρά με ένα κουτάλι ή πιρούνι (χωρίς δικό τους πιάτο) έτρωγαν από τα «εννέα» φαγητά. Προφανώς ο αριθμός «εννέα» έχει σχέση με την Παναγία που κυοφορούσε εννέα μήνες το Θείο βρέφος και εκείνο το βράδυ (παραμονή Χριστουγέννων) θα έφερνε στον κόσμο. Συνήθως τα «εννέα» φαγητά ήταν : 1) Η πίτα, για να γίνουν τα στάρια. 2) Το μέλι, για να είναι τα μέλη της οικογένειας καλοί κουβαλητές όπως οι μέλισσες. 3) Το κρασί, για να «απλώσει» η οικογένεια σαν την κληματαριά. 4) Το σαραγλί, για να φαίρονται πάντα γλυκά στους φίλους. 5) Το καρπούζι, για να είναι γλυκια η φετινή παραγωγή. 6) Το πεπόνι, για να μιλούν με γλυκά λόγια οι συγχωριανοί για την οικογένεια. 7) Το μήλο, για να έχουν κόκκινα μάγουλα. 8 ) Το σκόρδο, για να προστατεύονται από τα τσιμπήματα των εντόμων. 9) Το κρεμμύδι, για να έχουν οι λεχώνες πολύ γάλα. Τα χαράματα των Χριστουγέννων χτυπούσε η καμπάνα και όλο το χωριό πήγαινε στην εκκλησία για να γιορτάσει τον ερχομό του Θείου βρέφους. Μετά την εκκλησία γυρνούσαν στο σπίτι και τρώγανε την «μπάμπω» και τις τσιγαρίδες (τηγανιτά κοψίδια με λίπος) με πολύ όρεξη μετά από τόσες μέρες νηστεία.Πρωτοχρονιάτικα έθιμα : Ένα έθιμο Πρωτοχρονιάς είναι η παραδοσιακή Βασιλόπιτα. Η θρακιώτικη Βασιλόπιτα δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή γλυκιά βασιλόπιτα. Η νοικοκυρά άνοιγε τα «πέτουρα» (φύλλα) και τα έψηνε στη ξυλόσομπα. Για τη γέμιση της πίτας ανακάτευε τυρί, γάλα και αυγά. Τα μικρά παιδιά έψαχναν να βρούν τα διάφορα σημάδια που έβαζαν μέσα στη πίτα. Τα σημάδια συμβόλιζαν τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας. Συνήθως ήταν : ένα κομμάτι άχυρο, που συμβόλιζε τα χωράφια, ένα κομμάτι κληματαριάς, που συμβόλιζε τα αμπέλια, ένα κομμάτι βελανιδιάς που συμβόλιζε τα ζώα, ένα κομμάτι πουρνάρι που συμβόλιζε τις κότες, ένα φασόλι που συμβόλιζε το κάρο, το καλαμπόκι συμβόλιζε την υγεία και ένα νόμισμα (συνήθως μια δραχμή) συμβόλιζε το σπίτι. Μ’ όλα αυτά τα σημάδια όλοι κάτι θα έπαιρναν. Τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα τα έλεγαν τα μικρά παιδιά και μόνο τα αγόρια. Αντί για τρίγωνα κρατούσαν μια ξύλινη σκληρή βέργα με κλαδιά στα οποία κρεμούσαν τις καραμέλες και τα γλυκά. Τα λίγο μεγαλύτερα παιδιά κρατούσαν μια ξύλινη βέργα κατάλληλα επεξεργασμένη σαν σούβλα. Σ’ αυτήν κάρφωναν τα χοιρινά κομμάτια που τους έδιναν οι νοικοκυρές. Μ’ αυτές τις βέργες ξεκινούσαν και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα φωνάζοντας όσο πιο πολύ μπορούσαν για να συγκινήσουν την νοικοκυρά και να πάρουν μεγαλύτερο φιλοδώρημα. Κι όταν ερχόταν η ώρα της μοιρασιάς, τι περισσότερες φορές κατέληγε εις βάρος του μικρότερου.

Χρήστος Τασιούδης

25° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

25. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΥΣΗ απαγωγή του λυράρη : την ιστορία που θα σας διηγηθώ παρακάτω την άκουσα στο χωριό Δορίσκο του Ν. Έβρου απ’ όπου κατάγεται ο πατέρας μου. Ο παππούς μου εξακολουθεί να ζει εκεί μέχρι σήμερα. Μου τη διηγήθηκε η θεία του πατέρα μου κ. Σοφία Δουλγερή, 80 ετών κάτοικος Δορίσκου, που την άκουγε και εκείνη από τους παππούδες της. Για τους καλικάντζαρους υπάρχουν πολλοί μύθοι από τόπο σε τόπο. Λένε λοιπόν πως… κάποτε στο χωριό κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου γινόταν ένα μεγάλο γλέντι. Οι χωριανοί γιόρταζαν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά με πολύ κέφι και χαρά. Οργανοπαίχτες έρχονταν στο χωριό και διασκέδαζαν το κόσμο. Τα μεσάνυχτα ακόμα και οι καλικάντζαροι έβγαιναν και χόρευαν στους δρόμους. Τόσο τους άρεσε αυτό που μια νύχτα άρπαξαν έναν λυράρη και τον κατέβασαν στη σπηλιά τους. Εκεί τον κράτησαν «αιχμάλωτο» για να τους παίζει μουσική. Όταν λοιπόν οι καλικάντζαροι βρίσκονταν στη σπηλιά, ο λυράρης έπαιζε τη λύρα του και αυτοί ξεφάντωναν. Τα μεσάνυχτα ανέβαιναν πάλι στο χωριό και έμπαιναν κρυφά στα σπίτια απ’ όπου έπαιρναν τα φορέματα των γυναικών. Κάποια φορά ανάμεσα στα φορέματα ο λυράρης αναγνώρισε και το φόρεμα της γυναίκας του. Για να το ξεχωρίσει από τα άλλα πήρε κατσαμάκι από την κατσαρόλα και το έβαλε επάνω στο φόρεμα. Μετά παρακάλεσε τους καλικάντζαρους να το δώσουν πίσω στη γυναίκα του. Έτσι και έγινε. Οι μέρες και οι νύχτες περνούσαν δύσκολα κάτω από τη γη. Ο λυράρης μέρα με τη μέρα έχανε τη χαρά του. Μακριά από τον κόσμο και μόνος με τους καλικάντζαρους έγινε δυστυχισμένος. Τα τραγούδια του έγιναν λυπητερά. Μάταια οι καλικάντζαροι τον πίεζαν να τους παίζει χαρούμενους σκοπούς για να χορεύουν. Μέχρι που έφτασε η παραμονή των Φώτων. Ο φόβος και ο τρόμος των καλικάντζαρων…Εκείνο το βράδυ οι καλικάντζαροι λυπήθηκαν το λυράρη. Αποφάσισαν να το ελευθερώσουν και όχι μόνο! Την ώρα που κοιμόταν γέμισαν τις τσέπες του με χρυσές λίρες και έτσι κοιμισμένος καθώς ήταν τον σήκωσαν και τον ανέβασαν στη γη. Τον άφησαν κοντά σε μια βρύση και εξαφανίστηκαν. Όταν ο λυράρης ξύπνησε, ξαφνιάστηκε. Πήγε στη βρύση και πλύθηκε. Τότε ένιωσε ότι είχε ένα βάρος επάνω του. Έπιασε τις τσέπες του και κατάλαβε πως ήταν γεμάτες με κάτι. Από το φόβο του πέταξε ότι είχαν μέσα χωρίς καθόλου να κοιτάξει. Νόμισε μάλιστα ότι ήταν κάρβουνα! Οι καλικάντζαροι όμως παραμόνευαν πιο πέρα. Όταν είδαν τον λυράρη να παίρνει δρόμο για το χωριό πετάχτηκαν και πήραν πίσω όλες τις λίρες. Ο λυράρης κατάκοπος έφτασε σπίτι του. Εμφανίστηκε ταλαιπωρημένος μπροστά στη γυναίκα του. Της διηγήθηκε την περιπέτειά του, αλλά εκείνη δεν τον πίστεψε. Τότε της ζήτησε να του φέρει το φόρεμά της. Της εξήγησε για το λεκέ από το κατσαμάκι που υπήρχε πάνω του. Και τότε εκείνη πείστηκε. Μετά θυμήθηκε το βάρος που ένιωθε επάνω του και έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Και τι πιάνει; μια χρυσή λίρα! Αναρωτήθηκε πως βρέθηκε εκεί. Γρήγορα κατάλαβε το λάθος του. Το βάρος που άδειασε από τις τσέπες του δεν ήταν κάρβουνο άλλα λίρες.! Χωρίς να χάσει καιρό γύρισε πίσω στη βρύση για να βρει τις υπόλοιπες λίρες. Ήταν όμως αργά. Είχε πετάξει τη τύχη του με τα ίδια του τα χέρια.! Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να πιστέψει όσα του είχαν συμβεί. Ήταν και αυτή μια από τις πολλές ιστορίες που ακούγονται το δωδεκαήμερο για τους καλικάντζαρους. Όταν την πρωτοάκουσα μου άρεσε πολύ! Πιστεύω πως θα τη θυμάμαι και μεγαλώνοντας θα τη διηγούμαι στα δικά μου παιδιά.

Μιχάλης Τοπαλίδης

25° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης




26. Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Μια φορά και έναν καιρό σε μια πόλη της Θράκης υπήρχε ένας πλούσιος άντρας. Αυτός μετά από λίγα χρόνια παντρεύτηκε και έκανε δύο αγόρια, το ένα ήταν 7 χρονών και το άλλο 8. μια μέρα ήρθε ο Θεός στο όνειρο του πλουσίου και του είπε «θα σου δώσω ένα κακό, θες να στο δώσω τώρα που είσαι νέος ή όταν θα γεράσεις ;» και εκείνος απάντησε « να μου το δώσεις τώρα που μπορώ να το αντέξω». Το άλλο πρωί καθώς πήγε στη δουλειά του, πήγαν τα παιδιά του εκεί και του είπαν « ένας που πουλούσε υφάσματα πήρε τη μαμά», ο πατέρας τους τους είπε « εσείς είστε καλά; » «ναι είμαστε», απάντησαν τα παιδιά. Μετά από λίγους μήνες έχασε όλη του την περιουσία και αποφάσισε να πάει σε ένα χωριό να γίνει αγελαδάρης. Έτσι πήρε τα παιδιά του και τράβηξε για το χωριό. Στο δρόμο του συνάντησε ένα ποταμό. Πήρε το ένα το παιδί στη πλάτη για να το περάσει απέναντι και το άλλο το άφησε πίσω. Δίπλα από το παιδί όμως που είχε αφήσει πίσω περνούσε ένας λύκος! Ευτυχώς κοντά στο παιδί υπήρχαν κάποιοι χωρικοί και το έσωσαν. Το παιδί που κρατούσε στη πλάτη του έχασε τη ισορροπία του και έπεσε στο ποταμό. Το παρέσυρε το ρεύμα του νερού ως κάτι γυναίκες που έπλεναν τα ρούχα τους, και το πήραν στο σπίτι τους. Όταν πέρασε στο απέναντι χωριό οι κάτοικοι ήθελαν να βγάλουν ένα βασιλιά. Έτσι άφησαν ένα περιστέρι να πετάξει και σε όποιο κεφάλι καθίσει αυτός θα γίνει βασιλιάς. Άφησαν το περιστέρι να πετάξει και κάθισε πάνω στο κεφάλι του φτωχού άντρα, έτσι έγινε βασιλιάς. Κάποια μέρα ήρθε στο παλάτι αυτός που έκλεψε τη γυναίκα του, και ζήτησε να μιλήσει στο βασιλιά. Ο βασιλιάς τον δέχτηκε και άρχισαν να συζητούν. Μετά από 2 ώρες ο κλέφτης ήθελε να πάει στη σκηνή , γιατί είχε αφήσει τη γυναίκα του βασιλιά εκεί. Και είπε στο βασιλιά «η γυναίκα μου είναι στη σκηνή πρέπει να φύγω» και ο βασιλιάς απαντάει « μείνε και άλλο, θα στείλω δύο στρατιώτες να την προσέχουν» και ο κλέφτης λέει εντάξει. Όταν πήγαν οι στρατιώτες στη σκηνή ο ένας λέει « ας πούμε ο ένας στον άλλο τα παιδικά μας χρόνια για να περάσει η ώρα»και ο άλλος απαντά εντάξει. Έτσι αρχίζει ο ένας και όταν τελειώνει ο άλλος λέει « είμαστε αδέρφια» και ο ένας αγκάλιασε τον άλλο. Η μητέρα που ήταν μέσα στη σκηνή τα άκουγε όλα αυτά και βγήκε έξω και είπε «εσείς είστε τα παιδιά μου ». έτσι συζητώντας τους πήρε ο ύπνος. Όταν ο κλέφτης πήγε στη σκηνή για να κοιμηθεί, είδε τους στρατιώτες να κοιμούνται με τη γυναίκα του και φώναξε το βασιλιά. Όταν έφτασε εκεί ο βασιλιάς, του είπε «τους στρατιώτες τους έστειλες να φυλάνε τη γυναίκα μου και όχι να κοιμούνται με αυτή» και ο βασιλιάς ρωτάει τους στρατιώτες γιατί κοιμούνται με τη γυναίκα του φίλου, και εκείνοι απαντάνε ότι είναι η μητέρα τους που την είχε κλέψει αυτός και πως ο πατέρας τους είναι αυτός που τους μιλούσε. Έτσι τιμώρησαν τον κλέφτη, και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Γιάννης Καρακατσιάνης

Δημ. Σχολείο Λαγυνών




27. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ ΚΑΙ

ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΑΚΗ

Ο παππούς μου Δημήτρης γεννήθηκε στις 17/06/1943. τότε στη Θράκη είχαν έρθει οι Βούλγαροι και οι Γερμανοί και ήθελαν να την κάνουν δική τους. Γινόταν ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Το 1944 ο πόλεμος αυτός τελείωσε. Όμως τα βάσανα για τον θρακιώτικο λαό συνεχίστηκαν, γιατί αμέσως μετά άρχισε ο Εμφύλιος πόλεμος. Σ’ αυτόν τον πόλεμο οι Έλληνες, όπως μου είπε ο παππούς μου, μάλωναν μεταξύ τους. Δεν υπήρχε δημοκρατία όπως τώρα και έτσι όταν κάποιος δεν συμφωνούσε με αυτούς που ήταν στην εξουσία γινόταν εμφύλιος πόλεμος. Ο προπάππος μου ο Βασίλης, δηλαδή ο πατέρας του παππού μου Δημήτρη, ήταν αντίθετος με αυτούς που είχαν την εξουσία. Έτσι ήρθα οι αντάρτες από τα βουνά και τον πήραν μαζί με άλλους άντρες για να πολεμούνε το 1947. μετά από λίγο καιρό όμως, έκλεισαν τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Ο προπάππους μου βρισκόταν στη μεριά της Βουλγαρίας πάνω στα βουνά και έτσι δεν μπορούσε να περάσει στην Ελλάδα. Και οι υπόλοιποι Έλληνες δεν άφηναν τους αντάρτες ούτε να περάσουν στην Ελλάδα αλλά ούτε και να επικοινωνήσουν με τους δικούς τους. Ήταν αποκλεισμένος μαζί με άλλους στην Βουλγαρία, μακριά από την οικογένειά του, από τα τέσσερα παιδιά του, από τη γυναίκα του. Μόνος εκεί εργαζόταν σκληρά σε καπνοχώραφα και καπνομάγαζα. Ήθελε να τους γράψει ένα γράμμα, να τους στείλει χρήματα, αλλά δεν μπορούσε. Του το απαγόρευαν. Εν τω μεταξύ στην Ελλάδα η οικογένεια του παππού μου ζούσε μέσα στη φτώχεια και στη δυστυχία. Ο παππούς μου ήταν τρεισήμισι χρονών όταν έφυγε ο πατέρας του. Μικρό παιδάκι. Η μητέρα του δούλευε όπου έβρισκε για να μεγαλώσει τα τέσσερα παιδιά της. Οι φίλοι και οι συγγενείς τους βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Όπως και πάλι δεν έφταναν τα χρήματα για να ζήσουν. Ο παππούς μου και τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του αναγκάστηκαν πολύ μικροί να δουλέψουν για να βοηθηθούν την οικογένεια. Πήγαιναν στα χωράφια φρόντιζαν τα ζώα κα. Στο σχολείο δεν είχαν χρόνο να πάνε, αλλά δεν είχαν και λεφτά να αγοράσουν χαρτί και μολύβι. Έτσι οι δάσκαλοι του δώσανε του παππού μου το απολυτήριο δημοτικού επειδή τον λυπήθηκαν. Φτώχεια καταραμένη, είχαν τότε, όπως μου είπε ο παππούς μου. Μια μέρα ο παππούς μου πήγε στο σπίτι ενός φίλου του και τον ρώτησε η μητέρα του φίλου του εάν ήθελε να φάει. Εκείνος από ντροπή είπε πως δεν πεινούσε και έτσι έμεινε νηστικός. Από τότε όπως λέει, πήρε το μάθημά του και όποτε του προσφέρουν φαγητό δεν λέει όχι. Εκτός όμως από το φαγητό, του έλειπε και ο πατέρας του. Όταν ήταν παιδί δεν καταλάβαινε γιατί δεν είχε μπαμπά, που βρισκόταν ο δικός του, ενώ των άλλων παιδιών ήταν εκεί. Με όλες αυτές τις δυσκολίες ο παππούς μου μεγάλωσε και πήγε φαντάρος. Και έφτασε επιτέλους ο καιρός που οι Έλληνες επέτρεψαν στους αποκλεισμένους Έλληνες της Βουλγαρίας να γυρίσουν στα σπίτια τους., στην Ελλάδα το 1965. έτσι και ο προπάππους μου γύρισε στα Κιμμέρια Ξάνθης , στην οικογένειά του. Είχε αφήσει τέσσερα μωρά και βρήκε τρία παλικάρια και μια κόρη της παντρειάς. Η γυναίκα του ταλαιπωρημένη τον καλωσόρισε με ανακούφιση που τώρα βρισκόταν εκεί, κοντά τους. Ο προπάππους μου Βασίλης έμεινε στη Βουλγαρία 17 χρόνια και μερικούς μήνες (η προγιαγιά μου μετρούσε και τις μέρες). Όταν γύρισε ήταν 65 χρονών. Παρά όμως την ηλικία του συνέχισε και στην Ελλάδα να δουλεύει για να μπορέσει να προσφέρει, έστω και τώρα στα παιδιά του και τα εγγόνια του, ότι δεν μπόρεσε να τους δώσει τόσα χρόνια. Μέχρι τα 80 του χρόνια δούλευε και πουλούσε σύκα και σταφύλια. Πέθανε 83 χρονών με εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα ήθελα πολύ να τον είχα γνωρίσει για να του πω πόσο πολύ τον αγαπώ και ας μην τον έχω συναντήσει. Έχω όμως το παππού μου Δημήτρη που τον φωνάζουμε “ ο παππούς ο Τάκης”. Σήμερα είναι 65 χρονών, όσο ήταν και ο μπαμπάς του όταν γύρισε από τη Βουλγαρία, και μας αγαπάει πολύ. Και εγώ τον αγαπώ!

Ουρανία Μπουρανή

3° Πειραμ. Δημ. Σχολείο Ευόσμου



ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 16th, 2011


1. ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

Πολλά χρόνια πριν στη βόρεια εκείνη γη ζούσαν κάτι παλικάρια που κατοικούσαν στα λιβάδια. Με τις οικογένειές τους ζούσαν και με εχθρούς πολεμούσαν. Δύσκολα ήταν πολύ και χάνονταν πολλοί. Όμως έπρεπε να ζήσουν για την πατρίδα να πολεμήσουν να ξεφύγουν απ’ τους εχθρούς για να γεννήσουν οι γυναίκες γιους. Και αυτοί με τη σειρά θα πολεμούσαν στου Βοσπόρου τα στενά τη πατρίδα να υπερασπιστούν και μαζί να ενωθούν. Στη Θράκη, λοιπόν, εκεί στη γη τη ξακουστή οι Τούρκοι ήταν κατακτητές και συμφορές προκάλεσαν πολλές. Πολεμούσαν οι αντάρτες σαν τους αρχαίους Σπαρτιάτες την πατρίδα να ελευθερώσουν και τους πολέμους να τελειώσουν. Μετά το πρώτο παγκόσμιο γεγονός που ήταν πόλεμος τραγικός οι Έλληνες πήραν την Πόλη και τη Θράκη όλη. Και τώρα είναι εδώ χρόνια μετά εκατό πολεμώντας να σώσουν τη Θράκη από των Τούρκων τα κράτη. Όμως οι Τούρκοι πίσω την πόλη πήραν και μέχρι το ποταμό Έβρο πήγαν, τα σύνορα χάραξαν και τους Έλληνες έξω πέταξαν. Η Θράκη από τότε έτσι έχει μείνει με ο,τι έχει απομείνει και μέχρι σήμερα συνεχίζει μέρος της ξακουστής Ελλάδας να σχηματίζει.

Άννα Κούρου

1° Γυμν. Μαλακοπής

2. ΤΡΙΤΣ Η ΜΠΑΜΠΟΥ, ΤΡΙΤΣ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια μπάμπου και ένας ππους. Τριτς η μπάμπου, τριτς ο πάππους γέμισαν μια κολοκύθα πορδές και την έβαλαν πάνω στο τζάκι. Έπεσε η κολοκύθα και γέμισε ο τόπος με αγοράκια και κοριτσάκια. Πήρε λοιπόν η μπάμπου το πλαστήρι και πατ το ένα, πάτ το άλλο τα περισσότερα τα σκότωσε και έμειναν μοναχά δύο. Το ένα κρύφτηκε πίσω από τη πόρτα και το άλλο πίσω από τη σκούπα. Ο παππούς πήγε την άλλη μέρα στο χωράφι και η μπάμπου έμεινε στο σπίτι, μαγείρεψε και έκανε μια πίτα. Μετά έκατσε η μπάμπου και λογάριαζε ποιόν να στείλει να πάει το φαγητό στο χωράφι. Έλεγε από μέσα της και λογάριαζε : – Να είχα τώρα ένα κορίτσι και ένα αγόρι να πάνε το φαγητό και το ψωμί στο παππού. Εκεί που λογάριαζε, εμφανίστηκαν το κορίτσι και το αγόρι και φώναζαν – Εγώ μπάμπου, εγώ μπάμπου, εγώ θα πάω. Και λέει η μπάμπου – Πάρε εσύ αγόρι μου, το ούζο και το κρασί και εσύ κορίτσι μου, το φαγητό και τη πίτα και τραβάτε στον παππού. Εκεί που πήγαιναν και φτάνοντας κοντά στο χωράφι του παππού ήταν ένα βαθύ χαντάκι που δεν μπορούσαν να το περάσουν και φώναξαν από μακριά τον παππού. – Παππού από πού να έρθουμε; – Από πάνω, από πάνω, αποκρίθηκε ο παππούς. Ξεκίνησαν λοιπόν να τρώνε την πίτα από πάνω. Όμως μετά από λίγο ξαναφώναξαν. – Παππού από πού να έρθουμε; -Από τη μέση, από τη μέση, αποκρίθηκε ο παππούς. Έφαγαν λοιπόν και τη μέση της πίτας και ξαναφώναξαν -Παππού από που να έρθουμε; – Από γύρω, από γύρω, αποκρίθηκε ο παππούς. Τρώνε λοιπόν και τον κόθουρο της πίτας. Φωνάζει ο παππούς τσατισμένος – Γρήγορα να τσακιστείτε και να έρθετε! Περνούν λοιπόν με τα χίλια ζόρια το χαντάκι και πάνε στο παππού. Μόλις φτάνουν τους ρωτά ο παππούς που είναι το φαγητό και το ψωμί. – Να ξέρεις παππού, του απαντούν τα παιδιά, όταν μας έλεγες να έρθουμε από πάνω εμείς φάγαμε το από πάνω της πίτας. Τα πάνω τα πέτουρα. Όταν μας είπες να έρθουμε από τη μέση, φάγαμε τη μέση της πίτας και από γύρω φάγαμε τον κόθουρο της πίτας. Και έτσι τελείωσε το φαγητό. – Τώρα που κάνατε αυτή τη ζημιά, τους είπε ο παππούς, και φάγατε τη πίτα, θα κάτσετε να φυλάξετε τα βουβάλια για να πάω και εγώ στο σπίτι να φάω. Αν δείτε τις καμήλες να έρχονται μη σκιαχτείτε. Έφυγε λοιπόν ο παππούς. Όταν εμφανίστηκαν οι καμήλες, τα παιδιά φοβήθηκαν και κρύφτηκαν κάτω από ένα μανιτάρι. Τα βουβάλια όμως που έβοσκαν εκεί, έφαγαν τα μανιτάρια μαζί με τα παιδιά. Ο παππούς γυρνάει στο χωράφι αλλά δεν βρήκε τα παιδιά. Παίρνει λοιπόν τα βουβάλια και γυρνάει στο σπίτι. Πηγαίνει η μπάμπου να αρμέξει τη βουβάλα και αρχίζουν να φωνάζουν τα παιδάκια μέσα από τη κοιλιά της βουβάλας – Ει μπάμπου ο κώλος σου φαίνεται! Φεύγει η μπάμπου και έρχεται ο παππούς. Πάλι τα παιδιά φωνάζουν μέσα από τη κοιλιά – Ει παππού ο κώλος σου φαίνεται! Το ίδιο έγινε όταν πήγε ο γαμπρός και ύστερα η νύφη. Στεναχωρήθηκαν όλοι που άκουσαν αυτό από τη βουβάλα και λέει η μπάμπου στον παππού – Δεν τη σφάζουμε παππού, την βουβάλα, γιατί δεν είναι καλή. Και έτσι έσφαξαν τη βουβάλα. Πάει η νύφη στο ρυάκι να πλύνει τα έντερα. Εκείνο όμως το κομμάτι του εντέρου που είχε τα παιδιά το πήρε το ρεύμα και το πήγε στο στόμα του λύκου που έπινε παρακάτω νερό. Το κάνει λοιπόν μια χαψιά ο λύκος κι έτσι τα παιδιά βρέθηκαν στην κοιλιά του. Πάει λοιπόν ο λύκος το βράδυ να κλέψει και να φάει τα άλογα. Τα παιδιά όμως, μέσα από τη κοιλιά του, φώναζαν – Αλογαραίοι, αλογαραίοι, λύκος στα άλογα. Φεύγει από εκεί ο λύκος και πηγαίνει σε ένα μαντρί να φάει τα πρόβατα. Φωνάζουν τα παιδιά από τη κοιλιά – Τσοπάνη, τσοπάνη, λύκος στα πρόβατα. Φεύγει λοιπόν ο λύκος πολύ στεναχωρημένος γιατί δεν μπορούσε να φάει. Εκεί που περπατούσε ανταμώνει μια αλεπού και της λέει: -Δεν ξέρεις ρε φίλε τι έπαθα. Όπου και να πάω να φάω ,με κυνηγούν. Φωνάζει μέσα από την κοιλιά μου κάτι, με παίρνουν χαμπάρι και με διώχνουν. – δεν ξέρεις, ρε φίλε, τι να κάνεις, του λέει η αλεπού. Να πας να πιεις νερό, να φας και μπόλικη άμμο και να πας ύστερα στα υψώματα να κυλιστείς κάτω και θα γίνεις καλά. Έτσι έκανε και ο λύκος, τρώει άμμο, πίνει νερό, τρώει άμμο, πίνει νερό, φούσκωσε. Πηγαίνει στα υψώματα, κυλίστηκε και έσκασε. Η αλεπού τον κατάφερε τον λύκο αλλά και τα παιδιά βγήκαν από την κοιλιά του λύκου και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Ελένη Παραλυκίδου

Γυμν.Κουφαλίων

3. Η ΜΠΑΜΠΟΥ ΣΤΡΕΜΠΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

Πέρασαν γύρω στους τρεις αιώνες κι ακόμα ακούγεται το όνομα της κάπου-κάπου, όταν βγαίνει κανένα παράξενο γεγονός αληθινό. Άρα αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε με αυτήν την παράξενη γυναίκα. Η μπάμπου η Στρέμπου καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία και ήταν μια προφήτισσα κατά παραγγελία. Διότι παρουσιαζόταν μπροστά της η Παναγία και της παράγγελνε τι προφητείες θα μετέδιδε στον κόσμο. Ήταν μια πολύ θρήσκα, πανάγαθη και πολύ σεβαστή γυναίκα, με πολλά παιδιά, νύφες και εγγόνια. Σε κάπως μεγάλη ηλικία άρχισε λοιπόν να διηγείται τις προφητείες της. Όμως η οικογένειά της, ο άνδρας της και τα παιδιά της, άρχισαν να δυσανασχετούν πιστεύοντας ότι η μάνα τους πειράχτηκε και κάτι τέτοια . Όπου πήγαινε να ρητορεύσει τρέχανε από πίσω της, τη μαλώνανε και άλλοτε την παρακαλούσαν να γυρίσει σπίτι της. Μια μέρα λένε πάλι της παράγγειλε η Παναγία να συνεχίσει το έργο της, μα αυτή παραπονέθηκε στην Παναγία για αυτό που της συμβαίνει και το θαύμα έγινε. Σηκώνεται ένα πρωί φωνάζει την οικογένεια της όλη και τους πηγαίνει στο κούτσουρο που κόβουν τα ξύλα. Παίρνει το τσεκούρι μπροστά στα μάτια τους και λέει -Δεν πιστεύετε λοιπόν ότι έχω εντολή από την Παναγία. Και αμέσως κόβει το μικρό το δαχτυλάκι της το παίρνει στο χέρι της το δείχνει στους δικούς της και αμέσως το ξανακολλά στο χέρι της. Σκουπίζει τα αίματα και ως εκ θαύματος έγινε όπως ήταν. Και αμέσως όλη η οικογένεια πίστεψε, έκλαψαν πικρά, την προσκύνησαν και της έδωσαν την άδεια να λέει και να κάνει ότι της ορίζει η Παναγία. Άρχισε λοιπόν το έργο της σε όλη την Ανατολική Ρωμυλία, όπου υπήρχαν Έλληνες. Έλεγε πως θα πετάνε οι άνθρωποι στον ουρανό εννοώντας τα αεροπλάνα, επίσης έλεγε ότι θα βγούνε καντήλια χωρίς λάδι, χωρίς φλόγα και θα φωτίζει πολύ μεγάλο χώρο, εννοώντας τον ηλεκτρισμό. Και πάρα πολλά άλλα που ένα ένα βγήκαν αληθινά και βγαίνουν ακόμα.



Παγώνα Δεδηλιαρίδου

1° Γυμν. Κουφαλίων

4. ΚΑΒΑΚΛΙΩΤΕΣ. ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Παραμονές Χριστουγέννων-Χριστούγεννα : Οι Καβακλιώτες περίμεναν κάθε χρόνο τον ερχομό του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων ώστε να γιορτάσουν και να τιμήσουν τις ημέρες αυτές για τη μεγαλοσύνη τους. Έχοντας σχεδόν ολοκληρώσει τις αγροτικές εργασίες τους οι Καβακλιώτες συνδύαζαν την ανάπαυση με τον εορτασμό των Χριστουγέννων. Αρκετές ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα οι νοικοκυρές άσπριζαν και καθάριζαν ολόκληρο το σπίτι και τα παλικάρια τραγουδούσαν τα βράδια στους δρόμους τραγούδια σχετικά με τη γέννηση του χριστού προκειμένου να θυμίσουν σε όλους ότι τα Χριστούγεννα πλησιάζουν. Δύο ημέρες πριν τα Χριστούγεννα έσφαζαν τα γουρούνια και φρόντιζαν ώστε κανένα φτωχό σπίτι να μη μείνει δίχως χοιρινό κρέας αυτές τις ημέρες. Οι νοικοκυρές αναλάμβαναν την προετοιμασία της «ΚΑΡΒΑΒΙΤΣΑΣ» (χοιρινό έντερο με γέμιση από εντόσθια και ρύζι), ενώ οι άντρες φρόντιζαν για τον καβουρμά. Ξημερώνοντας παραμονή Χριστουγέννων τα μικρά παιδιά πήγαιναν στα «ΚΟΛΙΝΤΑ» και σε κάθε σπίτι φώναζαν «Κόλιντα μπάμπω κόλιντα», οπότε η γιαγιά του σπιτιού σηκωνόταν και έδινε στα παιδιά «κολιντοκουρούδες» που τις είχε φτιάξει την προηγούμενη ημέρα και τις είχε περάσει στη ρόκα. «Κόλιντα» θεωρούσαν ότι ήταν το όνομα μιας πρακτικής μαμής που ήταν ιδιαίτερα γνωστή σε ολόκληρη την επαρχία της Βηθλεέμ όπου γεννήθηκε ο Χριστός. Όταν όλες οι ενδείξεις οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η γέννηση του Χριστού πλησίαζε, μικροί και μεγάλοι με ιδιαίτερη λαχτάρα μαζεύονταν κατά ομάδες, άναβαν φωτιές και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι φωνάζοντας « δώσε μπάμπω μια κουρούδα μη σου πάρω τη πορτούδα». Την παραμονή των Χριστουγέννων σε όλα τα σπίτια μαγείρευαν νηστίσιμο φαγητό και ζύμωναν το Χριστόψωμο. Επίσης, το παρόν στο τραπέζι έδιναν και τα αποκαλούμενα «εννιά φαγιά». Τα «εννιά φαγιά» συνήθως ήταν τα εξής: ντολμάδες με ρύζι, κομπόστα (με δαμάσκηνα, καίσια, μήλο, κυδώνι και σταφίδα), χριστόψωμο, ελιές, λάδι, κρασί, χαλβάς. Το βράδυ συγκεντρωνόταν ολόκληρη η οικογένεια στο τραπέζι, στο οποίο εκτός από τα φαγητά και το χριστόψωμο, υπήρχε και ένα αναμμένο κερί στη μέση. Ένα από τα παιδιά της οικογένειας έλεγε την προσευχή και στη συνέχεια ο πατέρας θυμιάτιζε μπροστά στο εικόνισμα, στο τραπέζι και σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Μετά το φαγητό η οικογένεια καθότανε και περίμενε τις παρέες νέων 16-18 ετών, αλλά και μεγαλύτερων που είχαν έφεση στο τραγούδι, που πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας αρχικά για τη γέννηση του Χριστού και στη συνέχεια για το ανδρόγυνο και για κάθε μέλος της οικογένειας. Οι παρέες αυτές φρόντιζαν μάλιστα τα τραγούδια που θα έλεγαν να είναι πρωτότυπα και να μην μοιάζουν με αυτά των υπόλοιπων παρεών αλλά να υπερέχουν στις σχετικές συγκρίσεις. Την ημέρα των Χριστουγέννων από τη εκκλησία δεν έλειπε κανένας εκτός από τους ηλικιωμένους και τους ασθενείς , ενώ στη συνέχεια ακολουθούσε χορός. Το μεσημέρι εκτός από το γουρούνι με την αρμιά απαραίτητη ήταν η καρβαβίτσα, ενώ το βράδυ πηγαίναν σε επισκέψεις σε όσους γιόρταζαν. Να σημειωθεί επίσης ότι την «ημέρα του Χριστού» όπως και του ‘Άι Βασίλη οι νοικοκυρές δεν έκαναν οποιαδήποτε δουλειά και ειδικά δεν σκούπιζαν, καθώς το θεωρούσαν γρουσουζιά.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς- Πρωτοχρονιά : Μικροί και μεγάλοι περίμεναν με ιδιαίτερη χαρά να έρθει η Πρωτοχρονιά. Οι νοικοκυρές, από την παραμονή καθάριζαν το σπίτι και φρόντιζαν για το βράσιμο του πατσά. Πατσά ονόμαζαν το κεφάλι του γουρουνιού που το κρατούσαν από τα Χριστούγεννα προκειμένου να φαγωθεί την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Στη συνέχεια οι νοικοκυρές καταπιανόταν με το άνοιγμα των φύλλων και το φτιάξιμο της πίτας. Μέσα στη βασιλόπιτα εκτός από κέρμα, έβαζαν και μικρά ξυλαράκια κρανιάς, τα οποία είχαν διαφορετικό σχήμα και συμβόλιζαν άλλο τα ζώα, άλλο τα χωράφια και άλλο διάφορα αντικείμενα του σπιτιού. Έτσι, σε όλους έπεφτε κάτι από την πίτα. Εκτός από την πίτα έφτιαχναν και το βασιλόψωμο. Το απόγευμα της παραμονής τα μικρά παιδιά, δυο-δυο, κρατώντας ένα φαναράκι στολισμένο με πολύχρωμα χαρτιά, πήγαιναν στα τραγούδια. Το βράδυ όλα τα μέλη της οικογένειας συγκεντρώνονταν στο σπίτι και αφού έκανα την προσευχή τους, ο πατέρας ή η μητέρα θύμιαζε μπρος στο εικονοστάσι και σ’ όλα τα δωμάτια. Το θυμιάτισμα γινότανε με μεταλλικό φτυαράκι και όχι με το θυμιατό, κάτι που συμβόλιζε την αυξημένη παραγωγικότητα και την πλούσια σοδειά. Στη συνέχεια έκοβαν το βασιλόψωμο, έτρωγαν τον πατσά και στο τέλος έκοβαν την πίτα. Μετά το φαγητό κάθονταν και έλεγαν διάφορες ιστορίες μέχρι την αλλαγή του χρόνου. Παράλληλα, το βράδυ της παραμονής, πολλοί νέοι ετοίμαζαν την «καμήλα». Δέκα έως είκοσι άτομα ντύνονταν με δέρματα ζώων και στο χέρι τους κρατούσαν ένα «τσιακαλντάκ», δηλαδή ένα κεφάλι καμήλας έτσι ώστε όλο το κατασκεύασμα να μοιάζει με πραγματική καμήλα. Το πρωί όλος ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία, στον αυλόγυρο της οποίας περίμενε η καμήλα με τα τσακαλντάκια. Όταν σχολούσε η εκκλησία, η καμήλα δεν επέτρεπε σε κανέναν να περάσει εάν δεν έριχνε προηγουμένως χρήματα στο τσακαλντάκ. Στη συνέχεια η καμήλα περνούσε και από τα σπίτια και συγκέντρωνε χρήματα, λουκάνικα και διάφορα φιλοδωρήματα, τα οποία στη συνέχεια μοιραζόταν τα άτομα που αποτελούσαν την ομάδα της καμήλας, ενώ μερικές φορές έδιναν ένα ποσοστό από τη «σοδειά» και στην εκκλησία. Την ίδια μέρα, μετά τον εκκλησιασμό, τα μικρά παιδιά πήγαιναν στην «τριστιάλκα». Έπαιρναν δηλαδή ένα κλαδί, μικρό ώστε να μπορεί να το κρατάει το παιδί στο χέρι, καθάριζαν τη φλούδα του, έσχιζαν τα κλωνάρια με το μαχαίρι, και το ξέραιναν στη φωτιά ώστε όταν το χτυπούσαν κάπου να ακούγεται βοή. Στη συνέχεια το στόλιζαν με βαμβάκια και πολύχρωμες κλωστές. Με το κλαδί αυτό που ονόμαζαν τριστιάλκα, έβγαιναν στους δρόμους, στα καφενεία και στα σπίτια και υποχρέωναν τον νοικοκύρη ή την νοικοκυρά να σκύψει και στη συνέχεια τους χτυπούσαν στην πλάτη λέγοντας παράλληλα τους παρακάτω στίχους τρεις φορές. «Τρις, τριστιάλκα έτη πολλά, τώρα και του χρόνου πάλι τον Άι Βασίλη». Οι μεγάλοι αποδεχόταν με θρησκευτική ευλάβεια το παραπάνω χτύπημα καθώς θεωρούσαν ότι με τον τρόπο αυτό θα έφευγαν από πάνω τους τα κακά δαιμόνια και στη συνέχεια έδιναν από κάποιο νόμισμα στα μικρά παιδιά. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι κάτοικοι του Καβακλή της Ανατολικής Ρωμυλίας την λέξη τριστιάλκα που θα τους φτιάξουν να είναι όσο γίνεται ομορφότερη καθώς την ημέρα της Πρωτοχρονιάς μικροί και μεγάλοι συζητούσαν ποια τριστιάλκα ήταν η καλύτερη. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και μέχρι να ολοκληρωθεί η θεία λειτουργία, φώναζαν σούρβα, Σούρβα πίστευαν ότι στα εβραϊκά σημαίνει «Ιησούς να βαπτιστεί» (να δοθεί στο θείο βρέφος το όνομα Ιησούς και όχι κάποιο άλλο όνομα.

Αγίου Ιωάννη : Την ημέρα του Αγίου Ιωάννη άνδρες και γυναίκες, μεγάλοι και μικροί, πήγαιναν στη βρύση ή στα πηγάδια, γέμιζαν κουβάδες με νερό και προσπαθούσαν να βρέξει ο ένας τον άλλο, καθώς κυνηγιόνταν. Όλοι δεχόταν αδιαμαρτύρητα το κατάβρεγμα που γινόταν καθώς την ημέρα αυτή, που τα νερά ήταν αγιασμένα, καθένας θεωρούσε ότι γινόταν για λογαριασμό του το μυστήριο του βαφτίσματος στον Ιορδάνη ποταμό.

Παναγιώτα Ειρήνη Βλαϊκούδη

1° Γυμν. Κουφαλίων

5. ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΥΡΙΛΛΟ

Ονομάζομαι Βασίλης Σαρίδης και κατάγομαι από το Πύθιο, του νομού Έβρου. Στο χωριό μου λοιπόν, πριν από χρόνια βρέθηκε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος. Πιο συγκεκριμένα το χωριό μου εκτός από το Βυζαντινό του κάστρο παρουσιάζει και κάποιο άλλο ειδικό ενδιαφέρον. Γιατί το χωριό τούτο το καθαγίασε μια μεγάλη μορφή της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος ο ΣΤ΄ που απαγχονίστηκε από τους Τούρκους στην Αδριανούπολη, θάφτηκε όμως εδώ όπου και διατηρείται ο τάφος του. Επιπρόσθετα, ήταν άνοιξη του 1821, Κυριακή των Βαΐων στην Αδριανούπολη. Έφτασαν και εδώ τα μηνύματα για τον ξεσηκωμό των ραγιάδων και την μέρα αυτή άρχισαν από τους Τούρκους οι συλλήψεις των Ελλήνων που συνεχίστηκαν όλη την μεγάλη εβδομάδα. Την Κυριακή του Θωμά, 17 Απριλίου, όλοι αυτοί οι Ανδριανοπολίτες αποκεφαλίστηκαν. Μαζί τους είχε συλληφθεί και ο Ανδριανουπολίτης πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος ο ΣΤ΄ . Το κοσμικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Σερμπετσόγλου. Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη το 1775 και από μικρός διακρίθηκε στα γράμματα. Νέος, 28 ετών, χειροτονείται μητροπολίτης Ικονίου, 35 ετών το 1810 μετατίθεται ως μητροπολίτης στην Αδριανούπολη όπου ενισχύει την εκπαίδευση. Το 1813, 38 χρονών εκλέγεται Πατριάρχης, αξίωμα που ο ίδιος δεν επιζήτησε. Επίσης ως Πατριάρχης ο Κύριλλος, με την επωνυμία Κύριλλος ο ΣΤ΄ , διόρθωσε τα οικονομικά του πατριαρχείου, επέφερε τάξη και πειθαρχία στο διοικητικό του μηχανισμό, ίδρυσε σχολεία και ξανά λειτούργησε το πατριαρχικό τυπογραφείο στο οποίο τύπωσε και ο ίδιος δικά του βιβλία. Η ιδιαίτερη ικανότητα του όμως, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τους Τούρκους, οι οποίοι το 1818 τον καθαιρούν από Πατριάρχη με το αιτιολογικό ότι ήταν ανίκανος να διατηρήσει τους Χριστιανούς σε υποταγή. Εξορίζεται στο Άγιον Όρος από όπου ύστερα από άδεια των Τούρκων γυρνά στην Αδριανούπολη. Εκεί τον βρίσκει η έκρηξη της επανάστασης του 1821. Με ειδικό ταχυδρόμο φτάνει το σουλτανικό διάταγμα για την θανάτωση του. «…και ο έκπτωτος πρώην πατριάρχης των Ρωμαίων… Κύριλλος… ενέχεται και αυτός εις τους σκοπούς και τας γνωστάς μεταξύ του έθνους των Ρωμαίων ραδιουργίας ως εξηβρικώθη». Το τέλος δεν άργησε να έρθει. Απαγχονίστηκε από ένα καγκελόφραχτο παράθυρο της Μητρόπολης. Το βασανισμένο του σώμα μαζί με τα κουφάρια των άλλων μαρτύρων ρίχτηκαν από τους δήμιους στα νερά του Έβρου για να εξαφανιστούν. Το ρεύμα όμως του ποταμού το έφερε στις όχθες του Πυθίου. Ένας χωρικός ο Χρήστος Αργυρίου, αναγνωρίζει το λείψανο του πατριάρχη. Και το βράδυ με κίνδυνο της ζωής του, το ανασύρει από το ποτάμι, το φορτώνει στο βοϊδάμαξο του και σκεπασμένο με κλαδιά μουριάς το φέρνει στο σπίτι του. Εκεί μέσα στο φτωχικό του καμαράκι σκάφτει μνήμα βαθύ και με ευλάβεια αποθέτει τη σορό του εθνομάρτυρα. Άγρυπνο καντήλι καίει μερόνυχτα στο μυστικό μνήμα. Όταν τέλειωσε ο αγώνας των Ελλήνων, το 1833, τα οστά του μάρτυρα ιεράρχη μεταφέρθηκαν στην Αδριανούπολη. Έμεινε μόνο ο τάφος, το μέρος όπου το χώμα της γης χώνεψε το κορμί του Πατριάρχη, και το μέρος εκείνο η οικογένεια Αργυρίου το άφησε άθικτο. Γκρεμίστηκε το παλιό σπίτι και υψώθηκαν καινούρια στη θέση του, όμως ο τόπος που ήταν ο τάφος δεν πειράχτηκε. Μικρός δρομάκος οδηγεί σήμερα στα σπίτια των απογόνων του Χρήστου Αργυρίου. Σήμερα στο χωριό ζουν οι γυναίκες των απογόνων του που ομολογούν το βίο και τα θαύματα του Πατριάρχη. Γιατί όλοι στο χωριό τον θεωρούν άγιο. Και η εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον έχουν ανακηρύξει άγιο. Ο παππούς μου μου είπε μια ιστορία που έλεγαν και λένε ακόμα οι κάτοικοι του χωριού «Ο Πατριάρχης απαιτούσε από τους κατοίκους του Πυθίου να του χτίσουν ένα εκκλησάκι προς μνήμην του, για να ησυχάσει η ψυχή του. Έτσι με τη μορφή φαντάσματος, τριγυρνούσε τα βράδια στα σπίτια και ταρακουνούσε οικιακές συσκευές ή σκορπούσε τα δημητριακά (σιτάρι) στις αποθήκες για να τρομάξει το κόσμο. Ο κόσμος όμως δεν αντιδρούσε μέχρι που έγινε κάτι συνταρακτικό για το χωριό. Ξέσπασε λοιμός και ο αριθμός των νεκρών ήταν μεγάλος. Έτσι πάρθηκε η απόφαση να χτιστεί το εκκλησάκι για τον Πατριάρχη. Η οικογένεια Αργυρίου έχτισε το εκκλησάκι δίπλα από τον τάφο του. Από τότε η ψυχή του Πατριάρχη ησύχασε και δεν ξανά ενόχλησε τους χωριανούς. Επίσης Θεϊκή ευημερία ακόμα σκέπασε το χωριό». Ανάμεσα στα σπίτια στο στενό πεζοδρόμιο βρίσκεται σήμερα το μνήμα του. Ένα άτεχνο τσιμεντένιο προσκυνητάρι σκέπαζε το χώμα. Τώρα τελευταία φιλοτεχνήθηκε καινούριο ομορφότερο με πέτρες και τούβλα. Μέσα στο προσκυνητάρι είναι η εικόνα του. Συνηθισμένη εικόνα αγίου με άσπρα μαλλιά και γένια, επισκοπικά άμφια και το Ευαγγέλιο μπροστά στο στήθος. Τέλος όλοι οι κάτοικοι του χωριού, εγώ και όσοι κατάγονται από το Πύθιο, είμαστε πολύ περήφανοι που στο χωριό μας υπάρχει ο τάφος και το εκκλησάκι αυτής της μεγάλης εκκλησιαστικής μορφής. Του Πατριάρχη Κύριλλου.

Βασίλης Σαρίδης

3° Γυμν. Καλαμαριάς



6. ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ

ΡΑΙΔΕΣΤΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Η Δεκοχτούρα: Είχε νυχτώσει πια και η γιαγιά με τα τρία εγγονάκια της καθόταν κοντά στη φωτιά που έδινε ένα υπέροχο χρώμα σε όλο το δωμάτιο και το γέλιο των παιδιών γέμιζε το σπίτι με χαρά. Σε μια στιγμή η Μαιρούλα ρώτησε τη γιαγιά. – Γιαγιά θα μας πεις την ιστορία για την δεκοχτούρα ; – Ω ! είναι μεγάλη ιστορία και πολύ λυπητερή, είπε η γιαγιά με σοβαρότητα. – Γιαγιά άκουσα τον Κώστα να λέει ότι η δεκοχτούρα είναι γυναίκα που έχει μεταμορφωθεί σε πουλί. Είπε η μικρότερη εγγονή η Γιωργίτσα που η γιαγιά της είχε μεγάλη αδυναμία. – Δίκιο έχει ο αδερφός σου κοκόνα μου. Ανοίξτε καλά τα αυτιά σας και θα σας πω την ιστορία. Η γιαγιά αφού βολεύτηκε καλά, δίπλα στο μιντέρι, άρχισε να διηγείται: «Μια φορά και έναν καιρό, σ’ ένα όμορφο αλλά φτωχικό χωριό κτισμένο ανάμεσα στο βουνό και στο ποτάμι, ζούσε η Κατίνα, μια πανέμορφη κοπέλα, με την οικογένεια της. Η κοπέλα ήταν αθώα και καλόκαρδη. Όταν περπατούσε στο δάσος, χαιρετούσε τα πουλιά, τα ήμερα και άγρια ζώα και φυσικά όλους τους ανθρώπους, μεγάλους και μικρούς, πλούσιους και φτωχούς. Ένα πρωινό η Κατίνα καθώς έπλενε τα ρούχα στο ποτάμι άκουσε μια φωνή να της λέει γλυκά. – Θα μπορούσα να καθίσω κοντά σου για να ξαποστάσω; Γύρισε η κοπέλα το κεφάλι της και είδε ένα νέο όμορφο και καλοσυνάτο, δίπλα σε ένα καφέ άλογο, φορτωμένο σάκους μεγάλους. – Κάθισε να ξαποστάσεις. Απάντησε η κοπέλα με μεγάλη χαρά. Η καρδιά της φτερούγισε και ένοιωσε πως έβλεπε μπροστά της τον νέο που περίμενε χρόνια και που έβλεπε συνέχεια στα όνειρα της. – Πως σε λένε όμορφη; ρώτησε το παλικάρι. – Κατίνα, είπε και έκρυψε το πρόσωπό της για να μην δείξει την αναστάτωση της και τα κατακόκκινα μάγουλά της. – Εμένα με λένε Ανδρέα. Γυρίζω όλο το κόσμο και πουλάω τις πραμάτειες μου, όμως πιο όμορφη κοπέλα από σένα δεν έχω ματαδεί. Η κουβέντα τους κράτησε ώρα και όταν ο νέος σηκώθηκε να φύγει, της υποσχέθηκε ότι σύντομα θα γύριζε κοντά της. Ο καιρός περνούσε όμορφα για τους δύο νέους και οι συναντήσεις τους γινόταν όλο και πιο συχνές. Το παλικάρι θαμπώθηκε όχι μόνο από την ομορφιά της κοπέλας αλλά και από το μεγαλείο της ψυχής της. Της πρότεινε λοιπόν να παντρευτούν και η κοπέλα το δέχτηκε με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό. Αγαπούσε τον Αντρέα και πίστευε ότι κοντά του θα περάσει μια ζωή ευτυχισμένη. – Κατινάκι μου, όπως ξέρεις, ο μόνος άνθρωπος που έχω στο κόσμο είναι η μητέρα μου και όταν παντρευτούμε θα μείνει και αυτή μαζί μας, μιας και εγώ θα λείπω μέρες, μπορεί και μήνες με τη δουλειά μου, εσύ θα πρέπει να έχεις παρέα και να νιώθεις ασφαλής. Η κοπέλα συννέφιασε για λίγο, γιατί σκεφτόταν ότι θα άφηνε τους αγαπημένους της γονείς και το σπιτικό της. Τα ματάκια της γέμισαν δάκρυα χαράς και λύπης μαζί. Η μεγάλη της αγάπη για τον Ανδρέα όμως υπερίσχυσε και απάντησε. – Όλα θα τα απαρνηθώ και θα έρθω μαζί σου! Οι δύο νέοι παντρεύτηκαν και η Κατίνα εγκαταστάθηκε στο καινούριο της σπιτικό με το σύζυγο της και την πεθερά της. Η πεθερά ήταν μια κακόψυχη γυναίκα που ζήλευε τη νύφη της και την έβαζε να κάνει συνέχεια βαριές δουλειές, όταν έλειπε ο Αντρέας. Όταν αυτός ήταν στο σπίτι της φερόταν όλο υποκρισία με τον καλύτερο τρόπο. – Πόσο σ’ αγαπάει η μητέρα! Έλεγε και ξαναέλεγε ο νέος στη γυναίκα του, χωρίς να ξέρει τι γινόταν όταν έλειπε από το σπίτι. – Ναι Αντρέα μου απαντούσε η Κατίνα, γιατί ήξερε πόσο πολύ αγαπούσε τη μητέρα του ο άνδρας της και δεν ήθελε να τον στεναχωρήσει. Έτσι περνούσε ο καιρός, με τον Αντρέα να λείπει συνεχώς από το σπίτι και την Κατίνα να μαραζώνει μέρα με τη μέρα και να αναπολεί τις χρυσές μέρες στο σπίτι της κοντά στους ανθρώπους που την αγαπούσαν. Η μόνη της παρηγοριά, ήταν να πηγαίνει στο δάσος και να λέει τον πόνο της στα ζώα και στα πουλιά και να καρτερεί τον γυρισμό του άντρα της που τόσο αγαπούσε. Ένα πρωί η κακιά πεθερά με τόνο αυστηρό, όπως πάντα, είπε στη νύφη της να ζυμώσει και να ψήσει ψωμί. Η Κατίνα υπάκουη όπως ήταν, πήρε αμέσως αλεύρι και νερό, έβαλε ξύλα στο φούρνο, τον άναψε και άρχισε να ζυμώνει. Έπλασε δεκαοχτώ ψωμιά και τα έβαλε στη πινακωτή. Με το ζυμάρι που είχε απομείνει στα χέρια της σκέφτηκε να πλάσει ένα μικρό πιτάκι. Καθώς το ετοίμαζε σκέφτηκε να το δώσει στο μικρό κοριτσάκι τη Μαριγούλα, που ζούσε μόνη της κοντά στο ποτάμι και δεν θα είχε φαγητό. Μόλις ψήθηκαν τα ψωμιά η Κατίνα πήρε κρυφά από την πεθερά της το πιτάκι και έτρεξε χαρούμενη στο δάσος φωνάζοντας : «Μαριγούλα, Μαριγούλα…σου έφερα να φας». Το μικρό κοριτσάκι την υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά και αγκαλιάζοντας την με συγκίνηση της είπε: – Πεινούσα πάρα πολύ, είσαι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Ευτυχισμένη η Κατίνα από την καλή της πράξη, τραγουδούσε μαζί με τα πουλιά και χόρευε σε όλη τη διαδρομή για την επιστροφή της στο σπίτι. Μια μεγάλη έκπληξη όμως την περίμενε! Η κακιά πεθερά στεκόταν μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού κρατώντας την πινακωτή με τα δεκαοχτώ ψωμιά και τη ρώτησε: – Που είναι Κατίνα το πιτί; – Ποιο πιτί; απάντησε η νύφη, γιατί πίστευε πως δεν το είχε δει η πεθερά της όταν το έφτιαχνε. – Αυτό που ψήθηκε μαζί με τα δεκαοχτώ ψωμιά. Το πιτί! Της απάντησε και τα μάτια της γυάλιζαν όλο κακία. Η Κατίνα κατέβασε το κεφάλι της και δε μίλησε. Που να τολμήσει να της πει ότι το έδωσε στο ορφανό! Η ψυχή της πεθεράς της ήταν τόσο κακιά που δεν την συγκινούσε τίποτα στον κόσμο όλο. – Πρέπει να φέρεις πίσω το πιτί μέχρι το βράδυ, αλλιώς να μη γυρίσεις στο σπίτι. Η Κατίνα έφυγε τρέχοντας για το δάσος. Από τα μάτια της κυλούσαν δάκρυα λύπης και αγωνίας. Αφού περιπλανήθηκε ώρες, δυστυχισμένη όπως ένοιωθε παρακάλεσε το Θεό να την απαλλάξει από το κακό που την είχε βρει. Βράδιασε… εξαντλημένη καθώς ήταν έπεσε σε ένα στρώμα από φυλλωσιές δέντρων για να κοιμηθεί. Το πρωί που ξύπνησε, καθρεφτίστηκε στο ποτάμι που πήγε να πλυθεί και τι να δει !! είχε μεταμορφωθεί σε πουλί. – Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, που με έσωσες απ’ αυτή την κακιά γυναίκα. Θα πετώ στον ουρανό για να βρω την αγάπη που δεν μπόρεσα να βρω στη γη και θα τραγουδάω όλη τη μέρα για το χαμένο ψωμάκι που έδωσα με όλη μου τη καρδιά στο ορφανό. Από τότε μέρα νύχτα γυρίζει παντού σ’ όλο τον κόσμο και τραγουδώντας λέει: «Δεκαοχτώ το πιτί , πάει η Κατίνα να το βρει». Η φωτιά κόντευε να σβήσει καθώς η γιαγιά τελείωνε την ιστορία της. – Είναι αλήθεια όλα αυτά, γιαγιά; ρώτησε η Μαιρούλα. – Βέβαια. Μόνο που όλα αυτά είναι πολύ παλιά ιστορία και εξάλλου οι δεκοχτούρες υπάρχουν και αν προσπαθήσετε να ακούσετε τι λένε θα καταλάβετε. Είπε γελώντας η γιαγιά. Η φωτιά στο τζάκι όμως είχε σβήσει και ήταν πια ώρα για ύπνο….

Μάγδα Πετίδου

1° Γυμν. Τούμπας

7. Ο ΘΕΡΟΣ ΚΑΙ Τ’ ΑΛΩΝΙΑ

Κείν’ τα χρουνιά είχε μπέρεκετ μιγάλου. Κατ γεννήματα, του φίδ’ δε μπορούσι να τα σκίσ’. Θερίζαμ’ πε τα τραγούδια. Γούλους ου κόσμους γιμάτους έρεξκι μιράκ’. Ξιθέρσαμ’. Έκαμαμ τ’ αμάξια για διμάτια άρκιψαμ του κουβάνμα. Ένα προυί. Πήγαμ στου χουράφ’ να φουρτώσουμ’ ένα κριθάρ’. Νεβαίν’ ου Κατσικλής παν’ στ’ αμάξ’ κι’ γω πεκάτ’ έδινα τα διμάτια. Νιαν αλιπού κ’ μούντανα πεκάτ’ πε τα διμάτια. Όπους σάλτσα να πάρου του διμάτ’ νε είδα, νε τραβίζου ένα δουκράν’, χτυπάει του δουκράν’ στου ντουκουρτζούν’, τσακίσκι τόνα του δόντ’, πέμνε τσελέκ’ κου. Γιουρουντίζ’ η αλιπού, μι πιάν’ πε το μπατζάκ’. Πηδάει ου Κατσικλής πε παν’ πε τ’ αμάξ’νε πιάν’πε την ουρά, νε φέρνει μια σφουντούλα, νε χτυπάει καταγής. Άρκεψ να γυρνά κατλαβάκες. Εμείς γελούσαμ και οι δυό. Εμέν σκώνετι και παίρνει δρόμου και φεύγει. Φόρτωσαμ τα αμάξια, πήγαμ στ’αλώνια, τα αδειάσαμ. Τέλειουσι το κουβαν’μα, καθαρίζουμ’ τα’αλών’τους πάτσαμμι του γιουβαρλάκ κι ξικίν’σαμ ν’ αλουνίζουμ. Κείν’ τα χρόνια ήντανα βάσανου μεγάλου ου αλωνισμός. Του πρωί να στρώσεις τα διμάτια, να ξέψεις τη δουκάν’, απάν’ έπρεπε να έχ’ς του φκιάρ, τουν τενεκέ. Μόν’ έκανε του βόδ’ να κουπρίσ’, εβάνις του φκιάρ΄κι μάζονις την κουπριά στουν τενεκέ. Όντε πάλε θα να κατρίσ’ του βόδ, σταματούσις τη δουκάν’ εβανις τουν τενεκέ κι μάζωνις του κατούρμα κι τόριχνις όξου πε τ’ αλών. Κι του πιο μεγάλου βάσανου ήντανα ου αέρας. Γιατί πότι φ’σούσι να λιχνίσου’μ κι πότι δε φ’σούσι κάνα δυο μέρις κι μαζόνταν τα σέτια στοπυ πλάι τ’ αλών. Τελειώσαμ’ μι του καλό. Ξαλών’σαμ, έβραναμ τα γεννήματα στ’ αμπάρια τ’άχυρα στα αχυρώνις. Πήγμ κι κάμπουσα σεφέρια στο βουνό, ηφέρμ τα ξύλα μας. Ναι μέρα φουνάζου τουν Καμτσικλή κι με βόηθησι, γιουμίζουμ τα τσουβάλια στάρ’, τα φουρτώνουμ πάν’ στ’ αμάξ’ κι τα’ν άλλ’τα’ μέρα του πρωί ζέβου τσ’ μπτέκες, βάνου η γυναίκα κι του πιδί απάν. Η διξιά η μπτέκα δε παέν. Ε! Κι παίρνου του κάτσνου κι νι μπήκα πε του πλάι κι νε’ χωθ’κα μπογιονά να δγείς, παέν’ ή δε παέν’. Παγαίνουμ’ στου Μπουργκάζ, στου παζάρ’. Πλώ του στάρ’, γουράζω γούλα τα τεταρίκια για τουχ’μώνα, παίρνου κι μια μιγάλ’τόπκα του πιδί κι γύρ’σαμ πίσου στου χουριό.

Αντώνιος Μιτσάγκας

1° Γυμν. Μαλακοπής

8. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥΛΗ

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα χωριουδάκι μια όμορφη και ευτυχισμένη οικογένεια, ο μπαμπάς, η μαμά και τα τρία τους παιδιά, ο Γιώργος, ο Χρήστος και η μικρή Ελενίτσα. Κάθε πρωί τα αγόρια σηκώνονταν από τα χαράματα και πήγαιναν μαζί με τον πατέρα τους στο χωράφι για να τον βοηθήσουν στη δουλειά. Στο σπίτι έμεναν μόνο η μαμά με την Ελενίτσα, η μαμά για να μαγειρέψει και να κάνει τις δουλειές του νοικοκυριού και η μικρή καθόταν και έπαιζε. Όμως, η μικρή Ελενίτσα ήταν μια “αχόρταγη” παιχνιδιάρα. Δεν αρκούνταν σε αυτά που είχε και συνεχώς ήθελε κάποιο καινούριο παιχνίδι για να ασχοληθεί. Και όποτε δεν γινόταν αυτό που ήθελε έκανε σκανταλιές και δεν άφηνε τη μαμά της να κάνει τις δουλειές του σπιτιού μέχρι να την ικανοποιήσουν. Η μαμά της ολοένα έβρισκε καινούργια παιχνίδια έτσι ώστε να μπορεί να δουλεύει απερίσπαστη αλλά μάταια. Έτσι λοιπόν κατέληγε καθημερινά να κάθεται συνέχεια μαζί της φροντίζοντας να είναι ευχαριστημένη. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες. Μια μέρα η μαμά μην αντέχοντας άλλο αυτό το πρόγραμμα αποφάσισε να κάνει την αγαπημένη της κόρη να είναι ευχαριστημένη με αυτά που έχει. Μόλις βράδιασε και η Ελενίτσα ήταν έτοιμη να πέσει για ύπνο η μαμά της πήγε στο δωμάτιο και της είπε – Ελενίτσα, θέλεις να σου πω ένα παραμύθι για να κοιμηθείς; – Ναι μαμά. -Ξάπλωσε στην αγκαλιά μου και άκου. Ήταν μια φορά και έναν καιρό πριν πολλά χρόνια σε ένα μακρινό χωριουδάκι ένας παππούς και μια γιαγιά. Ζούσαν σε ένα σπιτάκι και είχαν έναν λαχανόκηπο, ένα κοτέτσι και τρία κουνελάκια. Το ένα το λέγανε Γκριζούλη και ήταν το πιο δυνατό και ορεξάτο κουνελάκι. Ο Γκριζούλης για να καταλάβεις έτρωγε μόνος του όσο έτρωγαν και τα άλλα δύο κουνελάκια μαζί. Το δεύτερο κουνελάκι το λέγανε Καφετούλη. Αυτό ήταν το πιο χουζούρικο κουνελάκι. Ξυπνούσε μόνο για να φάει και να παίξει. Όλη την υπόλοιπη μέρα κοιμόταν. Το τρίτο κουνελάκι το λέγανε Ασπρούλη. Ο Ασπρούλης ήταν ο πιο έξυπνος και ο πιο πονηρός από τα τρία και ήταν το αγαπημένο κουνελάκι τους, σαν εσένα Ελενίτσα. Κάθε μέρα ο παππούς πήγαινε στο χωράφι του, όπως ο μπαμπάς σου, και δούλευε μέχρι το μεσημεράκι, όπου και γυρνούσε σπίτι για να ξεκουραστεί. Έφερνε στα κουνελάκια χορταράκια για να φάνε, που τα μάζευε είτε από το χωράφι είτε στον δρόμο της επιστροφής. Στον Γκριζούλη έδιναν πάντα λίγα χορταράκια περισσότερα, στον Ασπρούλη έδιναν τα πιο νόστιμα και τρυφερά χορταράκια, ενώ στον Καφετούλη έδιναν ότι περίσσευε. Το απόγευμα ο παππούς και η γιαγιά δούλευαν στον λαχανόκηπο τους. Εκεί είχαν φυτέψει λαχανάκια, μαρουλάκια, καροτάκια, ραπανάκια και άλλα καλά τα οποία έτρωγαν. Με αυτό τον τρόπο περνούσαν οι μέρες και όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Ο μόνος που δεν ήταν ευχαριστημένος ήταν ο Ασπρούλης, που καθώς ήταν το αγαπημένο κουνελάκι του παππού και είχε μάθει στην καλοπέραση και στο καλό φαγητό αναζητούσε συνέχεια κάτι διαφορετικό και καλύτερο από αυτά που είχε για να περάσει καλά. Έτσι λοιπόν μια μέρα που ο παππούς έβγαλε τα κουνελάκια έξω για να φάνε χορταράκι ο Ασπρούλης πρόσεξε τον λαχανόκηπο. Είδε τα λαχανάκια, τα καροτάκια, σωστός παράδεισος βρισκόταν μπροστά του. Έβαλε λοιπόν στόχο να καταφέρει να βρεθεί εκεί, να απολαύσει όλα αυτά τα εκλεκτά φαγητά. Το ίδιο βράδυ, όταν όλοι είχαν κοιμηθεί ο Ασπρούλης πήγε ήσυχα και προσεκτικά στην άκρη της μάντρας που κοιμόνταν τα κουνελάκια και άρχισε να σκάβει. Ήθελε να φτιάξει μια τρύπα που να περνάει κάτω από τα σύρματα που οριοθετούσαν τη μάντρα και να βγει έξω, να πάει στον “παράδεισο” και να φάει με τη ψυχή του. Όμως δεν πρόλαβε να τελειώσει την τρύπα εκείνη τη νύχτα. Χάραζε και σε λίγο ο παππούς θα πήγαινε στη δουλειά, και αν έβλεπε τη τρύπα όλο το σχέδιο θα χαλούσε. Ο Ασπρούλης δεν ήξερε τι να κάνει, στο τέλος όμως το βρήκε. Μάζεψε όσο χώμα μπορούσε από τριγύρω, πήρε και μερικά χορταράκια που είχαν περισσέψει από το φαγητό τους και κάλυψε την τρύπα. Όταν σιγουρεύτηκε ότι δεν φαινόταν, έπεσε για ύπνο, μην τυχόν τον έβρισκε ο παππούς ξύπνιο και “μυριζόταν” την δουλειά. Το επόμενο βράδυ έγινε πάλι το ίδιο. Μόλις όλοι έπεσαν για ύπνο, ο Ασπρούλης ξεσκέπασε την τρύπα και άρχισε να σκάβει. Μετά από αρκετή ώρα δουλειάς τα κατάφερε. Περνώντας μέσα από την τρύπα έφτασε στον λαχανόκηπο. Έτσι, καθώς ήταν πεινασμένος μετά από τόση ώρα δουλειάς, έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ. Έφαγε, έφαγε, μέχρι που η κοιλιά του δεν χωρούσε άλλο. Τότε πέρασε πάλι μέσα από την τρύπα και έπεσε να κοιμηθεί. Το επόμενο πρωί, μόλις ο παππούς βγήκε από το σπίτι, αντίκρισε τον λαχανόκηπο του κατεστραμμένο. Όλα τα λαχανικά του ήταν φαγωμένα. Μπήκε στο σπίτι λυπημένος. Μόλις τον είδε η γιαγιά απόρησε. -Γιατί είσαι λυπημένος; τον ρώτησε. – Κάποιο ζωάκι μου έφαγε τα λαχανικά μου. – Το βρήκες ; – Όχι μάλλον θα έφυγε. – Μην στεναχωριέσαι θα τον ξαναφτιάξουμε τον κήπο. Όμως σήμερα τη νύχτα θα φυλάξεις σκοπιά, άμα ξαναέρθει να το πιάσεις. Έτσι και έγινε. Εκείνη τη νύχτα ο παππούς κάθισε σκοπός στο παράθυρο να δει άμα έρθει ξανά το ζωάκι που του έτρωγε τα λαχανικά. Ο Ασπρούλης εν τω μεταξύ θυμόταν ακόμα την νοστιμιά από τα μαρουλάκια και τα λαχανάκια του κήπου και ήθελε να ξαναπάει. Φοβόταν πολύ όμως, γιατί πίστευε ότι ο παππούς θα τον έπιανε αυτή τη φορά. Όμως στο τέλος η πείνα του κατάφερε να νικήσει τους φόβους του και να πάει. Έτσι λοιπόν ξεσκέπασε την τρύπα και πήγε στον λαχανόκηπο. Για καλή του τύχη, ο παππούς , που ήταν πολύ κουρασμένος, είχε αποκοιμηθεί δίπλα στο παράθυρο και δεν τον πήρε είδηση. Ο Ασπρούλης έφαγε με τη ψυχή του. Και όταν χόρτασε, επέστρεψε πάλι από την τρύπα που είχε σκάψει την προηγούμενη μέρα. Το επόμενο πρωί ο παππούς ξύπνησε πάνω στο παράθυρο. Αμέσως έτρεξε να δει πως ήταν ο λαχανόκηπος του. Όλα ήταν όπως και την προηγούμενη μέρα. Γύρισε σπίτι καταστεναχωρημένος. Όμως δεν το έβαζε κάτω αν δεν έπιανε τον καταστροφέα έτσι λοιπόν για δεύτερη φορά φύλαξε σκοπιά , αυτή τη φορά με το όπλο του στο πλάι, για να τιμωρήσει τον καταστροφέα και να μην φοβάται ότι θα του τρώνε τα λαχανικά του. Εκείνη τη νύχτα ο παππούς κάθισε σκοπός μέχρι πολύ αργά τη νύχτα. Όμως πάλι νικήθηκε από τη κούραση. Για καλή του τύχη η γιαγιά ξύπνησε μες στη νύχτα και τον είδε που κοιμόταν. Τον ξύπνησε και του είπε – Πήγαινε κοιμήσου, θα κάτσω εγώ σκοπός. Όσο γίνονταν αυτά στο σπιτάκι, ο Ασπρούλης ξεσκέπαζε τη τρύπα που είχε φτιάξει για να πάει πάλι στον λαχανόκηπο. Έχοντας πειστεί πλέον πως δεν θα τον έπιαναν πήγε πάλι στον λαχανόκηπο μη προσέχοντας τη γιαγιά που στεκόταν στο παράθυρο. Άρχισε να μασουλάει πάλι τα μαρουλάκια χωρίς να νοιάζεται για τον θόρυβο και αν θα τον καταλάβαιναν. Η γιαγιά άκουσε μες το σκοτάδι το “κρατς κράτς” και κατάλαβε ότι ο υπεύθυνος της καταστροφής είχε γυρίσει. Αμέσως είδε τη σκιά κάποιου ζώου να τρώει τα μαρουλάκια, όμως μες το σκοτάδι δεν μπόρεσε να διακρίνει ότι ήταν το δικό τους κουνελάκι. Έτσι λοιπόν πήρε το όπλο και “μπουμ” πυροβόλησε το ζωάκι. Την άλλη μέρα βγήκαν έξω να το βρουν. Το βρήκαν δίπλα στα μαρουλάκια, αλλά δεν κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τον Ασπρούλη τους. Νόμιζαν ότι ήταν ένα ξένο κουνελάκι και όχι από τα δικά τους. Η γιαγιά το πήρε και το έκανε στιφάδο και εκείνη τη μέρα φάγανε ένα ωραιότατο φαγητό. Το απόγευμα όταν ο παππούς πήγε να ταΐσει τα κουνελάκια του έλειπε ένα. Ο Ασπρούλης. Αμέσως ρώτησε τη γιαγιά – Τι χρώμα είχε το κουνελάκι που φάγαμε σήμερα; – Άσπρο ήταν είπε η γιαγιά. – Α! Δικό μας ήταν. Ο Ασπρούλης ήταν. Ψάχνοντας λίγο ο παππούς βρήκε την τρύπα που είχε σκάψει ο Ασπρούλης. – Δεν το περίμενα αυτό. Ο Ασπρούλης ήταν το πιο χαϊδεμένο κουνελάκι, του έδινα συνέχεια το καλύτερο φαγητό, τον περιποιόμουνα, γιατί να το κάνει αυτό; Πάντως το μάθημά του το πήρε. Αντί να είναι ευχαριστημένος με αυτά που έχει, ήθελε περισσότερα. Και αυτό το πλήρωσε ακριβά. – Είδες Ελενίτσα τι έπαθε ο Ασπρούλης; Από κει που ήταν το αγαπημένο κουνελάκι του παππού και το πιο χαϊδεμένο, τα έχασε όλα. Και γιατί; Γιατί ενώ είχε όλα τα καλά, αυτός ήθελε συνέχεια κάτι καινούργιο, κάτι καλύτερο. Δεν ήταν ευχαριστημένος με αυτά που είχε. Μήπως σου θυμίζει κάτι αυτή η ιστορία Ελενίτσα; – Μαμά μοιάζω με τον Ασπρούλη. Και αυτός δεν αρκείται με αυτά που είχε όπως και εγώ. Αλλά εγώ μαμά δεν θέλω να μου πάρουν αυτά που έχω. Δεν θέλω να τα χάσω. Θα προσπαθήσω να αλλάξω. Και δεν θα σου ζητάω συνέχεια να παίζεις μαζί μου. – Χαίρομαι που κατάλαβες το νόημα της ιστορίας κόρη μου. Ελπίζω να σε βοηθήσει η ιστορία του Ασπρούλη να γίνεις καλύτερη. Μα τώρα είναι αργά. Πήγαινε για ύπνο. – Καληνύχτα μαμά. – Καληνύχτα Ελενίτσα.

Λάζαρος Παπαδόπουλος

Ελληνογαλλική σχολή Καλαμαρί

9. Η ΦΥΓΗ

Περιπλανώμενη στους δρόμους της αλησμόνητης πατρίδας και προσπαθώντας να βρω κάτι που να θυμίζει, Θράκη- Ανατολική Ρωμυλία. Χώματα ιερά για μένα και ποτισμένα με τον ιδρώτα και δάκρυα γενεών, έφτασα στη γενέτειρα των παππούδων μου και γιαγιάδων μου, το Καβακλή, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Το ταξίδι μακρινό και κουραστικό, αλλά δεν άφησα στιγμή να πάει χαμένη, την επόμενη μέρα κιόλας, ξεκίνησα τη βόλτα μου στα σοκάκια του χωριού και έλεγα: Δεν μπορεί κάποιος θα μου μιλήσει Ελληνικά- Καβακλιώτικα, η αγωνία μου μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα. Μονολογώντας λοιπόν “Θέου να βρω έναν άνθρωπο ιτσά να χουρατέψου καμόσο να μάθου για του τί ίνγκι” μπροστά μου ο μπάρμπα Γκέτης με τη γυναίκα του, την θεία Πούνκα, ακούγοντας με να μιλάω Καβακλιώτικα, αναθάρρησαν, πέφτουν στην αγκαλιά μου λέγοντας μου: - Μας αστόχσιτι είμαστε κι μεις Έλληνοι. – Δεν σας αστόχσαμοι αλλά δεν σας ήξιραμι. Από εκείνη τη στιγμή ένοιωσα ότι βρήκα τον θησαυρό που έψαχνα, ο παππούς άρχισε την ιστορία του: Λοιπόν κοπέλα μου εμείς ινίθκαμι εδώ τρανέψαμε και οι μανές μας και οι πατεράδες μας, ζήσαμε εδώ από τα παλιά τα χρόνια, τα αρχαία. Από το 1906 άρχισαν τα προβλήματα με τους ξένους, άρχισαν νά ρουνται. Να θέουν να πάρν τα μέρη μας. Εγώ παιδί τότε πήγαινα στο σχολείο, μαθαίναμε Ελληνικά και Βουλγάρικα, έτσι είχαν αποφασίσοι οι τρανοί, στα σχολεία να μαθαίνουμε Βουλγάρικα, παιδιά τότε, δεν καταλαβαίναμε τι γινόταν. Ο πατέρας μου γεωργός, δούλευαν μαζί με τη μάναμ στα χωράφια, προκομμένοι άνθρωποι και όλοι, από το Καβακλή νοικοκυραίοι, άμα δεν μας άφσαν σε ησυχία, άρχισαν οι Διοικητές το περιοχών να ζητούν φόρους πολλούς, εξοντωτικούς για τους δικούς μας, αφού ούτε και στη διοίκηση άφσαν τσ Έλληνες να κάνν κουμάντο. Τα χρόνια δύσκολα βέβαια, αλλά ζούσαμε καλά, έρουνταν ο καιρός , κάναμε τα πανυγήρια μας, τηρούσαμε όλα τα έθιμα και γλεντούσαμε, δεν θα ξεχάσω το ψωμί που ζύμωνε η μάναμ. Πούνκα μαρί και συ, τι μιντζιές έφκιαντε εκείνα τα χρόνια; Μαζώνονταν οι γυναίκες στον αργαλειό, να υφάνουν να κεντήσν τις τσούκνες, πιά θα φτιάση την καλύτερη για να πάει στο πανηγήρι, εκεί να βρεί αϊγόρο. Έτσι βρήκα και εγώ τον Γκέτη, και παντρέφκαμε, αμά γρήγορα έπρεπε να ξεριζωθούμε από τα σπίτια μας και τις καλοσύνες μας. Ήρθε ο καιρός από το 1920-1924 άρχισαν σιγά-σιγά οι διωγμοί μαζέψαμε το νοικοκυριό μας στα κάρα, ότι χωρούσε, τα πιο πολύτιμα, δύο υφαντά, φωτογραφίες των γονιών, τσούκνες και ποτούρια και αναμνήσεις χιλιάδες, δάκρυα ατέλειωτα, τα παιδιά μας στην αγκαλιά και λίγο χώμα ιερό, για να πάμε στη μαμά πατρίδα. Τα λόγια τους τα κουβαλάω ακόμα στην καρδιά μου, το όνειρο έγινε αληθινό. Ολόκληρη η Ανατολική Ρωμυλία είναι μια πανέμορφη Ελληνική Πατρίδα, γεμάτη πόλεις, χωριά, όπου άνθισε Ελληνισμός και Βυζάντιο.

Θεοδώρα Τσάγκαλου

1° Γυμν. Κουφαλίων

10. ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΟΥ

ΧΑΨΑ, Ανατολικής Θράκης. Βασίλης Αποστολίδης, νέος, ψηλός, όμορφος και πάνω απ’ όλα πλούσιος. Χωράφια σπαρμένα με στάρι και καλαμπόκι και προπαντός κοπάδια με πρόβατα, κατσίκια και ιδιαίτερα βουβάλια. Περιζήτητος γαμπρός.ΑΝΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ, Ανατολικής Θράκης. Παρασκευίτσα. Ψηλή, όμορφη,αρχοντογυναίκα. Πολύ καλή μαγείρισσα και κεντήστρα από τις λίγες.Για την τύχη αυτών των δύο φρόντισαν οι μάνες τους με τη βοήθεια της προξενήτρας, έτσι γίνονταν τότε, και ο Βασίλης με τη Παρασκευίτσα παντρεύτηκαν. Ζούσαν καλά. Μεγάλωνε η περιουσία τους αλλά μεγάλωνε και η οικογένειά τους. Έκανα επτά παιδιά. Τέσσερα κορίτσια, τη Φωτεινή, τη Μαρία, τη Χρυσώ και το στερνοπαίδι τους την Ελενίτσα αλλά και τρία αγόρια, το Γιώργο, τον Αποστόλη, και το Θεοχάρη. Την προκοπή όμως του Βασίλη δεν την έβλεπαν όλοι με καλό μάτι. Οι Τούρκοι ενοχλούνταν και δεν ήθελαν το καλό του. Το αποτέλεσμα ήταν να τον σκοτώσουν. Πίστευαν ότι έτσι θα τον κατέστρεφαν. Δεν ήξεραν όμως την Παρασκευίτσα.Κρέμασε στον ώμο της μεγάλης κόρης της Φωτής και του πιο μεγάλου γιου της Γιώργου από εάν σακούλι άμμο και στην αυλή του σπιτιού τάχα πως η άμμος ήταν σπόρος τους έμαθε τη κίνηση της σποράς. Και έμαθαν όχι γιατί τους άρεσε αλλά γιατί το έλεγε η “νινέ” δηλαδή η μάνα. Και αυτή η μάνα ήταν σκληρή γιατί ήταν και πατέρας μαζί. Όλα πήραν το δρόμο τους και πήγαιναν καλά. Ο Γιώργος έγινε 17 χρονών και ήρθε η ώρα για το στρατό. Έπρεπε να υπηρετήσει τη θητεία του.1922. Στη Θράκη, στην Μικρά Ασία, στον Πόντο, οι Έλληνες διώχνονται. Και η οικογένεια του Γιώργου ήταν Έλληνες, μιλούσαν μόνο Ελληνικά. Ο Γιώργος στο στρατό και η “νινέ” Παρασκευίτσα μόνη με έξι παιδιά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήταν πλούσια αλλά σε χωράφια και ζώα. Με την βοήθεια των κοριτσιών η “νινέ” φόρτωσε στο κάρο, ότι μπορούσε να πάρει. Είχε και τα προικιά των κοριτσιών. Γέμισε το κάρο με κουβέρτες, παπλώματα, στρώματα, κεντητά και όσα φαγητά μπορούσε για το δρόμο. Έκανε το σταυρό της, κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού, γιατί πίστευε ότι θα ξαναγυρίσει και ξεκίνησε για όπου τη βγάλει ο δρόμος, γιατί όσους ήξερε έφευγαν και αυτοί. Όπου πήγαιναν οι χωριανοί της θα πήγαινε και αυτή με τα παιδιά της. Έφτασαν στο Λαγκαδά. Στο δρόμο χωρίς να ξέρει κανείς, μπορεί από την ταλαιπωρία, την κούραση ή από κάποια αρρώστια πέθανε η Ελενίτσα. Ήρθαν φτωχοί και βρώμικοι σε ένα μέρος που δεν ήξεραν παρά μόνο τη γλώσσα, αφού ήταν Έλληνες. Ο Γιώργος πήρε άδεια και το μόνο που ήθελε ήταν να δει τη μάνα και τ΄ αδέρφια του, γιατί είχε μάθει για το διωγμό. Έφτασε όλο λαχτάρα, όμως στο σπίτι του έμεναν Τούρκοι και δεν βρήκε κανέναν από τους γνωστούς και τους φίλους να μάθει για τους δικούς του, γιατί είχαν φύγει όλοι. Έμεινε το βράδυ κρυφά στο αχυρώνα χωρίς φαγητό μέσα στο κρύο. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να γυρίσει στο στρατώνα. Τελείωσε τη θητεία του και μαζί με άλλους πατριώτες έμαθαν ότι οι δικοί του ήταν στην Αθήνα. Πήραν απόφαση να πάνε να τους βρούνε. Πέρασαν μέρες μέχρι να φτάσουν. Όμως εκεί να βρουν τι, ποιον και που. Μικρασιάτες, Πόντιοι, Θρακιώτες όλοι διωγμένοι. Έμαθαν τελικά ότι οι δικοί τους ήταν στο Λαγκαδά, ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη. Οι τέσσερις φίλοι ξεκίνησαν να τους βρούνε. Έτρωγαν χόρτα και κοιμόντουσαν όπου μπορούσαν. Από μια αυλή έκοψαν αγκινάρες γιατί ήξεραν ότι τρώγονται. Άρχισαν να κόβουν τα φύλλα αλλά δεν μπόρεσαν να τις φάνε γιατί δεν ήξεραν ποιο μέρος της αγκινάρας τρώγεται. Έφτασαν με τα πόδια από την Αθήνα και τους βρήκαν. Τα πράγματα όμως ήταν πιο δύσκολα. Αυτοί στο τόπο τους είχαν σπίτια, χωράφια και ζώα, εδώ δεν είχαν τίποτε. Οι πιο πολλοί ντόπιοι ήταν δούλοι στους Τούρκους, πριν φύγουν και εκείνοι με το διωγμό, οι υπόλοιποι ψαράδες στη λίμνη, γιατί τα χωράφια ήταν ελάχιστα, φτωχοί δηλαδή όλοι. Το κράτος μοίρασε στους πρόσφυγες γη αλλά και αυτή πιο πολύ ήταν βάλτος. Οι Λαγκαδιανοί μισούσαν τους Τούρκους και θεωρούσαν τους πρόσφυγες Τούρκους, που ήρθαν να τους πάρουνε ότι είχαν, τώρα μάλιστα που τους έδωσαν και γη. Τους ανάγκασαν να αποτραβηχτούν στην άκρη του χωριού και ανάλογα από ποιο μέρος είχαν έρθει να ονομάζουν και να ξεχωρίζουν τις περιοχές τους. Έτσι έχουμε ακόμα και τώρα τα Θρακιώτικα, τα Μικρασιάτικα, τα Πόντια. Δεν τους αποδέχτηκαν. Μέχρι τώρα όσοι γέροι ζουν ακόμα αντιπαθούν τους πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες έπρεπε να παλέψουν να κάνουν τη γη χωράφι που θα δίνει σοδειά και να αποδείξουν στους ντόπιους ότι είναι και αυτοί άνθρωποι. Στις γειτονιές οι μάνες φώναζαν στα παιδιά τους “φύγετε θα σας φαν τα προσφυγούδια”. Στην εκκλησία δεν άφηναν τις γυναίκες να καθίσουν στα στασίδια και να ακούσουν τη θεία Λειτουργία. Τα βράδια λέρωναν τις μπουγάδες και τα πρωινά που όλοι έλειπαν στα χωράφια έσκιζαν τα στρώματα που έβγαζαν οι γυναίκες να αερίσουν μια που για αυτούς τα στρώματα με μαλλί και βαμβάκι ήταν άγνωστα. Στα καφενεία έδιωχναν τους άντρες. Η οικογένεια του Γιώργου όπως και πολλές άλλες άντεξε. Είχαν τώρα ξανά χωράφια και μπορούσαν να έχουν το δικό τους στάρι και καλαμπόκι. Με λάσπη και ξύλα η καλύβα, που τους έδωσαν, έγινε δύο δωμάτια. Η “νινέ” Παρασκευΐτσα έζησε και πάντρεψε και τα έξι παιδιά της όλα με προσφυγόπουλα, γιατί και εδώ υπήρχε πρόβλημα. Οι ντόπιοι δέχτηκαν την αξία των προσφύγων χωρίς να την παραδεχτούν, πάντρευαν τις κόρες τους με προσφυγόπουλα μια που απέδειξαν ότι είναι άξιοι, αλλά ποτέ δεν θα έδιναν το γιο τους σε προσφυγοπούλα. Τότε είχε βγει και ένα τραγούδι που έλεγε ότι μια προσφυγοπούλα κατάφερε να παντρευτεί ένα παλικάρι και η πεθερά της την δηλητηρίασε. Η “νινέ” αφού δεν ήθελαν οι ντόπιοι τα παιδιά της δεν ήθελε και εκείνη τα δικά τους. Τα κορίτσια έφυγαν στα χωριά των αντρών τους αλλά τους γιους της τους κράτησε κοντά της. Σε μια αυλή τρία σπίτια. Ο Γιώργος με την Ευθυμία, ο Αποστόλης με τη Χρυσώ και ο Θεοχάρης με την Ευγενία. Πέθανε η Παρασκευΐτσα αλλά η αυλή γέμισε από τα εγγόνια της. Ο Γιώργος και η Ευθυμία, που την είχαν μαζί τους μέχρι το θάνατό της. Έκανα τέσσερα παιδιά, οχτώ εγγόνια και δεκατρία δισέγγονα, που δεν γνώρισαν ποτέ. Ο Γιώργος πέθανε το 1978 αφού μετά από τα πλούτη, την προσφυγιά, την φτώχεια, έζησε και το μεγάλο σεισμό και η Ευθυμία το 1995. δεν τους γνώρισα ποτέ. Τους ξέρω από ασπρόμαυρες και έγχρωμες φωτογραφίες. Οι παππούδες μου, οι γονείς και εγώ μαζί με τα αδέρφια μου γεννηθήκαμε στην Ελλάδα. Όλα αυτά τα έμαθα από τη γιαγιά μου που όταν μου τα έλεγε έκλαιγε και έκλαιγα και εγώ. Αν με ρωτήσει κανείς ποια είναι η καταγωγή μου θα πω “ΘΡΑΚΙΩΤΗΣ”. Οι παραδοσιακοί χοροί που μαθαίνω τώρα δεν είναι μόνο όνομα είναι οι χοροί μου. Ευχαριστώ το σχολείο που εξαιτίας αυτής της εργασίας έμαθα για τις ρίζες της οικογένειάς μου. Λέγομαι Άγγελος Ματαράς είμαι μαθητής της Γ΄ τάξης του 1ου Γυμνασίου Λαγκαδά, απόγονος του Γιώργου και της Ευθυμίας Αποστολίδη ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ από την ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ.

Άγγελος Ματαράς

1° Γυμν. Λαγκαδά

11. Η ΧΑΝΟΥΜ ΜΑΪΜΟΥ

Κάποτε σε μαι μεγάλη πολιτεία, στα μέρη της Ανατολικής Θράκης, υπήρχε ένας βασιλιάς ξακουστός, που είχε τρεις γιους. Όταν μεγάλωσαν τα παλικάρια του, αποφάσισε να τα παντρέψει και να τους μοιράσει το βασίλειό του. Η γη του βασιλείου του ήταν τόσο εύφορη, που οι αγρότες έσπερναν δύο φορές το χρόνο. Η χώρα είχε πλούσιο ανάγλυφο και δροσερά ποτάμια με καρπερές κοιλάδες. Όμως επειδή ήταν τόσο εύφορη και είχε μεγάλη στρατηγική σημασία γιατί βρίσκονταν στο σταυροδρόμι Ασίας-Ευρώπης, όλοι οι λαοί ήθελαν να την κατακτήσουν. Δίνει λοιπόν ο βασιλιάς διαταγή στους τεχνίτες της χώρας του, να κατασκευάσουν τρεις χρυσές βέργες, μία για το κάθε γιο του. Μόλις ετοιμάστηκαν οι χρυσές βέργες, δίνει από μια στο καθένα και τους προστάζει να πάρουν τα άλογά τους, να ανεβούν στο πιο ψηλό σημείο της πολιτείας και να πετάξουν τις βέργες τους. , όσο πιο δυνατά μπορούν. Σε όποιο σπίτι πήγαινε η βέργα του καθενός , εκείνη τη κοπέλα θα έπαιρνε για γυναίκα του. Αυτό ήταν πατροπαράδοτο έθιμο αιώνων. Έτσι παντρεύονταν αιώνες τώρα τα βασιλόπουλα σ’ αυτήν τη γωνιά της γης. Πετάει ο πρώτος γιος τη βέργα του, πάει στο σπίτι του Βεζίρη και επομένως θα έπαιρνε τη κόρη του για γυναίκα του . Ο Βεζίρης που παρακαλούσε να συγγενέψει με το βασιλιά, έκανε γιορτή και μεγάλο τραπέζι για να γιορτάσει το απροσδόκητο και ευτυχές γεγονός! Πετάει ο δεύτερος, πάει στο σπίτι του δημάρχου, οπότε παίρνει τη κόρη του για γυναίκα του. Ο Δήμαρχος όπως και ο Βεζίρης, ευχαριστούσε τη τύχη του που συγγένεψε με το βασιλιά και θα έχει μεγαλύτερη προβολή και καταξίωση. Πετάει και ο τρίτος τη βέργα του, αλλά ψάχνει ψάχνει, πουθενά η βέργα, λες και την κατάπιε η γη. Τότε ο μικρός πρίγκηπας ανεβαίνει στο άλογό του και αρχίζει να ψάχνει, να ψάχνει ώσπου βγήκε έξω από τα τείχη της πόλης μήπως και τη πέταξε στα πέρα χωράφια. Πραγματικά μετά από πολλές μέρες ψαξίματος βλέπει από μακριά κάτι να γυαλίζει πάνω σε ένα δέντρο. Πλησιάζει και βλέπει όντως, η βέργα του ήταν πάνω σε μια καρυδιά. Την φτάνει όπως ήταν πάνω στο άλογο του και με θυμό δίνει μια κλωτσιά το δέντρο και φωνάζει: τα αδέλφια μου βρήκαν τις καλύτερες κοπέλες , τι εγώ εσένα θα πάρω; τότε βγαίνει μια μαϊμού μέσα στο δέντρο, παίρνει ένα φουντούκι και ένα καρύδι και του λέει : Ναι εμένα θα πάρεις για γυναίκα σου! Το βασιλόπουλο σάστισε. Η μαϊμού έβγαλε από το καρύδι ένα στέμμα και αμέσως μεταμορφώθηκε σε πεντάμορφη κοπέλα! Ανοίγει και το φουντούκι και βγάζει ένα πριγκιπικό φόρεμα. Τότε το βασιλόπουλο της προτείνει να γίνει γυναίκα του, αλλά εκείνη του λέει: -Θα γίνω γυναίκα σου αλλά δεν θέλω να πειράξεις τη γούνα μου, αλλιώς θα φύγω και θα με χάσεις! – Εντάξει, λέει το βασιλόπουλο, αν αυτό θέλεις. Τότε καβάλα στο άλογο, πηγαίνουν στο παλάτι και ο βασιλιάς ορίζει τη μέρα που θα γινόταν οι τρεις γάμοι. Έγινε το πιο ωραίο γλέντι, με τραπέζια αμέτρητα και φαγητά ποικίλα. Η Χανούμ-μαϊμού ήταν η πιο όμορφη από τις νύφες, διασκέδαζε και όταν πετούσε ρύζι γινόταν τριαντάφυλλα και όταν πετούσε κομμάτια κρέας γινόταν γαρύφαλλα. Τότε όμως έπαιρναν και οι άλλες δύο νύφες και πετούσαν ρύζι, αλλά σταμάτησαν γρήγορα γιατί τα φαγητά λέρωναν δυστυχώς τα ρούχα των καλεσμένων και δεν γίνονταν λουλούδια όπως της Χανούμ-μαϊμούς. Ο βασιλιάς όμως εκμεταλλευόμενος ότι η Χανούμ είναι απασχολημένη, πήρε το βασιλόπουλο παράμερα και του είπε: – Κοίτα να δεις, πήγαινε και κάψε τη γούνα της γυναίκας σου τώρα που δεν βλέπει, για να μην ξαναγίνει ποτέ μαϊμού.- Μα πατέρα της έδωσα το λόγο μου. – ‘Όταν όμως γίνει πάλι μαϊμού τότε τι θα κάνεις; τώρα είναι ευκαιρία! – Εντάξει πάμε! Λέει ο πρίγκιπας, μη έχοντας τι άλλο να πει. Το κακό δεν άργησε να γίνει Η Χανούμ μυρίστηκε τη γούνα να καίγεται! Αμέσως είπε στους τριγύρω: – Η γούνα μου καίγεται! Εγώ φεύγω! Πείτε στον άντρα μου ότι έφυγα και για να με βρει, πρέπει να κάνει σαράντα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να με ψάξει. Έτσι είπε και μεταμορφώθηκε σε περιστέρι και χάθηκε μακριά. Το βασιλόπουλο, μόλις το έμαθε, έπεσε να πεθάνει από τη στεναχώρια του. Όταν συνήλθε έδωσε εντολή στους τεχνίτες και του έφτιαξαν τα παπούτσια. Κίνησε λοιπόν και ρωτούσε να μάθει για τη Χανούμ-μαϊμού. Πέρασε την πόλη και ακόμα να τη βρει. Πέρασε ολόκληρη τη Ρωμανία, μα ακόμη να φανεί. Κινήθηκε βόρεια προς το Δούναβη. Εκεί του είπε ένας χωρικός: – Το βλέπεις εκείνο το κάστρο; εκεί μένουν οι νεράιδες και ανάμεσά τους ήταν και μια έτσι όπως τη περιγράφεις. Μόνο μη πλησιάσεις πολύ, θα σε τρελάνουν αυτές. Δεν χάνει καιρό και αρχίζει να τρέχει προς το κάστρο. Καθώς περνούσε το Δούναβη, φορούσε το τεσσαρακοστό ζευγάρι παπουτσιών. Έφτασε στο πύργο περιμένοντας υπομονετικά, όταν ξάφνου προβάλει η Χανούμ-μαϊμού, αυτή μόλις τον είδε από μακριά τον αναγνώρισε και πήγε αμέσως κοντά του και γύρισαν στο παλάτι όπου έγινε μεγάλο πανηγύρι. Και από τότε το βασιλόπουλο δεν αθέτησε ποτέ τις υποσχέσεις του. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!παραμύθι μύθι μύθι το κουκί και το ρεβίθι εμαλώνανε στη βρύση. Πέρασε και η φακή και τα βάζει φυλακή, μα η φάβα της φωνάζει :φακή, βγάλτα δεν πειράζει!!!

Ολυμπιάδα Καμπλιέ

1° Γυμν. Μίκρα

12. ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ

Ο παππούς ο Μήτης γεννήθηκε στην Ανατολική Ρωμυλία, στο Καβακλή, το 1899. καταγόταν από εύπορη οικογένεια, μιας και ο πατέρας του ήταν σταθμάρχης, κάτι σαν τους σημερινούς χωροφύλακες. Λένε ότι γυρνούσε όλο το Καβακλή πάνω σε άλογο προσπαθώντας να διαφυλάξει την ειρήνη και τη τάξη. Μέσα σε αυτή την οικογένεια μεγάλωσε ο προπάππος μου. Όταν μεγάλωσε και αυτός έκανε τη δική του περιουσία. Εκεί στη Βουλγαρία είχε ένα μύλο για να αλέθει σιτηρά και χωράφια με εργάτες στη δούλεψή του. Εκτός αυτών είχε και κοπάδια και κάμποσα πρόβατα, γελάδια και άλογα. Ο πρώτος του γάμος έγινε στο Καβακλή από τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Γύρω στο 1920 όμως ξεκίνησε η ανταλλαγή πληθυσμών. Ο παππούς αναγκάστηκε να πουλήσει το μύλο για τα έξοδα του ταξιδιού και κράτησε τα ζωντανά, τα οποία πήρε μαζί του. Έτσι τα φόρτωσε στο τρένο, ανέβηκε και αυτός με την οικογένειά του και έφτασαν στην Ελλάδα. Έκαναν πρώτα μια στάση δύο ημερών στην Αλεξανδρούπολη, έπειτα επιβιβάστηκαν ξανά στο τρένο και αποβιβάστηκαν στην Θεσσαλονίκη. Από εκεί με τα πόδια αυτοί και τα ζώα έφτασαν στα κάτω Κουφάλια όπου και εγκαταστάθηκαν. Τότε τα σημερινά Κουφάλια βρίσκονταν πιο κάτω, στα σημερινά χωράφια των παππούδων μας. Αργότερα επειδή η περιοχή είναι κάμπος και γεμίζει νερά με τις βροχοπτώσεις μεταφέρθηκαν πιο πάνω όπου ήταν ύψωμα και έτσι είχαν λιγότερα προβλήματα. Η περιοχή αυτή ονομάστηκε άνω Κουφάλια αλλά τελικά επικράτησε ως Κουφάλια. Λοιπόν λίγο αργότερα ο προπάππος μου πληροφορήθηκε πως συγγενείς και φίλοι του ήταν στο Κίτρο Πιερίας και για αυτό το λόγο μετακόμισε εκεί. Δυστυχώς εκεί πέρα ο παππούς ο Μήτης, λόγω μιας επιδημίας, έχασε το ένα του παιδί, τον Γιώργο, ο οποίος ήταν επτά μηνών. Για αυτό το λόγο γύρισε ξανά στα κάτω Κουφάλια όπου έμεινε για δύο περίπου χρόνια. Τελικά με την αλλαγή τοποθεσίας του χωριού ο παππούς και η οικογένειά του εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα σημερινά Κουφάλια. Με τη βοήθεια του συνοικισμού που τους έδωσε δωρεάν οικόπεδα άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους. Το νέο σπίτι χτίστηκε με αρκετό κόπο, γκρέμισαν τη παλιά κατοικία, πήραν από εκεί τις πέτρες, τα ξύλα και ότι άλλο χρειαζόταν για το καινούργιο τους σπίτι ολοκληρώνοντας το μετά από έξι μήνες. Ξεκίνησε έτσι η νέα του ζωή, αγόρασε χωράφια, αυξήθηκαν τα κοπάδια του και συνέχισε τη ζωή του. Δυστυχώς όμως η μοίρα του έκρυβε και άλλες κακουχίες. Αν και απέκτησε και άλλα τέσσερα παιδιά, αργότερα έχασε το μικρό αγαπημένο του γιο, τον Μαρίνο, μόλις στα δεκατρία του χρόνια για το χαμό του οποίου μιλούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Σαν να μην έφτανε αυτό για το δύστυχο παππού λίγο αργότερα χάνει και τη γυναίκα του Χρυσή. Αλλά η ζωή συνεχίζεται…Ο παππούς ξαναπαντρεύτηκε απέκτησε ακόμα ένα παιδί και έζησε ευτυχισμένος ως τα βαθιά γεράματα μέχρι το 2002. ο προπάππος μου είδε τρεις αιώνες να περνάνε από μπροστά του και έζησε την ιστορία που εγώ διαβάζω τώρα στα βιβλία!

Παναγιώτης Ραφαήλ Γκυρίδης

1° Γυμν. Κουφαλίων



13. Ο ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ-ΑΝΤΙΟ ΠΑΤΡΙΔΑ

Μονάχα όσοι αντίκρισαν με τα μάτια τους τις ατέλειωτες εκείνες φάλαγγες των καραβανιών, κάρα και βοϊδάμαξες, να διασχίζουν πένθιμα και σιωπηλά τους λασπωμένους χωματόδρομους της Ανατολικής Θράκης, μονάχα όσοι είδαν τις τόσες μυριάδες των Ελλήνων Θρακών να αποχαιρετίζουν με δάκρυα στα μάτια την πάτρια γη για ύστατη φορά, μονάχα όσοι βρέθηκαν εκεί την απαίσια στιγμή του εξευτελισμού και του γιουχαϊσμού των περήφανων Ελλήνων αξιωματικών, μονάχα όσοι αντίκρισαν με τα ίδια τους τα μάτια το συνταρακτικό εκείνο ξερίζωμα του Θρακικού Ελληνισμού που καταριόταν τους αίτιους της φυγής τους, μονάχα αυτοί μπόρεσαν να εννοήσουν το μέγεθος της εθνικής εκείνης συμφοράς. Συνταρακτικές σκηνές. Οι ξεσπιτωμένοι έδιναν τον ύστατο χαιρετισμό προς την αγαπητή γη των προγόνων τους. Σκύβοντας γονατιστοί φιλούσαν το χώμα της πατρίδας τους ή έριχναν χούφτες χώματος μέσα στα στήθη τους ή το έβαζαν για φυλαχτό στον κόρφο τους ή το έτριβαν στο κεφάλι τους. Άλλοι πάλι, έπαιρναν πάλι χώμα για να τους το ρίξουν στον τάφο τους όταν θα έγερναν στη νέα πατρίδα, όπου οι μοίρα θα τους έριχνε να ριζώσουν, στιγμές ψυχικής συντριβής και εθνικής υστερίας, που νοιώθουν μονάχα αυτοί που χάνουν για πάντα τη πατρίδα τους. Στο Μπαμπά Εσκί (Ελευθερές), το χωριό του προπάππου μου, η καμπάνα της εκκλησίας χτυπούσε συνέχεια πένθιμα, σαν να ήταν μεγάλη Παρασκευή, όταν στις 9 Οκτώβρη με το παλιό ημερολόγιο άρχιζε η εκκένωση του χωριού. Οι Έλληνες ετοιμάστηκαν για την αναγκαστική φυγή τους παίρνοντας μαζί τα ιερά κειμήλια, τις εικόνες των αγίων, τις σημαίες και μερικοί και τα οστά των προγόνων τους, να μην τα μαγαρίσουν οι άπιστοι Τούρκοι. Κι αφού ετοίμασαν τους μπόγους τους με τα πιο απαραίτητα, ρουχισμό και λίγα φαγώσιμα, όσα μπορούσαν να μεταφέρουν, μαζεύτηκαν στην εκκλησία τους, για να τελέσουν την τελευταία τους λειτουργία και να κοινωνήσουνε από το χέρι του παπά τους των αχράντων μυστηρίων. Με βουρκωμένα μάτια από το κλάμα για την απροσδόκητη μεταβολή της ζωής τους, που τους ανάγκαζαν δυστυχώς “οι Σύμμαχοι” να εγκαταλείψουν την γη των πατεράδων τους, άκουγαν οι άμοιροι Έλληνες με κατανυκτική ευλάβεια, σαν να ήταν μελλοθάνατοι, τον παπά του χωριού τους να απευθύνει με τρεμάμενη φωνή την στερνή προς τον Ύψιστο δέηση για καλή τύχη των ξεριζωμένων στη νέα πατρίδα τους. Σύσσωμο το τραγικό εκείνο εκκλησίασμα ψέλλιζε γονατιστό κατάρες για τους υπαίτιους της συμφοράς τους κι έδινε όρκο να τους εκδικηθεί μια μέρα. Η ιστορική εκείνη σύναξη των ξεριζωμένων χριστιανών του Μπαμπά Εσκί τέλειωσε με ένα ομαδικό μοιρολόι, ενώ η καμπάνα χτυπούσε ακόμη πένθιμα. Φιλούσαν του παπά το χέρι, όλοι αλληλοασπάζονταν και συγχωρούσε ο ένας τον άλλο, μικροί μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, αφήνοντας πίσω τους τα μίση και τις διαφορές τους. Θα σκόρπιζαν σαν αποδημητικά πουλιά στον Ελληνικό ορίζοντα, γιατί ποιος ήξερε αν θα σωζόταν ή θα χανόταν. Όλοι τους έτρεμαν από φόβο, μήπως τους προφτάσουν τα κεμαλικά στρατεύματα και ιδιαίτερα οι φοβεροί τσέτες (άτακτο ιππικό), προτού προλάβουν να περάσουν το ποτάμι και τους πετσοκόψουν. Η επιβίβαση και αναχώρηση των εκπατρισμένων άρχισε κάτω από την επίβλεψη και προστασία του Ελληνικού στρατού και όταν δόθηκε η διαταγή της εκκίνησης, η πομπή δακρύβρεχτη ξεκίνησε από την πλατεία του χωριού, ενώ το μοιρολόι διαπεραστικό και συνταρακτικό έφτανε ως τα ουράνια. Από τον αποχωρισμό λυπήθηκαν και δάκρυσαν ακόμη και Τούρκοι που ζούσαν μαζί με τους Έλληνες αρμονικά τόσα χρόνια. Κάποτε η μοιραία αυτή πομπή χωρίστηκε σε δύο κατευθύνσεις. Οι πιο πολλοί τραβούσαν με μεγάλη δυσκολία, λόγω βροχής και λάσπης, με τα υποζύγια τους προς τον Έβρο. Οι κακόμοιροι ακολουθούσαν τα τμήματα του στρατού μας, που και αυτά αποχωρούσαν και άλλοι πήγαιναν προς τον σιδηροδρομικό σταθμό, για να επιβιβαστούν στα τρένα. Η οικογένεια του προπάππου μου του Γιάγκου Ξουλίδη, αφού έζησαν μονάχα δύο χρόνια μετά την επάνοδό τους από την πρώτη φυγή τους, θα πάρουν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Αυτή τη φορά οριστικά και αμετάκλητα και με μια άλλη μοιραία διαφορά, είχαν γυρίσει επτά και τώρα έφευγαν έξι. Μεγάλος ο πόνος και ο καημός τους! Τώρα πια χάθηκαν όλα…Ετοίμασαν τους μπόγους τους και κατηφόρισαν για το σταθμό. Ο Κωνσταντίνος, ο πατέρας του παππού μου, μικρός τότε στα δεκαεπτά, γύρισε πίσω και μέσα στην ανθρωποθάλασσα που κατηφόριζε, χάθηκε. Η μάνα του η γκιουζέλ Αννιώ, έκανε σα τρελή που της έφυγε το παιδί της, ο μεγαλύτερος γιος της. Άρχισε να τον αναζητά μέσα στην άμορφη μάζα των ανθρώπων και των υποζυγίων. Και τελικά τον βρήκε μπροστά στο σπίτι τους. Ο Κωνσταντής είχε γυρίσει πίσω στο χωριό και με τη σφεντόνα του έσπασε όλα τα τζάμια των παραθύρων του δίπατου σπιτιού τους, θέλοντας να μην αφήσει τίποτα όρθιο στους Τούρκους. Δεν έμεινε όμως ατιμώρητος για την πράξη του. Ένας αξιωματικός της Ελληνικής στρατιωτικής διοίκησης Θράκης, που επέβλεπε την τάξη της αποχώρησης, τον είδε και τον χαστούκισε, λέγοντάς του πως θα ξαναγύριζαν πάλι και δεν έπρεπε να καταστρέφει την περιουσία τους. Έτσι πίστευαν οι Έλληνες στρατιωτικοί, πως η κατάσταση ήταν προσωρινή. Στο δρόμο καθώς πήγαιναν στο σιδηροδρομικό σταθμό (Αλπολού), μια απόσταση επτά χιλιομέτρων, έβγαιναν μπροστά στον αραμπά τους Τούρκοι συγχωριανοί κι από τα γύρω χωριά, τ’ Αλιπλί, Ναδιρλί, Ντογάντζα κι από άλλα. Τους σταματούσαν να τους χαιρετίσουν και να τους ευχηθούν καλό κατευόδιο. Ο παππούς του παππού μου, ο Γιάγκος, τους πουλούσε βερεσέ, δηλαδή με πίστωση, μανιφατούρα, από τα προϊόντα της παραγωγής του (τσαρούχια, σανδάλια, παντόφλες, πασούμια, μπότες, γεμένια, λουριά και διάφορα άλλα είδη σαγής) καθώς επίσης και παστά, παλαμίδες από τη Μαύρη θάλασσα ως επί το πλείστον και διάφορα γεωργικά προϊόντα. Οι συγχωριανοί ξεπλήρωναν τα χρέη τους με καρπό ή με χρήματα. Με την περιπέτεια όμως της οικογένειάς τους (την δίωξη και καταδίωξη, τη σύλληψη και φυλάκιση, την δραπέτευση και τη φυγή του παππού, την μετανάστευση τους στην Θεσσαλονίκη, την μακρόχρονη απουσία τους από το Μπαμπά Εσκί και μάλιστα μετά κι από το θάνατο του προστάτη της οικογένειά τους), τα βερεσέδια αυτά των Τούρκων ξεχάστηκαν. Τώρα όμως οι Τούρκοι θυμήθηκαν την αδικία τους και αισθάνονταν τύψεις. Έβαζαν οι χανούμισσες, οι Τουρκάλες, στα στόματα των τριών ορφανών μπουκιές από πίτες, λαγάνες με τυρί και μέλι και τα παρακαλούσαν: «Φάτε και πέστε χελάλ, να χαρείτε πέστε χελάλ». Δεν ήθελαν να έχουν βάρος στη συνείδησή τους πως έφαγαν των ορφανών το δίκιο. Η γιαγιά τους τα ορμήνευε να φάνε τις μπουκιές και να πουν “χελάλ ολσούν” (χάρισμα σας). Τότε οι Τούρκοι χοροπηδούσαν από τη χαρά τους. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν κι αποχαιρετίστηκαν κλαίγοντας. Πολλούς από αυτούς τους Τούρκους τους είχε ξεγεννήσει η προγιαγιά μου, η γκιουζέλ Αννιώ και τη σέβονταν. Επιβιβάστηκαν με προτεραιότητα στο τρένο της γραμμής Κωνσταντινούπολης-Αδριανούπολης- Θεσσαλονίκης, γιατί η γιαγιά Αννιώ δήλωσε στους αρμόδιους για την επιβίβαση ότι ήταν απαραίτητη σα μαμή, επειδή ανάμεσα στο συνωστισμένο πλήθος υπήρχαν και έγκυες γυναίκες. Το τρένο κατάμεστο από Ελληνική προσφυγια θα σφυρίξει τρεις φορές. Η καμπάνα του χωριού σταμάτησε να χτυπαέι. Ο παπάς κουβαλώντας στην πλάτη του ένα κασελάκι με τις εικόνες, τα ιερά σκεύη και το Ευαγγέλιο, επιβιβάστηκε τελευταίος. Ξεκίνησε το τρένο και όλοι κλαίγοντας αποχαιρέτησαν για πάντα τη πατρίδα τους, γιατί δεν θα την ξαναέβλεπαν ποτέ πια. Χάθηκε λοιπόν η Ανατολική Θράκη οριστικά για τους Ελληνες, πάει και το Μπαμπά Εσκί (Ελευθερές), ήταν για όλους μεγάλη συμφορά.

Αναστάσιος Καρατζάς

Γυμν. Μυγδονίας

14. ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΑΚΗ

Υπάρχουν πολλοί μύθοι που αφορούν τη Θράκη, όπως και αρκετές αφηγήσεις ανθρώπων που ζούσαν σε αυτήν. Ευτυχώς είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τις περιπέτειες και τα πάθη μιας οικογένειας που ήρθε στη Θράκη, το 1922. έφυγαν από τη Μικρά Ασία, από τη λίμνη Απολλωνιάδα όπου κατοικούσαν όταν τους έδιωξαν οι Τούρκοι, και πήραν το καΐκι τους, τα λιγοστά υπάρχοντα που είχαν μαζί τους και την εικόνα της Παναγίας της Απολλωνιάδας. Στο δρόμο συνάντησαν πολλές φουρτούνες και καταιγίδες. Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι φορές όπου κόντεψαν να πνιγούν, αλλά πάντα κατέφευγαν στην εικόνα της Παναγίας όπου μετά από προσευχές τους βοήθησε να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο. Στο τέλος κατέληξαν στο Πόρτο Λάγος. Αφού εγκαταστάθηκαν, πήραν την εικόνα της Παναγίας και την πήγαν στην Αλεξανδρούπολη, σε ένα μέρος λίγο πιο έξω τη Μάκρη. Εκεί προσέφεραν την εικόνα στην εκκλησία της Αγίας Κυριακής όπου υπάρχει η εικόνα εκεί μέχρι και σήμερα. Μαζί τους εκτός από την εικόνα έφεραν ήθη και έθιμα του τόπου, όπως διάφορα γλυκά και φαγητά. Διάσημα είναι το ζυμωτό ψωμί, το Χριστόψωμο, η Λειτουργιά και ένα παραδοσιακό γλυκό Θράκης ο Χασλαμάς, ακόμη γνωστά είναι και τα σιροπιαστά που όλοι γνωρίζουμε σήμερα. Όσο αναφορά τα φαγητά γνωστά είναι ο τσιγεροσαρμάς και η γεμιστή γαλοπούλα με κουκουνάρια. Γεύσεις που είναι αγαπητές σε όσους τις έχουν δοκιμάσει. Αυτή ήταν μια ανθρώπινη μαρτυρία μιας όχι και τόσο μακρινής περιόδου. Ας περάσουμε όμως και σε πιο μακρινά χρόνια. Παλαιότερα σε κάποια χωριά στη Θράκη κρύβανε τα ανύπαντρα κορίτσια, δεν τα άφηναν ούτε στα παράθυρα να βγούνε, μα και όταν πήγαιναν να κοινωνήσουνε στην εκκλησία πήγαιναν χαράματα για να μη τους δει ο κόσμος! Λέγεται πως δεν είχαν δικά τους παπούτσια, μα δανεικά για τις εξόδους τους. Τα δικά τους τα μοναδικά που είχαν λεγόταν κουντούρια και ήταν χοντροπάπουτσα. Για να φανταστείτε οι γονείς δεν άφηναν τις κόρες τους να εμφανίζονται στους επισκέπτες του σπιτιού πριν το γάμο. Όταν γίνονταν τα αρραβωνιάσματα η πεθερά, (εκ μέρους του γαμπρού) δώριζε το λογοσούμαδο, που ήταν φλουρί Κωνσταντινάτο, ενώ από τη μεριά της νύφης έδιναν στο γαμπρό το μποχτσαλίκι που περιείχε τα προικιά του γαμπρού. Η αρραβωνιαστικιά για το γάμο έπρεπε να υφάνει όλα του τα πουκάμισα και να πλέξει τις κάλτσες του, προτού ετοιμάσει τα προικιά της. Επειδή δεν υπήρχαν προσκλητήρια γάμου ο γαμπρός μαζί με το κουμπάρο πήγαιναν στα σπίτια συγγενών και φίλων και έδιναν τα μοσχοκάρφια (γαρύφαλλα) και όταν τα προσέφεραν έλεγαν: “Ορίστε, αύριο στη χαρά μας” και ο κόσμος απαντούσε: “Ώρες καλές και ευλογημένες”. Μερικές φορές για τη διασκέδασή τους οι άνθρωποι όπως και σήμερα έφτιαχναν διάφορα ανέκδοτα. Αυτά τα ανέκδοτα ως θέμα είχαν το γιο και τη μητέρα, το πατέρα και τη κόρη, το πεθερό με το γαμπρό κ.α. Οι φήμες λένε όμως ότι όταν πήγαιναν να γράψουν κάτι κακό για τη πεθερά και τη νύφη η πένα έσπαζε. Υπάρχει όμως μια ιστοριούλα που αφηγείται το μίσος της πεθεράς προς τη νύφη. Κάποτε υπήρχε ένα ζευγάρι παντρεμένων όπου ο γαμπρός ήταν ναυτικός, έτσι η γυναίκα έμενε με τη πεθερά της. Η πεθερά όμως ήθελε να αγαπά ο γιος της πιο πολύ την ίδια από τη γυναίκα του. Για αυτό το λόγο η πεθερά έδινε κουκιά ξερά στη νύφη της. Τα κουκιά όταν ήταν ξερά έκανα την αναπνοή να μυρίζει άσχημα. Έτσι η πεθερά ήλπιζε ότι ο γιος της θα χωρίσει τη γυναίκα του όταν γυρίσει από το ταξίδι του για αυτό το λόγο. Έτσι και έγινε, όταν ο σύζυγος επέστρεψε στο σπίτι του, σιχάθηκε τη γυναίκα του και θέλησε να τη χωρλισει, ‘ομως στο δρόμο για το δικατήριο που πήγαιναν για να λύσουν το γάμο τους, η κοπέλα έκοψε και έφαγε ένα κλωνάρι καφκαλίτρας, το οποίο ήταν άγριος μαϊντανός και ευωδίαζε και έτσι σιγά σιγά άρχισε να μοσχοβολάει το στόμα της. Όταν φτάσανε στο δικαστήριο, ο άντρας έθεσε την κατηγορία ότι η γυναίκα του μύριζε άσχημα και είπε ότι θέλει να τη χωρίσει για αυτό το λόγο. Ο δικαστής όμως διαμαρτυρήθηκε λέγοντας: “Μα τι λες, η κοπέλα μοσχοβολάει σαν ευλογιά”. Τότε ο γιος κατάλαβε ότι η μητέρα του έφταιγε και η νύφη του εκμυστηρεύτηκε ότι η πεθερά της της έδινε ξερά κουκιά. Έτσι ο γιος έδιωξε από το σπίτι τη μάνα του και κράτησε κοντά του την αγαπημένη του γυναίκα. Παρόλο που οι γυναίκες της Θράκης ήταν υποταγμένες στον άντρα τους στην παρακάτω ιστορία φαίνεται η πονηριά που έχουνη όταν θέλουν να κατακτήσουν κάτι. Το παρακάτω παραμύθι μας αναφέρει μια τέτοια περίπτωση. Κάποτε ένας πλούσιος και κοσμογυρισμένος αφέντης θέλησε να παντρευτεί. Όμως για γυναίκα του ήθελε μια κοπέλα άβγαλτη, που να μη ήξερε τον κόσμο. Καθώς πήγαινε από χώρα σε χώρα και από πόλη σε πόλη κάποτε έφτασε στη Θράκη. Εκεί τον άκουσε ένα κορίτσι την ώρα που αυτός ρωτούσε τους κατοίκους της περιοχής αν γνώριζαν καμιά ανύπαντρη και άμαθη κοπέλα. Αυτό το κορίτσι πήγε στη μάνα της, της είπε σχετικά με τον άντρα εκείνον και επειδή ήθελε να τον παντρευτεί αποφάσισαν με τη μάνα της να οργανώσουν ένα σχέδιο. Άρχισαν να τον παρακολουθούν και φρόντιζαν να βρίσκονται στο ίδιο σημείο του δρόμου με τον αφέντη και να κάνουν “τυχαίες” συναντήσεις. Έτσι το κορίτσι και η μητέρα του σκηνοθετούσαν διαλόγους που φανέρωναν την “άγνοια” της κοπέλας όταν αυτός ήταν κοντά τους. Για παράδειγμα όταν η κοπέλα είδε μια ζωγραφιστή καμήλα σε ένα χαλί ρώτησε τη μητέρα τι ήταν εκείνο το ζώο και εκείνη της απάντησε: “Κόρη μου αυτό είναι ένα μπουγιούκ” Εννοώντας ότι είναι ένα μεγάλο πράγμα, παραδείγματος χάριν ένας μεγάλος λαγός. Όταν έβλεπαν να περνάει δίπλα τους ένα μικρό γατάκι η κοπέλα ρωτούσε τη μαμά της τι ζώο ήταν αυτό και η μάνα απαντούσε: “Κόρη μου αυτό είναι ένα ουφάκι”. Εννοώντας ένα μικρό πράγμα. Ο αφέντης παρακολουθούσε τους ψεύτικους διαλόγους με ενδιαφέρον, και αποφάσισε στο τέλος να παντρευτεί την “ανήξερη” κοπέλα. Μετά από το γάμο το ζευγάρι αποφάσισε να πάει γαμήλιο ταξίδι στην Βενετία. Στο δρόμο όμως είχαν τρικυμία και ο καπετάνιος φοβισμένος ανακοίνωσε στους επιβάτες ότι μάλλον θα πεθάνουν καθώς σίγουρα το πλοίο θα βούλιαζε. Τότε η κοπέλα ζήτησε να πάρει το τιμόνι στα χέρια της και να τους οδηγήσει στη Βενετία, καθώς είχε επισκεφτεί την πόλη 5 φορές και ήξερε το δρόμο . Όταν έφτασαν στη Βενετία χάρη στην έμπειρη οδήγηση της κοπέλας, ο αφέντης ήταν πολύ θυμωμένος με τη πονηριά της, γιατί κατάλαβε ότι όλα ήταν ένα κόλπο. Ακόμη η κοπέλα του εξομολογήθηκε ότι όλα αυτά τα έκανε μόνο και μόνο για να τον παντρευτεί. Στο τέλος όμως ο αφέντης τη συγχώρεσε επειδή έσωσε αυτόν και τους συνεπιβάτες τους από βέβαιο θάνατο και έτσι της χρωστούσε τη ζωή του. Αυτές είναι οι ιστορίες, τα παραμύθια, οι αφηγήσεις και οι παραδόσεις που γνωρίζω σχετικά με τη Θράκη και ελπίζω να τις βρήκατε διασκεδαστικές. Θα ήθελα να γνωρίζω περισσότερα αλλά και να μάθω άλλους τόσους μύθους και ιστορίες σχετικά με τη Θράκη.

Αθηνά Δανάη Βαρδάκα

Ελληνογαλλική σχολή Καλαμαρί

15. ΜΗ ΜΙΛΑΤΕ Ο ΓΕΡΟΠΑΠΠΟΥΣ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο παλιός ο χρόνος μετράει ώρες, σε λίγο μας αποχαιρετά. Παραδίδει τη σκυτάλη στο καινούργιο χρόνο. Τέλος και αρχή. Τροχιές ήλιου καταγράφουν τις στιγμές της ζωής, και οι στιγμές, νιφάδες χιονιού, χτίζουν αιώνες. Αέναη διαδοχή. Χρόνια τώρα ο παππούς έβλεπε το ίδιο όνειρο σαν παραμύθι: πως ήταν η ζωή τότε που ήταν νέος, στις χαμένες πατρίδες. Είχε μια καρδούλα ο παππούς που χαίρονταν και πονούσε συνάμα. Ήταν μορφωμένος, συνταξιούχος δάσκαλος, είχε περασμένα τα ογδόντα, φορτωμένος ιστορία, βάσανα, χαρές και λύπες. Βίωνε τη μοναξιά του. Βάσκανος μοίρα τον έριξε στην ερημιά. Μονάχος και έρημος, μήτε η μοναξιά του παρέα. Παρηγοριά και βάλσαμο τα όνειρά του, παραμονή πρωτοχρονιάς. Καθισμένος στη πολυθρόνα του, δίπλα στο αναμμένο τζάκι, τον πήρε ο ύπνος και είδε όνειρο. Ένα αγγελούδι, δώδεκα χρονών στάθηκε μπροστά του. Γέμισε το σαλόνι φως, γέμισε ο χώρος από ζωή. Ήταν ο εγγονός του ο Αντωνάκης. – Καλημέρα καλέ μου παππού. – Καλημέρα αγόρι μου. -Παππού τι παραμύθι θα μου πεις σήμερα; – Έλα κάθισε εδώ κοντά στο τζάκι, και άκουσε με προσοχή το παραμύθι, την ιστορία που εκτυλίσσεται στα βάθη των αιώνων. Ο λόγος σήμερα για τη Θράκη, την πατρογονική μου εστία την πατρίδα των Ελλήνων. -Εκεί γεννήθηκες παππού; -Ναι, εκεί στη Δυτική Θράκη. Η Θράκη ήταν μία από τις θυγατέρες του Ωκεανού, αδελφή της Ευρώπης, της Ασίας και της Λιβύης, όπως λέει η Ελληνική μυθολογία, δηλαδή το παραμύθι. – Είναι αλήθεια αυτό παππού; – Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν σε πολλούς θεούς, θεές και πλάθανε ιστορικούς μύθους και πίστευαν σε αυτούς όπως κι εμείς πιστεύουμε σε ένα Θεό, ένα Χριστό και σε πολλούς αγίους. – Εντάξει παππού κατάλαβα, το θέμα είναι να πιστεύει κανείς κάπου. -Μπράβο Αντωνάκη μου, δεν φτάνει όμως να πιστεύει μόνο, αλλά και να γνωρίζει. Γνωρίζεις τον Ηρόδοτο από την ιστορία που έμαθες στο σχολείο; – Ο Ηρόδοτος ήταν πατέρας της ιστορίας νομίζω. – Ο Ηρόδοτος λοιπόν, αποκαλούσε τους Θράκες ως το μεγαλύτερο έθνος της γης μετά τους Ινδούς. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι ο κόσμος τότε αποτελούνταν από τέσσερα κομμάτια, την Ευρώπη, την Ασία, τη Λιβύη και τη Θράκη, τις τέσσερις θυγατέρες του Ωκεανού. – Αυτά παππού είναι παραμύθια. -Μην προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις με τη σημερινή πραγματικότητα. Θράκη λοιπόν ήταν μια μεγάλη περιοχή ανάμεσα στον Εύξεινο πόντο, Αιγαίο πέλαγος, Αξιό ποταμό και το μεγάλο ποτάμι το Δούναβη. Άρα η Θράκη είχε απεριόριστη έκταση, ακόμη και στη εποχή του Ηροδότου. Σύμφωνα με τις περιορισμένες γνώσεις που είχαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, σχεδίαζαν και τους γεωγραφικούς χάρτες. – Τεράστια περιοχή λοιπόν η Θράκη ε παππού; – Η Θράκη, γίγαντας τεράστιος, σαν παραμυθένιος ήταν. Καθώς περνούσαν τα χρόνια όμως, αυτή η γιγαντιαία περιοχή, άρχισε να περιορίζεται. Από γεωγραφικός γίγαντας άρχισε να μικραίνει αδιάκοπα, έμοιαζε με μπαλόνι που φούσκωνε και ύστερα ξεφούσκωνε και ζάρωνε. Η Θράκη πέρασε πολλές ιστορικές φάσεις. Ώσπου κάποια χρονιά ήρθε ο Φίλιππος Β΄, ο θεμελιωτής της Μακεδονίας, και περιόρισε τα σύνορα της Θράκης ως το ποταμό Νέστο όπου βρίσκονται και σήμερα. Αργότερα από Βορρά, περιορίζονται από το ποταμό Δούναβη στο όρος Αίμο. Εκεί καταστάλαξε η όμορφη Θράκη όπως είναι σήμερα. Στη συνέχεια όμως αυτός ο γίγαντας , το μπαλόνι, πρόκειται να ξεφουσκώσει ακόμη περισσότερο. Η σημερινή Θράκη περιορίζεται ανάμεσα στο Νέστο, τον Εύξεινο πόντο, το Αιγαίο πέλαγος και την οροσειρά της Ροδόπης. – Ποιος παππού καθορίζει τα όρια μιας περιοχής; – οι πόλεμοι, η Ειρήνη και οι συνθήκες και συμφωνίες που ακολουθούν. Αυτός λοιπόν ο πρώην γίγαντας έγινε νάνος και μοιράζεται ανάμεσα στη Τουρκία και την Ελλάδα. Το τουρκικό τμήμα λέγεται Ευρωπαϊκή Τουρκία ή Ανατολική Θράκη, όπου σήμερα βρίσκεται η Κωνσταντινούπολη. Το Ελληνικό τμήμα λέγεται Δυτική Θράκη ανάμεσα Νέστου και Έβρου. – Ο γίγαντας που έγινε νάνος ε παππού; -Ναι παιδί μου, τι ιστορία κι αυτή, ας όψονται οι μεγάλοι. -Ποιοι είναι παππού οι μεγάλοι; Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του παππού και με λυγμούς κατόρθωσε να ψελλίσει… “Οι χαμένες πατρίδες, οι μεγάλοι, τα λάθη μας. Ω Θεέ μου” – Παππού μην κλαις, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι. Πες μου τώρα πως χωρίστηκε η Θράκη στα δύο, ανάμεσα στη Τουρκία και την Ελλάδα; – Άκου να μαθαίνεις, μετά το πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η Δυτική Θράκη δόθηκε στην Ελλάδα, μαζί με την Ανατολική Θράκη , με τη συνθήκη που έγινε στη Γαλλική πόλη των Σεβρών. Ακολούθησε δυστυχώς η Μικρασιατική καταστροφή το 1922 . Άλλες χαμένες πατρίδες, είναι άλλο ένα δράμα του Ελληνισμού. Με τη συνθήκη της Λωζάνης, πήραν οι Τούρκοι την Ανατολική Θράκη. Ο Γίγαντας που έγινε νάνος. Η μεγάλη Ελλάδα, η μεγάλη ιδέα, πάει και αυτή! – Δεν μας πρέπουν δάκρυα παππού. Ας κρατήσουμε σταθερά αυτά τα εδάφη που κατέχουμε και ας διδαχτούμε από την ιστορία που είναι γεμάτη νίκες και ήττες. – Μπράβο Αντώνη μου, σε συγχαίρω, ψηλά το κεφάλι. Έλα τώρα μαζί να κάνουμε μια ιστορική αναδρομή, έτσι σαν παραμύθι, κλείσε τα μάτια σου και άκου. Οι αρχαίοι θράκες, ήταν χωρισμένοι σε πολλές και αντιμαχόμενες ομάδες, φύλλα. Άλλα Θρακικά φύλλα ήταν πολιτισμένα και καλλιεργημένα, και άλλα ήταν άγρια και ληστρικά. Η κατάρα του ανθρώπινου γένους. Και τα δύο φύλλα. Ήταν πολεμικότατα, σκληρά και μαχητικά. Προξενούσε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι εκείνος ο τραχύς λαός, με άγρια ένστικτα, είχε μια ζωηρή πνευματικότητα και παράλληλα μαι έντονη ροπή στη μουσική και στη ποίηση. Στην ιστορική αναδρομή δύσκολα θα συναντήσεις τέτοια αρμονία αντιθέσεων. Η Ελληνική μυθολογία λέει πως οι Θράκες ήταν γεννήτορες της μουσικής. Αυτός ο λαός ανέδειξε αξιόλογους μουσικούς και ποιητές, με πρώτο το περίφημο Ορφέα, τον Εύμολπο και τον Μουσαίο. Ο Ορφέας ήταν ο εφευρέτης της εννιάχορδης λύρας. – Κάπου διάβασα παππού για τους “Οδρύσες” που κατοικούσαν στη Θράκη. Ήταν λέει το επιφανέστερο και το ισχυρότερο θρακικό φύλλο, είναι αλήθεια; – Ναι ήταν το πιο σκληρό, βάρβαρο και άγριο φύλλο. Ήρθαν όμως κάποτε σε επαφή με τους Αθηναίους, γύρω στον 5° αιώνα. Τότε εξελληνίστηκαν, εκπολιτίστηκαν και εξελίχθηκαν στο πιο πολιτισμένο θρακικό φύλλο. Ίδρυσαν βασίλειο, άριστα οργανωμένο με εξαιρετική επίδοση στα γράμματα και τις τέχνες. – Ενδιαφέρουσα ιστορία, αν είναι αληθινή. Θα ήθελα όμως παππού να μου μιλήσεις για τα Άβδηρα. Θα με ενδιέφερε πολύ να μου πεις για τα νέα αλλά και τα αρχαία Άβδηρα. – Πολύ ωραία, άκουσέ με προσεκτικά. Το χωριό Άβδηρα βρίσκεται στο Ν. Ξάνθης. Λίγα χιλιόμετρα μετά, σώζονται κάποια ερείπια των αρχαίων Αβδήρων, της πόλης με τη πιο παράδοξη φήμη. Οι κάτοικοι της θεωρούνταν ότι ήταν αφελείς, μωροί, ιδίως στη διαχείριση των κοινών πραγμάτων. Κάποτε όμως τα Άβδηρα παρήκμασαν. Λέγεται πως ήταν μια πόλη πολύ πλούσια, τόσο πλούσια που είχαν γεμίσει τους δημόσιους χώρους με χρυσές βρύσες, πλην όμως δεν είχαν νερό. Δείγμα πλούτου και δείγμα μωρίας. Είναι γνωστοί σε μας οι όροι αβδηριτισμός (ανοησία) και αβδηρίτης (ανόητος). Κατά την ακμή των Αβδήρων, υπήρξε μεγάλο πνευματικό κέντρο, και ανέδειξε πολλούς σοφούς άνδρες. Ανάμεσά τους οι υλιστές και φιλόσοφοι, Δημόκριτος και Λεύκιππος. Οι φιλόσοφοι Ανάξαρχος και Εκαταίος, ο σοφιστής Πυθαγόρας και άλλοι. Στη Θράκη υπάρχει σήμερα το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο. – Πως όμως αυτή η πόλη, με τόσους σοφούς άνδρες θεωρήθηκε η πηγή της μωρίας; είναι μυστήριο της ιστορίας. – Υπάρχει όμως εξήγηση. Τα Άβδηρα ήταν κέντρο υλιστικών θεωριών που τις περιφρονούσαν οι άλλοι αρχαίοι Έλληνες. Έτσι έγινε λοιπόν μια οργανωμένη δυσφήμηση των θεωριών αυτών ως ανοησίες, γιατί ως νέες ιδέες και θεωρίες γκρέμιζαν τα κοινώς παραδεκτά εκείνης της εποχής. Κάθε τι το νέο το φρέσκο απορρίπτεται και χλευάζεται ώσπου να επικρατήσει. Μάλιστα πολλές φορές κατά κανόνα, οι φορείς των νέων ιδεών διώκονται και τιμωρούνται. – Παππού μου, αν όλα αυτά είναι αλήθεια ξέρεις τι καταλαβαίνω; – Πες μου να ακούσω και εγώ, με ενδιαφέρει. – Καταλαβαίνω πως η ομορφιά στις αντιθέσεις είναι. Άγριος και ταυτόχρονα πολιτισμένος λαός ήταν οι θράκες. Μωρά και ανόητα τα Άβδηρα, που γέννησαν τόσους σοφούς άντρες. Τι όμορφες αντιθέσεις. Βαρβαρότητα και σκληρότητα βρίσκονται από τη μια μεριά και από την άλλη η ποίηση και η μουσική, ο Ορφέας και ο Εύμολπος. Τώρα Αντωνάκη μου, άκου ακόμα ένα θρύλο από τη Θράκη. Μας πληροφορεί για το πως χτίστηκε η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ελληνικός λαός της Θράκης δεν πιστεύει ότι το αρχιτεκτονικό θαύμα οφείλεται μόνο στους δύο αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο. Το λέει η παράδοση, το εξηγεί. Την παράδοση αυτή την διηγούνταν στη Βιζύη της Θράκης, τον προπερασμένο αιώνα. Εκεί, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την έμαθε από μικρό παιδί ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός. Αυτός την έσωσε από τη λησμονιά και την περιέγραψε έμμετρα το 1884 μέσα στην ποιητική του συλλογή “Ατθίδες αύραι”. – Τι λέει η παράδοσή; -Μια φορά και έναν καιρό ο βασιλιάς στην Πόλη, αποφάσισε να χτίσει την Αγιά Σοφιά. Κάλεσε ένα μάστορα και του είπε τις σκέψεις του. Ο μάστορας έκανε ένα, δύο, τρία και πολλά σχέδια. Κανένα όμως σχέδιο δεν ικανοποίησε το βασιλιά. Ήθελε κάτι άλλο. Είπε στο μάστορα να ψάξει και να βρει καινούργια σχέδια ώστε να χτιστεί μια εκκλησία που όμοια της να μην υπάρχει. Μια Κυριακή που τέλειωνε η λειτουργία, ζύγωσε πρώτος ο βασιλιάς να πάρει το αντίδωρο. Εκείνο όμως, του ξέφυγε από το χέρι και έπεσε κάτω. Την ίδια στιγμή παρουσιάζεται μια μέλισσα που φτεροκοπούσε προς το ανοιχτό παράθυρο κρατώντας το πεσμένο αντίδωρο του βασιλιά. Βγάζει αμέσως διαταγή ο βασιλιάς , όσοι έχουν μελίσσια να τα ανοίξουν και να ψάξουν για το αντίδωρο. Τελευταίος έψαξε ο μάστορας και τι βλέπει! Οι μέλισσες είχαν αρχίσει να φτιάχνουν με το κερί μια μεγαλόπρεπη εκκλησία. Η πόρτα της εκκλησία ήταν ανοιχτή, ο τρούλος μεγαλόπρεπος, ήταν έτοιμος. Οι κολόνες βρίσκονταν στη θέση τους, ως και η Αγία Τράπεζα ήταν τελειωμένη. Πάνω στην Αγία Τράπεζα ήταν το αντίδωρο του βασιλιά. Ο μάστορας με ανοιχτό το στόμα θαύμαζε το δημιούργημα αυτό των μελισσών και ξεφώνισε “Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου”. Το σχέδιο που είχαν φτιάξει οι μέλισσες έγινε το σχέδιο που χτίστηκε η Αγία Σοφία. Αυτή είναι η παράδοση του λαού της Θράκης. Δεν είναι γνωστή σε άλλους τόπους παρά μόνο στη Θράκη. Πρόκειται για μια εκκλησία που όμοιά της δεν ξανάγινε στην ιστορία της Ορθοδοξίας. – κάθε τόπος και κάθε περιοχή έχει τους θρύλους και τις παραδόσεις του, έτσι δεν είναι παππού; – ναι Αντωνάκη μου, έτσι τρέφονται οι λαοί. Έτσι συμβαίνει και με τα ήθη και έθιμα κάθε τόπου, κάθε λαού, κάθε φυλής και κάθε έθνους. – Αλήθεια παππού ποια είναι τα κυριότερα έθιμα του λαού της Θράκης; – Η Θράκη τους τελευταίους αιώνες, γνώρισε μια περίοδο ειρήνης και παρέμεινε συμπαγής στις πατρογονικές της εστίες. Επίσης, η γεωργική, βιοποριστική της ενασχόληση εξασφάλισαν μια συντηρητική συνέχεια των κοινωνικών θεσμών χωρίς την αλλοίωση των παλιών εθίμων. Ένα τέτοιο έθιμο λαϊκής λατρείας της Θράκης είναι τα “Αναστενάρια”. Είναι μια γιορτή που είναι αδιάσπαστη με την Χριστιανική πίστη. Γίνονται στη γιορτή του Αγίου Κωνσταντίνου στις 21 του Μάη. Οι Αναστενάρηδες περπατούν επάνω σε αναμμένα κάρβουνα χωρίς να καίγονται τα πόδια τους. Στην όλη τελετή, υπάρχει και θυσία ενός διαλεγμένου ταύρου. – Κάτι μου θυμίζει αυτό παππού. – Πράγματι θυμίζει την οργιαστική λατρεία του Διονύσου και τις αρχαίες πυρολατρικές τελετές των αρχαίων. Όλα αυτά και πολλά άλλα, αποδεικνύουν την αδιάσπαστη ενότητα του Ελληνισμού από τα αρχαία χρόνια, μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο λόγος που δίνει στα “αναστενάρια” της σημερινής Θράκης ξεχωριστή και λατρευτική φυσιογνωμία. Τα Θρακικά ήθη και έθιμα ήταν πρωτόγονα και άγρια. Συνήθιζαν την πολυγαμία, για να αποκτούν πολλά παιδιά που τα πουλούσαν για δούλους. Επικρατούσε το σκληρό έθιμο της θυσίας της συζύγου στον τάφο του άνδρα της. Περίεργες ήταν και οι δοξασίες για τη ζωή και το θάνατο. Ο ερχομός στη ζωή συνοδευόταν από θρήνους και οδυρμούς, και ο θάνατος ήταν αφορμή χαράς και λύτρωσης από τα βάσανα. Θα γνωρίζω τόσα πράγματα παππού σαν μεγαλώσω. – Αν είσαι φιλομαθής, θα γίνεις και εσύ πολυμαθής. Να ρωτάς όταν απορείς, να ρωτάς για να μαθαίνεις. Είδες πόσα πράγματα έμαθες σήμερα. Είδες πόσα πράγματα κρύβει ένα παραμύθι, μια ιστορία στα βάθη των αιώνων. – Θέλω όμως να μάθω μερικά και για το σήμερα. – Έλα να προλάβουμε γιατί σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι.- Ποιο κουδούνι παππού, δεν είμαστε στο σχολείο, δεν είσαι πια δάσκαλος. – Το κουδούνι της ζωής παιδί μου, αυτό που χτυπάει κάθε μέρα, κάθε στιγμή και κάποτε σταματάει να χτυπά. -Πες μου κάτι για την σημερινή Δυτική Θράκη, έτσι στα γρήγορα. – υπάρχουν λοιπόν τρεις νομοί : Ξάνθης, Κομοτηνής και Έβρου. Πρωτεύουσες τους είναι η Ξάνθη, η Ροδόπη και η Αλεξανδρούπολη αντίστοιχα. Ορίζονται από τους ποταμούς Νέστο και Έβρο και ανάμεσα τους βρίσκεται η λίμνη Βιστονίδα. – Κάτι μου θυμίζει η λίμνη Βιστονίδας – Λοιπόν οι σημερινοί κάτοικοι της Δυτικής Θράκης είναι Έλληνες στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Πριν το 1919 υπήρχαν πολλοί Βούλγαροι που οι περισσότεροι ήταν Έλληνες οι οποίοι εκσλαβίστηκαν. Υπήρχαν όμως και Τούρκοι. Ήρθε όμως το 1922 η Μικρασιατική καταστροφή και η παράδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία. Οι κάτοικοί της κατέφυγαν στην Ελλάδα, έγιναν πρόσφυγες, χάνοντας έτσι τα πατρογονικά τους εδάφη και τις περιουσίες. Ένα μεγάλο μέρος αυτών εγκαταστάθηκε στην Δυτική Θράκη. Το 1923-25 έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών. Τότε οι Βούλγαροι αποσύρθηκαν στη Βουλγαρία και οι Τούρκοι από τη Βόρεια Ελλάδα πήγαν στην Τουρκία. Οι Τούρκοι όμως της Δυτικής Θράκης έμειναν γιατί έμειναν και Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή ήταν η συμφωνία. – Παππού ζουν σήμερα στη Δυτική Θράκη είπες πολλοί Τούρκοι. αυτοί έχουν δικαιώματα στην εκπαίδευση; – Οι σημερινοί Τούρκοι της Δυτικής Θράκης είναι Έλληνες υπήκοοι, κρατούν όμως το δικαίωμα θρησκευτικής και εκπαιδευτικής αυτονομίας και στέλνουν στη βουλή των Ελλήνων δύο έως τρεις βουλευτές. Αυτοί είναι μουσουλμάνοι, εκτός από τους Έλληνες και τους μουσουλμάνους υπάρχουν στη Θράκη μερικές χιλιάδες Πομάκοι και τσιγγάνοι. -Αλήθεια τι είναι αυτοί οι Πομάκοι; κανείς δε μου εξήγησε μέχρι σήμερα. -Δε ρώτησες. Είπαμε Αντώνη, αν ρωτάς θα μαθαίνεις. Οι Πομάκοι λοιπόν είναι Έλληνες που εκσλαβίστηκαν γλωσσικά και θρησκευτικά. Έτσι λοιπόν Έλληνες, μουσουλμάνοι και Πομάκοι συνυπάρχουν και κρατούν τη δική τους θρησκεία, τη γλώσσα, την εκπαίδευση, τα ήθη και τα έθιμα. – κρατούν ωστόσο και την ιστορία τους. – Βεβαίως και ασφαλώς. Το Ελληνικό κράτος βοηθάει προς την κατεύθυνση αυτή και υπάρχει μια αρμονική συμβίωση μέχρι σήμερα. – Κάτι ανάλογο όμως παππού μου δεν συμβαίνει με τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης; – Ναι, έτσι είναι. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που κάποτε θα την ιστορήσω. -Ήταν κάποτε στην Πόλη πολλοί Έλληνες και τώρα μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού όπως λέμε. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του παππού. Ξύπνησαν οι μνήμες πάλι. Για τις χαμένες πατρίδες, τον ξεριζωμό των Ελλήνων, τα λάθη, τις μεγάλες δυνάμεις. Έκλαιγε με λυγμούς. Γιατί…γιατί…έλεγε και ξαναέλεγε. Οι μνήμες, σημάδια πληγών στην καρδούλα του παππού. Δεν άντεξε η καρδιά του. Το δάκρυ στέρεψε. Το όνειρο και αυτό παγωμένο κρύσταλλο. Πέρασαν χρόνια πολλά. Τα πάντα χορεύουν τον κυκλικό χορό, τον αιώνιο χορό τους . Χορεύουν και τα όνειρα μαζί με τους ανθρώπους όμως τα όνειρα ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους και κάποτε πραγματοποιούνται φτάνει μονάχα να κάναμε όνειρα που να αντέχουν και στον ύπνο και στο ξύπνιο. Μη μιλάτε ο γερο-παππούς κοιμάται. “Άκρα του τάφου σιωπή”. Η ζωή συνεχίζεται. Η ιστορία διδάσκει όταν την κατέχουμε. Ο Αντωνάκης κάποτε μεγάλωσε, σπούδασε. Τώρα διδάσκει στο πανεπιστήμιο της Θράκης ιστορία. Διδάσκει ιστορία..στα ελληνόπουλα…το μέλλον της Ελλάδας.

Βάλια Δορμούσογλου

Ελληνογαλλική σχολή Καλαμαρί

16. ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Στο δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων στη Θράκη υπάρχουν πολλά έθιμα και παραδόσεις που τηρούνται μέχρι και σήμερα κυρίως από τους μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους. Στη Θράκη οι άνθρωποι πίστευαν στην ύπαρξη των καλικάντζαρων και για αυτό προφυλάσσονταν. Θύμιαζαν το σπίτι για να μη μπούνε οι καλικάντζαροι και όταν έσφαζαν τα κρέατα για το τραπέζι τα θυμίαζαν κι αυτά γιατί τα κρεμούσαν στην αποθήκη και είχαν το φόβο πως θα τους τα πάρουν οι καλικάντζαροι. Επίσης εύκολος τρόπος για να μπουν οι καλικάντζαροι ήταν το τζάκι. Έτσι οι νοικοκυρές τοποθετούσαν στο τζάκι ένα κόσκινο. Μόλις έρχονταν οι καλικάντζαροι, συνήθως έρχονταν από τη καμινάδα, έβλεπαν το κόσκινο κι άρχιζαν να μετράνε τις τρύπες του. Ιστορίες λένε πως έτσι άρχιζαν το μέτρημα, μπερδεύονταν και ξεκινούσαν από την αρχή. Αυτό γινόταν περίπου δύο με τρεις ώρες. Έτσι δεν προλάβαιναν να μετρήσουν όλες τις τρύπες γιατί λαλούσε ο πετεινός και αναγκάζονταν να φύγουν για τον ουρανό. Άλλο ένα έθιμο έχει σχέση με τον αργαλειό, τα κεντήματα και γενικά όλα τα εργόχειρα. Οι νοικοκυρές έπαιρναν τον αργαλειό και τον έκρυβαν. Το ίδιο έκαναν και στα εργόχειρα και μέχρι να έρθουν τα Φώτα και ο παπάς να αγιάσει το σπίτι σταματούσαν να πλέκουν. Αυτό γινόταν για να μην τα πάρουν οι καλικάντζαροι. Όταν κάποια γυναίκα ξεχνούσε να τα μαζέψει, το άλλο πρωί έβρισκε τα εργόχειρα της πεταμένα στην αυλή. Αυτό ωστόσο είναι πιθανόν να το έκαναν οι γιαγιάδες για να δείξουν σε αυτούς που δεν πίστευαν ότι οι ιστορίες αυτές είναι αληθινές. Εκτός από τις ιστορίες αυτές, υπάρχουν και παραδοσιακά Θρακιώτικα φαγητά, με τα οποία οι Θρακιώτες στόλιζαν το γιορτινό τραπέζι. Πολλά από αυτά τα φαγητά γίνονταν σε μεγάλες ποσότητες ώστε να υπάρχει φαγητό και τις επόμενες μέρες. Τα Χριστούγεννα, πριν αρχίσουν οι νοικοκυρές να μαγειρεύουν για την οικογένειά τους, μαγείρευαν γουρούνι από το οποίο το μισό το μοίραζαν στους φτωχούς και το άλλο το έκαναν λουκάνικα τα οποία τα κρεμούσαν στις αποθήκες, καβουρμά και παστό. Μετά μαγείρευαν για οικογενειακό σκοπό διάφορες πίτες και ψητά. Για γλυκό έφτιαχναν την παραδοσιακή σουσαμόπιτα η οποία ήταν σαν τον μπακλαβά, μόνο που αντί για καρύδια είχε σουσάμι κοπανισμένο. Την πρωτοχρονιά έκαναν τις μαντιές, οι οποίες ήταν έντερα γουρουνιού που μέσα είχαν μια γέμιση παρόμοια με της γαλοπούλας. Επειδή μαγείρευαν πολύ μεγάλες ποσότητες, ένα μέρος μοιράζονταν πάλι στους φτωχούς. Το ίδιο έκαναν και στα Θεοφάνια. Μαγείρευαν πατσά ο οποίος γινόταν από κεφάλι γουρουνιού. Την παραμονή των Θεοφανίων οι νοικοκυρές έβγαζαν τα εργόχειρα έξω από τις σακούλες μόνο μετά από τον ερχομό του παπά. Εκτός από το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων, σημαντική γιορτή είναι και οι απόκριες. Οι άνθρωποι έκαναν πίτες και τα μαντιά και άναβαν φωτιές και χόρευαν και στο τέλος, όταν έσβηνε, τα αγόρια και τα κορίτσια, κυρίως τα “ελεύθερα” πηδούσαν πάνω από τη φωτιά και έκαναν μια ευχή. Αν κατάφερναν να πηδήξουν πάνω από τη φωτιά, η ευχή τους θα γινόταν πραγματικότητα, αλλιώς όχι. Αυτά τα έθιμα και οι παραδόσεις με την πάροδο του χρόνου ξεχνιούνται γιατί στις πόλεις της Θράκης τώρα υπάρχει πολύ περισσότερος κόσμος από ότι παλιά και δεν υπάρχουν τόσες γνωριμίες μεταξύ των ανθρώπων του σήμερα και του χτες.

Γιάννης Λαμπρόπουλος

Ελληνογαλλική σχολή Καλαμαρί

17. ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΜΟΥ

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή και μάλιστα συνέβη πριν λίγα σχετικά χρόνια την περίοδο του 1922. για την ακρίβεια είναι δύο ιστορίες και όχι μία, οι οποίες έχουν σχέση με τις ρίζες της οικογένειάς μου. Δυστυχώς όμως οι προ παππούδες μου δεν ζουν πλέον για να μου πουν τα πάντα με λεπτομέρειες, για αυτό ρώτησα τους παππούδες μου για να μου μιλήσουν για ότι έγινε εκείνα τα χρόνια, για το λόγο αυτό θα είναι λίγο περιληπτικά. Αυτό που ξέρω σίγουρα να σας πω είναι πως όλοι οι παππούδες μου κατάγονταν από τη Θράκη της Μικράς Ασίας. Μα ας επιστρέψω στην αρχή λοιπόν, η πρώτη αφορά τη γενιά της μητέρας μου και η δεύτερη τη γενιά του πατέρα μου. Και οι δύο συνέβησαν την περίοδο της ανταλλαγής των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Σε μια πόλη που βρισκόταν κοντά στην Κωνσταντινούπολη και ονομαζόταν Τσατάλτσα ζούσε η προγιαγιά μου, Φωτεινή, μαζί με την οικογένειά της. Ήταν ακόμη μικρό κοριτσάκι όταν συνέβη η ανταλλαγή. Όταν από τη Θεσσαλονίκη έφευγαν οι Τούρκοι με όλα τους τα υπάρχοντα, στη θρακική Τουρκία έβγαζαν τους Έλληνες βίαια από τα σπίτια τους με μόνο δικαίωμα να πάρουν ότι μπορούσαν στα χέρια τους. Ο παππούς Γρηγόρης Εμμανουηλίδης (ο πατέρας της προγιαγιάς μου), ήταν έμπορος παπουτσιών και τότε προτίμησε να πάρει μαζί του μερικά δέρματα και τη μηχανή με την οποία έφτιαχνε παπούτσια. Ο δρόμος προς την Ελλάδα ήταν δύσκολος γεμάτος κακουχίες. Έγκυες γυναίκες, γεννούσαν τα παιδιά τους μέσα στο κρύο, άνθρωποι πέθαιναν από τη πείνα, τη δίψα και τις αρρώστιες. Ένα από τα θύματα που πέθαναν από αρρώστιες ήταν και ο αδερφός του παππού Γρηγόρη, ο θείος Νίκος Εμμανουηλίδης. Η προγιαγιά μου σαν μικρό παιδί που ήταν την έκαναν κουμάντο οι γονείς και τα αδέρφια της. Μόλις έφτασαν στην Ελλάδα, πέρασαν από τη Θράκη. Εκεί γνώρισαν Θρακιώτες, οι οποίοι ονομάζονταν γαλαζοβράκηδες, όμως δεν εγκαταστάθηκαν εκεί. Πέρασαν αργότερα από την Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, όμως ούτε και εκεί τους άρεσε για το λόγο ότι υπήρχε πάρα πολύ λάσπη. Τελικά εγκαταστάθηκαν στο χωριό Καστανιές στο Νομό Κιλκίς όπου βρήκαν πολύ νερό και πεδιάδα, την οποία χρειάζονταν μιας και οι περισσότεροι ήταν βοσκοί. Στην αρχή έμεναν σε αντίσκηνα, αργότερα το κράτος τους παραχώρησε χωράφια και σπίτια, “σπίτια εποικισμού” όπως τα αποκαλούσαν τότε, τα οποία χτίζονταν ανάλογα με το από πόσα άτομα αποτελείται κάθε οικογένεια. Τα σχέδια για το κάθε σπίτι ήταν ίδια με όλα τα άλλα, απλώς είχε μια κάμαρα περισσότερο ή λιγότερο. Όσο για το σπίτι που άφησαν πίσω στη Μικρασιατική Θράκη, ήταν ένα διώροφο καινούργιο κτίριο εκείνης της εποχής, το οποίο υπάρχει ακόμα όπως και το χωριό. Ο Τούρκος που έμεινε όταν έφυγαν ήταν φίλος με το παππού και όποτε επισκέπτονταν Έλληνες τη πόλη, τους ρωτούσε αν ήξεραν τον παππού Γρηγόρη και αν είναι καλά. Μετά από χρόνια η προγιαγιά μου παντρεύτηκε και πήρε το επίθετο του άντρα της, Μιχάλη Νικολαΐδη, ο οποίος ήταν επίσης από τη Θράκη της Μικράς Ασίας καθώς επίσης υπηρέτησε τη πατρίδα την περίοδο του 1940. βρισκόταν στην α΄ γραμμή του στρατού κατά των Γερμανών, κάποια στιγμή τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο στην Αθήνα. Παρόλο που δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα, την υπηρέτησε πιστά και μάλιστα έζησε μέχρι πριν παντρευτούν οι γονείς μου.Η δεύτερη ιστορία ξεκινάει επίσης από μια πόλη κοντά στην Κωνσταντινούπολη, που ονομάζεται Τσανάκαλε, η οποία υπάρχει ακόμα. Η προγιαγιά μου η Ευδοξία ήταν τότε 4-5 χρόνων. Η μητέρα της ήταν χήρα διότι ο άνδρας της Αθανάσιος, αρρώστησε και πέθανε από πνευμονία πριν τους διώξουν από την Μικρασιατική Θράκη. Όταν εκδιώχθηκαν οι Τούρκοι δεν τους άφησαν να πάρουν τίποτα. Στην Ελλάδα ήρθαν με πλοίο, μόλις έφτασαν στη στεριά πήραν το λεωφορείο και κατευθύνθηκαν σε μια περιοχή στη Χαλκιδική, όπου σήμερα είναι χωριό και λέγεται Διονυσίου, όπου και εγκαταστάθηκαν. Ήταν πρόσφυγες ή τουλάχιστον έτσι ένιωθαν καθώς για αρκετό καιρό κοιμόντουσαν μέσα σε αντίσκηνα. Αργότερα τους παραχώρησαν σπίτια και χωράφια, μιας και ήταν γεωργοί. Το επίθετο της μητέρας (Ζαφειρούδας), της προγιαγιά μου, δεν ξέρω να σας το πω. Ξέρω όμως πως την έλεγαν Φωτούδη μετά το δεύτερο γάμο εδώ στην Ελλάδα. Σήμερα, στο ίδιο χωριό, Διονυσίου, ζούν τα παιδιά της προγιαγιάς μου καθώς και εμείς, τα δισέγγονα της. Θα ήθελα επίσης να σας πω πως ένας άλλος προπάππος μου ήταν από τη Μικρασιατική Θράκη και την περίοδο του πολέμου με τους Γερμανούς το 1940 υπηρέτησε την Ελλάδα, όμως δεν γύρισε ποτέ, τον έχουμε σαν αγνοούμενο και παρόλο που δεν είναι γραμμένος στο βιβλίο με τους στρατιώτες που αγνοούνται, στο χωριό τον τιμούν σε κάθε εθνική εορτή καταθέτοντας στεφάνι. Την ιστορία για το πως ήρθε στην Ελλάδα δεν ξέρω να σας τη πω, όμως ξέρω πως το έλεγαν Ζωγράφο Δημήτριο και θα ήταν μεγάλη μου τιμή αν κάνατε κάτι όπως να γραφόταν και αυτός σαν τους ήρωες που εξαφανίστηκαν το 1940.

Στυλιανή Ζωγράφου

1° Γυμν. Θέρμης

18. ΟΙ ΞΑΣΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Πολλοί στο χωριό πίστευαν ότι στο ρέμα τις νύχτες έβγαιναν οι νεράιδες και έλουζαν τα μακριά μαλλιά τους στα γάργαρα νερά που κυλούσαν. Άλλοι επιπλέον ισχυρίζονταν ότι τις νεράιδες τις συνόδευαν ξωτικά και καλικάντζαροι ειδικά την περίοδο των Χριστουγέννων. Οι Ξαστερνοί φοβόταν πολύ τους καλικάντζαρους. Το Δωδεκαήμερο οι γυναίκες θυμιάτιζαν κάθε βράδυ γιατί πίστευαν ότι αυτά τα παράξενα πλάσματα απέφευγαν το λιβάνι. Άλλωστε δεν ήθελα να μπουν στα σπίτια τους και να τους “μουρταρέψουν” την κουζίνα. Διαδίδονταν μάλιστα ότι όποιος κυκλοφορούσε αργά τη νύχτα, τον καβαλίκευαν και δύσκολα μπορούσε να τα ξεφορτωθεί μετά. – Άμα σε τσαγκαρωσ΄ καλικάντζαρος μη τυχόν και τονε μιλήσεις, θα σε πάρ’ τη λαλιάσ’. Άλλοι πίστευαν αυτές τις δοξασίες και άλλοι τις κορόιδευαν. – Τι σασκίνικα μασάλια είναι αυτά που λέτε; Ακούς εκεί καλικάντζαροι. Μια κρύα νύχτα του χειμώνα, παραμονές Χριστουγέννων ήτανε, ποιας χρονιάς θα σας γελάσω, στο καφενείο κουβέντιαζαν για τους καλικάντζαρους. Ένας από τα καρντάσια, παλικάρι με τα όλα του, σωστό θηρίο, δύο μέτρα άνθρωπος, δεν παραδεχόταν την ύπαρξη τους. Παραδίπλα κάποιος άλλος συγχωριανός τους, ζαρωμένος και μαυριδερός, δεν τον έπιανε καθόλου το μάτι σου, κρυφάκουγε χωρίς να σχολιάζει ή να εκδηλώνεται. Έλα όμως που ήταν και πολύ χωρατατζής! Όπως άλλωστε και όλοι οι Ξαστερνοί, αγαπούσε τα πειράγματα και τα αστεία. Προτού τελειώσει η κουβέντα, έφυγε βιαστικός κατά το ρέμα. Όταν έφτασε εκεί, κρύφτηκε και παραμόνευε. Ύστερα από ώρα άκουσε πατημασιές και κατάλαβε ότι έρχεται ο παλικαράς που δούλευε στο μύλο και έκανε κάθε νύχτα αυτή τη διαδρομή. Τότε ο ζαρωμένος ξετσιτσιδώθη’κε και άρχισε να χτυπάει τα νερά. Ο άλλος είδε κάτι να σαλεύει. Σκοτίδα τσιντάνι ήτανε, τρόμαξε και τάχυνε το βήμ τ’. ο ζαρωμένος όμως ήταν πιο τσιβίκι. Έδωσε ένα σάλτο και τσαγκάρωσε πάνω στο σβέρκο του αλλουνού. Ο παλικαράς πάγωσε. Θυμήθηκε τη κουβέντα στο καφενείο και δεν αντέδρασε, γιατί νόμισε ότι ήταν κανένας καλικάντζαρος. Τι να’ κανε; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα!πήρε τον ανήφορο με τον δήθεν καλικάντζαρο φορτωμένο επάνω του. Στο δρόμο κόντεψε να πάθει συγκοπή. Θες απ’ την τρομάρα τ’ ήτανε; θες απ’ την κούραση;. Σαν έφτασε με τα πολλά στο μύλο, άρχισε να βαράει δυνατά τη πόρτα. – Ποιος; ρώτησε ο μυλωνάς από μέα. Μιλιά ο παληκαράς. -ποιος είναι; ακούσ’κε πάλι. Τσιμουδιά ο παλικαράς. Φοβούνταν βλέπ’ς μη μιλήσ’ και τον κλέψ’ ο καλικάντζαρος τη φωνή. Μόλις ακούσ’κανε βήματα κατά τη πόρτα, πηδάει καταγής ο λεγάμενος και γίνεται σαΐτα. Ανοίγει τη πόρτα ο μυλωνάς και τινε ρωτάει. – Γιατί δεν μιλάς βρε σεσερνί; -Είχα έναν καλικάντζαρο τσαγκαρωμένο στη πλάτ’μ. – Βρε μπουνταλά τι σασκίνικα είναι αυτά; ποιος μασκαράς σε γέλασε; Την άλλη μέρα κατά το κεντί (βραδάκι), μαζεύτηκαν οι χωριανοί στο καφενείο, θέμα συζήτησης πάλι ήταν οι καλικάντζαροι. Που να μιλήσει ο παλικαράς! Λαλιά δεν έβγαζε. Όσο για τον άλλον, καθόταν απέναντι και κρυφογελούσε με ύφος ειρωνικό μα και αλαζονικό ταυτόχρονα. Και να φανταστεί κανείς ότι ήταν μιας πάτσας άνθρωπος.

Κωνσταντίνα- Μαρία Ρομπέτη

Γυμν. Νέων Επιβατών

19. ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΞΕΡΙΖΩΜΟ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΑΝ. ΘΡΑΚΗΣ ΤΟ 1922

Πέρασαν 86 χρόνια από την δυσάρεστη εκείνη χρονιά το 1922, όπου οι Έλληνες αναγκάστηκαν να υποστούν μια ταπείνωση χωρίς προηγούμενο. Μια καταστροφή ολοκληρωτική! Ήταν τότε όπου οι Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους αγαπημένους τους, χειρότερη εμπειρία και από το 1453 όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Ας δούμε όμως τώρα τα γεγονότα με τη σειρά τους, να μάθουμε τι ακριβώς έγινε το 1922, μέσα από την περιγραφή ενός δασκάλου, του κυρίου Αθανάσιου Τριανατφύλλου. «Τον Αύγουστο του 1922 ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν αρχηγός των Τούρκων. Αυτός αφού αναδιοργάνωσε το στρατό του, επιτίθεται κατά του Ελληνικού στρατού, τα υπερήφανα και τιμημένα όπλα των Ελλήνων, δυστυχώς άρχισαν να υποχωρούν. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί φεύγουν με τη ψυχή στο στόμα, με κάποιο μικρό παιδί στην αγκαλιά. Φεύγουν προς την ελεύθερη Ελλάδα, όπως- όπως, για να προλάβουν και να καταφέρουν να σωθούν. Περίπου 1.500.000 Έλληνες πρόσφυγες πρόλαβαν και έφτασαν εδώ στη νέα και ελεύθερη πατρίδα την Ελλάδα». Αυτά διάβασα και κατάλαβα, γιατί κάθε χρόνο οι άνθρωποι αυτοί χορεύουν και οργανώνονται σε συλλόγους. Είναι αποφασισμένη να μην ξεχάσουν αυτή την ανελέητη προσφυγιά. Αυτή η μέρα είναι “η ημέρα μνήμης και περισυλλογής”. Και δίνουν την υπόσχεση ότι δεν θα ξαναγίνει αυτό το δράμα του ξεριζωμού. Θέλοντας όμως να μάθω περισσότερα για αυτό άρχισα να ψάχνω στη βιβλιοθήκη του παππού μου, που ποτέ δεν είχα φανταστεί πόση γνώση μπορούσα να αποκομίσω εκεί μέσα, στα άπειρα βιβλία που με περιτριγύριζαν. Βρήκα λοιπόν κάπου ένα στιγμιότυπο φοβερό! Πώς έγινε και σώθηκε ένα Ελληνικό χωριό στη Μ. Ασία. Το χωριό Πασιθέα, η πατρίδα του δασκάλου κ Τριανταφύλλου. «Ήταν λίγες μέρες προτού φύγουμε. Ξαφνικά όμως έξω από το χωριό μας εμφανίστηκαν οι Τούρκοι. Έστειλαν μήνυμα, σε δύο ώρες να φύγουμε , διότι θα ληστέψουν και θα κάψουν το χωριό. Ο παπάς και ο πρόεδρος του χωριού μιλούσαν τα Τούρκικα και έτρεξαν και παρουσιάστηκαν στον Τούρκο αρχηγό Κεμάλ, φέρνοντάς του δώρα και τον παρακάλεσαν να αλλάξει το σχέδιό του. Έτσι σώθηκε το χωριό τους και σωθήκαμε και οι άνθρωποι. Την άλλη όμως μέρα δεν έμεινε κανείς. Αρπάξαμε ότι μπορέσαμε και με τα πόδια και τα κάρα τραβήξαμε στην παραλία και από εκεί με καράβια μας έφεραν στην ελεύθερη Ελλάδα. Ήμασταν ρακένδυτοι, φοβισμένοι, πεινασμένοι και κλαίγαμε για τα ιερά και πάτρια εδάφη που χάσαμε.» Τέτοιες όμως δραματικές σκηνές, μου είπε ο παππούς μου, έγιναν και τον ακριτικό ελληνικό πόντο, αλλά και στη βόρεια και Ανατολική Θράκη. Όταν τελείωσα με τον παππού μου, ρώτησα. Από ποιον μπορώ να πάρω πληροφορίες για τη δραματική φυγή των Θρακιωτών; Ο παππούς μου με συμβούλεψε να πάω στην θρακική εστία Θεσσαλονίκης στην πλατεία Ναυαρίνου 18. Ένα βράδυ κατά τις 7.30 χτύπησα την πόρτα. Βρήκα ανθρώπους έτοιμους και πρόθυμους να με εξυπηρετήσουν. Τους είπα τι θέλω και αυτοί μου συνέστησαν να διαβάσω το βιβλίο “Θρακική Ηχώ” του 1922. Στη σελίδα 68 κάποιος Αθανάσιος Κιζλάρης αφηγείται μια περιπετειώδη και δραματική φυγή από την Ανατολική Θράκη. «Το χωριό μας, το Σιμιτλήτης επαρχίας Ραιδεστού της Ανατολικής Θράκης, είναι χτισμένο στους ανατολικούς πρόποδες του ιερού όρους, πάνω σε μια ανηφοριά στα δυτικά και κατηφοριά στα ανατολικά. Έτσι όπως είναι προσανατολισμένο, το φωτίζει ο ήλιος από το πρωί. Έτσι περνούσε ο καιρός, ώσπου έφτασε το μαύρο φθινόπωρο του 1922, που σήμανε την ώρα του διωγμού μας. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτώβρη έπρεπε να αδειάσει το χωριό. Η διαταγή έλεγε στις 18 του Οκτώβρη. Όσοι είχαν αμάξια τα φόρτωναν και ξεκινούσαν. Η μάνα μου όμως με τέσσερα ορφανά τι να κάνει; πουθενά βοήθεια και οι μέρες περνούσαν. Επιτέλους στις 15 του μήνα βρέθηκε ένα τούρκικο αμάξι και ξεκινήσαμε! Εγώ τότε ήμουν έξι χρονών. Θυμάμαι, που γύριζα στα ανοιχτά και εγκαταλελειμμένα σπίτια και απορούσα γιατί να γίνονται αυτά; τα σπίτια γεμάτα από αγαθά αλλά οι πόρτες και τα παράθυρα παντού ανοιχτά. Απορούσα, κι ένας φόβος με έπιασε, χωρίς να ξέρω γιατί. Θυμάμαι ότι έσκαψα ένα μικρόλακκο και παράχωσα ένα σκεπάρνι, ένα ψαλίδι, ένα σφυρί και ένα κουδούνι. Για το μακρινό μας ταξίδι, η μάνα μας έσφαξε δέκα κότες, εγώ όμως έκρυψα στον κόρφο μου μια άσπρη πουλαδίτσα. Ο μεγαλύτερος μου αδερφός, πήρε μαζί του τα βιβλία του μακαρίτη του πατέρα μας. Ωστόσο όταν κάπως όλα ετοιμάστηκαν ο Τούρκος αμαξάς μας άφησε και έφυγε. Τώρα τι θα γίνει; πως θα φύγουμε; τέλος την άλλη μέρα βρήκαμε ένα και καθυστερημένα ξεκινήσαμε. Κάναμε την προσευχή μας, να προλάβουμε να φτάσουμε στη Ραιδεστό, στο λιμάνι. Ξέραμε ότι στο δρόμο ληστές σκότωναν και άρπαζαν και εμείς έπρεπε να περάσουμε μια στενή ρεματιά που την λέγανε “κακόρεμα”. Τέλος φτάσαμε στο λιμάνι, στη Ραιδεστό. Τα καράβια, φόρτωναν κι έφευγαν, πολλά δέματα από τη βιασύνη γλιστρούσαν και έπεφταν στη θάλασσα. Εμείς βραδιαστήκαμε στο λιμάνι διότι θα φεύγαμε το πρωί της άλλης μέρας. Τα αδέρφια μου μπήκαν κρυφά μέσα στους κήπους και μας έφεραν κυδώνια και μήλα. Όταν την άλλη μέρα ξεκινήσαμε έπρεπε κάτι να πληρώσει η μάνα μου στον καπετάνιο του πλοίου. Ο καπετάνιος τότε είδε την κάτασπρη πουλαδίτσα μέσα στο κόρφο μου και αντί για λεφτά πήρε αυτή. Σε δύο μέρες φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Σιγόβρεχε θυμάμαι, θαρρείς και ο ουρανός όπως ήταν βαριά συννεφιασμένος ζούσε και αυτός το δράμα της προσφυγιάς και σιγόκλαιγε μαζί μας, μαζί με όλους μας τους ξεριζωμένους πρόσφυγες…». Κακόμοιρη μου πατρίδα. Μέχρι πότε τα παιδιά σου, θα αγωνίζονται για τις ανθρώπινες αξίες και στο τέλος να παρασείρονται από το χείμαρρο της αδικίας; Ας είναι όμως. Εμείς σαν γνήσιες ελληνοπούλες, θα ελπίζουμε ότι κάποτε η Ελλάδα μας θα αγκαλιάσει και τα υπόλοιπα αλύτρωτα παιδιά της.

Δήμητρα Μπάσογλου

4° Γυμν. Χαριλάου



20. ΘΡΑΚΗ: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Κεφάλαιο 1: Ήταν Τρίτη 29 Μαΐου του 492 μ.Χ όταν ο κύρης μου και η γυναίκα του η Θεοδώρα αποφάσισαν να πάνε ένα ταξίδι στον τόπο καταγωγής τους, την Θράκη. Ήμουν πολύ χαρούμενος που θα με έπαιρναν μαζί τους γιατί εκτός από τον κύρη μου η Θράκη είναι και δικιά μου πατρίδα. Μπήκανε στην άμαξα, η αφέντρα μου η Θεοδώρα πρώτη και πίσω της ο αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός, πίσω από την άμαξα ακολουθούσαμε εγώ και μια ομάδα φρουροί. Όλα πήγαν καλά και έτσι χωρίς δυσκολίες μπορέσαμε και φτάσαμε στην Αγχίαλο. Όταν κατέβηκε από την άμαξα το αυτοκρατορικό ζεύγος, ο κόσμος το καλωσόρισε θερμά και όλοι φώναζαν “ΖΗΤΩ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ”. Μετά που στήσαμε τις σκηνές μας σε ένα καταπράσινο λιβάδι οι στρατιώτες και τα αφεντικά μου ξάπλωσαν να ξεκουραστούν. Εγώ έκανα μια βόλτα κάτω από το όμορφο φως των αστεριών. Περπατούσα για αρκετή ώρα. Όταν ξαφνικά πίσω από ένα γέρικο πλάτανο είδα ένα παράξενο μεταλλικό κατασκεύασμα που στεκόταν μπροστά μου, μπήκα να δω τι υπάρχει μέσα του. Όταν μπήκα είδα στη μια μεριά πολλά παράξενα αντικείμενα που έβγαζαν φως και στην άλλη πολλά κουμπάκια με χρονολογίες που είχαν περάσει αλλά και κάποιες που δεν υπήρξαν ακόμη. Τότε μέσα από ένα άλλο παράξενο κατασκεύασμα βγήκε μια φωνή που έλεγε “διαλέξτε χρονολογία”. Παρόλο που στην αρχή φοβήθηκα αποφάσισα να το ρισκάρω και να πατήσω ένα κουμπί από τις χρονολογίες που είχαν περάσει εδώ και αρκετά χρόνια. Πατώντας το κουμπί το μηχάνημα άρχισε να κινείται πάνω, κάτω ώσπου τελικά σταμάτησε. Βγήκα έξω και με έκπληξη διαπίστωσα ότι στη θέση του καταπράσινου λιβαδιού υπήρχε μια πελώρια σπηλιά και σαν να μην έφτανε αυτό, οι σκηνές των στρατιωτών και του αυτοκράτορα δεν ήταν πουθενά. Άρχισα να ψάχνω παντού για τις σκηνές, ώσπου μέσα από τη σπηλιά άκουσα μια καταπληκτική μουσική που με τράβηξε προς το μέρος της. Διαπίστωσα ότι υπήρχε ένας άντρας στη σπηλιά που φορούσε ένα πρόχειρο χιτώνα και παίζοντας μελωδία με τη λύρα του τραγουδούσε με τη γλυκιά φωνή του. – Ποιος είσαι ξένε; τον ρώτησα.- Το όνομά μου είναι Ορφέας. Πατέρας μου ο υπέρλαμπρος, ο ξακουστός Απόλλων και μάνα μου η Μούσα η επική, Καλλιόπη το όνομά της! Μα έλα κάθισε εδώ κοντά. Μη στέκεσαι εκεί πέρα. Με αυτά που μου είπε ο άνδρας που στεκόταν μπροστά μου κατάλαβα ότι με κάποιον ακατανόητο τρόπο το μεταλλικό κατασκεύασμα με είχε φέρει πολλά χρόνια πίσω και πως βρισκόμουν μπροστά στον θρυλικό και μυθικό Ορφέα, που με τη λύρα του μπορούσε και ημέρευε όχι μόνο τα ζωντανά αλλά και τα άψυχα αντικείμενα. Ήξερα τη ζωή και το τραγικό τέλος που περίμενε αυτόν τον άμοιρο άνδρα. Όταν ήμουν πιο μικρός η μάνα μου, μου έλεγε τον μύθο για αυτό το άτυχο παλικάρι λίγο πριν κοιμηθώ. 7Θα τον έκοβαν σε κομμάτια οι Μαινάδες στα Διονύσια και θα τον έριχναν στον Εύρο. Κι αυτό επειδή είχε χάσει την όμορφη γυναίκα του Ευρυδίκη και από τότε έδειχνε αδιαφορία για τις γυναίκες.- Ο τόπος που γεννήθηκα είναι η ξακουστή Θράκη. Το όνομά μου είναι Ανδρόνικος, μα πες μου που είναι η μητέρα σου και οι αδελφές της; – Σε μια γιορτή στα Άβδηρα πήγαν να τραγουδήσουν. Μαζί με τον πατέρα μου τον Βάκχο να τιμήσουν. Μα! Να’τες. Τώρα έρχονται, τον λόφο ανεβαίνουν, άντε βρε μάνα αργήσατε και έχουμε και ξένο. -Κυράδες ώρα σας καλή!Τιμή μου που σας γνωρίζω. -Γεια σου και καλωσόρισες ξένε μες τη σπηλιά μας. Εγώ είμαι η Μούσα η επική Καλλιόπη το όνομά μου κι άντρας μου ο Απόλλωνας, ο ξακουστός , ο μέγας. Κι αυτές οι άλλες οι κυρές είναι οι αδελφές μου. Η κάθε μια από δαύτες τις μια τέχνη προστατεύει. Η Τερψιχόρη τον χορό, Κλειώ την ιστορία, Πολύμνια τους ύμνους της, Θάλεια την κωμωδία. Η Ευτέρπη την ποίηση τη λυρική κι Ερατώ την ποίηση του έρωτα έχουν και προστατεύουν. Η Μελπομένη από εδώ έχει την τραγωδία. Και τελευταία από εκεί είναι η Ουρανία που τα άστρα του ουρανού μπορεί να μας διαβάζει. – Τώρα όμως πρέπει να επιστρέψω. Δεν λέω, πολύ καλή η παρέα σας μα θα με ψάχνουν. Σας χαιρετώ. Ευχαριστώ για τη φιλοξενία.Κεφάλαιο 2 : Βγήκα έξω από τη σπηλιά, περπάτησα για λίγο και βρήκα το μεταλλικό κατασκεύασμα που σε γυρνάει στο χρόνο. Μπήκα μέσα και θέλοντας να συνεχίσω το ταξίδι μου, αποφάσισα να πατήσω το κουμπί που έλεγε “Χρυσός αιώνας του Περικλή”. Τότε το παράξενο αυτό μεταφορικό μου μέσο στο χρόνο άρχισε να κάνει τις ίδιες κινήσεις που έκανε όταν έφτασα έξω από τη σπηλιά του Ορφέα. Το μηχάνημα σταμάτησε και βγήκα έξω. Ήμουν περίεργος να δω ποιόν άνθρωπο της αρχαιότητας θα συναντούσα μπροστά μου. Βγήκα έξω και είδα ένα μεγάλο σε ηλικία κύριο να μαζεύει τα πράγματά του γιατί προφανώς θα έφευγε. Τότε πήρα την πρωτοβουλία να του μιλήσω. – Συγνώμη κύριε σε ποια πόλη βρίσκομαι; – Είσαι στα Άβδηρα, παιδί μου. – Και εσείς ποιος είστε; – Εγώ είμαι ο Πρωταγόρας. Είμαι από τους μεγαλύτερους σοφιστές της εποχής μας. – Μήπως σας ενοχλώ; γιατί βλέπω ετοιμάζεστε για ταξίδι. – Θα πάω στην Αθήνα, με έχει καλέσει ο Περικλής για να διδάξω στα παιδιά του την γραφή και την ανάγνωση και βιάζομαι πάρα πολύ. Σε αφήνω τώρα. Γεια σου. Πρέπει να κατέβω στο λιμάνι να προλάβω το καράβι. – Γεια σας και καλό ταξίδι.Κεφάλαιο 3 : Όταν τελείωσα την επίσκεψή μου στον κύριο Πρωταγόρα μπήκα και πάλι μέσα στο κατασκεύασμα, που πια το είχα ονομάσει. Το βάφτισα λοιπόν χρονοκατασκεύασμα. Μπήκα λοιπόν μέσα και αυτή τη φορά πάτησα το κουμπί που έγραφε “473 π.Χ”. Το πάτησα, και το χρονοκατασκεύασμα άρχισε να κάνει τις γνωστές κινήσεις. Αυτή τη φορά όμως ζαλίστηκα περισσότερο από τις άλλες και άργησα να συνέλθω. Όταν επιτέλους συνήλθα βγήκα έξω να πάρω καθαρό αέρα. Δεν είδα κανέναν μπροστά μου, και άρχισα να περπατάω ώσπου να βρω κάποιον. Περπατούσα για αρκετή ώρα σε έναν ανθόσπαρτο κάμπο, γεμάτο όμορφες μυρωδιές που έβγαιναν από τα σπάνια λουλούδια που υπήρχαν. Δεν πρόλαβα να κάνω δέκα βήματα ώσπου είδα καθισμένο κάτω από ένα γέρικο πλάτανο ένα παιδί περίπου στην ηλικία μου και πλάι του καθόταν ένας μεγαλύτερος ο οποίος από ότι κατάλαβα από τα λόγια του πρέπει να τον δίδασκε. Αποφάσισα να πλησιάσω για να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες για το αγόρι. Λίγο πριν φτάσω δίπλα από το δέντρο το παιδί με είδε και μου μίλησε. -Γεια σου, πως σε λένε; -Με λένε… -Έλα Δημόκριτε μην αποσπάσαι από το μάθημα, έχουμε ακόμη πολύ μελέτη. -Σας παρακαλώ δάσκαλε, έτσι και αλλιώς το διάλειμμα δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. -Εντάξει αλλά μόνο για λίγο. Άντε πήγαινε. Μόλις άκουσα το όνομα Δημόκριτος τα έχασα. Βρισκόμουν μπροστά σε ένα πραγματικά “παιδί θαύμα”. Από νεαρή ακόμα ηλικία είχε σπουδάσει Θεολογία και Αστρονομία, που εκείνη την εποχή αυτές οι δύο ήταν πολύ δύσκολες επιστήμες. Απομακρυνθήκαμε λίγο από τον πλάτανο και ξαναπιάσαμε κουβέντα. – Με λένε Δημόκριτο. Εσένα; -Εμένα με λένε Ανδρόνικο. -Έχεις πολύ ωραίο όνομα. Είσαι από την πόλη γιατί δεν σε έχω ξαναδεί προς τα εδώ. – Όχι, περαστικός είμαι. – Ε, τότε δεν το συζητώ. Θα έρθεις για λίγο στο σπίτι μου και μετά θα φύγεις. Ο πατέρας μου θα χαρεί πολύ να μάθει ότι απέκτησα ένα καινούργιο φίλο γιατί όλη την ώρα είμαι με ένα βιβλίο στο χέρι. -Και δεν βαριέσαι; – Όχι. Έτσι κι αλλιώς, κανένα από τα παιδιά στην πόλη δεν κάνει παρέα μαζί μου γιατί λένε ότι είμαι πολύ έξυπνος για αυτούς και ότι δεν ταιριάζουμε. – Άφησέ τους να λένε. Εγώ πιστεύω πως χάνουν έναν πολύ καλό φίλο.- Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Λοιπόν, ξεκινάμε; – Εντάξει θα έρθω αλλά για λίγο. -Ωραία. Θα δεις , θα περάσουμε πολύ ωραία. -Αλήθεια τόση ώρα μου λες για την πόλη αλλά δεν μου είπες ακόμα το όνομά της. – Συγνώμη. Αυτό το παρέλειψα. Βρισκόμαστε λίγο πιο έξω από τα Άβδηρα. – Ας ξεκινήσουμε πριν… – Παιδιά που είστε; Ελάτε πρέπει να γυρίσουμε πίσω. – Πάμε. Μας φωνάζει ο δάσκαλος για να μας πάει σπίτι. Φτάσαμε στο σπίτι του Δημόκριτου και γνωρίστηκα με τον πατέρα του. Ο Δημόκριτος είχε δίκιο, ο πατέρας του χάρηκε πολύ που με γνώρισε. Κάτσαμε στο τραπέζι και φάγαμε το φαγητό που μας είχε ετοιμάσει η μητέρα του. Ήταν πάρα πολύ νόστιμο. Μόλις τελειώσαμε, πήρα την απόφαση να φύγω γιατί είχα ακόμα αρκετά μέρη να επισκεφτώ. Ο Δημόκριτος στεναχωρήθηκε που έφυγα, το ίδιο και εγώ γιατί κάναμε καλή παρέα. Αποφάσισα να μην μπω ακόμα στο χρονοκατασκεύασμα γιατί μου άρεσε πολύ η χρονολογία που διάλεξα. Συνέχισα λοιπόν το δρόμο ώσπου έφτασα έξω από μια πόλη. Μπήκα μέσα περνώντας από τα επιβλητικά τείχη που την κρατούσαν καλά οχυρωμένη. Μέσα και πάνω στα τείχη στέκονταν φρουροί. Περπάτησα λίγο ακόμα και είδα έναν κύριο μπροστά μου. Μόλις με είδε μου μίλησε. – Έλα παιδί μου να φας και να πλυθείς πρέπει να είσαι πολύ κουρασμένος. – Ναι, κύριε. Η αλήθεια είναι πως είμαι πολύ κουρασμένος και πεινάω. – Έλα στο σπίτι κάτι θα υπάρχει να σε φιλέψω. Ο κύριος που γνώρισα ήταν πολύ ευγενικός. Πήγαμε στο σπίτι του, μου έβαλε να φάω και έπειτα με ρώτησε αν θέλω να πλαγιάσω. – Να είστε καλά κύριε. Σας ευχαριστώ πολύ. – Τίποτα. – Σε ποια πόλη βρίσκομαι; -Στην Αμφίπολη. – Και εσάς πως σας λένε; – Με λένε… “Σπαρτιάτες” ακούστηκε μια φωνή από έξω. Και έπειτα κραυγές που έψαχναν κάπου να κρυφτούν. -Τρέξε παιδί μου. Προλαβαίνεις ακόμα. Βγες από το μυστικό πέρασμα. Πάνε στους γονείς σου.

Κεφάλαιο 4 : Τρέχοντας βγήκα από το πέρασμα που μου έδειξε ο κύριος που γνώρισα και πήγα γρήγορα μέσα στο χρονοκατασκέυασμα που βρισκόταν πίσω από έναν πελώριο βράχο. Πάτησα βιαστικά το κουμπί που έγραφε “1821” και βρέθηκα έξω από ένα σπίτι. Από μέσα ακουγόταν θρήνος και οδυρμός. Αποφάσισα να χτυπήσω την ξύλινη πόρτα και μου άνοιξε μια γυναίκα που φορούσε παράξενα ρούχα και κρατούσε ένα μαντήλι στο χέρι με το οποίο σκούπιζε τα δάκρυά της που έτρεχαν ποτάμι από τα μεγάλα γαλανά μάταια της. -Πέρασε μέσα, μου είπε. Εγώ μπήκα και εκείνη μου έδωσε να φορέσω ρούχα που δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου. Τα φόρεσα και τότε εκείνη με ρώτησε. – Έχεις κανένα νέο από τους ναύτες του άντρα μου; – Όχι κυρά μου. Εγώ μπήκα απλά για να δω τι έχεις. – Δεν τα έμαθες ακόμα παιδί μου; – Τι να μάθω; – Οι Τούρκοι, που κακό χρόνο να’χουν που τόσα χρόνια έχουν σκλαβωμένη ολάκερη την Ελλάδα σκοτώσανε τον άντρα μου. Είχε πάει στην πολιορκία της Εύβοιας με τα καράβια του και τους ναύτες του, να κάνουν επίθεση στους τούρκους. Και πάνω που τα κανόνια του καραβιού βροντούσαν τον πέτυχε το τούρκικο βόλι και τον ξάπλωσε στο κατάστρωμα. Μα φτάνουν τόσοι θρήνοι και τόσοι σπαραγμοί. Εγώ η Δόμνα Βισβίζη ως νόμιμη γυναίκα του, θα πάρω τα καράβια και τους ναύτες του και με όλη τη ψυχή, θα ριχτώ στους Τούρκους, δεν θα τους αφήσω σε χλωρό κλαρί και όλοι θα έχουν να λένε για εμένα στον Αίνο και σε ολόκληρη τη θράκη. Τότε εγώ τα έχασα. Τι ήταν αυτά που έλεγε η κυρά. Η Ελλάδα σκλαβωμένη στους Τούρκους; όχι δεν μπορεί, αποκλείεται. -κυρά μου το ξέρω πως στεναχωριέσαι για τον άντρα σου μα στον πόλεμο μην πας. Γυναίκα είσαι και φρόνιμο είναι να κάθεσαι στο σπίτι σου και να περιμένεις την λευτεριά να έρθει. Κάνε λίγη υπομονή ακόμα και θα δεις σε λίγο καιρό η Ελλάδα θα είναι λεύτερη. -Ως πότε να κάνω υπομονή; Ως πότε να σκύβω το κεφάλι στους παλιό Τούρκους; μέχρι εδώ. Θα δώσω ότι έχω και δεν έχω στον αγώνα. Ακόμα και την ίδια μου τη ζωή. Όλα για την πατρίδα. Ελευθερία ή θάνατος. – Όπως επιθυμείς κυρά μου. Κάνε ότι σε φωτίσει ο Θεός. – Ξεκινάω. Η πατρίδα με περιμένει. – εγώ θα πάω να βρω τους δικούς μου συντρόφους. Στο καλό κυρά μου και η Παναγιά μαζί σου.Κεφάλαιο 5 : άφησα και αυτήν την πολύ γενναία γυναίκα πίσω μου και πήγα να βρω το χρονοκατασκεύασμα. Ήταν στο λιμάνι. Πίσω από τα καράβια της Δόμνας Βισβίζη. Άνοιξα την μεταλλική του πόρτα και μπήκα μέσα. Αυτή τη φορά όμως ήμουν πολύ κουρασμένος και αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Έτσι, πάτησα το κουμπί που έγραφε “επιστροφή στο μέρος εκκίνησης”. Το χρονοκατασκεύασμα άρχισε να κάνει τις κινήσεις που έκανε κάθε φορά. Άνοιξε η πόρτα και βγήκα έξω. Με χαρά συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν και πάλι στα αφεντικά μου. Όμως παραξενεύτηκα γιατί παρόλο που τόση ώρα ταξίδευα στο χρόνο, εδώ δεν είχε περάσει ούτε λεπτό. Πήγα λοιπόν στη σκηνή μου και κοιμήθηκα. Στο όνειρό μου είδα όλους αυτούς που γνώρισα: τον Ορφέα με την μητέρα και τις αδερφές του, τον κύριο Πρωταγόρα, τον Δημόκριτο, τον κύριο που γνώρισα στην Αμφίπολη και την Δόμνα Βισβίζη, να κάθονται όλοι μαζί σε ένα βράχο και να συζητάνε για τον τόπο τους και τα προβλήματά τους. Όταν ξύπνησα, είπα στον εαυτό μου”μην το πεις σε κανένα γιατί θα σε περάσουν για τρελό”. Αυτό ήταν το παράξενο ταξίδι μου στο χρόνο….

Χριστόφορος Μαριάδης

4° Γυμν. Πολίχνης

Posted in ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ | No Comments »

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΛΥΚΕΙΟΥΠαρασκευή, Σεπτεμβρίου 16th, 2011

ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Χριστίνα Χατζάργυρου
3ο Λύκειο Καλαμαριάς

1.Μια αληθινή ιστορία από την ανατολική Θράκη

“Η ιστορία της Αναστασίας”
Μια αληθινή ιστορία από την Ανατολική Θράκη που αναφέρεται στις αρχές του 20ου αιώνα 1900-1922 σε ένα χωριό κοντά στην Αδριανούπολη. Την ιστορία αυτή διηγήθηκε η γιαγιά Χρυσή Ζηλιασκοπούλου (ετών 75) και είναι αληθινή ιστορία της γιαγιάς της Αναστασίας. Η γιαγιά Χρυσή κατοικεί στο Θούριο- Διδυμότειχου- Έβρου και όλα τα παρακάτω τα διηγήθηκε στην εγγονή της Χριστίνα (ετών 15).

Που λες παιδί μ’ τα χρόνια τα παλιά κόσμους πολύ υπόφιρνι. Θα σι πω εγγόνα μ’ μια αληθινή ιστορία για τη γιαγιά μ’ την Αναστασία, απ’ του Αζατλί της Αδριανούπολης. Τότες το Αζατλί λέγονταν Ελευθεροχώρι. Η γιαγιά μ’ η Αναστασία ήταν είκοσι χρονώ κι ήταν πολύ όμορφη. Ήταν η πιο όμορφ’ κοπέλα σόλα τα χωριά γύρου.
Η Αναστασία ήταν κόρη του Αποστόλ’ του Πέτκου (Πετρίδη). Ήταν τότες στο χωριό ένας γραμματέας. Νέο παλικάρ’ κι ήξερνι καλά τα γράμματα και οι χωριανοί πολύ τον εκτιμούσαν.
Αυτούνους ο γραμματικός ζήτηξε την Αναστασία, για να την πάρ’γυναίκα τ’. Τότες πάαινε στου σπίτι’ του κυρ Αποστόλη για να πάρει τυρί και γάλα και την ίδιε την Αναστασία και την άρεσε. Έτσι τη ζήτηξε από τον πατέρα της.
Μεγάλη τιμή για την οικογένεια να ζητήξει ο γραμματικός μια φτωχιά κοπέλα κι οι δικοί τ’ς απ’ τη χαρά τους. Είπαν το “ναι” χωρίς να ρωτήξουν την κουπέλα.
Όμως η Αναστασία άλλον αγαπούσε. Ένα όμορφο παλικάρι απ’ του διπλανό χωριό, το Σιαραπλάρ (δηλαδή το Κρασοχώρι).Τουν έλεγαν Χρήστο Τακιρδίκη. Η Αναστασία τουν γνώρισε στου πανηγύρι του χωριού τους κι ήταν πολύ όμορφος. Αψηλός με γαλανά μάτια κι ήρθε απάνω στου μπεγίρ (δηλαδή στο άλογο).
Την αγάπησε κι αυτός την Αναστασία με την πρωτ’ ματιά κι όλο ερχόταν στο Αζατλί για να την ανταμώσει.
Τότις όμως παιδί μ’ τα κορίτσια δε μίλαγαν και δεν αναντιώνονταν στα γονικά τους. Κι έτσι η Αναστασία δε μίλησε.
Ο γραμματικός σε μια εβδομάδα έφερε τα προξενιά κι όλοι μαζί οι συμπέθερ’ ξεκίνησαν να παν’ στην Αδριανούπολη για τα ψώνια του Αρραβώνα.
Τότες έτσι γίνονταν. Κι έμειναν τρεις μέρες στην (Edirne) στην πόλη για να διαλέξουν τα σημάδια.
Στου μεταξύ η Αναστασία έκλαιγε συνέχεια. Την είδε η νύφη της η Δέσποινα και τη λυπήθηκε. Της φανέρωσε τότε τον καημό της και η Δέσποινα του βράδυ τα είπε στουν άντρα της τον Σιδέρη, αδερφό της Αναστασίας.
Ο Σιδέρης το σκέφτηκε, τη μίλησε και σαν είδε πως η αδερφή τ’δεν τον ήθελε τον γραμματικό, σκέφτηκε να τη βοηθήσει. Στέλνει έναν αξάδερφο, την ίδια μέρα στο Σιαραπλάρ για να ειδοποιήσει τον Χρήστου. Ότι το άλλο βράδυ θα γένονταν η αρραβώνα. Την ίδια ώρα που λες παιδί μ’ ου Χρήστους σελώνει τ’ άλογο, βάζει δύο σέλες και τρέχοντας έρχεται στο Αζατλί.
Η Αναστασία μάζεψε τα ρούχα της σ’ένα μποχτσά αποχαιρέτησε τον αδερφό της και τη νύφη της και ανέβηκε στ΄’άλογο του Χρήστου. Έτσι την έκλεψε και την πήρε στο Σιαραπλάρ.
Την άλλ’ μέρα έρχονατι οι συμπέθεροι πάνω στουν αραμπά φορτωμένοι δώρα και σημάδια. Ρούχα καλά, σιγκούνι κεντημένο, μεταξωτό πουκάμισο, ντούμπλες, βέρες και κούντρες καλές (δηλαδή παπούτσια-γόβες). Γιατί τότες πιδί μ’ κόσμους περπατούσι ξυπόλητος και τα παπούτσια ήταν σπουδαίο δώρο.
Σαν κατέβηκαν απ’ του κάρου, μαθαίνουν ότι η Αναστασία κλέφτηκε μ’ έναν ξένο κι έφυγε! Πα-πα-πα πιδί μ’ ! τι εγίνηκε!τι ντροπή ! Τι κακό τους βρήκε ! Τι να πουν στο γαμπρό και τους συμπεθέρους ; Ο παππούς Αποστόλης ο Πέτκους άστραψε και βρόντηξε. Σαν φύγαν οι συμπέθεροι
ντροπιασμέμοι και μ’ άδεια χέρια, ορκίστηκε ο πατέρας της Αναστασίας, ότι δεν τη θέλει ξανά στου σπίτι τ’. Να μη τη διουν τα μάτια του. Δέκα ολόκληρα χρόνια δεν την είδαν την Αναστασία. Δεν την συγχώρεσαν και ούτε ήθελαν να ακούν για αυτήν.
Στου μεταξύ η Αναστασία παντρεύτηκε με το Χρήστο κι έκαμαν τρία παιδιά, τρία κουρίτσια. Τη Θεοπούλα, τη Σμαραγδή και τη Δέσποινα. Στα δέκα χρόνια πάνου (είχε πεθάνει ο πατέρας ο Αποστόλης), μαθαίνει η Αναστασία ότι και η μάνα της είναι βαριά άρρωστη κι κοντεύει να πεθάνει.
Ήταν τότες αγκαστρωμένη στο τέταρτο παιδί τ’ς. Ξεκινάει να ρθει να δεί τη μάνα της. Ο Χρήστος ήταν στο στρατό. Ήταν πόλεμος τότε. Πρόφτασε η Αναστασία τη μάνα της ζωντανή, μα σαν πέθανε η μάνα σε λίγες μέρες , δεν ΄ξερε η Αναστασία ότι κόλλησε και αυτή την αρρώστια της μάνας. Κι η αρρώστια αυτή ήταν χολέρα. Γεννάει το παιδί που περίμενε πεθαμένο. Και ήταν και αγόρι. Τη βοηθούν τα αδέρφια της και θάβουν το πιδί στην αυλή του σπιτιού της μάνας της. Μαθαίνει ο Χρήστος τι έγινε και φεύγει από το στρατό κρυφά και έρχεται και παίρνει την Αναστασία και την πάει σπίτι τους.
Σαν έφυγε όμως ο Χρήστος, πέφτει βαριά στο κρεβάτι η Αναστασία από χολέρα κι εκείνη και πεθαίνει. Μένουν τα τρία κορίτσια ορφανά, η Θεοπούλα 6, η Σμαραγδή 4 και η Δέσποινα 2 χρονών.
Σα γύρισε ο Χρήστος έκλαιγε κι χτυπιόταν. Στο χωριό την έκαναν τραγούδι την Αναστασία και τραγουδούσαν την ομορφιά της και το κακό της ριζικό. Στο χρόνο απάνω παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα, για να κοιτάξει τα πιδιά τ’ . Μα η μητριά η Χρυσώ δεν τα αγαπούσε και τα κακομεταχειριζόνταν τα κοριτσάκια. Δούλες τα είχε. Κι όλο τα μάλωνε και τα χτυπούσε. Σα δεν έφταναν αυτά, γίνεται ο ξεριζωμός. Στα 1922 με την ανταλλαγή φεύγουν όλοι οι Θρακιώτες απ’ την Ανατολική Θράκη στη Δυτική, ματζίρηδες (δηλαδή πρόσφυγες). Οι δικοί μας ήρθαν αντίκρυ απ’ την Αδριανούπολη, στην άλλη μεριά του ποταμού Έβρου σε ένα μέρος που λέγονταν Σοφλάρ.
Σήμερα λέγεται Θούριο. Ήταν κοντά στην Ορεστιάδα που κι εκείνη γέμισε πρόσφυγες. Φτώχεια, πείνα και δυστυχία.
Είχαν αφήσει τ’ αμπάρια τους γεμάτα στην πατρίδα. Σιτάρια και κριθάρια μόλις είχαν θερίσει. Ο παππούς μου ο Χρήστος πρόλαβε να πουλήσει κάτι γεννήματα και τις λίρες που πήρε τις έκρυψαν. Τότες οι Τούρκοι έπαιρναν τα λεφτά από τους πρόσφυγες. Και που τα έκρυψαν; τα έραψε η μητριά Χρυσώ στον ποδόγυρο , στα φουστάνια των κοριτσιών και με εκείνα τα λεφτά χτίσανε την καλύβα τους. Έστησαν και οι άλλοι οι πρόσφυγες πρόχειρες καλύβες, είχαν φέρει και τα πρόβατα και τα βόδια τους (βουβάλια είχαν τότες), και άρχισαν τη ζωή τους ξανά απ’ την αρχή. Η μητριά η Χρυσώ γέννησε τρεις γιους και τα κορίτσια τα ορφανά τα πάντρεψε μικρά μικρά για να φύγουν απ’ το σπίτι, γιατί δεν τα ήθελε. Έτσι έζησαν εκείνοι οι άνθρωπο, κι όλα αυτά στα λέω κοπέλα μ’ για να δείτε τι ζόρια πέρασαν οι παππούδες σας και να εκτιμήστε σε τι καλά χρόνια ζουμι σήμερα. Να φχαριστάτε κάθε μέρα το Θεό, που έχουμε ησυχία, γιατί δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ’ τον πόλεμο, τις αρρώστιες και την προσφυγιά.
Να τα θυμάσαι καλά ατά πιδί μ’ και να τα λες και εσύ στα παιδιά σ’ μια μέρα.
Η γιαγιά σου η Χρυσή.









Χριστίνα Χατζάργυρου
3ο Λύκειο Καλαμαριάς







2.ΚΑΛΛΙΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
“Το Διαμαντένιο Κάστρο”
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας καπετάνιος που είχε τρεις θυγατέρες. Μια φορά ο καπετάνιος ήθελε να πάει ταξίδι. Οι δύο μεγάλες κόρες καθόταν στο σπίτι, μα η μικρή πήγαινε σε μια δασκάλα και μάθαινε γράμματα. Πριν φύγει ο πατέρας τους λοιπόν, ρώτησε : Τι θέλετε να σας φέρω τώρα που θα πάω στη πόλη; Η πιο μεγάλη είπε : εμένα να με φέρεις ένα δαχτυλίδι. Η δεύτερη είπε: εμένα να με φέρεις μια φούστα. Την πιο μικρή η νταντά της την ορμήνεψε να πει: εμένα να με φέρεις ζαχαρί τσεμπέρι…. σα δε με το φέρεις να μαρμαρώσει η θάλασσα!
Σαν πήγε στη πόλη αγόρασε το δαχτυλίδι και τη φούστα. Ξέχασε όμως να αγοράσει στη μικρή ζαχαρί τσεμπέρι. Σαν μπήκε στο καράβι να φύγει, μαρμάρωσε η θάλασσα και το καράβι δεν πήγαινε μπροστά. τότε θυμήθηκε και το ζαχαρί τσεμπέρι, γύρισε πίσω και πήγε στο παζάρι και αγόρασε το ζαχαρί τσεμπέρι. Σαν το άκουσαν οι άνθρωποι που γύρευε το ζαχαρί τσεμπέρι τον πιάσανε και τον πήγανε στον βασιλιά, γιατί τον βασιλιά τον έλεγαν Ζαχαρί-τσεμπέρι. Σαν τον είδε τον ρώτησε: είναι όμορφη η θυγατέρα σου; ξέρω γω, σαν να είναι. Απάντησε ο καπετάνιος. Τότε πάρε αυτά τα τρία κουτιά. Το ένα είναι άσπρο, το άλλο μαύρο και το τρίτο πράσινο. Το άσπρο να το ανοίξει, να κοιτάξει. Το μαύρο όμως να μην το ανοίξει γιατί όλοι σας θα χαθείτε!
Αυτός ο μπαμπάς τους, σαν πήγε στον τόπο του, έδωσε το δαχτυλίδι στη μεγάλη, τη φούστα στη μεσαία και τη μικρή την πήγαν μέσα στα βουνά και κει την άφησαν να την φάνε τα αγρίμια. Τότε αυτή ανοίγει το άσπρο κουτί και αμέσως χτίστηκε ένα όμορφο παλάτι με δούλες και δούλους κι αυτή έγινε βασίλισσα. Άνοιξε και το πράσινο κουτί και αμέσως έγινε ένα διαμαντένιο γεφύρι. Μια μέρα είπαν οι αδερφές της στον μπαμπά τους: μπαμπά άιντε να πάμε να δούμε τι έγινε η αδερφή μας. Ο πατέρας συμφώνησε και την επόμενη μέρα ξεκίνησαν. Πάνε. Πάνε, πάνε και φτάνουν στο μέρος που την άφησαν. Κοιτάζουν από μακριά και βλέπουν ένα παλάτι. Πλησιάζουν κοντά, κοιτάζουν την αδερφή τους να είναι μέσα βασίλισσα. Το παλάτι είχε σαράντα κάμαρες. Όλες ήταν γεμάτες βίο. Μόνο μία κάμαρα ήταν κλειδωμένη, γιατί είχε μέσα τα τρία κουτιά. Σαν κοιμήθηκε η αδερφή τους πήραν τα κλειδιά κρυφά, άνοιξαν την κάμαρα και βρήκαν τα τρία κουτιά. Ανοίγουν το πράσινο και έγινε ένα διαμαντένιο γεφύρι και ο Ζαχαρί-τσεμπέρι που ερχόταν να βρει την αγαπημένη του με πολύ στρατό. Αυτές ύστερα άνοιξαν το μαύρο κουτί. Τότε χάλασε το γεφύρι, χάλασε και το παλάτι και αυτές μείνανε μέσα στα βουνά και ο Ζαχαρί-τσεμπέρι από τα διαμάντια έκανε το κορμί του γεμάτο πληγές και έπεσε βαριά άρρωστος.
Τότε η βασιλοπούλα με τα μάτια κλαμένα και την καρδιά καμένη πήγε να βρει τη σωτηρία του αγαπημένου της. Και εκεί που πήγαινε βρίσκει ένα γέρο που ήθελε να περάσει ένα ποτάμι και δεν μπορούσε. Τον πιάνει από το χέρι και τον περνά….. εκείνος της είπε: γι’ αυτό το καλό που μου έκανες, άνοιξε το στόμα σου να φτύσω μέσα και θα καταλαβαίνεις τις σιγανές ομιλίες ακόμα και των ζώων που θα μιλούν κοντά σου!!! βράδιασε ο Θεός τη μέρα του και πήγε η βασιλοπούλα να κοιμηθεί κάτω από ένα δέντρο. Απάνω στο δέντρο ήταν δύο περιστέρια και είπε το ένα: αυτό το βασιλόπουλο που είναι άρρωστο, θα γιατρευτεί,όταν μας σφάξουν και τα δυο μας, μας κάψουν και με τη στάχτη μας θα πάνε να τον λούσουν και τον αλείψουν και θα γιατρευτεί. Όταν κοιμήθηκαν τα δύο πουλιά, σηκώθηκε η βασιλοπούλα, τα πήρε, τα έσφαξε, τα έκαψε, πήρε τη στάχτη τούς και πήγε κάτω από το παράθυρο του παλατιού και φώναξε: καλός γιατρός!καλός γιατρός!! φωνάξανε και αυτόν το γιατρό. Και άμα έλουσε το βασιλόπουλο, γιατρεύτηκαν οι πληγές. Τότε αυτό είπε στο γιατρό: τι θέλεις να σου δώσω για το καλό που μου έκανες; θέλω το διαμαντένιο σπαθί που έχει τη χρυσή κορώνα. Του απάντησε. Και αυτός της το έδωσε. Σαν το πήρε και έφυγε και πήγε στις αδερφές της, άνοιξε το άσπρο κουτί κι έγινε το παλάτι, άνοιξε και το πράσινο κουτί και έγινε το γεφύρι. Κι ήρθε και το βασιλόπουλο με θυμό για να τη σκοτώσει. Σαν έφτασε είδε το διαμαντένιο του σπαθί και τη ρώτησε που το βρήκε. Εκείνη του διηγήθηκε τα πάντα χαρτί και καλαμάρι. Και τότε το Ζαχαρί-τσεμπέρι κατάλαβε ποιος είχε το σφάλμα. Τη συγχώρεσε κι έκανε γάμο και χαρά. Και ήμουνα κι’ γώ και σας καλοτυχίζω!

Βογιατζή Ευθυμία
10ο ΓΕΛ Θεσ/νικης
3.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να περιγράψω καλά την ιστορία που άκουσα, η αφήγηση ήταν τόσο έντονη και παραστατική που πέντε λέξεις στο χαρτί δεν είναι αρκετές για να «ζωντανέψουν» ένα κομμάτι της ιστορίας μας. Πριν από λίγες μέρες ο κύριος Δ. Παπαδόπουλος μου αφηγήθηκε μια αληθινή ιστορία από τη Θράκη.
Στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, πριν περίπου τριάντα χρόνια, είχε διοριστεί δάσκαλος στη Κομοτηνή. Τις πρώτες ημέρες σαν ξένος που ήταν καθόταν σε ένα τραπεζάκι στο καφενείο της πλατείας, δίπλα σε μια παρέα ηλικιωμένων. Τα γεροντάκια μιλούσανε για τις πολιτικές εξελίξεις. Και ενώ η κουβέντα τους ήταν ανούσια και βαρετή, τα λόγια κάποιου από την παρέα έγιναν η αφορμή να αναφερθεί ο μπάρμπα-Νίκος σε μια πραγματική ιστορία.
«το 1908 το κίνημα των νεότουρκων απετέλεσε την αντεπανάσταση των Τούρκων ενάντια στα προοδευτικά κινήματα. Οι νεότουρκοι επέλεξαν την πολιτική της βίαιης αφομοίωσης πληθυσμών, με το σύνθημα “Η Τουρκία στους Τούρκους” προσπάθησαν να εξοντώσουν οτιδήποτε διαφορετικό από αυτούς. Με αυτόν τον τρόπο, θέλησαν να εξαφανίσουν τις αναπτυσσόμενες ομάδες, ώστε με τέτοιες βαρβαρότητες να καταντήσουν οι Έλληνες μειονότητα. Μέσα σε αυτό το κλίμα μία μάνα δολοφονήθηκε στις 22 Μαρτίου.
Η μητέρα αυτή είχε δύο γιους κ μία κόρη. Χήρα από τα 32 χρόνια της, αγωνιζόταν μόνη της σε ένα χωριό κοντά στη Κομοτηνή, να μεγαλώσει και να αναθρέψει σωστά τα παιδιά της. Τ’ αγαπούσε πολύ και όπως κάθε μάνα έτσι και αυτή έδωσε τη ζωή της για να τα σώσει. Τη χρονιά 1908 ο μεγάλος γιος της ο Γιώργης σε ηλικία 20 ετών εντάχθηκε μαζί με άλλους πατριώτες σε αντάρτικη ομάδα με στόχο την απελευθέρωση και υπεράσπιση της πατρίδας από τον Τουρκικό ζυγό. Η Λενιώ η κόρη της ήταν 17 χρονών, ενώ το στερνοπαίδι της ο Χρηστάκης της μόνο 12. Δυστυχώς όμως το μικρό της αγοράκι της πέθανε από ευλογιά το Δεκέμβρη. Η έρμη μάνα είχε απομείνει με δύο παιδιά, το ένα στα βουνά και το άλλο δίπλα της με φόβο μη το χάσει και αυτό. Ο Γιώργης ερχόταν πολύ σπάνια, πάντα νύχτα, χτυπώντας συνθηματικά την πόρτα. Οι νεότουρκοι δεν άργησαν να μάθουν από τους σπιούνους τους για την αντάρτικη δράση του Γιώργη, ώστε ένα βράδυ (22 Μαρτίου) μια ομάδα οκτώ Τούρκων κατέφθασαν μπροστά στη πόρτα του μικρού σπιτιού ντυμένοι σαν Έλληνες. Ζητούσαν πληροφορίες για τα αντάρτικα ελληνικά σώματα, δήθεν για να βοηθήσουν. Η μητέρα όμως, κατάλαβε το διπλό ρόλο τους και άρπαξε την πήλινη κανάτα και τη σπάει στο κεφάλι του ενός, ο οποίος έπεσε κάτω νεκρός. Τότε έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο. Ο ένας έμεινε με τον νεκρό, ο άλλος έφυγε για να αναφέρει το συμβάν, οι τρεις χτυπούσαν τη γυναίκα και οι άλλοι δύο όρμηξαν στο μικρό κορίτσι που καθόταν πιο μέσα. Της ξέσκισαν τα ρούχα της, την πέταξαν πάνω στο τραπέζι και μια ο ένας μία ο άλλος “γεύονταν” και φιλούσαν τη νεαρή κοπέλα σαν ζώα. Η μάνα φώναζε, χτυπιόταν. Έκλαιγε στους πόνους της παρθενιάς και στις κραυγές του παιδιού της. “πάρτε εμένα, αφήστε το παιδί μου”. Η Λενιώ ικέτευε, φώναζε, μα τα χείλια των Τούρκων έπνιγαν τις φωνές της. Μετά από λίγο ετοιμάστηκαν να φύγουν από το σπίτι των γυναικών. Καθάρματα, είπε η μάνα και με τη λίγη δύναμη όρμηξε πάνω τους. Στο λεπτό το κεφάλι της μάνας είχε κοπεί από το σώμα και μόνο τα ουρλιαχτά της Λενιώς έπνιξαν τη σιωπή.
  1. Οι Τούρκοι επειδή φοβήθηκαν ότι θα το μάθαιναν αργά ή γρήγορα οι αντάρτες συνέλαβαν τη Λενιώ και τη μετέφεραν στο στρατόπεδο στο άλλο χωριό. Επειδή φοβότανε όμως ότι κατά τη διαδρομή οι αντάρτες πιθανόν να τη απαγάγανε, έντυσαν τη Λενιώ με ρούχα Τούρκου στρατιώτη και τη μετέφεραν επάνω σε άλογο. Οι Έλληνες έμαθαν για το συμβάν και τη σύλληψη της κοπέλας και πράγματι προσπάθησαν στη γνωστή διαδρομή να απαγάγουν τη συλληφθείσα. Αλλά δεν τους πέρασε από το νου η μεταμφίεση, δεν αναγνώρισαν τη Λενιώ και έτσι έφυγαν άπρακτοι.»
  2. Από τότε κανείς δεν έμαθε για το τέλος των παιδιών. Κάποιος είπε πως μετά από μέρες είδε το Γιώργη να αυτοκτονεί από τύψεις που δεν μπόρεσε να σώσει την αδελφή του, αλλά δεν είναι σίγουρο, απλά φήμες. Ακολούθησε σιωπή. Τα δάκρυα του κυρίου Παπαδόπουλου που κύλησαν στο πρόσωπο του ήταν αρκετά για να εκφράσουν πως ένιωθα. Δεν μπορούσα να το εκφράσω με λόγια μα μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου “Είμαι περήφανη που είμαι Ελληνίδα”

  3. Φουρλάτου Ανθούλα
  4. 10ο Γεν. Λύκειο

  5. 4.Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ
  6. Πριν από χρόνια σε ένα μικρό χωριό απομονωμένο από όλα τα άλλα, ζούσε μια πολύτεκνη οικογένεια με δέκα παιδιά. Ο πατέρας πήγαινε κάθε πρωί στο μύλο και παρέα με το γαϊδουράκι του το Μένιο, άλεθαν το σιτάρι και έβγαζαν αγνό, κάτασπρο αλεύρι. Στη συνέχεια φόρτωνε όσο αλεύρι παρήγαγε στο Μένιο, και το πουλούσε στους χωρικούς τα μεσημέρια γυρνούσε στο σπίτι και η μεγαλύτερη κόρη είχε έτοιμο, ζεστό φαγητό. Όμως ο μισθός του πατέρα δεν έφτανε για να θρέψει τα δέκα παιδιά του. Για αυτό αναγκάζονταν και η μητέρα να δουλεύει ως καθαρίστρια στο μεγάλο παλάτι του πλούσιου πρίγκιπα ανάμεσα στις δεκάδες υπηρέτριες που διατηρούσαν το παλάτι καθαρό. Ο πρίγκιπας ήταν ένας πανέμορφος ξανθός νέος με μπλε εκφραστικά μάτια, σαν το βαθύ μπλε χρώμα της θάλασσας. Ήταν πολύ στεναχωρημένος και οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια τον έκαναν να φαίνεται σαν τέρας. Μια νύχτα η μεγαλύτερη κόρη είχε εφιάλτες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στη κουζίνα. Εκεί είδε τη μητέρα της να κάθεται σκεπτική στη καρέκλα. Τι έχεις μάνα; την ρώτησε η Άρτεμης. Τίποτα κόρη μου. Βρε μάνα να σε ρωτήσω κάτι; ο πρίγκιπας είναι τόσο όμορφος όσο λένε; είναι κόρη μου…και τότε άρχισε να της αφηγείται την ιστορία του πρίγκιπα και της βασιλικής οικογένειας.
  7. Κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, μια καημένη γριούλα, έφτασε μέχρι τη πόρτα του παλατιού ζητώντας έλεος. Ο μοχθηρός βασιλιάς όμως την έδιωξε με τις κλοτσιές, και τότε η γριούλα έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο. Ήταν μια κακιά μάγισσα, η οποία οργίστηκε πάρα πολύ με την πράξη του βασιλιά και για να τον τιμωρήσει, κλείδωσε με έναν μαγικό τρόπο, όλες τις πόρτες κ τα παράθυρα του παλατιού και όλο το υπηρετικό προσωπικό έμεινε ακίνητο και αμίλητο σαν αγάλματα. Όσο περνούσαν οι μέρες η διάθεση του βασιλιά και της βασίλισσας χειροτέρευε, ώσπου έφτασαν στο σημείο να μη γελάνε καθόλου, να έχουν χάσει το νόημα της ζωής και όλα τους φαινόταν ανούσια κ άχρηστα, γιατί δεν μπορούσαν να βγουν από το παλάτι, να δουν τον ήλιο και να μιλήσουν με κάποιον. Ο μικρός πρίγκιπας δεν μπορούσε να βλέπει τους γονείς του σε αυτή τη κατάσταση και πήρε μια μεγάλη απόφαση. Έπιασε λοιπόν τη μάγισσα και της είπε: Σταμάτα να βασανίζεις τους γονείς μου και για αντάλλαγμα πάρε από εμένα το γέλιο και τη χαρά, φτάνει να βλέπω τους γονείς μου ευτυχισμένους, είπε κλαμένος ο μικρός. Δεν είναι κακή η ιδέα σου. Νομίζω πως θα συμφωνήσω, και φεύγοντας φώναξε, αν θες το γέλιο σου πίσω , πρέπει να βρεις μια κοπέλα που να την αγαπάς και να σε αγαπάει, να την πείσεις να κόψει τα μαλλιά της και να τα κάψει. Τα μάγια θα λυθούν όταν τη παντρευτείς. Από εκείνη τη μέρα το παιδί δεν είχε όρεξη να παίξει και να διασκεδάσει, δεν χαιρόταν με τίποτα, ούτε καν έβγαινε από το παλάτι. Οι γονείς του κάλεσαν τούς καλύτερους γιατρούς της εποχής αλλά μάταια. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι έχει. Πέρασαν
  8. πολλά χρόνια και οι γονείς πέθαναν από βαθιά γεράματα και ο πρίγκιπας όχι μόνο δεν γελούσε άλλα έκλαιγε συνέχεια. Αν θες τη γνώμη μου είπε η μητέρα, δεν νομίζω να ξαναπάρει πίσω το γέλιο του, γιατί έχει πολλά χρόνια να βγει από το κάστρο και δεν γνωρίζει κανέναν. Δηλαδή είναι καταδικασμένος ; Ακριβώς! Τέλος πάντων. Πάνε για ύπνο γιατί αύριο θα έρθεις μαζί μου στο παλάτι να ζητήσεις δουλειά.
  9. Το κορίτσι όλη νύχτα σκεφτόταν αυτά που της είπε η μάνα της και ανυπομονούσε να δει τον πρίγκιπα από κοντά. Μόλις ξημέρωσε, σηκώθηκε η μητέρα από το κρεβάτι και ετοίμασε πρωινό για τα παιδιά και αφού πήρε τη κόρη της, πήραν το δρόμο για το παλάτι. Η κόρη μόλις φτάσανε γονάτισε μπροστά στο πρίγκιπα και είπε : μεγαλειότατε είμαι εδώ γιατί ψάχνω δουλειά και θα σας παρακαλούσα να με δεχτείτε στο παλάτι σας. Ο πρίγκιπας μόλις είδε τη κοπέλα έλαμψε το πρόσωπο του αλλά δεν μπορούσε να γελάσει. Για πρώτη φορά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ο πρίγκηπας φαινόταν χαρούμενος. Πώς σε λένε ; Άρτεμης απάντησε η κοπέλα. Εντάξει Άρτεμης από σήμερα έχεις πιάσει δουλειά. Σας ευχαριστώ μεγαλειότατε είστε πολύ καλός. Καθώς περνούσαν οι μέρες, ο πρίγκιπας ολοένα και καλυτέρευε όταν έβλεπε τη Άρτεμη. Αυτό όμως δεν άρεσε καθόλου στους συμβούλους του, οι οποίοι ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση για να πάρουν αυτοί την εξουσία. Αποφάσισαν λοιπόν να ξεφορτωθούν τη μικρή Άρτεμη και έτσι μια μέρα όταν η Άρτεμης ήρθε για δουλειά, ένας από τούς συμβούλους την απήγαγε και την έκλεισε σε ένα μπουντρούμι. Ο πρίγκιπας περίμενε να εμφανιστεί η Άρτεμης αλλά άφαντη η μικρή. Περίμενε και περίμενε ώσπου δεν άντεχε να περιμένει. Φώναξε έναν υπηρέτη και τον ρώτησε αν την έχει δει και αυτός του απάντησε : ο σύμβουλος σας μου είπε να σας πω ότι η κοπέλα εξαφανίστηκε και κανείς δεν ξέρει τίποτα. Ο πρίγκιπας απογοητευμένος σκέφτηκε “τώρα είμαι σίγουρος πια πως δεν θα ξανά γελάσω ποτέ”. Και μέσα στην απελπισία του σηκώθηκε από το θρόνο και βγαίνοντας από το παλάτι άρχισε να τη ψάχνει. Ρωτούσε κάθε περαστικό που έβλεπε, χτυπούσε τις πόρτες και ρωτούσε χωρίς αποτέλεσμα. Κανείς δεν ήξερε να του πει τίποτα. Κατάλαβε πως δεν θα την έβλεπε ποτέ και αφού γύρισε πίσω ξανά έπεσε σε κατάθλιψη. Οι σύμβουλοι τότε συνέχισαν να σκαρώνουν σχέδια για να εξοντώσουν το πρίγκιπα και να πάρουν αυτοί την εξουσία. Η μητέρα της Άρτεμης όμως δεν το άφησε έτσι. Είχε καταλάβει πως οι σύμβουλοι δεν ενδιαφέρονταν για το καλό του πρίγκιπα και των κατοίκων και δεν τους πίστεψε. Η κόρη της δεν θα έφευγε ποτέ χωρίς να της το πει. Άρχισε να ψάχνει σε ολόκληρο το παλάτι και να ρωτάει τους υπηρέτες, τους μάγειρες, τις καμαριέρες και τους θυρωρούς, και τότε ένας γέρος κηπουρός της είπε. Τους είδα! Την πήραν και την έκλεισαν σε ένα υγρό κελί. Νόμιζαν ότι δεν ακούω αλλά γελάστηκαν. Τρέχει τότε η μητέρα και το λέει στο πρίγκιπα. κατέβηκαν στις φυλακές και την είδαν να κάθετε και να κλαίει. Άρτεμης! Ο πρίγκιπας ξεκλειδώνει τη πόρτα και την απελευθερώνει. Τότε ο πρίγκιπας λέει στη μητέρα: κυρία μου, θα ήθελα να ζητήσω το χέρι της κόρης σας. Φυσικά πρίγκιπα μου. Με την ευχή μου!
  10. Και οι δύο νέοι βγήκαν έξω στην αυλή. Θέλω να σου πω κάτι. Ξέρω τι θέλεις να μου πεις Αλήθεια ; Για τη κατάρα δεν θέλεις να μου πεις ; Ακριβώς! Δεν θέλω να κόψω τα μαλλιά μου. Όχι όλα, απλά να τα κοντήνεις σου ζητάω. Εντάξει τότε, αλλά θέλω να μου υποσχεθείς ότι ποτέ ξανά δεν θα στεναχωρηθείς για τίποτα. Σου το υπόσχομαι.
  11. Και αμέσως έδωσε εντολή να αρχίσουν οι προετοιμασίες του γάμου και διέταξε όλους τους συμβούλους του να συγκεντρωθούν στη μεγάλη αίθουσα. Κύριοι, σας κάλεσα εδώ για να σας ανακοινώσω τον γάμο μου με τη δεσποινίδα Άρτεμης και επίσης θα ήθελα να σας πω ότι απολύεστε. Την μεγάλη μέρα, η Άρτεμης φόρεσε ένα υπέροχο, λευκό φόρεμα και ενώ ήταν όλα έτοιμα για να αρχίσει η τελετή, ο πρίγκιπας της έδωσε ένα χρυσό ψαλίδι για να κόψει τα μαλλιά της. Η κοπέλα πήρε το ψαλίδι και χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, έκοψε τα μαλλιά της και τα έκαψε. Τότε ο πρίγκιπας την πήρε αγκαλιά, την παντρεύτηκε και έζησε ευτυχισμένος μαζί με τη γυναίκα του, τους γονείς της, τα 9 αδέρφια της και τη μικρή κορούλα τους την Άρτεμης junior!

  12. Γαρυφαλλιά Ιορδανίδου
  13. ΓΕΛ Σοχού

5.Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ

Ήταν Πέμπτη οκτώ η ώρα το απόγευμα και ως συνήθως εκείνη την ώρα γυρνούσα με το λεωφορείο από το φροντιστήριο μου κουρασμένη. Εκεί όμως που περπατούσα στους δρόμους της γειτονιάς μου, αφηρημένη, ακούγοντας μουσική από το κινητό μου τηλέφωνο και κοιτάζοντας τον ξάστερο ουρανό εκείνης της όμορφης νύχτας, ξαφνικά ακούω ένα δυνατό κλάμα κάποιου σκύλου. Παραξενεύτηκα, αλλά συνέχισα να προχωράω μη δίνοντας και πολύ σημασία. Όσο πλησίαζα όμως στη γειτονιά μου, το κλάμα γίνονταν όλο και πιο δυνατό. Ανησύχησα πάρα πολύ. Ήθελα να βρω αυτό το σκυλί από το οποίο προέρχονταν αυτό το σπαρακτικό κλάμα, για να δω μήπως χρειάζονταν κάτι, νερό, τροφή…γιατί αγαπώ τόσο πολύ τα σκυλάκια.
Τα σκυλάκια είναι θα μπορούσα να πω, από τα πιο όμορφα πλασματάκια του κόσμου και τα ξεχωρίζω από τα υπόλοιπα ζωάκια που υπάρχουν . Όχι ότι τα άλλα ζωάκια δεν είναι καλά, όλα πλασματάκια του Θεού είναι, αλλά τα σκυλιά έχουν για μένα κάτι το ξεχωριστό. Η αθωότητα και η αγάπη που εκπέμπουν κοιτάζοντας τα κερδίζουν τον θαυμασμό και τη καρδιά μου. Είναι θα μπορούσα να πω οι πιο πιστοί φίλοι του ανθρώπου, πάντα δίπλα του, να τον ακούσουν, να τον νιώσουν και να τον κάνουν να αισθανθεί καλύτερα, όχι με κανέναν ιδιαίτερο τρόπο. Ένα γλύψιμο τους στο χέρι, ή ένα χαρωπό γάβγισμα αρκεί για να σε κάνει να ξεχάσεις τα προβλήματά σου και να νιώσεις τυχερός που έχεις κοντά σου ένα τόσο καλό φίλο.
Τέλος πάντων για να μη τα πολυλογώ, έψαξα παντού για να βρω το σκυλάκι που έκλαιγε και επιτέλους ύστερα από αρκετή ώρα το βρήκα κοντά σε ένα κάδο. Ήταν μια αδύνατη σκυλίτσα. Φαινόταν να κρυώνει και να πεινάει πολύ, διότι έτρεμε και έψαχνε απεγνωσμένα κάτι να φάει μέσα στα σκουπίδια. Ήταν όμως πολύ χαριτωμένη, με μαλλιαρό άσπρο τρίχωμα και πεταχτά αυτάκια. Είχε μάλιστα και μια ταυτότητα στο λουράκι της. Ποιος άκαρδος μπόρεσε να αφήσει ένα τόσο τρυφερό πλασματάκι μόνο και αβοήθητο; σκέφτηκα.
Στη συνέχεια προσπάθησα να το πλησιάσω για να το χαϊδέψω. Περίμενα να αντιδράσει αρνητικά και να απομακρυνθεί. Αλλά αυτό ήρθε κοντά μου, κουνώντας τη μικρή, μαλλιαρή του ουρίτσα και μου έγλειψε το χέρι. Μου φάνηκε παράξενο, ένα ξένο σκυλάκι που δε με είχε ποτέ ξανασυναντήσει να αντιδράει με τόσο φιλικό τρόπο.
Από εκείνη την κίνηση του κατάλαβα πόσο ανάγκη είχε όχι μόνο το φαγητό αλλά περισσότερο κάποιον να το φροντίζει, να το αγαπάει και να παίζει μαζί του. Και χωρίς να το σκεφτώ πολύ, το πήρα στο σπίτι μου.
Αρχικά επειδή ήταν βραδάκι το έβαλα μια μάλλινη κουβερτούλα στην αποθήκη του σπιτιού μου όπου θα μπορούσε να κουρνιάσει και να ξεκουραστεί, και ακριβώς δίπλα μια τεράστια σουπιέρα με ζεστό γάλα και ψωμί. Τα έφαγε αρπακτικά και ξάπλωσε χορτάτο να κοιμηθεί. Αφού σιγουρεύτηκα ότι αποκοιμήθηκε, πήγα μέσα στο σπίτι να το ανακοινώσω στους γονείς μου.
Καλά βρε Ζωίτσα μου, γιατί δεν μας ρώτησες προτού φέρεις το σκυλί στο σπίτι; είπε η μαμά μου. Πίστευα ότι δεν θα είχατε κάποιο πρόβλημα αφού και εσείς αγαπάτε τα σκυλάκια. Πού το βρήκες; ρώτησε ο πατέρας μου. Τρία σταυροδρόμια πέρα από το σπίτι μας. Ήταν νηστικό και έτρεμε από το κρύο. Το λυπήθηκα τόσο πολύ. το πλησίασα για να το χαϊδέψω και ενώ περίμενα να αντιδράσει αρνητικά από τη στιγμή που δεν με γνώριζε, αυτό αντέδρασε τόσο φιλικά. Είναι ένα αξιολάτρευτο και έξυπνο σκυλάκι. Θα δεις δε θα το μετανιώσουμε! Το έχεις ξαναδεί στη γειτονιά μας; ρώτησε η μαμά μου. Όχι, είπα. Μήπως βρε κορίτσι μου το έχασε κάποιος; να το ψάξουμε. Έχει μήπως ταυτότητα στο λαιμό του; Είναι ένα πρόβλημα και αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Ναι έχει ταυτότητα, αλλά ας το διευκρινίσουμε αύριο γιατί τώρα το έβαλα να κοιμηθεί στην αποθήκη μας. Εντάξει, αύριο λοιπόν, είπε χαμογελώντας η μητέρα μου και μου χάιδεψε τα μαλλιά καληνυχτίζοντας με. Μόλις ξημέρωσε και χτύπησε το ξυπνητήρι μου στις επτά η ώρα, πετάχτηκα κατευθείαν από το κρεβάτι μου, λες και όλο το βράδυ δεν είχα κοιμηθεί και περίμενα την ώρα που θα χτυπήσει το ξυπνητήρι για να σηκωθώ. Είχα τόσο πολύ αγωνία για το αν θα βρίσκαμε τους ανθρώπους που είχαν χάσει το σκυλάκι ή αν τελικά θα το κρατούσαμε!!!Οι γονείς μου με περίμεναν στην τραπεζαρία του σπιτιού μας για να πάρουμε πρωινό. Αφού είχα ντυθεί και όλα τα σχετικά έκατσα στο τραπέζι, έφαγα βιαστικά κ βγήκα έξω να δω τη χαριτωμένη σκυλίτσα . Αυτή με περίμενε στη πόρτα της αποθήκης κουνώντας χαρούμενα την ουρίτσα της και καλημερίζοντας με με ένα δυνατό, κεφάτο γάβγισμα. Αχ ήταν τόσο χαριτωμένη, τόσο παιχνιδιάρα, τόσο έξυπνη! Στη συνέχεια ήρθε στα πόδια μου. Ήθελε να μου δείξει ότι με αγαπάει και να με ευχαριστήσει που της πρόσφερα στέγη για να κοιμηθεί και τροφή για να φάει. Τότε της χάιδεψα το κεφάλι στοργικά και την αποχαιρέτησα επειδή έπρεπε να πάω στο σχολείο. Όμως αυτή με ακολούθησε ως τη στάση απ’ όπου θα έπαιρνα το σχολικό μου. Το μεσημέρι που σχόλασα ήταν πάλι εκεί, στην ίδια θέση και με περίμενε. Σαν να μη κουνήθηκε από το πρωί. Και έτσι γυρίσαμε πάλι μαζί στο σπίτι. Οι γονείς μου με περίμεναν χαρούμενοι. Αμέσως κατάλαβα ότι τελικά θα κρατούσαμε τη μικρή χαριτωμένη σκυλίτσα στο σπίτι μας. Θα κρατήσουμε το σκυλί, αυτό δεν θέλετε να μου πείτε; για αυτό το λόγο δεν είστε τόσο χαρούμενοι; Ναι κορίτσι μου, απάντησε η μητέρα μου. Γιούπι φώναξα δυνατά από τη χαρά μου. Πήραμε τηλέφωνο τους ιδιοκτήτες της σκυλίτσας και μας είπαν ότι έπρεπε να την αποχωριστούν για κάποιους δικούς τους, προσωπικούς λόγους, για αυτό την άφησαν στο χωριό μας, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τη βρει και θα τη φροντίσει. Ήθελαν να τη πουλήσουν αλλά κανείς δεν την ήθελε διότι παρόλο που φαίνεται ζωηρή και νέα, είναι πολύ γέρικη και δεν της μένουν πολλά χρόνια ζωής ακόμη, είπε ο πατέρας μου. Δεν πειράζει που δεν την θέλουν, τη θέλω εγώ κι αυτό έχει σημασία. Θα την αγαπάω πολύ και θα την κάνω ευτυχισμένη για τα υπόλοιπα χρόνια που της απομένουν να ζήσει.
Και αυτό άρχισα να κάνω από την επόμενη κιόλας μέρα. Μιας και ήταν Σάββατο πήγα στο κοντινότερο μαγαζί που πουλούσε είδη ζώων και αγόρασα όλα τα απαραίτητα πράγματα που πρέπει να έχει ένα σκυλί. Πρώτα από όλα ένα σπιτάκι με δύο όμορφες και τεράστιες μαξιλάρες όπου θα χουζουρεύει η σκυλίτσα τα βράδια ύστερα από πολλές ώρες παιχνίδι. Ζωοτροφή, διάφορα παιχνιδάκια, σαμπουάν και χτένα για να έχει όμορφο τρίχωμα και να αρέσει στα σκυλάκια της γειτονιάς και άλλα πολλά. Δεν ήθελα να της λείψει τίποτα. Ύστερα την πήγα στο κτηνίατρο, ο οποίος τη βρήκε απόλυτα υγιή και γερή και με ειδοποίησε πότε θα πρέπει να της κάνω το επόμενο εμβόλιο της. Όπως θα καταλάβατε όλα πήγαν περίφημα!
Όσο περνούσε ο καιρός η σκυλίτσα, την οποία αποφάσισα να ονομάσω Πηνελόπη, δενόταν όλο και πιο πολύ με το περιβάλλον του σπιτιού και της γειτονιάς μας . Γιατί όλα τα σκυλάκια τη συμπαθούσαν και την έκαναν φίλη τους. Εγώ την αγαπούσα όλο και περισσότερο και οι γονείς μου το ίδιο. Μα γίνεται να μην κερδίσει τη καρδιά σου ένα τόσο αξιολάτρευτο πλασματάκι;
Αφού είχαν περάσει κάμποσοι μήνες από τη μέρα που έφερα τη Πηνελόπη στο σπίτι μου, ξαφνικά εκεί που καθόμουν ένα απόγευμα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και τη χάζευα που έπαιζε με μια παντούφλα της μητέρας μου, παρατήρησα ότι η κοιλίτσα της σχημάτιζε μια έντονη καμπύλη. Στην αρχή σκέφτηκα ότι μάλλον θα είχε παχύνει, αλλά αφού το ξανασκέφτηκα καλά θεώρησα ότι είχε μεγαλώσει αρκετά μέσα σε λίγο καιρό για να φταίει το πάχος για αυτό. Μωρέ λες η Πηνελοπίτσα μου να γίνει μανούλα; σκέφτηκα. Για να το επιβεβαιώσω την πήγα στο κτηνίατρο. Και αφού της έκανε τις κατάλληλες εξετάσεις μου είπε ότι τελικά η Πηνελόπη είναι έγκυος και σε δύο μήνες περίπου, γύρω στα μέσα Ιουλίου θα γεννήσει. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τόσο ευτυχισμένη που θα αποκτούσαμε και άλλα μέλη στην οικογένεια μας. Και επιτέλους η Πηνελόπη έγινε μαμά…Το ανακάλυψα ένα πρωινό της εικοστής πρώτης Ιουλίου, ημέρα Παρασκευή. Μόλις είχαμε γυρίσει από τις καλοκαιρινές μας διακοπές εγώ και η οικογένεια μου και είχα πάει να δω τι κάνει η Πηνελόπη πίσω στην αποθήκη και αντίκρισα στο μαξιλάρι της ένα μικροσκοπικό πλασματάκι. Ήταν το μωρό της Πηνελόπης το οποίο έκλαιγε επειδή ήθελε τη μαμά του. Κουνούσε τα ποδαράκια του καθώς ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα και έβγαζε τη γλωσσίτσα του προς τα έξω. Πεινούσε μάλλον. Σε μια στιγμή γρίληξε ναζιάρικα και εξαντλημένο από τι κλάμα, γύρισε στο πλάι και αποκοιμήθηκε. Εγώ έμεινα λίγη ώρα ακόμη από πάνω του χαζεύοντας το κι περιμένοντας την Πηνελόπη μήπως έρθει γιατί ήθελα να τη δω για λίγο… μου είχε λείψει πάρα πολύ. Αλλά αυτή δεν φάνηκε. Βαρέθηκα έτσι να περιμένω και πήγα μέσα στο σπίτι για να φάω, να τακτοποιήσω τα ρούχα μου που ήταν στις βαλίτσες και να ξεκουραστώ “θα έχει πάει καμιά βόλτα στη γειτονιά με τα υπόλοιπα σκυλάκια και θα γυρίσει αργότερα” σκέφτηκα. Αφού κοιμήθηκα αρκετές ώρες διότι ήμουν πολύ εξαντλημένη από το ταξίδι, ξύπνησα το απογευματάκι κατά τις πέντε, και με πολύ κέφι βγήκα ξανά έξω στην αυλή περιμένοντας να βρω την Πηνελόπη και να παίξουμε αλλά η Πηνελόπη δεν ήταν πουθενά. Φώναξα, της σφύριξα συνθηματικά αλλά δεν τη βρήκα. Πήγα να δω μήπως θήλαζε το μωράκι της αλλά ούτε εκεί τη βρήκα. Το κουταβάκι ήταν μόνο του πάνω στις μαξιλάρες και έκλαιγε ζητώντας απεγνωσμένα τη μανούλα του που έλειπε πολλές ώρες και θέλοντας να πιει ζεστό γάλα από το στήθος της διότι πεινούσε. Τότε ανησύχησα πολύ. Με έπιασε μια νευρικότητα και βούρκωσαν τα μάτια μου. Ούτε ήθελα να σκεφτώ ότι μπορεί να έχασα την Πηνελοπίτσα μου, το σκυλάκι μου, την ψυχούλα μου. Την αγαπούσα τόσο πολύ. Και εκείνη το ίδιο. Ήταν τόσο ξεχωριστό σκυλί. Είχαμε μεταξύ μας ένα σπάνιο δέσιμο από τη πρώτη στιγμή που συνάντησε η μία την άλλη! Εφόσον πέρασα μια κρίση πανικού, προσπάθησα στη συνέχεια να ηρεμήσω κι έπειτα να ζητούσα βοήθεια από τους γονείς μου. Μαμά η Πηνελόπη δεν γύρισε ακόμη. Πού μπορεί να είναι; δεν τη βρίσκω πουθενά. Ηρέμησε κουκλίτσα μου, κάπου θα ξεχάστηκε με τα υπόλοιπα σκυλιά της γειτονιάς. Μη στεναχωριέσαι θα γυρίσει σίγουρα το βράδυ για να φάει και να ταΐσει το μικρό της. Ίσως να έχεις δίκιο. Όμως η Πηνελόπη δεν έχει λείψει ποτέ ως τώρα τόσες πολλές ώρες από το σπίτι. Μην ανησυχείς. Θα γυρίσει. Αν όχι το βράδυ αύριο το πρωί και αν δεν φανεί ως αύριο θα δούμε τι θα κάνουμε. Άντε πήγαινε τώρα να δώσεις λίγο γάλα στο κουταβάκι γιατί θα έχει πεινάσει πολύ το καημένο. Έχεις δίκιο μητέρα μου, πάω να το ταΐσω και ύστερα θα βγω μια βόλτα με τις φίλες μου ως το βράδυ, γιατί όσο κάθομαι στο σπίτι, τόσο σκέφτομαι την Πηνελόπη και δεν μπορώ να ηρεμήσω. Καλά θα κάνεις γλυκιά μου, καλά να περάσεις και θα δεις που όλα αύριο θα είναι μια χαρά. Δυστυχώς όμως ήρθε και η επόμενη μέρα και η σκυλίτσα δεν φάνηκε. Δεν γύρισε ακόμη η Πηνελόπη… τι θα κάνουμε; δεν μπορούμε να μείνουμε με σταυρωμένα χέρια. Σωστά μιλάς, ας βγούμε να ρίξουμε μια ματιά στη γειτονιά δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα. Και έτσι, βγήκαμε να ψάξουμε όλοι μαζί για να βρούμε το σκυλάκι μας στη γειτονιά. Είδαμε παντού αλλά ήταν μάταιο. Η Πηνελόπη δεν ήταν πουθενά. Γυρίσαμε στο σπίτι και οι τρεις απογοητευμένοι και βάλαμε να φάμε για μεσημεριανό. Ώσπου ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο, πήγε ο πατέρας μου να το σηκώσει. Ποιος ήταν Μανώλη; ρώτησε η μητέρα μου. Ο πατέρας μου δεν απάντησε. Ποιος ήταν μπαμπά; γιατί δεν μιλάς; τι έγινε; ο κυρ Βαγγέλης ο γείτονας βρήκε την Πηνελόπη πίσω στην αποθήκη του σπιτιού του φαρμακωμένη. Πρέπει να έχει κανα δύο μέρες που πέθανε. Σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Σε μια στιγμή όμως δεν κρατήθηκα άλλο και ξέσπασα σε κλάματα. Γιατί; γιατί; τι τους φταίνε τα ζωντανά και τα φαρμακώνουν; η μητέρα μου προσπαθούσε να με ηρεμήσει αγκαλιάζοντας με. Τι έφταιγε η δύσμοιρη η σκυλίτσα; τι τους έκανε και τη φαρμάκωσαν;ήταν τόσο καλό σκυλί. Τι θα κάνω τώρα χωρίς τη Πηνελόπη μου; ηρέμησε Ζωίτσα μου, ήταν γραφτό της φαίνεται να τελειώσει η ζωή της με αυτό τον τρόπο. Ας της ευχηθούμε καλό ταξίδι. Μη ξεχνάς όμως πως τώρα έχουμε το μωρό της. Η τελευταία κουβέντα της μητέρας μου με ηρέμησε. Είχε δίκιο! Έχουμε τώρα το κουταβάκι της που πριν από λίγες μέρες έφερε στη ζωή η Πηνελόπη. Όλα τότε άλλαξαν στο μυαλό μου!και ξαφνικά ένα αίσθημα χαράς ένιωσα. Από εδώ και πέρα θα είχα το μικρό της αγοράκι, και θα του έδινα όλη την αγάπη και την τρυφερότητα που δεν πρόλαβα να δώσω στην αγαπημένη μου Πηνελόπη!…

Θεοδοσίου Ζωή
1ο Ενιαίο Λύκειο Κουφαλίων


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου