Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟΣ-ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ


ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ




Τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς και οι πρώτοι Έλληνες πρόσφυγες στά χωριά Ισεμπλί-Μπεασλί.

Θα αναφερθώ στους γεννημένους μέχρι και το 1922. Στους ανθρώπους που γεννήθηκαν στην πάλαι ποτέ ιδιαίτερη πατρίδα τους. Την Θράκη, τον Πόντο και την μικρά Ασία.

Δηλαδή στη γενιά που δεν ζει σήμερα.
Τους περισσότερους τους θυμάμαι.

Ζούσαν και πολύ εκείνα τα χρόνια!
Αφού λοιπόν αποβιβάσθηκαν στη Θεσσαλονίκη και μετά την λήξη της αναγκαστικής καραντίνας, άρχισε η μόνιμη εγκατάσταση απ' άκρη σ' άκρη σε όλες τις περιοχές του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, κυρίως δε της Μακεδονίας. Διαμοιράστηκαν κατά ομάδες σε διάφορες περιοχές ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους. Οι δικοί μας πρόγονοι επιλέχθηκαν να κατοικίσουν στο Ισεμπλί-Μπεασλί.
Όταν ήρθαν οι πρόγονοί μας στο Ισεμπλί-Μπεασλί, ταλαιπωρημένοι, ρακένδυτοι και πεινασμένοι εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των προηγούμενων κατοίκων της περιοχής Βουλγάρων, Τούρκων
Επιλέχθηκαν οι τοποθεσίες στους πρόποδες των Κρουσίων και του Μαυροβουνίου, τόσο για την προστασία των νέων συνόρων της χώρας αλλά και επειδή υπήρχαν έτοιμα κατοικήσιμα σπίτια, πετρόχτιστα ή πλίνθινα. Η άποψη ότι οι κάτοικοι μπήκαν στη διαδικασία να επιλέξουν σε ποιό μέρος της περιοχής θα κατοικίσουν είναι απλά ένας μύθος. Δεν είχαν και πολλές επιλογές αφού η περιοχή κάτω από τα Κρούσια και το Μπέλλες ήταν ελώδης και η περιοχή μαστίζονταν από ελονοσία και φυματίωση.







Ήταν τόσο φτωχοί που ήθελαν ακόμη και την βελόνα που τους έλλειπε να μπαλώσουν ή να ράψουν κάτι ξηλωμένο.
Μερικοί είχαν τον τρόπο τους. Είναι απορίας άξιο, πως κατάφεραν να φέρουν χρήματα (λίρες και χρυσαφικά) χωρίς να τους τα πάρουν οι Τούρκοι.
Τα σπίτια ήταν λίγα σε σχέση με τον αριθμό των προσφύγων. Αρκετές οικογένειες έμειναν σε σκηνές μέχρι να χτίσουν ένα υποτυπώδες κατάλυμα ενός δωματίου και μιας κουζίνας με τη βοήθεια και την προσωπική εργασία των συγχωριανών τους. Που να βρεθούν τα χρήματα. Ο κάθε πρόσφυγας είχε το δικαίωμα αν δεν του άρεσε η περιοχή να την εγκαταλείψει και να μετακομίσει αλλού. Έτσι κάποιοι έφυγαν και δεν επέστρεψαν ποτέ. Κάποιοι δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους.

Το αναφέρω επειδή ορισμένοι πιστεύουν ότι τα νέα χωριά κατοικήθηκαν από αμιγείς πληθυσμούς συγκεκριμένων χωριών του Πόντου.

Οι πρόσφυγες του χωριού λοιπόν για να συνεχίσω, προέρχονταν από διάφορες περιοχές του Πόντου.


Στην πλειοψηφία τους όμως ήταν από τον Δυτικό Πόντο.
Ανάμεσα στους πρόσφυγες υπήρχαν άνθρωποι αγνοί, φιλήσυχοι, ζούσαν απομονωμένοι στα παρχάρια του Πόντου. Άνθρωποι στεριανοί του βουνού μοναχικοί, αλλά και άνθρωποι της θάλασσας. Άνθρωποι του μόχθου, καλοί Χριστιανοί και με περιορισμένη αντίληψη του τι συμβαίνει γύρω τους, ακόμα και της κατάστασης εξ' αιτίας της οποίας βρέθηκαν σ' αυτή τη θέση της προσφυγιάς.
Υπήρχαν όμως και πρόσφυγες αντάρτες, μπαρουτοκαπνισμένοι χρόνια τώρα, μαχόμενοι κατά των Τούρκων στα βουνά. Αντάρτες σε ημιάγρια κατάσταση λόγω των γεγονότων και των καταστάσεων των τελευταίων ετών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ανάμεσα στους πρόσφυγες ήλθαν και άνθρωποι εντελώς μόνοι χωρίς οικογένεια. Είτε γιατί δεν έκαναν, λόγω του ότι βρίσκονταν στο βουνό ως αντάρτες, είτε γιατί τις έχασαν στο διωγμό, στο δρόμο για την Ελλάδα. Υπήρχαν δηλαδή οι "καλοί" και οι "κακοί" πρόσφυγες. Άσχημοι σίγουρα δεν υπήρχαν, εκτός από κάτι περίεργες φάτσες ασιατικών φιλών που μετοίκισαν τότε στην Ελλάδα παρεισφρέοντας ως Πόντιοι! Μερικοί Αρμένιοι, λίγοι Ρώσοι (Τάταροι) και κάποιοι Τούρκοι. Αυτοί οι αντάρτες ήταν οι μετέπειτα ηγήτορες των χωριών.

Η πρώτη ομάδα-στην πλειοψηφία τους Πόντιων προσφύγων από Θεσσαλονίκη εγκαταστάθηκε στα χωριά με το Τουρκικό όνομα Ισεμπλί-Μπεασλί σε υψίπεδο του Μαυροβουνίου-Κρούσια ακριβώς πάνω από το σημερινό χωριό το Σοκόλοβο που ήταν στους πρόποδες των Κρουσίων.

Ανατολικά της περιοχής υπήρχε το χωριό, αριστερά το Τουρκικό νεκροταφείο.
Μετά από μερικούς μήνες έφτασε και η δεύτερη ομάδα προσφύγων(Ποντίων και Θρακιωτών) με σκοπό να ενσωματωθεί με τους υπόλοιπους. Φτάνοντας στην περιοχή διαπίστωσαν ότι οι προηγηθέντες κατέλαβαν όλα τα σπίτια του χωριού και δεν υπήρχε χώρος γι' αυτούς. Κάποιοι επέλεξαν να εγκατασταθούν αλλού πιο μακριά και έτσι εγκαταστάθηκαν δυτικότερα πιο κάτω, εκεί όπου βρισκόταν ο μύλος και λίγα σκόρπια σπίτια.






Μετά το 1930 κατηφορίζουν οι πρόσφυγες από το βουνό


και εγκαθίστανται στο σημερινό χωριό που το ονομάζουν Παραπόταμο.Όλοι οι κάτοικοι συμμετέχουν εθελοντικά και χτίζουν την εκκλησία και το Δημοτικό σχολείο, οι Παραποταμίτες συμφώνησαν να συνεισφέρουν στην ανέγερση της εκκλησίας με τον όρο να δοθεί το όνομα του Αγίου Αθανασίου. Τα παιδιά που γεννιούνται την περίοδο αυτή φοιτούν στο σχολείο, αλλά μέχρις εκεί.


Ας πούμε λίγα λόγια για την ζωή των πρώτων κατοίκων της περιοχής.
Όπως προείπα οι άνθρωποι τότε ήταν φιλήσυχοι και αγνοί (εκτός εξαιρέσεων-πάντα υπάρχουν)
Τόσο, που η βοήθεια στον γείτονα και συνάνθρωπο ήταν δεδομένη, ανιδιοτελής, χωρίς συμφέρον και χωρίς ανταλλάγματα. Στερούσε η μάνα το ψωμί από το δικό της παιδί για να ταΐσει το πεινασμένο παιδί της γειτόνισσας. Έτσι μεγάλωσαν και ζούσαν εκεί στους πρόποδες. Μαζί ζύμωναν και φούρνιζαν οι γυναίκες, μαζί μαγείρευαν τα λιγοστά τρόφιμά τους, μαζί έπλεναν στο ποτάμι, όλες μαζί ξεγεννούσαν την γειτόνισσα. Το κουτσομπολιό ανθούσε και τότε, όταν όμως υπήρχε ανάγκη όλες και όλοι γινόταν μια γροθιά.
Οι άντρες με προσωπική εργασία έχτισαν την εκκλησία και όλα τα σπίτια του χωριού μόνο με ένα κέρασμα και έναν μεζέ. Όλοι μαζί έσπερναν, όλοι μαζί θέριζαν. Όλοι μαζί στο χωράφι κι όλοι μαζί το βράδυ στον καφενέ. Δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου. Ήταν όλα κοινά. Έπρεπε να ζήσουν! Η πείνα και οι αρρώστιες θέριζαν ενώ συγχρόνως οι γηγενείς Έλληνες δεν τους ήθελαν. Είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός των άλλων και αυτό.
Έβλεπαν παπά και έτρεχαν μικροί μεγάλοι να του φιλήσουν το χέρι, να πάρουν την ευλογία του. Ο παπάς ζούσε από το υστέρημα του κόσμου. Στις γιορτές δεν δούλευαν, ήταν αμαρτία. Στους γάμους και τις βαφτίσεις ήταν όλο το χωριό αυτοκαλεσμένο. Όλοι βοηθούσαν με ότι υπήρχε. Αν υπήρχε! Κατά έναν περίεργο τρόπο παρά τα βάσανα και τις κακουχίες, το χαμόγελο δεν έλειπε ποτέ από τα χείλη αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων. Μια λύρα και ένα νταούλι αρκούσε. Ξεχνούσαν πίκρες και βάσανα με ένα μόνο τραγούδι και μια δοξαριά του κεμεντζέ. Σκηνές βγαλμένες από μια άλλη εποχή, που δεν μπορεί να αποτυπώσει κανένα βιβλίο ιστορίας.
Κύρια ασχολία τους ήταν η γεωργία.Κάθε σπίτι διέθετε ένα ζευγάρι βόδια, ένα γουρούνι και μερικές κότες. Απ' αυτά εξασφάλιζαν τα αυγά, το γάλα, το τυρί, το βούτυρο, το κρέας της χρονιάς. Με την βοϊδάμαξα μετέφεραν τα προϊόντα τους. Τα βόδια έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια της άγονης γης.

Οι πρόσφυγες υπέμειναν τα πάντα. Την πείνα, τις κακουχίες, τα βάσανα. Δεν επαναστάτησαν ποτέ αν και θα μπορούσαν. Και όλα αυτά γιατί τα πρώτα χρόνια δεν είχαν εθνική συνείδηση. Ζούσαν σε έναν ξένο τόπο γι' αυτούς, περιμένοντας καρτερικά να τελειώσει ο πόλεμος (έτσι πίστευαν) και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Όχι στην Τουρκία, αλλά στη δική τους πατρίδα. Τον Πόντο. Αυτή ήταν πατρίδα γι' αυτούς. Όλοι, χωρίς καμιά εξαίρεση πέθαναν στην Ελλάδα με δάκρυα στα μάτια νοσταλγώντας το πατρικό σπίτι στο χωριό τους, την αυλή τους, την εκκλησία τους. Με τις αναμνήσεις των παιδικών τους χρόνων να σβήνουν στο πέρασμα των χρόνων χωρίς επιστροφή.

Τα χρόνια περνούν.
Ήδη έχουν γεννηθεί οι νέοι απόγονοι, οι μετά του 1922 στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα.
Η εθνική συνείδηση εμφανίζεται για πρώτη φορά με την έναρξη του 2ου παγκόσμιου πολέμου. Οι νέοι (Έλληνες πλέον κι όχι Τουρκόσποροι) υπηρετούν στον Ελληνικό στρατό ή επιστρατεύονται στον πόλεμο κατά των Γερμανών. Οι μάχες και κυρίως οι ανθρώπινες απώλειες δημιουργούν ένα κλίμα πατριωτισμού και εθνικής ανάτασης στις τάξεις του Ποντιακού Ελληνισμού.
Με την έναρξη του εμφυλίου μετακομίζουν κάποιοι στη Θεσσαλονίκη και κάποιες οικογένειες στην Ροδόπολη για να σωθούν.
Από εδώ και πέρα αρχίζει το δράμα του Ποντιακού Ελληνισμού. Οικογένειες χωρίζονται στα δύο. Εμφανίζεται η "αριστερά" και η "δεξιά". Αδέλφια αλληλοσκοτώνονται. Μπαίνει το μικρόβιο της επικράτησης με οποιοδήποτε τρόπο.

Εκεί στη Θεσσαλονίκη, διαπιστώνουν μετά από πολύ καιρό ότι η ζωή δεν είναι μόνον ανέχειες, βάσανα και καρτερικότητα. Είναι επανάσταση, εξέγερση και ότι άλλο συνεπάγεται με την απελευθέρωση αυτή των άγριων ενστίκτων του ανθρώπου.
Μέχρι τότε νοιώθουν ξένο σώμα σε μια αφιλόξενη χώρα που διαρκώς τους πληγώνει. Το όνειρο της επανόδου "στην πατρίδα" αρχίζει σιγά-σιγά να ξεφτίζει και αποφασίζουν να ενταχθούν δυναμικά στην Ελληνική κοινωνία. Οι γεννημένοι νέοι μετά το 1950 σπουδάζουν και μορφώνονται. Οι γυναίκες διεκδικούν τη θέση τους σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Τα κορίτσια παντρεύονται πλέον και μη Πόντιους, με απώτερο σκοπό την απελευθέρωση και την φυγή από το χωριό με τις δύσκολες αγροτικές εργασίες του.
Από εδώ και πέρα δηλαδή χάνεται η αγνότητα, η καθαρότητα της ψυχής.
Δημιουργούνται ταξικές διαφορές αντίθετες με τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα των μέχρι τώρα ξεριζωμένων λαϊκών ανθρώπων του μόχθου και της βιοπάλης.
Εδώ εμφανίζεται: αυτό που κατέχω είναι δικό μου και αυτό που απέκτησες το διεκδικώ. Ξεχνιέται η αλληλεγγύη και η βοήθεια προς τρίτους.
Ίσως η πείνα και οι κακουχίες κράτησαν ψηλά την τιμιότητα και την αλληλεγγύη των ανθρώπων τότε. Ίσως τελικά να ήταν ευλογία. Μιά ευλογία που μετατρέπεται τώρα σε ένα "τέρας" ικανό να αλλοιώσει τις ψυχές των επόμενων γενεών. Κάθε νέα γενιά εξυπνότερη μεν, πολύ μακριά από ιδανικά και αξίες, δε!
Ήταν η γενιά που απλώς μας έφερε αβίαστα και με μεγάλη χαρά σ' αυτό τον κόσμο. Κι όμως δεν θα τους φτάσουμε ποτέ.


Γυμνάσιο στο χωριό δεν υπάρχει, και οι ανάγκες σε εργατικά χέρια τους αναγκάζουν αρκετούς κατοίκους να το εγκαταλείψουν και να γίνουν ξανά μετανάστες και εργάτες,

Γερμανία-Βέλγιο-Σουηδία-ακόμη και στην μακρινή Αυστραλία.

Οι νεότεροι μπορεί να γελάτε με όσα διαβάζετε, οι παλαιότεροι όμως τα έζησαν με έντονο και τραγικό μερικές φορές τρόπο.

Οι γεννηθέντες μετά το 1960 εντάσσονται ίσως άθελά τους στο λεγόμενο σύστημα. Έτσι πορευόμαστε λανθασμένα, τα χρόνια περνούν και φτάνουμε αισίως στα 1990 όπου καταπατούνται αξίες και ιδανικά. Οι μέχρι τότε Ποντιακοί Σύλλογοι ξεφτίζουν και μαραζώνουν, κυρίως στις πόλεις. Κινδυνεύουν να κλείσουν. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν πως αν δεν έφταναν στην Ελλάδα οι παλιννοστούντες εκ Ρωσίας, σήμερα δεν θα υπήρχε ούτε ένας σύλλογος σε όλη την Ελλάδα. Η γλώσσα σταδιακά ξεχνιέται. Δεν τη μιλάει πια κανείς, εκτός από μερικούς γραφικούς ηλικιωμένους, τους οποίους σπεύδουμε να κοροϊδέψουμε.

Και φτάνουμε στο σήμερα. Τα πάντα αλλοιώθηκαν. Αρκούμαστε μόνο την ημέρα της γενοκτονίας να επισημάνουμε με ένα "λυπάμαι" στο FB την δήθεν αγανάκτησή μας για τα όσα τραγικά συνέβησαν τότε. Άντε να "ρίξουν" και κανέναν χορό τα παιδιά του συλλόγου (ξέρουν άραγε γιατί;) Χωρίς να κατανοήσουμε ποτέ βαθιά μέσα μας τι τράβηξαν οι άνθρωποι αυτοί μέχρι να πατήσουν τα χώματα που σήμερα ζούμε εμείς. Μέχρι να ορθοποδήσουν, μέχρι να σκάψουν τη δική τους γη που τους παραχώρησαν. Μέχρι να την ποτίσουν με δάκρυα και αίμα ώσπου να βλαστίσει και να καρπίσει ο σπόρος για ένα κομμάτι ψωμί στο οικογενειακό τραπέζι. Δεν αρκούν οι χοροί και τα πανηγύρια. Δεν μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας την μισαλλοδοξία και το μίσος. Φτάνει πιά. Δεν είμαστε τυχαίοι. Είμαστε Αρχαιοέλληνες του Πόντου.

Να είστε περήφανοι γι' αυτό.
Νοσταλγώ αναπολώ και σέβομαι-όσο μπορώ-την πρώτη γενιά των Παραποταμιτών προσφύγων.

Και επειδή δεν έχω πληροφόρηση για τον Θρακιώτικο πληθυσμό του χωριού στα γραφόμενά μου, ζητώ ταπεινά συγνώμη!
Προσπάθησα-όσο μπόρεσα-να μην αναφερθώ σε ονόματα και λεπτομέρειες αναφέροντας κατά κύριο λόγο τα "καλά" της περιόδου εκείνης, επειδή όλοι καταγόμαστε από το ίδιο χωριό και γνωριζόμαστε.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΣΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟ ΣΕΡΡΩΝ



TAXIDIOTHS

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου