Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ ΣΤON ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ



ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ ΣΤON ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ

ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΑΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 



Παιδικά χρόνια, ονειρεμένα χρόνια !!!
Θα κάνω μία αναδρομή, 50 περίπου χρόνια πίσω, εκεί γύρω στο 1970, στα χρόνια των πατεράδων, παππούδων και προπαππούδων κατά περίπτωση, για την καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων, μέσα στα βαριά καιρικά φαινόμενα, σαν τα σημερινά αλλά και ακόμα χειρότερα.
Τα σπίτια ήταν μικρά, χωρίς καμία μόνωση, πλινθόκτιστα, από κιρπίτσια δηλαδή από πλίνθους από χώμα και αποξηραμένους στην ήλιο, χωρίς ψήσιμο, όπως είναι τα τούβλα. Ο σουβάς κι αυτός από λάσπη με άχυρο, που δεν αντέχει στην έκθεση στη βροχή και την υγρασία.Μέσα τα 1-2 δωμάτια με ταβάνι όχι από σανίδια, αλλά από καλάμια από σκούπες, σοβαντισμένα κι αυτά με λάσπη.


Σπίτι παλιότερης εποχής με κιρμπίτσια .
Η βασική θέρμανση ήταν η σόμπα και μάλιστα η μικρή στενόμακρη. Ως καύσιμη ύλη στα χωριά της περιοχής Ροδοπόλεως είχαν κλαδιά από δέντρα, ψιλά. Κάποιοι από τους πιο πλούσιους αγόραζαν καυσόξυλα από χωρικούς που έρχονταν με τα ΄΄αμάξια΄΄ τους (κάρα) φορτωμένα σε μεγάλο ύψος.
Μπορεί ο νους σας να πηγαίνει στα καυσόξυλα που αγοράζουμε σήμερα, κομμένα και σχισμένα στο επιθυμητό μέγεθος. Τα ξύλα που έφερναν ήταν ΄΄κουτούκια΄΄, δηλαδή ρίζες από βελανιδιές, ακανόνιστου μεγέθους και σχήματος. Οι αγοραστές έπρεπε να τα σχίσουν με το τσεκούρι ή και με διάφορους καμάδες (=σφήνες), δουλειά χρονοβόρα και πολύ κουραστική.

Η κυριότερη όμως καύσιμη ύλη για την πλειονότητα των ανθρώπων ήταν τα ΄΄καλάμια΄΄. Πολλά άτομα, κυρίως οι νεότεροι, δεν γνωρίζουν τι ήταν αυτά τα καλάμια. Ήταν ο κορμός του σκουπόχορτου, το οποίο καλλιεργούταν σχεδόν αποκλειστικά στα καμποχώρια της περιοχής. Απέραντες εκτάσεις κάλυπταν τον κάμπο, πυκνοφυτεμένα και σε ύψος 2,5-3 μέτρων, σχηματίζοντας απέραντα αδιαπέραστα δάση, όπως θα τα θεωρούσε ένας επισκέπτης που θα τα αντίκριζε για πρώτη φορά. Έκοβαν και επεξεργάζονταν, τον κορμό, τα καλάμια ύψους περίπου 2 μέτρων τα έδεναν σε δεμάτια. Τα μετέφεραν στην αυλή του σπιτιού τους και τα στοίβαζαν σχηματίζοντας πολλές μικρές καλύβες, έτσι που να καλύπτεται το εσωτερικό τους για να μην βρέχονται τα καλάμια.
Το χειμώνα, όταν το κρύο ήταν τσουχτερό, άναβαν οι σόμπες και ένα άτομο, κυρίως ο παππούς, αναλάμβανε το ρόλο του τροφοδότη. Καθισμένος δίπλα στη σόμπα έπαιρνε μια χούφτα καλάμια από ένα δεμάτι που είχε εκεί κοντά του, τα έσπαζε σε μικρά κομμάτια μήκους 40 εκατοστών περίπου και τα έχωνε μέσα στη σόμπα. Αυτά καίγονταν πολύ γρήγορα, έδιναν πολλή φλόγα αλλά λίγη θερμότητα και ως να ετοιμαστεί η άλλη ΄΄χεριά΄΄, καίγονταν. Η έλλειψη όμως ικανοποιητικής θέρμανσης υπερκαλυπτόταν από την οικογενειακή αγάπη και θαλπωρή που θέρμαινε τις καρδιές των ανθρώπων εκείνα τα χρόνια.



Πηγάδι με τσικρίκι και γούρνα για τα ζώα.
Το νερό εκείνες τις εποχές ήταν πολύτιμο και γι’ αυτό και γινόταν και σχετική οικονομία. Για τις ανάγκες του σπιτιού σε πόσιμο νερό, μετέβαινε η μάνα μας στο πηγάδι, φορτωμένη με μια λαγήνα, στάμνα, αμολούσε το τσικρίκι (=μαγγάνι) και μετά γυρνώντας το, ανέβαζε επάνω τον γεμάτο κουβά, που στην περίπτωση αυτή ήταν δεμένος με αλυσίδα, τοποθετούσε στα χείλη της λαγήνας το χωνί και σιγά σιγά το έριχνε μέσα. Έβαζε το στούπωμα (=πώμα ) στη λαγήνα, που ήταν συνήθως από παρτσάλ(ι) (=κουρέλι) πεπιεσμένο, κρεμούσε τον κουβά στο τσικρίκ(ι) και τοποθετώντας τη λαγήνα στον ώμο ερχόταν στο σπίτι. Όταν όμως χρειαζόταν νερό για πλύσιμο ή μαγείρεμα, μετέφερε συνήθως με δύο κουβάδες, σε δυο και τρεις διαδρομές και γέμιζε το καζάνι και την μπακίρα . Πώς να μην θεωρείται λοιπόν πολύτιμο το νερό, αφού χρειαζόταν τόσος κόπος για την απόκτησή του !!!



Για τα ζώα, που στην δική μας περίπτωση ήταν ένα ζευγάρι αγελάδες, η εύρεση του πόσιμου νερού ήταν ακόμα πιο δύσκολη. Μέσα στο κρύο , στα χιόνια και στους πάγους, τα μεταφέραμε στην άκρη του χωριού, στο ποτάμι.


Γύρω στο 1970 για τις καθημερινές ανάγκες σε νερό τοποθετήσαμε μια τουλούμπα





Τα χιόνια εκείνα τα χρόνια ήταν πολλά και οι θερμοκρασίες πολύ χαμηλές. Θυμάμαι μια χρονιά που έριξε πάρα πολύ χιόνι, τόσο, που οι αυλές των σπιτιών ήταν καλυμμένες σε μεγάλο ύψος. Η πρώτη δουλειά του πατέρα μας το πρωί, όταν αντίκρισε το χιόνι, ήταν να ανοίξει μονοπάτια προς το αχούρι, όπου ήταν τα ζώα, προς την τουαλέτα που εκείνα τα χρόνια ήταν υπαίθρια αλλά και προς το δρόμο, για να υπάρχει μετακίνηση. Μάλιστα στο δρόμο που ήταν μπροστά στο σπίτι μας, με τη βοήθεια και του ανέμου, το χιόνι ήταν τόσο πολύ, που δεν φαίνονταν τα σπίτια της γειτονιάς. Για να περάσουμε από εκεί φτιάξαμε ένα τούνελ, που για μας τα παιδιά ήταν το ένα μαγικό παιχνίδι.
Το χιόνι το απολάμβαναν πρώτα τα σκυλιά. Έβλεπες να τρέχουν σαν τρελά μέσα στο χιόνι, να κυλιούνται κάτω, να γαυγίζουν και καταλάβαινες ότι ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι.



Τα σκυλιά απολαμβάνουν το χιόνι.
Φυσικά ακόμα πιο διασκεδαστικά ήταν για εμάς τα παιδιά. Για να προστατευτούμε από το κρύο ήμασταν πολύ καλά ντυμένοι φορώντας στο κεφάλι τη μάλλινη κουκούλα και κάποιοι λίγοι τυχεροί με γάντια στα χέρια, μάλινο παντελόνι και τσουράπια τα οποία είχε πλέξει με τις σακοράφες η μάνα μας.
Συγκεντρωνόμασταν στο σπίτι μας και ριχνόμασταν σε άγριο χιονοπόλεμο. Οι κραυγές από τον πόνο της χιονόμπαλας, που την σφίγγαμε για να γίνει συμπαγές και επομένως να πονάει, ανακατευόταν με τα γέλια και τα χάχανα. Οι μύτες κατακόκκινες, τα πόδια μουσκεμένα, και τα χέρια παγωμένα, αλλά η χαρά και το γέλιο απερίγραπτα.



Χιονάνθρωπος.
Όταν μετά από πολλή ώρα επερχόταν η κόπωση, ξεκινούσε το φτιάξιμο χιονάνθρωπου. Όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά συμμετείχαν στην κατασκευή, που συνήθως γινόταν πολύ μεγάλος για να εντυπωσιάζει με το μέγεθός του. Για την διευκόλυνση της κατασκευής δινόταν στάση καθιστή. Έτσι έφτιαχναν το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια, ενώ τα μάτια , τη μύτη και το στόμα τα έβαφαν με κάρβουνο για να είναι έντονα τα χαρακτηριστικά. Λόγω του ψύχους, πάγωνε, σταθεροποιούταν και έμεινε άθικτος επί πολλές ημέρες.
Προς το βραδάκι άρχιζε κατασκευή μιας γλίστρας. Στην ανατολική πλευρά της μεγάλης αυλής μας το έδαφος ήταν κατηφορικό. Συγκεντρώναμε το χιόνι, το πατούσαμε καλά με τα πόδια, φτιάχνοντας ένα διάδρομο, πλάτους περίπου μισού μέτρου και μήκους μέχρι τον φράχτη περίπου 30 μέτρων. Πετούσαμε από πάνω νερό, οπότε με την μεγάλη πτώση της θερμοκρασίας κατά τη νύχτα πάγωνε και γινόταν μία πίστα από πάγο.
Την άλλη ημέρα το πρωί άρχιζε το παιχνίδι. Φορούσαμε τα λαστιχένια παπούτσια, τα οποία από κάτω ήταν φαγωμένα, που τα κάναμε για χιονοπέδιλα στην γλίστρα. Ένας έμπαινε πρώτος, ο οδηγός του τρένου και οι άλλοι από πίσω, όλοι καθιστοί και πιασμένοι από τη μέση του προηγούμενου. Με το σύνθημα ΄΄τούτ!!! Το τρένο φεύγει !!! Ο συρμός αρχίζει να κατεβαίνει, γλιστρώντας περίτεχνα επάνω στη γλίστρα η ταχύτητα βαίνει αυξανόμενη, οι φωνές είναι ανακατωμένες με τα γέλια και στο τέρμα κατά κανόνα, λόγω της σύγκρουσης, γίνεται η ανατροπή, χωρίς θύματα, παρά μόνον με πολλή ευχαρίστηση. Αξέχαστα παιδικά παιχνίδια μέσα στη φύση, μέσα στο χιόνι, τον πάγο, τη βροχή !!! Η παντοτινή χαρά των παιδιών !!!
Τα αχούρια, οι στάβλοι δηλαδή των ζώων ήταν συνήθως κολλητά με το σπίτι. Στο δικό μας ήταν ένα στενόμακρο, που καθώς έτρεχαν τα νερά από τα λιωμένα χιόνια, σχημάτιζαν παγοκρυστάλλους, σαν λαμπάδες μήκους μέχρι δύο μέτρων. Τις κόβαμε, τις σπάζαμε , παίρναμε κομμάτια πάγου και τα γλείφαμε, όπως περίπου γλείφουν τα παιδιά της σημερινής εποχής τις γρανίτες κατά το καλοκαίρι. Εμείς δεν είχαμε παγωτά παρά μόνον χειμερινές γρανίτες. Και όμως νομίζω ότι ήταν πολύ νόστιμες!!!



Το ψωμί ήταν το βασικό στη διατροφή.
Το διαιτολόγιό μας ήταν φτωχό αλλά και πλούσιο σε θερμίδες. Κάθε πρωί ζεστό τραχανά ή γιοφκάδες, ή τσάι με ψωμί και λίγες ελιές όταν υπήρχαν.Φαγητά με όσπρια, κυρίως φασόλια, αλλά και ρεβίθια, φακές, πατάτες, πράσα, λάχανο, τουρσί λάχανο, τουρσί ντομάτες, αλλά το κυριότερο, ένα είδος καβουρμά, φτιαγμένο από κρέας γουρουνιού, ενώ για λάδι χρησιμοποιούσαν τη λίγδα, λίπος δηλαδή του γουρουνιού λιωμένο. Το ψωμί φτιαγμένο από τα χέρια της νοικοκυράς και το μόνο στην επιθυμητή ποσότητα, ενώ τα άλλα τρόφιμα ήταν πάντα σε μετρημένη ποσότητα.
Τα παιδιά, μεταξύ παιχνιδιού και εργασίας, συμπλήρωναν το διαιτολόγιό τους με … ψημένα σπουργίτια.
Όταν έριχνε χιόνι, τα σπουργίτια γύριζαν απελπισμένα από αυλή σε αυλή, περιμένοντας να πέσουν κάποια ψίχουλα από κάποιο τραπέζι ή να περισσέψει κάποιος σπόρος από τις κότες για να τον αρπάξουν. Τα παιδιά εκμεταλλεύονταν αυτήν την αδυναμία των σπουργιτιών.
Παίρναμε μια σκάφη που ήταν εκείνα τα χρόνια ξύλινη σκαλιστή σε χοντρό ξύλο και χρησίμευε για το πλύσιμο των ρούχων. Την τοποθετούσαμε στην αυλή, πάνω στο χιόνι, βάζοντας και ένα ξύλο για να στέκεται στερεωμένη με το κοίλο μέρος στραμμένο προς τα κάτω. Το ξύλο που στήριζε την σκάφη το δέναμε με ένα μακρύ σχοινί και το άπλωναμε μέχρι το σπίτι μας. Παράλληλα πετούσαμε λίγους σπόρους από σιτάρι, κ.λ.π. έξω από την σκάφη και πολλούς κάτω από την σκάφη.



Αυτή η σκάφη θα πιάσει πολλά σπουργίτια !!!

Τα σπουργίτια, νηστικά όπως ήταν, έτρεχαν κοπαδιαστά και έτρωγαν τους σπόρους. Δεν αργούσαν να μπουν και κάτω από την σκάφη. Εμείς που παρακολουθούσαν κρυμμένα μέσα από το σπίτι, μόλις γέμιζε από κάτω η σκάφη, τραβούσαμε το σχοινί, έπεφτε η σκάφη και εγκλώβιζε από κάτω τα σπουργίτια, τα οποία χτυπιούνταν κάτω από τη σκάφη.
Τρέχαμε με φωνές και χώναμε προσεκτικά τα χέρια μας, προσπαθώντας να τα συλλάβουμε. Αρκετά βεβαίως έβρισκαν την ευκαιρία και απελευθερώνονταν. Ακολουθούσε το άναμμα της φωτιάς σε κάποιο απομακρυσμένο μέρος, κυρίως στα αλώνια, και το ψήσιμο του εδέσματος.
Το πρωί που πήγαιναμε στο σχολείο, κουβαλώντας απο 2 ξύλα  κάθε μαθητής και μέσα στην σάκα μας είχαμε και ένα κομμάτι ψωμί και ένα κουτάλι,, εκεί ανάμεσα στα τετράδιά μας και στο βιβλίο μας. Λέω βιβλίο μας γιατί είχαμε ένα μόνο βιβλίο, το ΄΄Αναγνωστικόν΄΄, κι αυτό ξεχαρβαλωμένο από την πολυχρησία, καθώς μεταβιβαζόταν από αδελφό σε αδελφό και από γειτονόπουλο σε γειτονόπουλο.
Μόλις λοιπόν φτάναμε στο σχολείο, πηγαίναμε και παίρναμε μέσα από το τώλ το κατσαρόλι τους που ήταν κρεμασμένο σε καρφί. Ήταν από αλουμίνιο και επάνω είχε χαραγμένο το όνομά μας για να το αναγνωρίζουμε. Μετά μπαίναμε στις γραμμές και όταν φτάναμε μπροστά στο μεγάλο καζάνι μας έβαζαν μια κουτάλα γάλα, ένα κομματάκι κασέρι και ένα κομματάκι βούτυρο, Έτριβαμε μέσα στο γάλα το ψωμί και με το κουτάλι απολαμβάναμε το ζεστό πρωινό μας.''


Μη βιάζεστε, όλοι θα πάρετε συσσίτιο !!!
Όταν έλιωναν τα χιόνια, παρατηρούνταν πλημμυρικά φαινόμενα γέμιζαν από νερό τα ρέματα. Σχεδόν σε κάθε δρόμο σχηματιζόταν ένα μικρό ρέμα, συνήθως ορμητικό, που δυσκόλευε τις μετακινήσεις των κατοίκων. Έξω απο το χωριό, ήταν το ποτάμι, που εκείνη την εποχή γινότανε ορμητικό, δημιουργώντας ακόμη πιο πολλά προβλήματα στους κατοίκους. Αλλά και στις άκρες των δρόμων, παρά την επίπεδη επιφάνεια του κάμπου, δημιουργούνταν διάφορα ρυάκια.
Αυτά τα νερά χρησιμοποιούσαν τα παιδιά, για να βάλουν τις γνωστές βάρκες τους, φτιαγμένες από χαρτί που το δίπλωναν περίτεχνα. Όμως γρήγορα τα νερά παρέσυραν τη βάρκα ή τη βούλιαζαν κάτω από την ορμή τους.

Πολλά ακόμη θα μπορούσα να αναφέρω για τα κρύα, τα χιόνια, τις δυσκολίες και τις στερήσεις των ανθρώπων της παλιότερης εποχής. Θα πρέπει όμως οι νεότεροι να γνωρίσουν και οι παλιότεροι να συνειδητοποιήσουν πως οι βιοποριστικές δυσκολίες καθώς και οι δυσκολίες της καθημερινότητας δεν εξαφάνιζαν την ζεστασιά των ανθρώπινων σχέσεων, τη χαρά, το γέλιο, τη θαλπωρή και οικογενειακή τους ευτυχία. Κι αυτό αποτελεί μάθημα και οδηγό για όλους μας στους σημερινούς απρόβλεπτους και χαλεπούς καιρούς !!!




Οι περισσότερες από τις εικόνες αντλήθηκαν από το διαδίκτυο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου