Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΚΑΡΟ


ΤΟ ΚΑΡΟ

Το κάρο και οι καροποιοί της περιοχή μας.



Επαγγέλματα που είχαν άμεση σχέση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ήσαν του σιδερά, του πεταλωτή, του σαμαρά και του καροποιού-όλα εκτός του σιδερά, που πήρε άλλη τροπή, χάθηκαν με τον καιρό.
Ο σιδεράς είχε σχέση με τον καροποιό. Εξω από τα γεωργικά εργαλεία (τσάπες, φτυάρια, κασμάδες, δικράνια, τσουγκράνες), κατασκεύαζε και όλα τα μεταλλικά εξαρτήματα του κάρου, εκτός αν ο καροποιός ήταν και σιδεράς, οπότε στο εργαστήρι του αυτός κατασκεύαζε και τα μεταλλικά αυτά εξαρτήματα.
Στην περιοχή μας οι καλύτεροι καροποιοί ήσαν οι Θρακιώτες. Μπορεί στην πατρίδα να μην ήσαν καροποιοί, γνώριζαν όμως την τέχνη από τους παππούδες τους και στη δεκαετία του 1930 βάλθηκαν να κατασκευάζουν κάρα με μεράκι-απαραίτητο το κάρο στον γεωργό για τη μεταφορά κυρίως των αγροτικών προϊόντων στο σπίτι.
Κι αφού τα κατασκεύαζαν, στο τέλος τα έβαφαν και διάφορα χρώματα-κυρίως γαλάζιο και κόκκινο χρησιμοποιούσαν-και ζωγράφιζαν και γλάστρες με λουλούδια στα πλευρά τους, προπάντων στα αλογόκαρα με τέσσερις ή με δύο ρόδες, τις περίφημες σούστες.
Τα καροποιεία δούλευαν πολύ εκείνη την εποχή, γιατί οι ανάγκες για την κατασκευή ή για την επιδιόρθωση του κάρου ήσαν μεγάλες. Πως σήμερα περιμένεις σειρά να επιδιορθώσεις το αυτοκίνητό σου, έτσι και τότε από μήνες πριν έκανες την παραγγελία για κανούργιο κάρο ή για κάποια επιδιόρθωση στο παλιό. Οι νέοι σήμερα δεν γνωρίζουν τίποτε από τα κάρα και την τέχνη του καροποιού. Καλό όμως είναι να γνωρίζουν, για να κρίνουν πως κατόρθωσαν οι πρόγονοί τους, παππούδες και πατεράδες, να επιβιώσουν!
  


Να πως κατασκευάζονταν το κάρο: Ξεκινούσαν πρώτα από τις ρόδες. Στο τετράτροχο κάρο οι μπροστινές ρόδες είναι λίγο μικρότερες από τις πίσω, για να μπορεί το κάρο να γυρίζει στον τόπο πιο εύκολα-χρησιμεύουν ως τιμόνι. Το κεντρικό εξάρτημα της ρόδας είναι το κεφαλάρι. Στην αρχή δεν κατασκεύαζαν κεφαλάρια οι καροποιοί της περιοχής, έκαναν εισαγωγή, τα αγόραζαν έτοιμα. Μετά όμως έμαθαν και τα κατασκεύαζαν και οι ίδιοι. Πάνω στο κεφαλάρι με δώδεκα υποδοχές στηρίζονται οι δώδεκα ξύλινες ακτίνες, που οι καροποιοί τις έλεγαν παρμάκια. Τα παρμάκια ακτινωτά, άφηνα ίσες αποστάσεις ανάμεσά τους και προσαρμόζονταν ανά δύο σε έξι αψίδες ημικυκλικές, που προσαρμόζονταν κι αυτές η μία μες στην άλλη κι αποτελούσαν το ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Παρμάκια και αψίδες κατασκεύαζε ο ίδιος ο καροποιός με το πριόνι και το σκεπάρνι επάνω στο κούτσουρο.

Προσαρμοσμένα τα παρμάκια στο κεφαλάρι και στις αψίδες, αποτελούν ως σύνολο την ξύλινη ρόδα, τον τροχό του κάρου. Έπρεπε όμως ο ξύλινος αυτός κύκλος να επενδυθεί μ’ ένα σιδερένιο στεφάνι, που στη γλώσσα των καροποιών λέγεται ταμπάνι. Η διάμετρος του ταμπανιού έπρεπε να είναι ίση ή λίγο πιο μικρή από τη διάμετρο του ξύλινου τροχού.
Το ταμπάνι το θερμαίνανε σε φωτιά ώσπου να πυρωθεί, να κοκκινίσει. Τότε με τσιμπίδες, μεγάλες μασιές, το έπαιρναν δύο-τρεις άντρες και το έφερναν στην οριζοντιωμένη ξύλινη ρόδα, εφαρμοσμένη και βιδωμένη πάνω σε μια κατάλληλη σχάρα, κι εκεί με βαριοπούλες το χτυπούσαν να “καθίσει” στο ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Το ξύλο καίγεται εκείνη την ώρα από την επαφή του με το καυτό σίδερο κι ένας εργάτης χύνει νερό και σβήνει τη φωτιά. Κι όταν το ταμπάνι “καθίσει”, πιάνει τη ρόδα απ’ τις ακτίνες της ένας γεροδεμένος άντρας και μέσα από τους καπνούς που βγάζει ακόμα το ξύλο, τη “σβήνει” μέσα σε λάκκο με νερό που έχει εκεί δίπλα και το καυτό ακόμα σίδερο τσιτσιρίζει δυνατά, αλλά με τη συστολή περιβάλλει πια τη ρόδα γερά, για να αντέχει στη διαδρομή που θα κάνει στους κακοτράχαλους δρόμους. Ωστόσο στην επιφάνεια του ταμπανιού άφηναν τρύπες, για να το στερεώσουν στην ξύλινη ρόδα που σχημάτιζαν οι αψίδες.
Στο κέντρο του κεφαλαριού είναι σφηνωμένος σωλήνας από χυτό μαντέμι, που λέγεται πουριάς. Οι ρόδες ανά δύο στηρίζονταν σε δύο οριζόντιους σιδερένιους άξονες-τα άκρα τους έμπαιναν μέσα στον πουριά του κεφαλαριού και εκεί γύριζαν οι ρόδες με τη βοήθεια και του γράσου που ευκόλυνε την κίνηση, χωρίς τρίξιμο και τριβές φθοροποιές. Τους δύο σιδερένιους άξονες τους κάλυπταν με βάση ξύλινη, που στην κάτω πλευρά της είχε αυλακιά, για να “κάθεται” πάνω στον άξονα και να δένει μαζί του με λάμες σιδερένιες και με βίδες. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση “κάθεται” το σκαμνί με τα κάθετα γιαστίκια-τα γόλε-αριστερά και δεξιά, ένα στον άξονα με τις δύο μπροστινές ρόδες κι ένα στις πίσω. Το κάθε σκαμνί έχει και μία τρύπα, την καβίλια, για να περνάει από την αρχή η ουρά του κάρου και να φτάνει στις πίσω ρόδες και να προεξέχει περίπου ογδόντα εκατοστά.
Κατασκεύαζε μετά ο καροποιός στο πίσω μέρος ξύλινη βάση με τις ψαλίδες δεξιά και αριστερά, που στερεώνονταν στην ουρά. Μπροστά είχε το τιμόνι, που με την ζεύλα ενώνεται με τον ζυγό, που τον έφερναν τα ζώα (βόδια ή βουβάλια) στον τράχηλό τους. Τέλος, τοποθετούσαν την κάσα με στρωτές, χονδρές σανίδες κάτω και στα πλαϊνά-στηρίζονταν στα γιαστίκια-αρκετά ευρύχωρη, για να σηκώνει τη μεταφερόμενη σοδειά ή ό,τι άλλο ήθελε να κουβαλήσει ο γεωργός.
   


Υπήρχε μεγάλη ποικιλία κάρων, ως τροχοφόρα μεταφορικά μέσα όπως:
Ο Αραμπάς, (Βοιδάμαξα), πρόκειται για κάρο με δυο ρόδες συμπαγείς το οποίο σέρνονταν από δυο βόδια και χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων.
Η Σούστα, πρόκειται για κάρο με δυο ρόδες που την έσερνε ένα άλογο.
Το Διπλόκαρο (των καραγκούνηδων), πρόκειται για κάρο με τέσσερις ρόδες που το έσερναν δύο άλογα.
Η Νταλίκα πρόκειται για μακρόστενο κάρο με τέσσερις ρόδες, που το έσερνε ένα μεγάλο άλογο και χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά εμπορευμάτων συνήθως μέσα στην πόλη.
Άμαξα, πρόκειται για περίτεχνο ιππήλατο κάρο με τέσσερις ρόδες και με μεγάλη ποικιλία τύπων όπως: το Γαΐλι, το Παϊτόνι, , καθώς και τύποι που ήρθαν από την Ευρώπη όπως τα Λαντό, η Βικτώρια κ.α. Οι άμαξες χρησιμοποιούνταν συνήθως για κοσμικές, αστικές μετακινήσεις και μεταφορές μέσα στην πόλη.


  

Στη δεκαετία του 60 άρχισε σταδιακά η αντικατάσταση του κάρου από το γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) με πλατφόρμα και αλέτρια. Έτσι, αντικαταστάθηκε όχι μόνο το κάρο για τις μεταφορές, αλλά και το ζευγάρι για το όργωμα και τη σπορά των χωραφιών.
Όσοι από εμάς έχουν ζήσει σε χωριό και έχουν προσωπικές εμπειρίες, αναπολούν συχνά με νοσταλγία τα παιδικά τους χρόνια με τα κάρα. Τότε που ξυπόλητοι τρέχαμε να σκαρφαλώσουμε κρυφά σε κάθε διερχόμενο κάρο. Τότε που επιθυμούσαμε ν’ ανεβούμε στο κάρο και να παίξουμε το ρόλο του οδηγού. Σήμερα τα κάρα αποτελούν μουσειακό και διακοσμητικό είδος. Συχνά συναντούμε ολόκληρα κάρα ή κομμάτια από αυτά ως στοιχείο διακοσμητικό σε αυλές, σε κήπους αλλά και σε σπίτια ή καταστήματα., για να θυμίζουν την ιστορία της οικογένειας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου