Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

ΜΝΗΜΕΣ

ΜΝΗΜΕΣ

Φωτογραφία του Σπύρος Αμάραντος.

…Όλα με θυμίζουν… 

Μετά από καιρό, πήγα και στο σπίτι μας το πατρικό, το ακατοίκητο, με τα συνταγμένα δωμάτια δεξιά και αριστερά και άρχισα να ανοίγω τις πόρτες, με τα κλειδιά που ήταν πάνω στις κάσες και περασμένα στο άσπρο πλακέ το λάστιχο! Το τρυπητό κλειδί της κρεβατοκάμαρας, με τη σαραβαλιασμένη πόρτα, κάθε φορά που το `πιανα, δεν ξέρω γιατί, το γύριζαανάποδα και το σφυρούσα δυνατά. Τώρα που παρασκούριασε , δεν το ρισκάρισα καθόλου. Άλαλοι τοίχοι και άχαρα ντουβάρια κι ανάμεσα κι εγώ ανήμπορος να δώσω κάποια ελπίδα, στην κλεισούρα και στη σιωπή, του χωριού! Το σεντούκι, στέναζε, από τα παραφορτωμένα «τισέκια και γεργάνια» και μέσα, που μύριζε ακόμα την ναφθαλίνη, ριγωτές πιζάμες, χειροποίητα σεμεδάκια, ιατρικές ακτίνες και μια χαρτονένια κάσα, με καρτ-ποστάλ και παλιές φωτογραφίες κι ένα γράμμα του παππού με την καλλιγραφία του! -Πρώτον έρχομαι να μάθω τα καλά της υγεία σας, δεύτερον, όσον δι’ εμέ, αν ερωτάτε, είμαι πολύ καλά, το αυτό επιθυμώ πάντοτε και δι υμάς…Το καθιστικό δωμάτιο, με τα πλεκτά κουρτινάκια στα παράθυρα, παράξενο που ήταν λαμπίκος και μοναχά κοντά στην εμαγιέ ξυλόσομπα της Κοζάνης, εκεί που παραμόνευε το φαΐ της η χαϊδεμένη γάτα, υπήρχε λίγη σκορπισμένη στάχτη, που έδειχνε συνειρμό σπιτικής ζεστασιάς. Ποια ζεστασιά; Εδώ βαθμοί, Νευροκοπίου, λέμε! Δυο ξύλα λεπτά μονάχα στη φωτιά και… ξυλιάζαμε κι από πάνω το «πλακίν», που το παίρναμε αγκαλιά τυλιγμένο στην πετσέτα, να ζεστάνει και τα ποδαράκια μας, στην σκοτεινή κρεβατοκάμαρα! Στον λουλακί τοίχο, με τις πολλές τρύπες από τα ξηλωμένα καρφιά, ο καθρέφτης με τα χρωματιστά παγώνια έγραφε Καλημέρα και στην κοχυλένια κορνίζα της θρυλικής Δόξας Δράμας, που κορνιζάρισα κάποτε στην εκδρομή στα Μετέωρα, οι ποδοσφαιριστές της...Ξεφτίσανε πλέον! Πάνω στο «ταρέζι» του άλλου τοίχου, το κουρδιστό ρολόι σταμάτησε ώρα οχτώ κι από πίσω, όρθια στηριγμένα δυο φθαρμένα ροκ δισκάκια, το silver train με τους Rolling Stones και το el Berebito με τους Los Alcarson. Ξένοι ρυθμοί που δεν ταίριαζαν με τους πόθους μας, γιατί ποτέ δεν καταλαβαίναμε την γλώσσα τους, αλλά μόδα ντεεε! Στον νεροχύτη, κάτω από το παρδαλό «πεσκίρι», ήταν αραδιασμένα ο «τζεβζές», το «υλιστέρ’» για τα μακαρόνια, το «χαρατσοτήγανο που τσιρτσίριζε τις τηγανιές πατάτες, το «γαβλαεμένον τας» που βουτούσαμε τα «κερέτσια» των ψωμιών στο γάλα του σχολείου και «γιαν γιανά», προς τον γκριζοπογιατισμένο τοίχο, το «τσάνικον», που με επίταζε μ’ αυτό η μάνα Μαραντάβα, λέγοντας μου: «Γουρπάν’τς να ΄ίνου’μαι, δέβα με τ’ αβούτο το τσάνικον και φέρεν έναν τενίμ’ νερόν, να ποτίζουμ’ το κυδών’».
Στα μεγάλα συρτάρια της χειροποίητης κρυσταλλιέρας, τα μικρά ασήμαντα πράγματα, πάντοτε με συγκινούσαν.
Μέσα στο μεταλλικό κουτί με τους ζωγραφισμένους παπαγάλους, η κιτρινισμένη χαρτοσακούλα έγραφε, Φρέσκος μυρωδάτος καφές, Μόκα - Μαραγκοζίδη, Κάτω – Νευροκόπι! Και μέσα, αντί για καφέ, είχε όμορφα πολύχρωμα κωνικά κουμπιά, που παίζαμε μ’ αυτά, το «ντουβαράκι» πάνω στους πέτρινους γυαλιστερούς τοίχους. Στις χαραμαδιές του συρταριού, ήταν σφηνωμένες δεκάρες και πενηντάλεφτα, κέρματα της «Πάρτα Όλα» και ένα ασημένιο, παστωμένο στα πλαϊνά, κέρμα του Ποσειδώνα, που τόχαμε για «Μάνα», στο κουδουνητό και στο μισοφέγγαρο που παίζαμε μπροστά από το ραφτάδικο του Θεοφύλακτου και το κουρείο του Θεόφιλου, που ασκούσε τέχνη μαεστρίας, στις βούρτσες του, στα ψαλίδια του και στις ψιλές, χοντρές τις χτένες του!Ανάκατα εδώ και κει, φουρκέτες, το τσακμάκι με το φυτίλι, μια ...αναποδογυρισμένη απολιθωμένη «ταχτάπιτη», το μικρό μπουκαλάκι που φτιάχναμε σαπουνόφουσκες με Τάϊτ, μια ανοξείδωτη κουρσουμένια αλυσίδα που καθάριζαν τα όπλα τους οι οπλίτες των ΤΕΑ, η βελούδινη «χτουπουλισμένη» πορφυρένια μαργαρίτα με καρφίτσες και τις παραμάνες που θύμιζαν χορό «γιάγκα» γαντζωμένες στην σειρά πάνω στο τριγωνικό κίτρινο υφασμάτινο φυλαχτό, μια μεζούρα τυλιγμένη γύρω από την «δαχτυλήθρα», που ήτανε ενθύμια των μαθημάτων της οικοκυρικής σχολής με το «αργαστέρ’» της προίκας της μάνας μου και με το πατρόν λευκό χαρτόνι. Στον αργαλειό, που τρίζανε όλες του οι ξυλοδεσιές, καθώς η υφάντρα περνούσε τη σαΐτα με το υφάδι και μετά έσκυβε να πιάσει το χτένι και το έσερνε και το χτυπούσε δυνατά… Μέσα στα χειμωνιάτικα νυχτέρια που τα φώτιζαν αγιοκέρια, οι χρυσοχέρες του χωριού μας, έπλεκαν τα προικιά τους. Στα λανάρια καθότανε η Αννούλα, στα στημόνια η Μαιρούλα και ύφαιναν με την σαΐτα, την λαβωμένη την καρδούλα. -Να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου, γιατ' ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρει! Στο σκοτεινό κελάρι, ο σουβάς έπεσε και στις γωνιές του ταβανιού προεξείχαν οι μύτες από τις καρφωμένες παράλληλες βέργες. Μέσα στο γυφτοπλεγμένο ψάθινο πανέρι, υπήρχαν δυο ποντικοφαγωμένα περιοδικά, του μικρού ήρωα και του μικρού σερίφη, που τα σιγανοδιαβάζαμε πάνω από δέκα και με κάποιο φόβο, βάζοντάς τα ανάμεσα στα σχολικά, γιατί οι γονείς μας τα θεωρούσανε γκαγκστερικά βιβλία. Οι μανάδες μας έριχναν, στα πανέρια αυτά τα άπλυτα ρούχα για να πάνε να τα πλύνουνε, στις γούβινες πέτρες στο ρέμα της θείας Οσίας. Κάθε πρωί τα αηδόνια, έδιναν εκεί, ένα γλυκό ρεσιτάλ και τον χειμώνα, άστραφταν οι αχτίνες του ήλιου πάνω στα παγωμένα κρυστάλλινα «παγούρια» των δέντρων, θυμίζοντας τα «καθρεφτάκια τσέπης» των παιδιών που τα στέλνανε καταπάνω σου, για να σε θαμπώσουν. Πάνω στον ξύλινο «σοφρά» με τα χαμηλοσκαμνόπα, στεκότανε όρθια η «χλαγού» που έπλαθαν μ’ αυτήν οι μανάδες μας τα κουλουράκια και τις πίτες και κάπου κάπου και τις...πλάτες μας. Τα ανήλιαγα αυτά κελάρια, στέναζαν κάποτε από τους χοιρινούς γαβουρμάδες, τα «τσίρια» για «χοσάφια», τις τάβλες με τα «τσορτάνια», τις μπομπότες, τα κιούπια με τα «λαχανόστυπα», τα σακούλια με τα «πατίτσια», τα βάζα με τα πετμέζια και την θρεψίνη, τις αρμαθιές των καλαμποκιών που τα τρίβανε για να μας τα δώσουνε, όταν ψέλναμε δυνατά τα Κάλαντα, χτυπώντας με το παγωμένο χέρι την «κατσκαρένια» πέτρα επάνω στο υνί του αλετριού, που κρεμότανε με σύρμα από τον λαιμό μας. Στο μαλεζωμένο μπαλκόνι του σπιτιού με το κοκκινόχωμα του λόχου, ο σκεβρωμένος και ταλαιπωρημένος καφετί καναπές, θύμιζε βραδιές που καθόμασταν και βλέπαμε τ’ ολόλαμπρο φεγγάρι πως μεγάλωνε πίσω από το «δρανίν τη μπάρμπα «Γιάννε», που έβγαζε τεμπέλικα τον καπνό του προς τον ουρανό. «Δύο φοράς τον χρόνον, πιάν’μεν η οκνία…Αλλά τ’ αφώτιστον απ’ έξ μήνας κρατεί μεν», έλεγε ο θυμόσοφος του χωριού μας. Στο μπαλκόνι γινότανε και το «τίζεμαν τη καπνού» και το «τσατσάλισμαν τη λαζουδί’», με πολλά κεράσματα, κοτσομπολιά, τραγούδια και κρυφές, ερωτοματιές. Ακούγαμε και τους λύκους, να ουρλιάζουν από μακριά και έψαχναν οι κάτοικοι για να βρούν’ τις χαμένες αγελάδες που δε γύρισαν απ’ το «βοσκίον», να ακούσουνε κάπου, σε κάποιο μέρος, τα κουδούνια τους! Κάτω στις σκοτεινιασμένες αποθήκες που μύριζαν μούχλα και διέγερση, τα γκαλαπαλίκια κουλουβάχατα εδώ και κει. Μικρός όταν τα έβλεπα την νύχτα, φοβόμουνα, γιατί νόμιζα πως έπαιρναν την μορφή στοιχειών και τεράτων. Ο Ζορζοβούλτς, ο Χοτλάχς, η Τσαζού, το Τιλισίμ’, ο Μπαμπούλας…Αργά κατάλαβα, πως δεν υπάρχει στον κόσμο μαγεία, παρά μονάχα... η βλακεία... « Τα κιρέτσεα εκρεμίαν, το γερίν ακράνοιχτον». Οι σάπιες «τσατάλες» που κρατούσανε τις μπουγάδες και τα βαγόνια των καπνών, ήταν ακουμπισμένες στον τοίχο με τα πλίνθινα «κερπίτσια», που τα φτιάχνανε με τελάρο μαεστρίας, ψηλά στο βουνό, κοντά στις άγριοκερασιές. Ανάμεσα στα σάπια κανάβινα σακιά και μια ποδοσφαιρική φανέλα. Η μωρουδίστικη λυγάτη κούνια, που φτιάχτηκε στο σιδεράδικο του θείου Τίμου, με το «αμόνι» και το «μαχάνι» του. Στο σιδεράδικο αυτό, ένιωθες τότες, την πραγματική αξία του αντικειμένου, γιατί ταίριαζε απόλυτα με τις ανάγκες του χωριού. Στο κεντρικό «στουλάρι, σο μεσοδόκ’» της αποθήκης, κρεμότανε ένα σκασμένο λάστιχο ποδηλάτου και ανάποδα τη «λουσιματί’ το σκαφίδ’», που μόλις το «σάχπωσα» με το δεξί μου χέρι, ξεπετάχτηκε μέσα από τα «ταλασόφυλλα» και τις «κουτούνες λαζουδίων», ένα τρομαγμένο ποντίκι και όπου φύγει φύγει…«Τα παιδία και αν κλαίν’νε, ας πάν’ κλαίν’νε, το νερόν μίαν, γαλέχουλεν έν’», έλεγαν οι γιαγιάδες, όταν έτριβαν δυνατά τα λερωμένα πετσιά μας σ’ αυτήν τη σκάφη. Η μαυρισμένη «καταμάγια τη φουρνί’» με τα κουλουριασμένα «τέλια», ακουμπούσε κι αυτή πάνω στις κοφτερές στραπατσαρισμένες λαμαρίνες που ξηλώθηκαν από το αράνι της αυλής και κάθε φορά που έβρεχε, την έβρισκα από κάτω, γιατί οι σταγόνες της βροχής, τις σιγομουρμούριζαν ρομαντικά και κρέμαγα θυμάμαι από κάτω το μικρό ραδιοφωνάκι, να πιάνει πιο καλά την Άμφισσα και τον Ευγένιο Σπαθάρη!

Λαός που την παράδοση ξεχνά και δεν θυμάται, στον λήθαργο του μαρασμού, παντοτινά κοιμάται… Sp Ama


ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ 
ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ

ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΣΑΜΟΥΡΟΧΤΙΣΜΕΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου