Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ



Του Παναγιώτη Γ. Τανιμανίδη.

Α’ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

1. ΚΟΙΝΑ ΕΘΙΜΑ

«βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος»
Δημόκριτος Αβδυρίτης

Ο Απόστολος Παύλος χαρακτήρισε τούς Αθηναίους «…ώς δεισιδαιμονεστέρους…» [Πρ. ιζ’, 22]. Αυτός ό χαρακτηρισμός νομίζω πώς ταιριάζει σ’ όλους τούς Έλληνες, επομένως καί στούς Ποντίους, άν μάλιστα θυμηθούμε καί τόν Απόστολο Πέτρο, πού χαρακτηρίζει τούς χριστιανούς τού Πόντου «εκλεκτούς» [Πετ. Α’ Ι]. Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες «θρησκεύουν» περισσότερο από κάθε άλλο λαό καί είναι θεολάτρες στήν κυριολεξία. Αυτή τους τήν ψυχική διάθεση καί ανάταση, τή θρησκευτική τους πίστη, τήν εκφράζουν κάθε τόσο μέ διάφορες γιορτές. Πολλές φορές ειπώθηκε ότι «δέν υπάρχει γένος πιό φιλέορτο από τό δικό μας. Ζούμε κάνοντας κάποια γιορτή καί Περιμένοντας κάποια γιορτή θρησκευτική, ή εθνική, ή σπιτική…» [Στρ. Μυριβήλης). Μέσα σ’ αυτό τό πάνθεο τών γιορτών είναι καί τά Φώτα, γύρω από τά οποία έπλασε καί ζει καί ό ποντιακός λαός αξιοπρόσεκτα λατρευτικά έθιμα.

α. Αργία - εκκλησιασμός - νηστεία
“Όπως όλες τις μεγάλες γιορτές έτσι καί τά Θεοφάνεια, ή αργία καί ό εκκλησιασμός έπαιρναν ιδιαίτερο πανυγηρικό τόνο καί χρώμα. Πρωταρχικό καί καθολικό γνώρισμα τού ποντιακού λαού, στις μεγάλες τής χριστιανοσύνης μέρες, είναι: Ή εσωτερική περισυλλογή, μέ τήν προσευχή στό εικονοστάσι τού σπιτιού καί τή συμμετοχή στήν Κοινή λατρεία. Η ακρόαση καί παρακολούθηση μέ κατάνυξη τών εκφωνήσεων, τών ευχών καί τών εκκλησιαστικών ύμνων, τό διάβασμα εκκλησιαστικών βιβλίων, συναξαρίων καί τής Αγίας Γραφής. Ή αθόρυβη καί ιδιόρρυθμη βίωση τού νοήματος καί τού περιεχομένου τών εορτών. Ο Γ. Θ. Κανδηλάπτης, στήν ιστορική του μελέτη «Η Αργυρούπολις τού Πόντου» γράφει: «Τόσην δ’ ευλάβειαν είχον οι πατέρες ημών εις τά Θεία, ώστε, μόλις ήχουν οί κώδωνες τών εκκλησιών, οι μέν άνδρες κλείοντες τά καταστήματά των έτρεχον εις αυτάς, ώς καί αί γυναίκες, πάσαν εργασίαν εγκαταλείπουσαι εκαλύπτοντο διά καλύπτρας (σαλίου ή τσαρτσαφίου) καί έτρεχον εις τούς ναούς...» Κάτι σχετικό διηγείται καί ό Ανανίας Νικολαίδης, στό ανέκδοτο έργο του «Ποντιακή Λαογραφία»: «Τά εξέργατα», έλεγαν, «οσήμερον φύλλον ’κι λαϊσκεται.» Θεωρούσαν δέ τόσο θεμελιακό τό έθιμο του εκκλησιασμού, ώστε σέ πολλές περιοχές ό ένας ειδοποιούσε τόν άλλον, ό γείτονας τό γείτονα, μή τυχόν καί δέν πάει στήν εκκλησία. Ακόμη καί ή λαϊκή μούσα, μέ τά κάλαντα, προτρέπει γιά εκκλησιασμό: «.. .Στήν εκκλησία τρέξατε, μέ προθυμίαν μπήτε, ακούσατε τήν προσευχήν, κι άν είναι ορισμός σας καί ό Χριστός μας πάντοτε νά είναι βοηθός σας.» Πολλές φορές, σέ πολλές περιοχές, τίς μεγάλες γιορτές (πρό παντός τό Πάσχα) ειδοποιούσαν ό ένας τόν άλλον, μέ χτυπήματα στις πόρτες, μέ κουδούνια καί φωνές.
Σκωθέστεν εντώκαν τα καμπάνας (Ίμερα). Εγνεφέστεν... Σκωθέστεν, ή εκκλησία και ό Χριστόν λαλεί σας (Πλάτανα - Καταχά). Σ’ άλλα μέρη ό νυχτοφύλακας ειδοποιούσε τόν κόσμο. Στά Μεταλλεία Ταύρου ό τσαγκόης. Χαρακτηριστικό επίσης είναι καί τό έθιμο τής ιδιαίτερης καθαριότητας καί προετοιμασίας όλων τών σπιτιών καί ή γιορταστική αμφίεση. Θά φορέσουμε, έλεγαν στά χωριά μας (Κρώμνη, Ίμερα,...) τά τσιτσίλ παπάν. Τά καινούργια ρούχα καί τά καινούραι τό κουντούρας (σκαρπίνια). Όσοι δέν μπορούσαν νά έχουν καινούργια ρούχα τά καθάριζαν, τά αναποδογύριζαν, τά έβαφαν καί τά σιδέρωναν. Εκτός από τά συνήθη τάματα, τήν ώρα πού γυρνούσε ό δίσκος έπρεπε πλούσιοι καί φτωχοί νά ρίξουν στό δίσκο. Οι νοικοκυραίοι καί οί προύχοντες καί μερικοί νεόπλουτοι πού είχαν έρθει ας σήν ξενιτείαν εφιλοτιμούντο ποιός θά ρίξει τό μεγαλύτερο νόμισμα στό δίσκο. Ο εκκλησιασμός τών Θεοφανείων ολοκληρωνότανε μέ τήν προμήθεια καί πόση αγιασμού καί μέ τό αντίδωρο. Είναι ανάγκη νά σημειώσουμε ότι μεταξύ άλλων καθηκόντων καί εθίμων πού μέ τό χρόνο ατονούν είναι καί ό τακτικός εκκλησιασμός. Στά χρόνια τής Τουρκοκρατίας οί άνθρωποι αναζητούσαν κατάλληλες στιγμές καί ανάλογο κλίμα γιά νά εκτονωθούν. Αυτή τήν ανάγκη εκτονώσεως ικανοποιούσαν οι σκλαβωμένοι μέ τήν εκδήλωση θρησκευτικότητας καί συστηματικού εκκλησιασμού. Συχνά πολλοί αυτή τους τήν ανάγκη τή διασκέδαζαν μέ τό διάβασμα τού «Γεροστάθη», Βίων Αγίων, το Ψαλτηρίου καί τής Αγίας Γραφής. Ασυνήθιστη παρηγοριά εύρισκε ό λαός μας σέ αφηγήσεις καί προσφιλείς παραδόσεις, πού τις εμπνεότανε από τήν παρακολούθηση, τήν ακρόαση καί τή μελέτη τών ιερών ακολουθιών καί τό ιστορικό τών μεγάλων θρησκευτικών καί εθνικών γεγονότων. Στόν Πόντο (ακόμη καί σήμερα σέ πολλά σπίτια) αυστηρός ήταν ό σεβασμός καί στό έθιμο τής νηστείας τήν Παραμονή τών Θεοφανείων. ‘Ο εκκλησιασμός, ή παρακολούθηση καί ή προμήθεια Μ. ‘Αγιασμοί καί ή υποδοχή καί ή βίωση τής μεγάλης ημέρας τών Φώτων προϋποθέτουν ανάλογη ψυχική καί σωματική προετοιμασία. ‘Έθιμο πανελλήνιο. Στό χωριό μου Ίμερα καί στά γύρω χωριά, τήν ημέρα τής παραμονής, σχεδόν σε όλα τά σπίτια έτρωγαν νερόβραστα φαγητά: Πατάτες (καρτόφα), φασόλια, φακιές (μαρτσιμιάκα), πατίτσα (ξεραμένα φασουλάκια), χόρτα, μαυρολάχανα καί διάφορα τουρσιά (στύπα). Πολλοί δέν έτρωγαν όλη τή μέρα. Αν τύχαινε κάποιος νά καταλύσει τή νηστεία, δηλαδή νά φάει σέ μέρες νηστείας αρτύσιμα, έλεγαν εμαντσίρ’τσεν ό αθεόφοβον. Τή νηστεία τήν έβλεπε ό πιστός απαραίτητη γιά τήν πρεπούμενη υποδοχή τής μεγάλης ημέρας τών Φώτων καί τή χαιρότανε, γιατί τού χάριζε ιδιαίτερη χαρά καί ευχαρίστηση, όταν, γυρνώντας στό σπίτι του, τόν περίμενε πλουσιοπάροχο γιορτινό τραπέζι, πού δέν ήταν καί τόσο συνηθισμένο όλες τις μέρες καί μάλιστα στά χρόνια τής σκλαβιάς καί τής φτώχειας στήν ενδοχώρα. «Μέ Ιδιαίτερη λαχτάρα περίμενε νά φάει τό φαγητό τών Θεοφανείων πού τό έλεγαν κεσκέκ πού μαγειρευότανε από κεντουμέ (κοπανισμένο σιτάρι) μέ μιά κόττα χωριάτικη » [Κεσσόγλου Θ. Σταύρος από τό Αβδάν Αμισού].
β. Προμήθεια αγιασμού
Ή προμήθεια αγιασμού καί ή διατήρησή του όλο τό χρόνο είναι πανορθόδοξο έθιμο. Γι’ αυτό είναι αδύνατο νά βρεί Κανείς ποντιακή οικογένεια πού νά μή προμηθεύεται αγιασμό τής Παραμονής ή τών Θεοφανείων. Καί στόν Πόντο καί εδώ άλλοι μέ μαστραπάδες, άλλοι μέ κουκουμόπα (είδος χάλκινης κανάτας), άλλοι μέ κανατόπα, άλλοι μέ ποτήρια κι άλλοι μέ μπουκαλάκια έτρεχαν καί τρέχουν στήν εκκλησία από τά χαράματα, γιά νά πάρουν αγιασμό γιά μιά ώρα ανάγκης.

γ. Τό φαρμακόλυτρο
Ή προμήθεια αγιασμού καί ή διατήρησή του όλο τό χρόνο έχει κάποιο πρακτικό σκοπό. Σέ μιά ώρα ανάγκης χρησιμοποιείται αγιασμός ώς φαρμακόλυτρο, γιατί πιστεύει ό λαός μας στήν ιαματική καί αγιαστική δύναμη του αγιασμού. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται σε ομματόπονον, σέ ’χπάραγμαν (τρόμαγμα), σέ μαϊσσομέντζ• (πού βλάφτηκαν από μάγισσες), σέ επίτοκες λεχώνες, σέ αρρώστους, στούς ετοιμοθάνατους δέ αντί Θείας Κοινωνίας. θα μπορούσαμε νά πούμε, χωρίς υπερβολή, ότι ή λαϊκή πίστη, μέ τό έθιμο της προμήθειας αγιασμού, αφήνει τήν εντύπωση ότι περισσότερη βαρύτητα δίνει στο έθιμο τής σχετικής τελετής τού αγιασμού καί τής καταδύσεως τού Σταυρού παρά στη Θεία Λειτουργία τής Παραμονής καί τών Θεοφανείων. Τον αγιασμό, πού κρατάμε γιά μιά ώρα ανάγκης, τόν φυλάμε στό εικονοστάσι τού σπιτιού καί μέ έμφαση τονίζουμε σ’ όσους τυχόν δέ δίνουν σημασία στήν αναγκαιότητα τού εθίμου, ότι όλο τό χρόνο διατηρείται ό αγιασμός καί δέν παθαίνει τίποτε.

δ. Τό ράντισμα
Συνήθως όσοι φυλάνε γιά όλο τό χρόνο τόν αγιασμό τής παραμονής ραντίζουν τά κτήματά τους μέ τόν αγιασμό τών Θεοφανείων, ενώ όσοι κρατούν, γιά μιά ώρα ανάγκης, αγιασμό Θεοφανείων ραντίζουν μέ αγιασμό της παραμονής. Υπάρχουν βέβαια καί οι εξαιρέσεις. Τό ράντισμα μπορεί νά γίνει από οποιοδήποτε μέλος τής οικογένειας. Στα χωριά Ίμερα καί Κρώμνη τό ράντισμα τών χωραφιών τό ανάθεταν σέ παιδιά – έφηβους. Τήν παραμονή ή ανήμερα, οπωσδήποτε, ράντιζαν σ’ όλο τόν Πόντο τά χωράφια, τούς οπωρώνες, τά λιβάδια, τούς κήπους, τίς μάντρες, τίς αχυρώνες, τά ζώα, τά σπίτια, τά εργαλεία καί τά τρόφιμα. Από τόν αγιασμό τών Θεοφανείων η τής παραμονής σέ μερικά χωριά (Σούρμενα) έριχναν αγιασμό καί στις τροφές τών ζώων καί μάλιστα ‘ς σόν (τροφή αγελάδας από πίτουρα, χόρτα καί λάχανα βρασμένα με άφθονο νερό γιά νά κατεβάσει πολύ γάλα). Τό ράντισμα γινότανε μέ την ελπίδα νά εξουδετερωθούν οί αντίξοες συνθήκες γιά μιά καλή ευφορία καί γιά τήν εξαφάνιση τών κακών πνευμάτων (καλικάντζαροι – ξωτικά). Μέ τόν αγιασμό τών υδάτων καί τό ράντισμα φεύγουν τά κακά πνεύματα, μάς έλεγαν οι γιαγιάδες μας καί οί γονείς μας. Σήμερα πρέπει νά ομολογήσουμε ότι σέ πολλούς έχει ατονήσει και έχει ξεχαστεί τό έθιμο τού ραντισμού. Σέ πολλά χωριά τής Αργυρούπολης, εκτός από τό ράντισμα τών κτημάτων μέ αγιασμό, έβαζαν αγιασμό καί στα διάφορα φαγώσιμα γιά νά πληθαίν’ άτα ό Θεόν. Τό συνεχίζουν αυτό τό έθιμο πολλές οικογένειες κι εδώ (Ιμεραίοι καί Κρωμναίοι περιοχής Ξάνθης, Πανοράματος, Καλαμαριάς, Χαριλάου, Καταχά Πιερίας, Κιλκίς). Στα χωριά Σούλι, Καελέν καί Γιατμούσ’ τής Κερασούντας ρίχνανε αγιασμό τής παραμονής στό νερό μέ τό οποίο θά λουζότανε [Παπαδόπουλος Ιωακείμ, Ιερέας]. Σέ άλλα χωριά (Σταυρί), ενώ δέν πολυπίστευαν σέ καλικάντζαρους, τά βράδια του Δωδεκαήμερου» δέν έπλεκαν από φόβο στά κακά πνεύματα (’ς σά πιζίελα). Ίσως ήταν ένας τρόπος νά σέβονται τις αργίες : Σέ πολλά πάλι χωριά δέν κυκλοφορούσαν έξω κορίτσα και νυφάδες οίτε άφηναν ρούχα βρέφους κρεμασμένα έξω τις νύχτες τού «Δωδεκαήμερου», από «δαιμονοφοβία».

ε. Κατάποση αγιασμού
Όσοι παρευρίσκονται στήν εκκλησία, είτε τήν παραμονή είτε ανήμερα τών Φώτων, μετά τήν ακολουθία τού Μεγάλου Αγιασμού καί τήν προμήθεια αγιασμού απαραιτήτως θά πιούν μερικές γουλιές. Όσοι παρέμειναν στό σπίτι πίνουν αγιασμό μόλις γυρίσει από τήν εκκλησία κάποιος δικός τους μέ τόν αγιασμό. Πολλοί μάλιστα (συνήθως πολλές) πίνουν Μεγάλο Αγιασμό, όχι μόνο νηστικοί, αλλά καί πρίν πάρουν αντίδωρο. Τό έθιμο αυτό φανερώνει τήν πίστη το λαού μας στήν αγιαστική επενέργεια τού αγιασμού. ‘Εξ άλλου, γιά τό λαό μας, όλα τά νερά τών θαλασσών, τών λιμνών, τών ποταμών, τών πηγαδιών καί τών πηγών είναι αγιασμένα από τήν παραμονή μέ τήν πρωτάγιαση καί γι’ αυτό «κανένας πιά δεισιδαιμονικός φόβος από τίς νύχτες καί τά ξωτικά τού χειμώνα». «Σήμερον τών υδάτων αγιάζεται ή φύσις.»

στ. Τό φώτισμαν
Καί στόν Πόντο, μετά τήν ακολουθία τού Αγιασμού τής Παραμονής καί τήν απόλυση, βιαστικά βιαστικά ό παπάς έβγαινε στά σπίτια καί στά μαγαζιά τής ενορίας του γιά νά φωτίσει (ν’ αγιάσει). Φορούσε ένα πετραχήλι, έπαιρνε μαζί του ένα σταυρό (σέ πολλά μέρη αυτόν μέ τόν οποίο έκανε τήν τελετή τού αγιασμού καί ανήμερα μέ τό Σταυρό τής καταδύσεως), τήν αγιαστούρα καί τό βοηθό του, πού κρατούσε τό παρχα’τσ’ μέ τόν αγιασμό. Στό χάλκινο εκείνο μικρό σκεύος μέ τόν αγιασμό (’ς σό παρχάτσ’ απέσ’ = στό σικλί μέσα) έριχναν τόν όβολό τους οί χριστιανοί σέ κέρματα. Ή συνήθεια νά ρίχνουν κέρματα «στό κουβαδάκι τού αγιασμού δέν είναι προχειρότητα», λέγει ό Δ.Σ. Λουκάτος, «έχει καί σημασία αγιασμού τού ίδιου τού χρήματος». Κατά τή διάρκεια πού φώτιζε σπίτια καί σπιτικούς ό παπάς έψαλλε τό «Εν Ιορδάνη » ή «Επεφάνης σήμερον τή οικουμένη. . .» Σέ πολλά σπίτια, εκτός από τό φιλοδώρημα, κερνούσαν καί τόν παπά καί τό συνοδό του. Τό φώτισμα συνεχιζότανε καί ανήμερα τών Φώτων, άν δέν είχε γυρίσει ό παπάς όλα τά σπίτια τής ενορίας του τήν Παραμονή. Τό φώτισμα, ό αγιασμός, σκοπό έχει νά φωτίσει ό παπάς τόν άνθρωπο, νά ευλογήσει τό βίο τών ενοριτών του καί νά εξουδετερώσει από τήν ενορία του κάθε δαιμονικό, «κάθε αντίπαλο στοιχείο του χειμώνα» καί όλες τις δυσμενείς, γιά τήν ευφορία τής γής καί τών γαλακτοφόρων, συνθήκες. Ο συνήθης τρόπος αγιάσματος τών ανθρώπων είναι νά βουτάει ό παπάς τήν αγιαστούρα στόν αγιασμό καί νά ραντίζει τό μέτωπο τών πιστών, προτείνοντας μέ τό αριστερό τό Σταυρό γιά προσκύνηση καί τό δεξί γιά χειροφίλημα. Τό έθιμο του φωτίσματος, δυστυχώς, κινδυνεύει νά καταργηθεί. Σέ πολλά χωριά καί σέ ελάχιστες ενορίες πόλεων συνεχίζεται καί έτσι σώζεται ακόμη. Όπου έχει καταργηθεί τό έθιμο του φωτίσματος τών Θεοφανείων καί του φωτίσματος κάθε μήνα από τόν παπά, πολλοί χριστιανοί καλούν δυό τρείς φορές τό χρόνο ή καί κάθε μήνα τόν παπά τής ενορίας (ή καί άλλης ενορίας) καί τούς κάνει μικρό αγιασμό στό σπίτι. Αυτό κάνουν καί τά σχολεία, πρίν ν’ αρχίσουν τά μαθήματα, καθώς καί πολλές υπηρεσίες καί ιδρύματα, πρό παντός σέ περιπτώσεις θεμελιώσεως καί εγκαινίων.

ζ. Η κατάδυση του Σταυρού
Ή κατάδυση του Σταυρού, πέρα από μιά καθιερωμένη καί πανορθόδοξη ιεροτελεστία καθαγιασμού τών υδάτων, είναι καί θρησκευτικό έθιμο πού αποτελεί θεαματική καί συμβολική αναπαράσταση τής βαπτίσεως του Ιησού. Στίς πόλεις καί στά χωριά, όπου δέν υπάρχει θάλασσα, ποτάμι, λίμνη ή κατάλληλη δεξαμενή, ή κατάδυση γίνεται στήν εκκλησία, μέσα σ’ ένα μεγάλο δοχείο (χαλκόν – καζάνι ή ένα είδος κολυμβήθρας), όπου γίνεται ό αγιασμός. Σέ μέρη όπου είχε θάλασσα, ή τελετή τής καταδύσεως στόν Πόντο είχε μεγαλειώδη καί πανηγυρική εικόνα. Ο πληθυσμός τών παραλιακών πόλεων καί τής ενδοχώρας κατέβαινε στή θάλασσα γιά νά παρακολουθήσει τήν κατάδυση τού Σταυρού καί είχε ένα ασύγκριτο καί επιβλητικό μεγαλείο ή πομπή, ή τελετή, ή παράσταση, τό θέαμα ». «Η τελετή αυτή πού εγίνετο μέ πατριαρχική μεγαλοπρέπεια (στήν Τραπεζούντα) συγκέντρωνε πάντα χιλιάδες κόσμο στήν παραλία, ανεξαρτήτως τάξεως, εθνότητας καί θρησκείας. Έπαιρναν μέρος κι’ αυτοί ακόμα οί Τούρκοι, δέν ήσαν δέ σπάνιες κι’ οί περιπτώσεις, πού, ανάμεσα στις χιλιάδες τών φεσιών καί τών καπέλλων, ν’ ασπρίζουν καί ωρισμένα σαρίκια, παλιών καί πολυγενίων χοτζάδων καί Ουλεμάδων τής Οθωμανικής ιεραρχίας Μεγάλοι καί αιματηροί πολλές φορές αγώνες εγίνονταν μεταξύ τών κολυμβητών κατά τήν κατάδυση ». Κεριά αναμμένα καί θυμιατά έβγαιναν στά παράθυρα, στις πόρτες καί στούς εξώστες, τήν ώρα πού ή πομπή κατευθυνότανε από τόν Άγιο Γρηγόριο πρός τήν παραλία, γιά νά υποδεχτούν, νά προπέμψουν καί νά τιμήσουν τό Σταυρό καί τό γεγονός τής ημέρας. Τιμητική φρουρά τής πομπής, καί τότε καί σήμερα, αποτελούν, μαζί μέ τούς κληρικούς, τούς ιεροψάλτες, τούς εκπροσώπους τών αρχών καί τούς χιλιάδες ανώνυμους συνοδούς καί εξαπτέρυγα, φανοί, λαμπάδες καί σταυροί μέ δορυφόρους, νέους ντυμένους μέ ειδικά εκκλησιαστικά παιδικά άμφια. Έθιμο είχε γίνει, όπως μάς πληροφορεί καί ό Ευριπίδης Φ. Χειμωνίδης, κάθε χρόνο από τήν παραμονή τών Θεοφανείων νά έρχεται στό λιμάνι τής Τραπεζούντας, απέναντι από τόν Άγιο Γρηγόριο, ένα ρωσικό πολεμικό πλοίο, τό αντιτορπιλικό «Τέρτς», γιά νά χαιρετίσει τήν κατάδυση τού Σταυρού καί νά τιμήσει τή μεγάλη γιορτή καί τελετή. (Η κατάδυση γινότανε συνήθως στήν τοποθεσία τ’ Αρμέγκον ή πέτρα, μάς λένε ό Σιδηρόπουλος Κυρ. Ευγένιος, γιατρός, κάτοικος Θεσσαλονίκης, καί ό Χρυσοστομίδης Ρ. Παναγιώτης, 85 χρονών.) Γιά τό σκοπό αυτό έβγαζε καί άγημα στήν ξηρά, πού έπαιρνε μέρος στήν τιμητική πομπή. Σέ πολλά μέρη τού Καυκάσου (Κάρς, Δεμίρ Καπού, Αρδαχάν, Βαργενές καί άλλα χωριά), επειδή τά νερά τού Κύρου ποταμού παγώνανε, ή κατάδυση ήταν προβληματική. Η επιμονή όμως τής Εκκλησίας καί τών πιστών καί ή ιδιαίτερη αγάπη τους πρός τό έθιμο βρίσκανε τή λύση. Σπάνανε τόν πάγο σταυροειδώς καί δημιουργούσαν ένα άνοιγμα. Τόν πάγο πού έβγαζαν από τό ποτάμι, σέ σχήμα σταυρού, τόν τοποθετούσαν δίπλα στόν παπά, πού μέ τή συνοδεία του στεκόταν πάνω σέ εξέδρα από πάγο. Μάλιστα ό δάσκαλος Σοφιανίδης Παναγ. Θεόφιλος, κάτοικος Συκεών Θεσσαλονίκης, λέγει: «Από τήν παραμονή σπάναμε τόν πάγο σ’ ένα σημεία τού Κύρου ποταμού, πού ήταν μεταξύ τών τριών χωριών Ντόρτ – Κλησιά – Ζαμζελέκ Κόγκ. Ήταν δέ τόσο χοντρός ό πάγος τού ποταμού, ώστε άντεχε όλο τόν κόσμο καί τών τριών χωριών, πού παρακολουθούσε τήν κατάδυση τού Σταυρού. συγκεντρωμένος πάνω στό ποτάμι.» Όπως μάς πληροφόρησε ό Φωτιάδης Γεώργιος τού Κυριάκου από τό χωριό Χωριστή Δράμας: Στό Ακ – Δάγ – Μαδέν τού Πόντου μιά χρονιά κλείσανε τά δύο τόξα τού γεφυριού στό λειβάδι τού Μουτή, οπότε σχηματίστηκε λίμνη πού πάγωσε. Τότε τή Μάραντον ό Θόδωρον μπήκε μέ τ’ άλογό του στά νερά τής λίμνης καί έσπασε τόν πάγο, γιά νά πραγματοποιηθεί ή κατάδυση τού Σταυρού. Οι δύτες, γιά νά αντέξουν στό τσουχτερό κρύο, πρίν πέσουν στά νερά γιά τήν ανάδυση τού Σταυρού, ήπιαν αρκετό ούζο (ρακίν). Τό περιστατικό αυτό όταν έγινε, Μητροπολίτη Χαλδίας ήταν ό Λαυρέντιος καί Αρχιερατικός Επίτροπος στό Μαδέν ό παπα – Κύριλλος Καρατζάς. Αν καί ήταν δριμύτατο τό ψύχος, τό έθιμο τής αναδύσεως τού Σταυρού από νέους γινότανε μέ πολύ ενδιαφέρον καί αγωνία. Όσοι έπεφταν στό ποτάμι, γιά τό έθιμο, τό θεωρούσαν μεγάλη τιμή καί ένιωθαν μεγάλη ικανοποίηση νά ανασύρουν τό Σταυρό, νά τόν προσκυνήσουν καί νά τόν παραδώσουν στόν παπά. Σέ ορισμένα χωριά καί τήν κατάδυση καί τήν ανάδυση τήν έκανε ό παπάς, έχοντας τό Σταυρό δεμένο μ’ ένα σχοινί. «Στήν Τρίπολη τού Πόντου μέ εξαιρετική λαμπρότητα εορταζόταν καί ή εορτή τών Θεοφανείων, τά «Φώτα». Από τήν παραμονή τής μεγάλης ημέρας ό ιερεύς, μετά τήν λειτουργία, ανεκοίνωνε τό όνομα τής ενορίας, όπου τήν επομένη θά γινόταν ή κατάδυσις τού Τιμίου Σταυρού. Μέ ύφος ψαλμωδιακό πρόφερε τήν αναμενόμενη εναγωνίως από τό εκκλησίασμα, φράση καί ό σταυρός θά πηγαίνη εις τήν ‘’Τσιμιδάν” ή στό ‘’Παραιτόρτιν”. Ή προσγινόμενη τιμή στήν ευνοούμενη ενορία ήταν τό φλέγον ζήτημα τής ημέρας καί πολλές φορές γινόταν αφορμή νά προκληθούν μικροεπεισόδια καί αντεγκλήσεις μεταξύ ομάδων διιστάμενων ενοριτών. Τήν ημέρα τών Φώτων, πρίν ακόμη προβάλει ή αυγή, σύμφωνα μέ τό τελετουργικό τής εορτής, μέ λάβαρα, εξαπτέρυγα καί ψαλμωδίες ξεκινούσε ή μεγάλη πομπή μέ συνοδεία φανών καί λαμπάδων, πρός τήν παραλία. Όλα τά παράθυρα καί οι εξώστες τών σπιτιών από όπου περνούσε ή πομπή ήσαν λαμπαδοστολισμένα καί κατάμεστα από κόσμο, καθώς καί ή μακρόστενη έκταση τής.……… παραλίας. Βαρκούλες στολισμένες μέ σημαίες καί χρωματιστά αναμμένα χαρτοφάναρα περιέπλεαν κατάφορτες μέ επιβάτες γύρω από τήν θέση όπου θά γινόταν ή κατάδυση. Δέκα καί δεκαπέντε πολλές φορές παλληκάρια έπαιρναν θέση κι αυτά σέ αποστάσεις σέ επίκαιρα σημεία μέσα στήν παγωμένη θάλασσα… προσμένοντας νά φθάσει ή μεγάλη τής καταδύσεως ώρα…. Μέ τούς τελευταίους τόνους τού τροπαρίου [‘Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε ό σταυρός υψωνόταν στόν αέρα από τόν ιερέα, διέγραφε μιάν καμπύλην καί βυθιζότανε στά ταραγμένα νερά, ενώ ό τόπος σειόταν από τούς αλαλαγμούς καί τίς θεαματικές εξαπολύσεις ρουκετών. …..Τά... παλληκάρια ωρμούσανε πρός τό σημείο όπου έγινε ή κατάδυση τού Τιμίου Σταυρού. Ακολουθούσε σκληρός αγώνας... Ο σταυρός άλλαζε διαδοχικά χέρια, έως ότου ό δυνατώτερος καί καμμιά φορά ό επιτηδειότερος κατώρθωνε νά διαφύγει από τόν κλοιό καί νά διολισθήσει ώς τήν παραλία, όπου καί παρέδιδε, αφού τό φιλούσε, τό ιερό έπαθλο στόν ιερουργούντα, μέ τίς ευχές καί τούς επαίνους τού κόσμου. Έπειτα ή πομπή μέ τήν ίδιαν επιβλητική σύνθεση επέστρεφε καί πάλι πίσω στήν εκκλησία. Ο νικητής τού αγώνος ήταν ό άξιος καί ό δακτυλοδικτούμενος τής ημέρας, το καμάρι τών κοριτσιών. Είχε ακόμα τό δικαίωμα νά συνοδεύσει τούς ιερείς στήν περιφορά τού Σταυρού στά σπίτια κατά τό καθιερωμένο προσκύνημα, “ένα ωχρό αντιφέγγισμα νικητού τών αρχαίων ελληνικών αγώνων” .» Σχετική καί αξιοπρόσεκτη περιγραφή τής καταδύσεως μάς δίνει καί ό λαογράφος Ξ. Κ. Άκογλους, στό έργο του «Λαογραφικά Κοτυώρων», σ. 253 - 255: «Η κατάδυση τού Σταυρού στή θάλασσα γινότανε μ’ εξαιρετική λαμπρότητα καί μεγαλοπρέπεια, καί μάλιστα όταν ιερουργούσε ό Δεσπότης. Κι από τις τρείς εκκλησίες κατέβαιναν στήν παραλία οί πομπές μέ τά εξαπτέρυγα, τούς ψάλτες κι όλους τούς κληρικούς, ντυμένους τά λειτουργικά τους άμφια. Όλη ή πόλη έπαιρνε όψη συναγερμού, επιβλητικού καί στούς Τούρκους καί στούς ξένους γενικά. Μέ τήν κατάδυση τού Σταυρού αμολούσανε περιστέρια καί έριχναν ρουκέτες, φυδέκια. Πολλοί νέοι γυμνωνόνταν από νωρίς καί περίμεναν στήν παραλία. Κορμιά γερά κι αθλητικά. Κι όλοι θαλασσόλυκοι, δελφίνια σωστά. Γιά τό ποιός θά πάρει τό Σταυρό γινόντανε παρέες. Πολλές φορές σχεδόν πάντα πιανόντανε μέσα στή θάλασσα συμπλοκές άγριες. Όλα τ’ ατσαλένια εκείνα μπράτσα μάγκωναν τό Σταυρό, καί συμπλεκόντανε μεταξύ τους μ’ έναν τέτοιο τρόπο, πού ώρα ολάκερη δέν μπορούσε κανείς νά τούς χωρίσει. Επέμβαση κουπιών από διπλανές βάρκες, πού άφθονες στολιζόντανε καί βγαίνανε μέ θεατές γιά καλύτερο σεργιάνι έμενε χωρίς αποτέλεσμα όποιας τόν πρωτάρπαζε καί προλάβαινε νά τόν φιλήσει, εκείνος ήταν ό τυχερός τής ημέρας. Όλοι οί γυμνοί προσκυνούσαν (τότε) μέσα στή θάλασσα. Ο τυχερός τής ημέρας πήγαινε καί, παραδίνοντας τόν Σταυρό, φιλούσε τό χέρι τού παπά. Αυτό ήταν κι ή επίσημη αναγνώριση του νικητή. Οι επίτροποι τής εκκλησίας τού δίνανε τό χρηματικό δώρο, συνήθως μιά χρυσή λίρα, έπαιρναν τό Σταυρό.... καί τόν γύριζαν σ’ όλη τή συνοικία. Τά χρήματα από τό προσκύνημα πήγαιναν στό κοινοτικό ταμείο. Μαζί γύριζε κι ό νικητής, πού αποκτούσε τή φήμη ήρωα σωστού. Ούτε ολυμπιονίκης νά ‘τανε. Κι ή φήμη του κρατούσε ένα έτος, ώσπου νά τήν επισκιάσει άλλος». Σέ πολλά παραθαλάσσια μέρη, στά τελευταία χρόνια δυστυχώς, καταργήθηκε τό έθιμο τής αναδύσεως τού Σταυρού από βουτηχτάδες, γιατί πολλοί κληρικοί ρίχνουν τό Σταυρό στά νερά δεμένο μέ μιά κορδέλα καί οί ίδιοι τόν ανασύρουν. Σέ ορισμένες όμως περιοχές διατηρείται τό έθιμο αυτό (Ν. Κρήνη, Καλαμαριά, Θέρμη, Αρετσού, Κοκκινιά Κιλκίς, Τοξότες, Λουδία. . .). Στούς Τοξότες Ξάνθης, όπου έχουν εγκατασταθεί οι περισσότεροι Πόντιοι (μετά τό β’ παγκόσμιο πόλεμο) τών χωριών Ίμερας, Κρωμνικού καί Γαλάνης, ή κατάδυση τού Σταυρού γίνεται μέχρι σήμερα στό Νέστο. Στήν πομπή καί στήν τελετή τής καταδύσεως παίρνουν μέρας καί από άλλες ενορίες. Μετά τήν ακολουθία τού αγιασμού σχηματίζεται ή πομπή. Προπορεύονται εξαπτέρυγα, λάβαρα, φανοί, λαμπάδες, πού τά κρατούν παιδιά. Ακολουθούν οι ψαλτάδες καί ό εφημέριος πού κρατάει ένα ξύλινο Σταυρό καί τό Ευαγγέλτο. Όλοι μαζί ψάλλουν τροπάρια. Στόν τόπο τής καταδύσεως (κοντά στή μεγάλη γέφυρα τού Νέστου, πού ενώνει τήν Ανατολική Μακεδονία μέ τή Δυτική Θράκη) κι ενώ ό κόσμος καί πρό παντός οί βουτηχτάδες περιμένουν μέ αγωνία τήν κατάδυση, ό ιερέας καί οι ψαλτάδες ψάλλουν τρείς φορές τό Απολυτίκιο τής γιορτής. Όταν γιά τρίτη φορά ακούγεται «καί τό Πνεύμα έν είδει περιστεράς», κι ενώ περιστέρια αφήνονται καί πετούν πάνω από τό ποτάμι καί τόν οικισμό, ό ιερέας πετάει τό Σταυρό στό ποτάμι. ‘Ο ξύλινος Σταυρός διαγράφοντας τήν τροχιά του πέφτει στά νερά καί γρήγορα γρήγορα ταξιδεύει πρός τήν κατεύθυνση τής ροής τών υδάτων. Οι κολυμβητές παλεύουν ποιός θά πάρει τό Σταυρό καί θά τόν φιλήσει πρώτος. Ή προσπάθεια συναντά δυσκολίες γιατί τό ποτάμι είναι ορμητικό τά νερά του πολύ κρύα. Ο νικητής, αφού πάρει τήν ευλογία τού παπά, γυρνάει τό Σταυρό, μέ τήν παρέα του, σ’ όλα τά σπίτια ψάλλοντας εκκλησιαστικά τροπάρια. Μαζί μέ τά συγχαρητήρια καί τίς ευχές εισπράττει καί φιλοδωρήματα, τά οποία μοιράζεται μέ τή συντροφιά του καί τήν εκκλησία τής ενορίας του. Πολλές φορές ό νικητής, μέ τά χρήματα πού κρατάει, κάνει γλέντι μέ τούς φίλους του. «Κατά τήν τελετή τής καταδύσεως τού Σταυρού, πού γινότανε στό ποτάμι τού χωριού μου Ντερέκιοϊ, Επαρχίας Επέσ’, όλοι κρατούσαν τίς εικόνες τού σπιτιού τους γιά νά τίς καθαρίσουν καί νά τις αγιάσουν μέ τ’ αγιασμένα νερά τών Θεοφανείων. Τό ίδιο έθιμο τό συνεχίζουμε (Ζερβοχώρι Νάουσας). Από τά Χριστούγεννα δέ ώς τά Θεοφάνεια, στά χωριά τού Επέσ’ τού Νομού Αμασείας καί τής Μητροπόλεως Κολωνίας, δέν γινότανε βαπτίσεις. Έλεγαν νά φωτιστεί, νά αγιαστεί ό Κόσμος καί μετά νά γίνουν οί βαπτίσεις » [Φωτιάδης Αντ. Εμμανουήλ, πρωτοπρεσβύτερος καί προϊστάμενος Ιερού Ναού τής Παναγίας Σουμελά]. Όπως μάς έγραφε τό Δεκέμβριο τού 1980 ό έφορος Κώστας Μακρίδης, στό χωριό του Λεκάνη Καβάλας: «Τά Θεοφάνεια, μετά τή Λειτουργία, ό παπα – Σάββας (άς είναι σχωρεμένος) έπαιρνε τό Σταυρό καί γρήγορα γρήγορα τράβαγε μπροστά καί πίσω του όλο τό χωριό γιά τήν κεντρική βρύση τού χωριού, γιά νά αγιάσει τά νερά τής γούρνας. Η ιεροτελεστία, δηλαδή τού Μ. Αγιασμού γινότανε (δέν ξέρω άν γίνεται ακόμη) στη γούρνα τής κεντρικής βρύσης τού χωριού. Εκεί γινότανε καί ή τελετή τής καταδύσεως καί αναδύσεως τού Σταυρού. Γρήγορος σ’ όλα του, άρχιζε καί τέλειωνε ώσπου νά τό καταλάβεις. Όλοι τότε έτρεχαν νά πάρουν αγιασμό. Αμέσως δέ ό πατριάρχης τού σπιτιού πήγαινε καί ράντιζε τούς τέσσερις τοίχους τού σπιτιού καί τό εικόνισμα. Μετά τό σταύλο καί αμέσως τά χωράφια. Διαδικασία καταδύσεως. Βούταγε τό Σταυρό (στή γούρνα) καί τόν ανέσυρε αμέσως καί γρήγορα γρήγορα πήγαινε στήν εκκλησία μας τού Αγίου Κωνσταντίνου. (Γιά νά βγάλει τά ιερά άμφια καί νά ετοιμαστεί γιά επίσκεψη σ’ όλα τά σπίτια καί τό φώτισμα.) Εκεί μαζεύονταν 4 – 5 συντροφιές νέων καί ζητούσαν τό Σταυρό γιά νά πάνε νά ευλογήσουν, μέ τόν παπα – Σάββα, τά σπίτια. Σέ αντάλλαγμα πρόσφερναν χρηματικά ποσά, πού πήγαιναν γιά τό διάκοσμο τής εκκλησίας. Όποιος πρόσφερνε τά περισσότερα έπαιρνε τό Σταυρό καί γύρναγε, όπως είπαμε, τά σπίτια τού χωριού. Από τις εισπράξεις πού έκανε κρατούσε μερικά λεφτά καί μέ τά άλλα έκανε κάποιο δώρο στήν εκκλησία…. Όλη ή εκκλησία φτιάχτηκε από τούς χωρικούς.» Οι κάτοικοι της Λεκάνης προέρχονται από τήν Τραπεζούντα, τή Ματσούκα, τή Γαλίαινα, τήν Αργυρούπολη καί τήν Άγκυρα. Στό χωριό Κοκκινιά Κιλκίς — όπως μάς διαβεβαίωσε καί ό δικηγόρος καί συγγραφέας Στάθης Ευσταθιάδης — πού κατοικείται από Καρσλήδες καί Καρμουτέτας, συνεχίζουν τό έθιμο τής καταδύσεως τού Σταυρού, όπως γινόταν στήν περιοχή τής Χαιρίενας τής Αργυρούπολης. Μετά τήν απόλυση τής εκκλησίας καί τήν τελετή τού Αγιασμού κατευθύνονται «έν πομπή» όλοι στό ποταμάκι τού χωριού. Διαλέγουν τό πιό βαθύ κιόλ’ τού ποταμού καί εκεί κάνουν τήν κατάδυση. Ή αγωνία τού κόσμου καί τών βουτηχτάδων μεγαλώνει ενόσω ό παπάς προσποιείται ότι θά πετάξει τό Σταυρό καί δέν τόν πετά. Αφού όμως ψάλλουν τρείς φορές τό «Εν Ιορδάνη…..», κάποια στιγμή ρίχνει τό Σταυρό στό ποτάμι καί τήν ίδια στιγμή βουτούν καί τά παλληκάρια (μέ τά ρούχα τους!) προσπαθώντας ποιός θά βρεί καί θά πιάσει τό Σταυρό πρώτος. Ο Σταυρός γύρω γύρω είναι μεταλλικός καί βουλιάζει. Αυτός πού κατορθώνει νά ανασύρει τό Σταυρό, ύστερα από σκληρό αγώνα, θεωρείται τό άξιο παλληκάρι, ό τυχερός τής χρονιάς, ό ευνοούμενος τού Θεού, τό καμάρι τού χωριού όλο τό χρόνο. Γιά τή διευθέτηση τυχόν παρεξηγήσεων καί αμφιβολιών κατά τήν ώρα πού παλεύουν οί βουτηχτάδες, ποιός θά βρεί καί θά φέρει τό Σταυρό στόν παπά νά τόν ευλογήσει καί νά ανακηρυχθεί ό νικητής τής χρονιάς, δίπλα στόν παπά καλούνται νά σταθούν καί νά παρακολουθήσουν τήν εξέλιξη τής αναδύσεως τού Σταυρού ενορίτες ευυπόληπτοι, αντικειμενικοί, οι γνωστικοί, όπως λένε στό χωριό. Αυτοί επί τόπου καί αμέσως λύνουν τυχόν διχογνωμίες. Ο νικητής (όπως καί οι άλλοι πού τόν συγχαίρουν επί τόπου) πηγαίνει στό σπίτι του, βάζει τά καλά του καί συνοδεύει τόν παπά στήν περιφορά τού Σταυρού. Όλοι τόν συγχαίρουν λέγοντάς του «άξιος – άξιος».

η. Ή περιφορά τού Σταυρού
Στά παλαιότερα χρόνια καί στόν Πόντο καί εδώ τό έθιμο τής περιφοράς τού Σταυρού στά σπίτια καί στά μαγαζιά γινότανε από εκείνον πού κατόρθωνε νά κάνει τήν ανάδυση τού Σταυρού, μαζί μέ τή συντροφιά του. Τό έθιμο αυτό σχεδόν έχει καταργηθεί σήμερα. Όπου θέλουν νά διατηρήσουν τήν παράδοση δίνει ή εκκλησία ένα φιλοδώρημα στόν τυχερό, χωρίς νά περιφέρει τό Σταυρό. Περιττό νά τονίσουμε ότι όπου δέ γίνεται ή ανάδυση από ειδικούς κολυμβητές δέν υπάρχει θέμα καί περιφοράς τού Σταυρού. Συνήθως σήμερα τήν περιφορά τού Σταυρού τήν κάνει ό παπάς, όπου γυρνάει τά σπίτια καί φωτίζει. Αυτό γινότανε καί στόν Πόντο, σέ πολλά μέρη• ό εφημέριος έκανε τήν περιφορά (Αργυρούπολη, Άνω Αμισός, Κάρς, Τοχούζ, Μεταλλείο Ταύρου, Μανέα, Σοχούμ, Χαψίκιοϊ, Ερζιγκιάν, Μούζενα, Σούλι, Αετός καί Γιατμούδ Ματσούκας, Κρώμνη, Ίμερα, Μαντρία, Λιαρή. .). Δέν είναι όμως καί σπάνιες οί περιπτώσεις πού τό Σταυρό τόν γυρνούσε στά σπίτια, μόνος του ή μέ τόν εφημέριο, ό τελευταίος πλειοδότης σ’ ένα είδος διαγωνισμού προσφοράς καί ταμάτων. Τά έσοδα από τήν περιφορά, σέ πολλές περιοχές, τά έδιναν στήν εκκλησία, στό σχολείο, σέ φιλανθρωπικές αδελφότητες καί σέ πολλά μέρη ήσαν δικαιώματα τού παπά, γιατί τότε δέν έπαιρναν μισθό οι ιερείς. «Στήν Τραπεζούντα τά έσοδα τά έπαιρνε ή Ιερά Μητρόπολη γιά τό ταμείο πτωχών ή τό Φροντιστήριο» [Μουσικίδης Ζαχαρίας]. Η περιφορά τού Σταυρού στήν Τραπεζούντα: «Τήν ημέρα τών Φώτων, κατά παλαιόν έθιμον, θά γυρνούσε σ’ όλα τά ‘Ελληνικά σπίτια ό Σταυρός. Τόν περιέφεραν προνομιακά οί εκάστοτε τελειόφοιτοι τού Φροντιστηρίου (Γυμνασίου) Τραπεζούντος, χωρισμένοι σέ εννέα ομάδες όσες καί οί εκκλησιαστικές ενορίες τής πόλεως. Καί επειδή ήταν φυσικό ή πολύωρη αυτή περιφορά δέν ήταν δυνατόν νά γίνει σέ μιά μέρα μέ τόν ένα μονάχα σταυρό πού είχε ριχτή στή θάλασσα παραδίδονταν στις ομάδες αυτές τών φοιτητών εννέα πανομοιότυποι τού καταδυθέντος Σταυρού. Από τούς τρείς αυτούς εφήβους, ό ένας κρατούσε τον Σταυρό, ό άλλος τό κλασσικό ασημένιο ραντιστήρι καί ο τελευταίος τόν δίσκο, τό περιεχόμενο τού οπαίου διατίθετο γιά τά ευαγή τής Τραπεζούντος ιδρύματα. Εθεωρείτο δέ τόσον τιμητική καί περίβλεπτη ή ιερά αυτή διακονία τών νεαρών τελειοφοίτων, ώστε δέν θά ήτο υπερβολή νά λεχθή, πώς όλοι γενικώς οί μαθηταί τού Φροντιστηρίου λαχταρούσαν τήν ημέρα εκείνη, πού, τελειόφοιτοι καί αυτοί, θά αξιώνονταν νά γυρίσουν τόν Σταυρό των Φώτων…….. » Τήν παραπάνω πληροφορία τήν ανιστορούν καί τήν επιβεβαιώνουν καί οί Θεοδοσοπούλου Θ. Σοφία, Χειμωνίδης Φ. Ευριπίδης, Μουσικίδης Ζαχαρίας καί ό Γιακουστίδης Θ. Σπύρος. Ή περιφορά τού Σταυρού από τελειοφοίτους τού Φροντιστηρίου δέν απέκλειε καί εκείνον πού έβγαζε τό Σταυρό από τή θάλασσα νά γυρίζει στά σπίτια καί νά δέχεται φιλοδωρήματα. [Σιδηρόπουλος Κ. Ευγένιος]. «Θυμάμαι πώς μιά από τίς ομάδες τών τελειοφοίτων τήν τελευταία χρονιά πρίν από τόν ξεριζωμό ήταν καί ή δική μας τριάδα, από τούς Φουντόπουλο Θεόδωρο, Κωφίδη Γιώργο καί από μένα…» [Εύρ. Φ. Χειμωνίδης]. Στά χωριά τών Σουρμένων (Τσίτα, Καρακατζί, Μουλγκάντων…), τής Ματσούκας (Σούλι, Καελέν, Γιατμούσ) καί στή Μούζενα είχαν τό έθιμο νά γυρνούν τό Σταυρό καί σ’ άλλες ενορίες ομάδες νέων. Μάλιστα οί «σταυροφόροι» βιάζονταν ποιός θά πρωτοπεράσει από τά σπίτια καί άλλων ενοριών. Τίς προσφορές τού κόσμου δέν τολμούσε κανείς νά τίς οικειοποιηθεί. Αυτό μαρτυρεί καί τό εξής περιστατικό, πού διηγείται ό Γιάννης ΤΩ. Σαββουλίδης, κάτοικος Θεσσαλονίκης: «Μιά χρονιά στό χωριό μας Τσίτα ή ομάδα μας, πού έκανε τήν περιφορά τού Σταυρού μέ πολύ κρύο καί χιόνι, σκόνταψε καί έπεσε. Τά κέρματα από τό δίσκο σκορπίστηκαν καί χάθηκαν μέσα στό χιόνι. Όταν μέ τόν καιρό έλυωσαν τά χιόνια, συνέπεσε τά χρήματα νά τά βρεί μιά ομάδα από τό συνοικισμό τών «Κλωστών». Τά μάζεψαν καί τα παράδωσαν αμέσως στήν Εκκλησία…» Στό χωριό Κουνάκα Ματσούκας ή περιφορά γινότανε από νέους, οί οποίοι έπαιρναν τό Σταυρό ύστερα από ένα είδος δημοπρασίας. Αν κατά τήν περιφορά έβγαζαν περισσότερα άπ’ αυτά πού έδωσαν, τή διαφορά τήν έδιναν στήν Εκκλησία. Και στό χωριό Τετράλοφο Κοζάνης, όπου υπάρχουν πολλές οικογένειες από τήν περιοχή Ματσούκας, νέοι τού χωριού γυρνούν τό Σταυρό γιά λογαριασμό τής Εκκλησίας, ύστερα από τήν κατάδυση πού γίνεται στήν «Μπάρα» [Χριστοφορίδης Χριστόφορος]. Στόν Καταχά τής Πιερίας τήν περιφορά τού Σταυρού τήν κάνει ή Εκκλησιαστική Επιτροπή γιά λογαριασμό τής εκκλησίας [Τσαντεκίδης Χ. Αβραάμ].

θ. Τό δάκλυμαν
Όσες φορές οί Πόντιες νοικοκυρές είχαν τήν εντύπωση ότι ορισμένα οικιακά σκεύη είχαν μαγαριστεί από κάποια αιτία (γλύψιμο τών σκευών από σκύλο, γάτα, ποντίκι, ή μαγάρισμα από μαϊσσάδες), τά θεωρούσαν ακάθαρτα καί τά απολύμαναν, τά ξέπλυναν (εδάκλναν άτα) μέ αγιασμό καί τά χρησιμοποιούσαν χωρίς επιφύλαξη.

ι. Λαθεμένες αντιλήψεις καί δοξασίες1) Ως πρός τήν προμήθεια αγιασμού:

Σχεδόν παντού καί στόν Πόντο καί εδώ στήν Ελλάδα μιά κακή συνήθεια, από εσφαλμένη αντίληψη, κοντεύει νά γίνει έθιμο. Συνωστιζόμαστε καί ό ένας σπρώχνει τόν άλλο, προσπαθώντας νά πάρουμε πρώτοι αγιασμό καί έτσι δημιουργούμε μιά ανεπίτρεπτη εικόνα μέσα στήν εκκλησία καί φέρνουμε σέ δύσκολη θέση τούς ιερείς, τήν Εκκλησιαστική Επιτροπή καί τόν κανδηλανάπτη. Ένα τσούγκρισμα τών ποτηριών ακούγεται κι ένα «πατείς μι πατώ σε» ακολουθεί τήν ιεροτελεστία τού Αγιασμού. Οί φιλακόλουθοι έκαναν καί κάνουν σωστό «πόλεμο», μέ τά μαστραπάδας, τά κυκουμόπα καί τά κανατόπα, γιά τό ποιός ή ποιά θά πρωτοπάρει αγιασμό. Αυτή ή αδικαιολόγητη συνήθεια καί αγωνία προέρχεται από τή λανθασμένη ιδέα καί αντίληψη μερικών ότι όποιος πρωτοπάρει αγιασμό, αυτός παίρνει, τρόπον τινά, τήν αφρόκρεμα, τό ’θόγαλαν τού αγιασμού. «Στά παλαιότερα χρόνια είχαν τήν εντύπωση ότι ή χάρις τού Θεού επενεργεί περισσότερο διά τού αγιασμού εκείνων πού προλάμβαναν νά πάρουν πρώτοι….» [Λαπαρίδης Πολ. Απόστολος, 86 χρονών]. «Στήν Αργυρούπολη μάς έλεγαν οί μειζοτέρ’ τα γράμματα τού αγιασμού είναι πάνω στήν επιφάνεια τού νερού!» [Παπαδόπουλος Αρ. Κωνστ., 80 χρονών]. Αυτός ό ανεπίτρεπτος συνωστισμός αναπόφευκτα φέρνει καί ένα άλλο δυσάρεστο φαινόμενο. Τήν καταπάτηση τού Μεγάλου Αγιασμού πού πέφτει κάτω στό δάπεδο τής εκκλησίας τήν ώρα τής βιασύνης μας.

2) Ως πρός τήν άποψη, ποιός είναι ό Μέγας Αγιασμός.
Υπάρχουν, συγκρουόμενες, τρείς απόψεις:
Η μία ισχυρίζεται ότι Μέγας Αγιασμός είναι μόνο τών Θεοφανείων. Ή δεύτερη ότι Μέγας Αγιασμός είναι τής Παραμονής τών Φώτων. Καί ή τρίτη θεωρεί καί τών δύο ημερών Μέγαν Αγιασμόν. Αυτή είναι καί ή σωστή καί ορθόδοξη άποψη. Τό τυπικό τής Εκκλησίας μας ρητώς σημειώνει ότι τήν παραμονή καί τήν κυριώνυμη ημέρα «τελείται ό Μέγας Αγιασμός». Υπάρχει βέβαια κάποια εξήγηση καί δικαιολογία ώς πρός τις δύο πρώτες απόψεις. Αυτοί πού πιστεύουν ότι Μέγας Αγιασμός είναι τής Παραμονής δικαιολογούνται από τήν άποψη (ίσως) ότι αυτή τή μέρα ψάλλεται ή Ακολουθία τής Παννυχίδος (τών Μ. Ωρών) καί γίνεται ή Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Εκείνοι πού ισχυρίζονται τό αντίθετο λένε ότι τήν παραμονή δέν διαβάζονται όλες οι ευχές του Μ. Αγιασμού. Αν στά τελευταία χρόνια επικράτησε ή συνήθεια (χωρίς νά είναι παραδοσιακό έθιμο) πολλοί ιερείς νά μή διαβάζουν «εκφώνως» τήν ευχή «Τριάς Υπερούσιε, Υπεράγαθε, Υπέρθεε» (ίσως γιά λόγους συντομίας ή διαφοροποίησης του αγιασμού τών δύο ήμερών), αυτό δέν σημαίνει ότι ό αγιασμός της παραμονής είναι μικρός «μικρότερος» από τον αγιασμό τών Φώτων. ‘Εξ άλλου γιά νά εκφωνηθεί ή δεύτερη ευχή: «Μέγας ει Κύριε…» υποτίθεται ότι ό ιερέας προηγουμένως είπε καί τά τελευταία λόγια τής πρώτης ευχής: «Όθεν καγώ αμαρτωλός καί ανάξιος δούλος σου, τά μεγαλεία τών θαυμάτων Σου διηγούμενος, συνεχόμενος φόβω έν κατανύξει βοώ σοι: ‘’Μέγας ει, Κύριε…”». Αλλά, είτε μυστικά είτε φωναχτά διαβάζεται ή Ευχή, ή Χάρις του Θεού έρχεται καί καθαγιάζει τά νερά καί τήν παραμονή καί τά Θεοφάνεια. Ή σύγχυση καί ή υποκειμενική αντίληψη πάνω στό θέμα καί τό ερώτημα «ποιός αγιασμός είναι Μέγας» υπήρχε καί υπάρχει ακόμη καί σήμερα καί σέ μερικούς κληρικούς.
«Τήν παραμονή ετελείτο ό Μέγας Αγιασμός καί… τήν ημέραν τής εορτής ό Μικρός αγιασμός» [Παπαδημήτρης Μισαηλίδης, Γαλλίαινα, Ποντιακή Εστία 47 (1953) 2336]. Ή άποψη νά θεωρείται από πολλούς Μέγας Αγιασμός μόνο ό αγιασμός τών Θεοφανείων δικαιολογείται από τά εξής γεγονότα: Νηστεύουμε τήν παραμονή καί προετοιμαζόμαστε νά υποδεχτούμε καί νά γιορτάσουμε τή μεγάλη Δεσποτική γιορτή. Ή ημέρα τών Φώτων αναφέρεται στό γεγονός τής Βαπτίσεως τού Θεανθρώπου καί τήν ημέρα αυτή γίνεται ή κατάδυση τού Σταυρού καί ή αναπαράσταση τού λυτρωτικού γεγονότος τής Βαπτίσεως τού Κυρίου και τής Αποκαλύψεως (Θεοφανίας καί Επιφανίας) τού Τριαδικού Θεού. Οι συγκρουόμενες αυτές απόψεις δέν είναι καθόλου άσχετες καί μέ τό εθιμικό γεγονός, αλλού νά κρατούν, γιά όλο τό χρόνο, αγιασμό τής Παραμονής καί σ’ άλλες περιοχές αγιασμό τών Φώτων. Τό έθιμο αυτό υπάρχει κι εδώ καί τό συναντούμε καί στόν Πόντο. Αγιασμό τής Παραμονής φύλαγαν οί περιοχές: Τραπεζούντας, Ματσούκας, Μούζενας, Πάφρας, Καυκάσου (καί Κωνσταντινούπολης) καί σέ μερικά χωριά τής Αργυρούπολης καί τής Αμισού, ενώ αγιασμό τών Θεοφανείων κρατούσαν οι περιοχές: Κοτυώρων, Αργυρούπολης-Τορούλ, Κερασούντας, Αμισού, Σουρμένων, Σταυρί καί σέ μερικά χωριά τού Καυκάσου κ.ά. Όσοι φύλαγαν αγιασμό, γιά μιά ώρα ανάγκης, τών Φώτων, κατά κανόνα ράντιζαν τά κτήματά τους μέ αγιασμό τής Παραμονής. Όσοι όμως φύλαγαν αγιασμό τής παραμονής ράντιζαν μέ αγιασμό τών Φώτων. Υπάρχουν βέβαια καί οί εξαιρέσεις, γιατί υπήρχαν καί υπάρχουν πολλοί οικισμοί ή οικογένειες πού δέν έκαναν καί δέν κάνουν διάκριση. Όσοι έχουν δημιουργήσει (ή έχουν κληρονομήσει) δικό τους εθιμικό λατρευτικό τυπικό, ανάλογα κρατούν καί αγιασμό λέγοντας πώς: δέν επιτρέπεται νά πάμε στό σπίτι μας τό Μεγάλο Αγιασμό! Απ’ αυτόν μπορούμε μόνο νά πιούμε καί οπωσδήποτε νηστικοί (αγνέστικα). Καί γι’ αυτό, άλλοι πίνουν αγιασμό πρίν πάρουν αντίδωρο καί άλλοι αφού πάρουν αντίδωρο. Ωστόσο τό ότι καί τών δύο ημερών ό αγιασμός είναι «Μέγας» ενισχύεται καί από τήν άποψη διακεκριμένων κληρικών καί καθηγητών Πανεπιστημίου. Στήν περιοχή τής Δυτικής Μακεδονίας πολλοί, τούς οποίους ρώτησα (ντόπιοι καί Πόντιοι), λένε ότι κρατάμε γιά όλο τό χρόνο από τόν αγιασμό τής παραμονής καί όχι τών Θεοφανείων, διότι τήν ημέρα τών Φώτων αγιάζονται όλα τά νερά, ενώ τήν Παραμονή μόνο τό νερό τού δοχείου, όπου μέσα κάνει τόν αγιασμό ό παπάς! Εκείνο όμως πού είναι αξιοπρόσεκτο είναι τούτο: Τό έθιμο τής προμήθειας, τής διατηρήσεως όλο τό χρόνο, τής χρησιμοποιήσεως σέ μιά ώρα ανάγκης καί τής κατάποσης αγιασμού, καθώς καί τού ραντίσματος τού μετώπου μας (φωτίσματος) καί τού βιού μας μέ αγιασμό είναι παμποντιακό καί πανελλήνιο έθιμο. Πανελλήνιο είναι καί τό έθιμο, αγιασμού τών Θεοφανείων νά κρατάει κάθε εκκλησία καί άπ’ αυτό νά δίνει σ’ όσους δέν μπορούν νά κοινωνήσουν, διότι τούς έχει επιβάλλει ό πνευματικός επιτίμια (κάποια τιμωρία). Ή ιδιαίτερη λατρευτική προτίμηση τού λαού μας στά αγιασμένα νερά είναι χαρακτηριστική. Ο Δ. Σ. Λουκάτος παρατηρεί ότι είναι «μιά λατρευτική πραγματικότητα στηριγμένη τόσο στή θρησκευτική πίστη όσο καί στή φυσική αλήθεια, ότι τό νερό είναι τό πρωταρχικό καί τό απαραίτητο πάντα στοιχείο τής ανθρώπινης καί παγγενούς ζωής». Κάτι σχετικό αναφέρει καί ό Ξ. Κ. Άκογλους στό βιβλίο του «Λαογραφικά Κοτυώρων», στό ΣΤ’ Κεφάλαιο, σελ. 310. Δέν είναι καθόλου άσχετο καί τό έθιμο, πού τό είχαν καί τό έχουν σχεδόν όλοι οί Έλληνες, τήν ημέρα τών Φώτων νά είναι καθαρά όλα τά πράγματα καί τής εκκλησίας καί τού σπιτιού. Εκτός από τή γενική καθαριότητα καί τό λούσιμο μέ τ’ αγιασμένα νερά, βάφτιζαν καί καθάριζαν (σέ πολλά μέρη καί σήμερα) τις εικόνες τής εκκλησίας καί τού σπιτιού μέ αγιασμό. Στό ερώτημα, πώς επικράτησε νά γίνεται δύο φορές ό αγιασμός τών Θεοφανείων, απαντά ό Κωνστ. Καλλίνικος στό βιβλίο του «Ο Χριστιανικός ναός καί τά τελούμενα έν αυτόν «(σελ. 575 – 76), μέ τά παρακάτω λόγια: «Κατά τόν Ε’ αιώνα (μαρτυρία Χρυσοστόμου, Σιλεανταρίου, Θεοδώρου Αναγνώστου) μονοφυσίτης Πατριάρχης Αντιοχείας μετέθηκε τήν τών υδάτων τών Θεοφανείων ευλογίαν είς τήν παραμονήν τής εορτής. Καί ούτω δίς έκτοτε επεκράτησεν ίνα ό αγιασμός τών Θεοφανείων τελείται.» Είναι γνωστό ότι ό Μ. Αγιασμός γίνεται μόνο στις 5 καί στις 6 Ιανουαρίου (παραμονή καί ανήμερα τών Φώτων), διότι: α. «Θεός εφανερώθη έν σαρκί», ταπεινώθηκε καί βαπτίστηκε ό αναμάρτητος καί μάς κληροδότησε τό μυστήριο τού βαπτίσματος μέ τό οποίο απαλλασσόμαστε από τήν ευθύνη τού προπατορικού αμαρτήματος. Μέ τό βάπτισμα ό Κύριος «Αδάμ φθαρέντα αναπλάθει». Αυτήν τήν κάθαρση καί τήν αγνότητα, μέ τήν οποία περιβάλλεται ό «βαπτισθείς», θέλει νά τονίσει ό λαός μας, πού μετά τή βάπτιση ντύνει τόν «βαπτισθέντα» μέ λευκά «ιμάτια». Ο Απόστολος Παύλος ονομάζει τό βάπτισμα «λουτρόν παλλιγγενεσίας» καί σημειώνει: «Όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν εις τόν θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν, συνετάφημιν ούν αύτ διά τού βαπτίσματος… έν και- νότητι ζωής περιπατήσωμεν…» [Ρωμ. 6,2-5, Σχετ. καί παράλ. Φιλ. γ’, 10-11]. β. «Επεφάνη ό Σωτήρ, ή χάρις ή αλήθεια», «τό φώς τό απρόσιτον» καί γίνεται γιά τόν καθένα μας καί γιά όλο τόν κόσμο «ή οδός, ή αλήθεια καί ή ζωή» καί μέ τή βάπτισή του «τών υδάτων αγιάζεται ή φύσις». Γι’ αυτό σέ πολλά μέρη τής Ηπείρου καί τού Πόντου, χαράματα τών Φώτων, έπαιρναν καθαρό νερό άπ’ οπουδήποτε καί λουζόντουσαν μ’ αυτό, έπιναν καί πότιζαν και τά ζώα τους, γιατί πίστευαν ότι όλα τά νερά είναι αγιασμένα τήν ημέρα αυτή.
γ. «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου, Κύριε, ή τής Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις.»
Κατά τήν ώρα πού βαπτίστηκε ό Κ. Ημών Χριστός αποκαλύφθηκε στήν ανθρωπότητα τό μυστήριο τής τριαδικότητος τού Θεού: Ο Πατήρ ομιλεί καί λέγει: «Ούτος εστίν ό υιός μου ό αγαπητός…» Ο Υιός βαπτίζεται, διότι λέγει: «Πρέπον ημίν εστί πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην» καί τό Άγιον Πνεύμα κατέρχεται «έν είδει περιστεράς» καί βεβαιώνει «τού λόγου τό ασφαλές». Είναι λοιπόν μεγάλη Δεσποτική γιορτή ή ημέρα τών Φώτων καί γι’ αυτό νηστεύουμε τήν παραμονή, γιά νά υποδεχθούμε καί νά τιμήσουμε το μεγάλο γεγονός τών Θεοφανείων καί γιά νά πάρουμε καί νά πιούμε (νά κοινωνήσουμε) Μ. Αγιασμό «πρός πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον».

ΠΗΓΗ  http://pontiakilelapa.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου